18 Ιαν 2015

Ο Κυπραίος τζαι το παιδίν



Κυριακή πρωίν. Πάει μεσομέριν. Η Στασικράτους γέρημη. Πας το ποδήλατον ένας μορφωμένος μιτσής, ποτζιείνους που εξέφυγαν που τον κατακλυσμόν της πολιτιστικής διαστροφής, που εκατάστρεψεν την χαράν, το κκέφιν, την υγείαν της γεννιάς των Κυπραίων που γεράσαν νέοι. Περνώντας που το Φλοκκαφέ, ένωσεν το λάστιχον του καθησμένον. Εκατέβην πας το πεζοδρόμιον, φκάλλει τα συνακλίκκια του που το σακκίδιον, θκυό ππαλιές φκάλλει τον τροχόν, φκάλλει το εσσωτερικόν, φκάλλει την σπόνταν που άφηκεν κάποιος ξημαρισμένος μες την στράταν, βάλλει την ππάτσιαν, ξαναστήννει τον τροχόν τζιαι ώωπ, πετάσσεται άνετος να συνεχίσει τον περίπατον του.

Ένας θαμώνας που κάθετουν τζι εποσσίστωννεν εις τον νήλλιον, πίννωντας καπουτσίνο πας την υπερυψωμένην βεράνταν, είδεν την σκηνήν, τζι΄έφκαλεν τον που τες σκέψεις που τον εβασανίζαν να στηβάζουνται μύλλα, πας έναν ανάπηρον ποσιειλωμένον κορμίν.

Επήεν προς τον νέον, σαν το ττάνξ το ποσπασμένον που το ριμουλκούσιν. Κατεβαίννοντας που τα σκαλιά, παρολίγον να τον ρίξει ένας ταραγμένος, πελλός, αδιαπαιδαγώγητος σσιύλλος, που κράτεν που τον άλυσον. Είσιεν τζιαι φίμωτρον να μεν φάει τον κόσμον, τζι εγύριζεν τ΄αμμάτιν του, έτοιμος να κατασπαράξει τον ποδηλάτην αν τον εξαπόλαν. Λαλεί του:

- Ρε παιδίν, να σε ρωτήσω κάτι. Που βρίσκεις τον κίνητρον τζιαι την ενέργειαν να σηκώννεσαι Κυριακήν ημέραν τζιαι να γυμνάζεσαι; Εμέναν έβαλεν με ο καρδιολόγος μου να κάμνω γυμναστικήν, εθθουσιάστηκα να κάμω, να φκιάσω, επήα εγόρασα το πιο ακριβόν ποδήλατον, αλλά η όρεξη εξατμίστην με την πρώτην κούρσαν που έκαμα. Είντα μάρκα εν τον δικόν σου;

- Τράβα λλίον τον σσιύλλον σου πίσω διότι φοούμαι. Απάντησεν του ο μιτσής.

Αρπουλά του μιαν κλωτσιάν του σσιύλλου ο ανάπηρος που ακινισίαν παχόπετσος, τ΄αμμάτι του χτηνού, από κότσσινον του δράκου να φάει τον κόσμον, επογιάλωσεν φοητσιασμένον, μαραζωμένον, χωρώντας ούλλην την δυστυχίαν που εκουβάλαν ο μάστρος του μες το άχρηστον του κορμίν.

Ο μιτσής έμεινεν άφωνος μπροστά στην βίαν που μπορεί να ξεράσει πας τον αδύναμον έναν ξωφλημένον σώμαν. Το τιμόνιν που εκρατούσαν τα σιέρκα του άρκεψεν να τρέμει που την λύπην. Η λύπη του διαμιάς εγίνην θυμός, εγίνην νεύρον, εγίνην ενέργεια.

- Άκου ρε μεταλλαγμένε. Άμαν ταϊσεις τον σσιύλλον σου φόον, κατζίαν, μοχθηρίαν, αζούλαν, λύπην, τύψεις, λαγνείαν, αυτολύπησην, πικραντερίαν, δουλικότηταν, ψεφκιάν, ψεφτοπερηφάνειαν, υπεροψίαν, υποταγήν τζιαι εγωισμόν, φκάλλεις το δυστυχισμένον χτηνόν που κουβαλάς τζιαι θέλει να φάει τον κόσμον.  Αν αναγιώννες το ζώον σου με ευτυχίαν, ειρήνην, αγάπην, ελπίδαν, ηρεμίαν, ταπεινοφροσύνην, φιλίαν, καλήν θέλησην, συμπάθειαν, συμπόνιαν, ευσπλαχνίαν, γενναιοδωρίαν, αλήθκειαν, κατανόησην, τζιαι πίστην,  ήταν να έσιεις έναν όμορφον σσιυλλον που ήταν να αγαπά τζιαι τον κόσμον του τζιαι σέναν. Ο σσιύλλος σου θέλει ευθανασίαν, τζιαι υπεύθυνος είσαι εσού. Ούτε τα καλά τα ζώα γοράζουνται που το μαχαζίν, ούτε τζιαι η όρεξη να ζήσεις σαν άθρωπος.
Φακκά ο νέος του πατηνιού του μιάν, επέτησεν μακρυά που την άρρωστην αθρωπίλλαν, να θκιανεφτεί δίπλα που τον Πιθκειάν,το πνευμόνιν του τζιαι να χαρεί η ψυσιή του.
Aceras Anthropophorum



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου