11 Ιαν 2015

Βέβηλες στιγμές και συγκριτικά όρια [αυτό] λογοκρισίας: Από τον «Τελευταίο πειρασμό» του Καζαντζάκη μέχρι του «Σατανικούς στίχους» του Ρουσντί



Τις τελευταίες δεκαετίες, η αντιπαράθεση ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούν την βεβήλωση των ιερών ως μια πράξη, είτε απελευθερωτική, είτε αισθητική πολλαπλασιάζονται – και συχνά τα όρια ανάμεσα στην πολιτική δήλωση και την εμπορική κίνηση μπορεί να γίνονται και δυσδιάκριτα.

Δυο αιρετικά βιβλία και ένα φιλμ: από το πειρασμό που δεν αντέχουν ως σκέψη οι χριστιανοί μέχρι την αμφισβήτηση του ενός και μοναδικού θεού από την ισλαμική αμφιβολία
Απ την δεκαετία του 1990 και οι δυο μεγάλες θρησκείες είχαν στιγμές οργής των πιστών με καλλιτεχνικά έργα – οι μεν χριστιανοί με την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Ν. Καζαντζάκη «Ο τελευταίος πειρασμός», ενώ οι μουσουλμάνοι με το μυθιστόρημα του Σ. Ρουσντί «Σατανικοί στίχοι». Η σύγκριση της αντιπαράθεσης είναι ενδιαφέρουσα: ο χριστιανοί εξοργίστηκαν με την παραπομπή ότι ο Χριστός μπήκε σε πειρασμό για σεξουαλική επαφή, αλλά το έργο του Καζαντζάκη επί της ουσίας δεν αποκλίνει δραματικά από την χριστιανική παράδοση και η εικόνα του Χριστού ως μια θετική μορφή είναι σαφής και στο μυθιστόρημα και στο φιλμ. Ο Χριστός παρουσιάζεται ως άνθρωπος που ανακαλύπτει την θεϊκή αποστολή και ουσιαστικά, η απροθυμία του να αναλάβει το έργο [το οποίο οφείλει σύμφωνα με την θεϊκή εντολή]  οικοδομείται εν μέρει στην υπαρκτή αναφορά στην σκηνή της Γεσθημανή, όταν ο Χριστός ζητά από τον πατέρα να αποφύγει να πιει αυτό το πικρό ποτήρι που έρχεται. Οι φαντασιώσεις για ερώτα και γάμο με την Μαγδαληνή ή και με την άλλη Μαρία του Λάζαρου, αποτελούν πειρασμούς και φαντασιώσεις. Ακόμα και στην καλύτερη ίσως παρωδία των ευαγγελίων, το Life o Brian  των Monty Python η αναφορά στον Χριστό είναι έμμεση, αφού ήδη από την δεύτερη σκηνή εμφανίζεται σε ένα χολιγουντιανό landscape ο Χριστός στην επί του όρους ομιλία, ενώ ο Brian  παρακολουθεί. Και η υπόλοιπη του πορεία θα είναι η πορεία των συμπτώσεων παρά της άμεσης αναφορά στον Ιησού.

Αντίθετα, η εσωτερική μουσουλμανική παρωδία είναι πολύ πιο αιχμηρή. Ο Ρούσντι δεν τηρεί τα προσχήματα με τον προφήτη – αντίθετα τον παρουσιάζει σαν ένα φανατικό ο οποίος νομίζει ότι ακούει την φωνή του θεού. Και στην πορεία οι παραπομπές στο Κοράνι έχουν σαφώς σαν στόχο να ειρωνευτούν την πίστη την ίδια, αλλά και την ίδια την έννοια του ενός και μοναδικού θεού.

Σε αυτό το πλαίσιο, η οργή των φανατικών μουσουλμάνων πήγαζε μεν από κάτι που άκουσαν παρά κάτι που διάβασαν, αλλά τουλάχιστον η ειρωνεία άγγιζε την ίδια την ουσία της πίστης τους – την υποταγή/ισλάμ στο ένα και μοναδικό θεό/αλήθεια.

Τα ιερά όμως καλά κρατούν – το «ολοκαύτωμα» λ.χ. είναι ιερό μόνο όταν αφορά τα θύματα των εβραίων…
Με τους εβραίους, βέβαια, λίγοι ασχολούνται – και όσοι ασχολούνται με τα εννοιολογικά ή άλλα προβλήματα της θρησκείας του ενός και μοναδικού θεού, τείνουν να επεκτείνουν το θέμα στις δικές του θρησκείες οι οποίες είναι διάδοχοι του εβραϊσμού. Το πραγματικό ιερό του εβραϊσμού σήμερα, όμως, δεν είναι ο ένας και μοναδικός θεός [ο οποίος είναι ο ίδιος και για τους εβραίους και για τους χριστιανούς και για τους μουσουλμάνους] αλλά το «ολοκαύτωμα» - δηλαδή η προσπάθεια μαζικής εξόντωσης των εβραίων πάω τον ναζισμό. Εδώ, ειρωνικά η Δύση η οποία είναι ένοχη ιστορικά για διωγμούς εβραίων, ξαφνικά έχει αναγάγει τον θάνατο των εβραίων τότε σε ιερό. Έτσι, στην Γαλλία η οποιαδήποτε αμφισβήτηση του γεγονότος θεωρείται αδίκημα, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση. Αυτή η πολιτική απόφαση συμβαδίζει βεβαίως και με μια σχετικά τυφλή στήριξη του Ισραήλ από τη δύση. Όμως, το να απειλείται κάποιος με φυλάκιση γιατί αμφισβητεί ένα ιστορικό γεγονός είναι ενδιαφέρον είδος ιερού – αν λ.χ. αμφισβητήσει ότι σκοτώθηκαν 25 εκατομμύρια σοβιετικοί δεν είναι παράπτωμα. Είναι, λοιπόν, ένα άλλο είδος ιερού με πολιτικές προεκτάσεις. Το οποίο αναπόφευκτα για τους άραβες που ζουν την Παλαιστίνη από την οπτική γωνία των παλαιστίνιων είναι υποκρισία – όταν ξαφνικά το έγκλημα εναντίον των εβραίων ανάγεται σε ιερό αλλα τα έγκλημα εναντίον του Ισλάμ όχι.
Οι αιρετικές φωνές

Ο Τελευταίος πειρασμός: ο Παύλος που κατασκευάζει τον Θεό και το «κλείσιμο» μου μυθιστορήματος που δηλώνει «πίστη» - παρόλα αυτά ο Καζαντζάκης αφορίστηκε

Ο διάλογος Παύλου και Ιησού:
Μιλά  ο Παύλος ο οποίος βρίσκει τον Ιησού που έχει αρνηθεί την θεία Αποστόλη και απλώς ζει ήσυχα με την οικογένεια του:

«Τι θα πει αλήθεια και τι θα πει ψευτιά; …
Είναι ανάγκη το ακούς; Ανάγκη μεγάλη, για να σωθεί ο κόσμος να σταυρωθείς – κι εγώ θα σε σταυρώσω θες δεν θες, είναι ανάγκη να αναστηθείς, κι εγώ θα σε αναστήσω, θες δεν θες..
Γελώ σαν απόστολος, εγώ θα γίνω απόστολος σου θες δεν θες, εγώ θα φτιάσω εσένα και την ζωή σου και τη διδασκαλία σου και τη σταύρωση σου και την ανάσταση, όπως εγώ θέλω, δε σε γέννησε ο Ιωσήφ ο μαραγκός από την Ναζαρέτ, σε γέννησα εγώ, ο Παύλος ο γραφιάς, απ την Ταρσό της Κιλικίας….»

Στο τέλος, όμως, ο Καζαντζάκης κάνει μια κίνηση υποταγής – που δεν τον γλίτωσε βέβαια. Ο Ιησούς είναι στον σταυρό, όλα όσα διαβάσαμε είναι απλά μια φαντασίωση – η πρόσφορα που του έκανε ο «πειρασμός»:
«Όχι οχι δεν ήταν άναντρος, λιποτάχτης, προδότης, όχι όχι ήταν καρφωμένος στο σταυρό, τίμια στάθηκε ως το τέλος, κράτησε το λόγο του, μια αστραπή μια στιγμή που φώναξε «Ηλί, Ηλί» και λιποθύμησε, τον άρπαξε ο Πειρασμός και τον πλάνεσε..ψέματα
Τα πάντα έγιναν όπως πρέπει..»

Οι Σατανικοί στίχοι
Το βιβλίο του Ρουσντί σαν μορφή μαγικού ρεαλισμού, παίζει επίσης με τα όρια του πραγματικού και του φαντασιακου [και την σχέση Ανατολής-Δύσης] – αλλά  εδώ η αιχμή είναι σαφώς προς τον Προφήτη – το σύμβολο του μονοθεϊσμού και όχι τον «γραφιά» - ο γραφιάς μάλιστα είναι η μορφή της αμφισβήτησης.
«Τα μάτια του Μαχούντ άνοιξαν διάπλατα, βλέπει κάποιο είδος οπτασίας, την αγναντεύει, α μάλιστα, θυμήθηκε ο Γιβριήλ, εμένα. Με βλέπει εμένα. Τα χείλη μου κινούνται από..Απο τι από ποιον; Δεν ξέρω, δεν μπορώ να πω. Παρόλα αυτά ιδού, εδώ είναι, βγαίνουν από το στόμα μου, ανεβαίνουν από το λάρυγγα και τσούπα έξω απ τα δόντια: οι λέξεις.
Το να είσαι ταχυδρόμος του Θεού δεν είναι και τόσο χάζι τελικά ε..
Αλλά, αλλά, αλλά..ο Θεός δεν είναι σε αυτήν την εικόνα.
Ένας Θεός ξέρει ποιανού ήμουν ο Ταχυδρόμος»

«Ανάμεσα στα φοινικόδεντρα της όασης ο Γιβριήλ εμφανίστηκε στον Προφήτη και βρήκε τον εαυτό του να απαγγέλλει με στόμφο κανονισμούς μέχρι που οι πιστοί δεν μπορούσαν πια να αντέξουν την πιθανότητα περισσότερης αποκάλυψης, είπε ο Σαλμάν [ο γραφιάς], κανονισμούς για κάθε μαλακισμένο πράγμα..Ήταν σαν να μην υπήρχε όψη της ανθρώπινης ύπαρξης που να μείνει ακανόνιστη ελεύθερη….Και ο Γιβριήλ ο αρχάγγελος έκανε συγκεκριμένο τον τρόπο με τον οποίο  πρέπει να θάβεται ο άνθρωπος και πως θα μοιράζεται η περιούσια του, έτσι άρχισε ο Σαλμάν από την Περσία να απορεί τι σοι Θεός ήταν αυτός που ακουγόταν τόσο σαν επιχειρηματίας. Και τότε ήταν που του κατέβηκε η ιδέα που θα κατέστρεφε την πίστη του, γιατί θυμήθηκε ότι βέβαια, και ο ίδιος ο Μαχούντ επιχειρηματίας ήταν, και μάλιστα ένας διαβολεμένα επιτυχημένος, ένα άτομο στο οποίο η οργάνωση και οι κανονισμοί έρχονται φυσικά.., οπότε τι υπερβολικά βολικό που εφεύρε ένα τόσο επιχειρηματία αρχάγγελο.»

Το κυριότερο, όμως, ζήτημα που τίθεται σαν μορφή αμφισβήτησης είναι η σχέση με την γυναίκα – η οποία  στον Καζαντζάκη δεν ξεφεύγει από το αντρικό πλαίσιο αναφοράς. Η Μαγδαληνή θα γίνει πόρνη, αλλά γιατί την αρνείται ο άντρας – και για το χατίρι του θα «επιστρέψει» στο «καλό δρόμο».

«Μετά από αυτό ο Σαλμάν άρχισε να παρατηρεί πόσο χρήσιμες και στην ώρα τους ηύραν οι αποκαλύψεις του αγγέλου..
Αυτό που έκοψε τελικά τον Σαλμάν από τον Μαχούντ ήταν το πρόβλημα των γυναικών..»

Η αντιπαράθεση του Προφήτη με την εκπρόσωπο της γυναίκας θεάς είναι εμφανώς πολύ διαφορετική αντιπαράθεση από εκείνη στον Τελευταίο Πειρασμό:
«Δεν πιάνεις το νόημα, του είπε απαλά, ερχόμενη κοντά του, φέρνοντας το πρόσωπο της πλάι στο δικό του. «Αν εσύ είσαι για τον Αλλάχ, εγώ είμαι για την Αλ-λατ. Και αυτή δεν πιστεύει στον Θεό σου ακόμα και όταν την αναγνωρίζει. Η αντίθεση της σε αυτόν είναι αδυσώπητη, ασυμβίβαστη..ο δικός σου είναι ένας πατερναλιστικός, καταδεκτικός αφέντης. Η Αλ-λατ δεν έχει την παραμικρή επιθυμία να είναι κόρη του. είναι ίση του όπως είμαι και εγώ σε εσένα. Ρώτα τον Βαάλ..»

Ο Βαάλ, ο ποιητής, που καταφύγει στο μπουρδέλο για να αποφύγει την εξουσία των κανονισμών του ενός και μοναδικού θεού, και του βολικού προφήτη του, είναι ίσως ο πιο αιχμηρός αντίπαλος:
«Αυτούς που γράφουν και τις πουτάνες Μαχούντ. Αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν μπορείς να συγχωρέσεις
Πουτάνες και γραφιάδες, λεει ο Μαχούντ. Δεν βλέπω καμιά διαφορά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου