11 Ιαν 2015

Οι ανεμόμυλοι και το καθήκον της Δημόσιας Σφαίρας να κρίνει: πότε οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι δείγμα «μπανανίας» και «παττιχάρηδων» και πότε είναι «ιερός θεσμός»

[από τον κύριο Αλέκο της Αλήθειας στη  χαριτωμενη αμνησία του Πολίτη και του Μιχαηλίδη του Φιλελευθέρου – και η ιστορία της διεκδίκησης του δικαιώματος κριτικής απέναντι στις δικαστικές αποφάσεις]


Καθώς θα προχωρεί η καταγραφή και η αποκωδικοποίηση του πώς κατασκευάστηκε το σκάνδαλο της δίκης της Δρομολαξιάς, σαφώς μια μερίδα των ΜΜΕ θα έχει την τιμητική της για την συνεργασία που πρόσφερε στην εξουσία. Οπότε να καταγράψουμε εδώ μερικές από τις γραφικές αντιδράσεις - με μια συγκριτική αντιπαραβολή για να γίνει ευδιάκριτη η δευτερη ανάγνωση. Αμέσως μετά την καταδίκη ο Α. Κυπριανού επανέλαβε τη θέση του κόμματος του ότι η διαδικασία και η δίκη δεν έγινε με αντικειμενικό τρόπο. Αυτή ήταν η θέση του από το φθινόπωρο του 2013 και επιβεβαιώθηκε από τις ηχογραφήσεις που δημοσιοποίησε ο Πολίτης τον Φερβουαριο του 2014. Με αυτή την έννοια, ήταν μια αναμενόμενη δήλωση, αφού εμφανώς θεωρεί ότι τουλάχιστον την περίπτωση του κ. Ζαννέτου, υπήρξε μια πολιτική δίκη. Είναι μια θέση την οποία εύκολα μπορεί να συμμεριστεί οποιοσδήποτε θυμάται πως ξεκίνησε η υπόθεση, πώς συντάχθηκε το κατηγορητήριο [με ένα υπουργό να προαναγγέλλει καταδίκες, πριν καν ολοκληρωθεί ο κατάλογος των κατηγορουμένων], και πώς εξελίχθηκε η δίκη – με το κωμικό αποτέλεσμα της απαλλαγής του Λίλλη. Και όμως, ξαφνικά εμφανίστηκαν μερικά σχόλια,  τα οποία είχαν το κλασικό ύφος της λογοκρισίας του κυπριακού δημόσιου λόγου. Αυτής της λογοκρισίας, δηλαδή, που για δεκαετίες επέμενε ότι δεν υπήρχαν τουρκοκύπριοι θύματα των ελληνοκυπρίων, ή αυτής της ρητορικής που λογόκρινε επιλεκτικά σκάνδαλα και άλλα των "ημέτερων". Η βασική στρατηγική αυτής της λογοκρισίας είναι πληκτικά επαναλαμβανόμενη – προσπαθεί να παρουσιάσει κάτι σαν δεδομένο και άρα να εμποδίσει, όχι απλώς την διερεύνηση, αλλά ακόμα και το άνοιγμα ενός κάποιου διάλογου. Διότι το να φωνάζει κάποιος γιατί αμφισβητείται μια δικαστική απόφαση είναι φαιδρό – κάθε απόφαση υπόκειται σε κριτική και μάλιστα έχουν και τα δικαστήρια μεθόδους επανόρθωσης. Οπότε, όταν μερικοί φωνάζουν «πως τολμάτε να αμφισβητείται το δικαστήριο», βασικά φοβούνται την συζήτηση – δεν θέλουν να ανοίξει το θέμα και έτσι παραπέμπουν σε ένα αόρατο πνεύμα που τάχα μου απέδωσε δικαιοσύνη. Αν τουλάχιστον ήταν συνεπείς – δηλαδή αν πάντα έτσι έλεγαν- θα μπορούσε να πει κάποιος, αυτή είναι η άποψη τους. Αλλά η φαιδρή αντίφαση όσων δοκίμασαν να λογοκρίνουν τον δημόσιο διάλογο για να συγκαλύψουν, ήταν κωμική.
Ιδού λοιπόν μια συγκριτική ανάλυση..

Ο κ. Μιχαηλίδης του Φιλελεύθερου που ξέχασε του «παττιχάρηδες» κατά την ορολογία του Αυγούστου του 2013
Όταν λ.χ. ο Α. Μιχαηλίδης του Φιλελευθέρου αντέδρασε «οργισμένα" στην κριτική του κ. Α. Κυπριανού (με τίτλο "Λαμόγια στο Καφριστάν")[1] μπορεί να πει κάποιος ότι επαναλάμβανε τον εαυτό του – είναι ο δημοσιογράφος που είχε αποκαλέσει «κουβέντες του καφενέ» και τις ηχογραφήσεις για το στήσιμο της δίκης [προσπαθώντας να τις λογοκρίνει]  αλλά και ιστορικά γεγονότα, όπως την «εξαφάνιση» 32 τουρκοκυπρίων στις αρχές του Μάη του 1964. Όμως, ακόμα και για τον κ. Μιχαηλίδη το θέμα ήταν κωμικό – ο ίδιος, τον Αύγουστο του 2013, όταν αποκαλύφθηκε ότι οι κ. Κραμβής και Πικής [τέως του Ανωτάτου]  καμώνονταν ότι δεν ήξεραν τον νόμο με τον οποίο διορίστηκαν στην επιτροπή για την οικονομια, τους αποκάλεσε «παττιχάρηδες».[2] Τότε ο ιερός θεσμός δεν υπήρχε;

Ο Πολίτης που αγάπησε ξαφνικά το δικαστικό σύστημα της Μπανανίας – ή ό,τι πει ο εκδοτης;
Αν, όμως, ο κ. Μιχαηλίδης έχει μια τάση προς την λογοκρισία της μισής τουλάχιστον πραγματικότητας [άρα ήταν και αναμενόμενη η στάση του, αφού ήδη είχε προσπαθήσει να λογοκρίνει το τεκμήριο των ηχογραφήσεων για το πώς οικοδομήθηκε η δίκη] η πραγματική κωμωδία ήταν στην άλλη πλευρά: τους δήθεν φιλελευθέρους. Εδώ ο Πολίτης συνέχισε να προσφέρει ευχάριστα θεάματα ασυναρτησίας, ενώ ο Κωνσταντινίδης της Αλήθειας θύμισε ξανά το βασικό του χαρακτηριστικό – την αλλοπρόσαλλα, συμφεροντολογική, ρητορική που προσφέρεται για κατανάλωση ατακων με περισπούδαστο ύφος.

Ο Πολίτης πρώτα. Μια απλή σύγκριση είναι εκφραστική. Το 2009 έγινε μια δίκη για ξυλοδαρμό και το βασικό τεκμήριο, ένα βίντεο με το γεγονός, αποκλείστηκε από την δίκη. Τότε, ο Πολίτης ήταν έξω φρένων και αποκαλούσε στο πρωτοσέλιδο την κυπριακή δικαιοσύνη δικαιοσύνη «της Μπανανίας».

Και τότε λ.χ. ο κριτικός σχολιαστής του, ο κ. Κωνσταντίνου, δεν είχε πρόβλημα να κάνει κριτική των δικαστηρίων. Η κατάσταση το 2014 με τη δίκη της Δρομαλαξιάς δεν ήταν και πολύ διαφορετική στα τεκμήρια – και πάλι ο Πολίτης είχε δημοσιοποιήσει το τεκμήριο των ηχογραφημένων συνδιαλέξεων ανάμεσα στον κ. Λίλλη, τον δικηγόρο του και το κ.  Ρ. Ερωτοκρίτου. Αλλά, όταν σε αυτήν την περίπτωση ο δικαστής αγνόησε τα τεκμήρια, ο Πολίτης ήταν απόλυτα πειθήνιος. Και ο Κωνσταντίνου, σε μια στιγμη ανεμόμυλου, τα έβαλε με τον Α. Κυπριανού που αμφισβήτησε την δικαστική απόφαση. Τώρα, δεν είναι Μπανανία το δικαστικό σύστημα γιατί κυβερνά ο φίλος του εκδότη; Άσε που ο εκδότης θα έπρεπε να είναι στα δικαστήρια για φοροδιαφυγή.

Η ατυχης φαιδρότητα του Αλέκου Κωνσταντινίδη που έπαθε αμνησία για το τί έγραφε για δεκαετίες εναντίον των δικαστών…
Ο κ. Κωνσταντινίδης του συγκροτήματος του κ. Χάσικου ήταν, βέβαια, λογικό να στηρίξει την θέση του εκπρόσωπου του εργοδότη του. Αλλά ακόμα και στα γεράματα ο κ. Αλέκος συνεχίζει να προσφέρει κωμικές παραστάσεις, όπως παλιά που από την μια προσπαθούσε να λανσάρει τον εαυτό του σαν κριτικό αναλυτή του εθνικισμού, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε και σαν προπαγανδιστής/απολογητης της ακροδεξιάς. Γενικά στην όλη πορεία του ο κ. Κωνσταντινιδης είχε και μια περίοδο που λειτούργησε σαν «φωνή της λογικής» επί προεδρίας Κληρίδη [σαν alter ego του κ. Κληρίδη που από την μια έκανε Δόγματα ενιαίου αμυντικού χώρου και από την άλλη θεωρούσε το όλο θέμα φτηνό θέαμα για κατανάλωση] σε διάφορα θέματα – από το γλωσσικό μέχρι το κυπριακό. Από την άλλη, ο κ. Κωνσταντινίδης είχε και μια τάση να μεγαλοπιάνεται – κάτι που μερικές φορές τον έκανε να ακούγεται βαρύγδουπος, αλλά χωρίς να κατανοεί αναγκαστικά – ή μερικές φορές και να φαίνεται ότι παραποιεί η να είναι απλά αντιφατικός. Στην εμμονή του λ.χ. με τον παρελθόν του (το οποίο πολεμά, ακόμα, στην εικόνα του ΑΚΕΛ) μερικές φορές went over the board – ας πούμε θα μπορούσε να παρουσιάσει μια έκδοση με την οποία κατά τα αλλα λογικά δεν θα συμφωνούσε[3] απλά και μόνο για να το παίξει και εξ αριστερών αντιπολίτευση του ΑΚΕΛ, ενώ έγραφε σε έντυπο της δεξιάς- και της άκρας δεξιάς.

Έτσι, λοιπόν, με σοβαροφανές ύφος ξεκίνησε στις 27/12 να σχολιάσει το «πνευματικό επίπεδο του κ. Κυπριανού» γιατί αμφισβήτησε την απόφαση ενός δικαστή. Ένα τέτοιο ύφος θα περίμενε κάποιος ότι θα το άφηνε για άλλες εποχές. Αλλά και το θέμα το ίδιο ήταν δύσκολο – διότι αφορούσε μια δικαστική απόφαση και ο κ. Κωνσταντινίδης, στις καλές του στιγμές, ήταν σαφώς κριτικός και θα μπορούσε να του αποδοθεί στα θετικά ότι ήταν από τους λειτουργούς των ΜΜΕ που τόλμησαν να καθιερώσουν την ανεξαρτησία της Δημόσιας Σφαίρας στο να κάνει κριτική στην δικαστική εξουσία. Αλλά δυστυχώς για τον ίδιο και την εικόνα του κέρδισε πάλι η μικροκομματική έμμονη – όπως ενδεχομένως και το συμφέρον του εκδότη. Η απόφαση βόλευε τον κ.Χάσικο, που μάλιστα σαν νεώτερη Πυθία, την είχε προβλέψει.

Έγραφε ο κ. Κωνσταντινίδης λ.χ. μόλις ένα χρόνο πριν για τον κ. Πική τέως δικαστή κλπ…
«Ο κ. Πικής,  λοιπόν, είναι ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που υπέγραφε το 1983 την απόφαση του Δικαστηρίου να αναστείλει επ’ αόριστον την εκδίκαση της έρευνας που είχα καταχωρήσει εναντίον της απόρριψης από το επαρχιακό δικαστήριο Λευκωσίας αγωγής μου εναντίον της εφημερίδας τα ΝΕΑ. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να μην εκδικάσει μιαν έφεση είναι μοναδική στην ιστορία της Δικαιοσύνης στην Κύπρο. Η άρνηση εκδίκασης μιας υπόθεσης, κάτω απο οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιεσδήποτε δικαιολογίες, ισοδυναμεί με άρνηση απονομής δικαιοσύνης. Το πιο παράλογο, όμως, σε αυτή την υπόθεση είναι ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφαινόταν, τότε, ότι όφειλα να αποκαταστήσω το «κύρος της δικαιοσύνης και των δικαστηρίων», προτού αναθεωρήσει την απόφασή του για αναστολή της εκδίκασης της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ζητούσε από ένα πολίτη να αποκαταστήσει το κύρος της δικαιοσύνης, χωρίς να διευκρινίζει με ποιόν τρόπο θα μπορούσε αυτός ο πολίτης να το πράξει. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την οποία είχε εκδόσει ο κ. Πικής, αναφέρονταν και τα εξής: «Το εφετείο δέχτηκε οτι τα άρθρα του εφεσείοντα αποσκοπούσαν στον εμπαιγμό και την διακωμώδηση του δικαστηρίου, που είχε εκδικάσει την υπόθεση και την υπονόμευση της δικαστικής εξουσίας. Ο εφεσείων επιζητούσε να δικαιωθεί μέσα από τις στήλες της εφημερίδας του, σκιαγραφώντας το εκδικάζειν, την υπόθεση στο δικαστήριο σαν ένοχους προκαταλήψεως και ότι εστερούντο της αναγκαίας αμεροληψίας.»[4] Αλέκος Κωνσταντινίδης, Το κύρος της Δικαιοσύνης και ο κ. Γ. Πικής, εφ. Αλήθεια 3/4/2013
Ο κριτικός λόγος εδώ είναι εμφανής – και απέναντι σε αποφάσεις δικαστηρίου, αλλά και σε συγκεκριμένους δικαστές. Και αυτό είναι μια από τις συνεισφορές του κ. Κωνσταντινίδη. Αλλά το κομματικό επίπεδο προφανώς υπερισχύει ακόμα του πνευματικού και ιστορικού έργου στην περίπτωση του.
Να κλείσουμε με μια αναφορά στο πως ξεκίνησε η αμφισβήτηση της απόλυτης εξουσίας των δικαστηρίων το 2001.
«Την περασμένη εβδομάδα, στο τριμελές Κακουργιοδικείο Λεμεσού συνεχιζόταν η δική ενός Βρετανού που κατηγορείται για φόνο. Σε κάποια στιγμή της διαδικασίας, ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, Μιχαλάκης Κυπριανού, παραπονέθηκε προς τους δικαστές διότι, ενόσω αυτός αντεξέταζε κάποιο μάρτυρα, εκείνοι δεν παρακολουθούσαν και, όπως είπε, «αντάλλαζαν ραβασάκια». Οι δικαστές εθίγησαν και τον κάλεσαν να αποσύρει τα όσα είπε, διότι αποτελούσαν περιφρόνηση προς το δικαστήριο. Ο δικηγόρος αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Τότε το δικαστήριο, εξαντλώντας τη δικαιοδοσία που του έδινε ο νόμος, τον καταδίκασε πάραυτα σε πέντε μέρες φυλάκιση. Οι αστυνομικοί έκλεισαν τον κ. Κυπριανού στην κλούβα, τη «Μαύρη Μαρία», και τον οδήγησαν στις Κεντρικές Φυλακές, στη Λευκωσία, για να εκτίσει την ποινή του!
*Η περίπτωση του Κυπριανού έγινε πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Την επομένη, οι δικηγόροι έκλεισαν τα δικαστήρια και έκαναν πορεία διαμαρτυρίας προς τις Κεντρικές Φυλακές. Η Επιτροπή Νομικών της Βουλής, η οποία αποτελείται από δικηγόρους, συνήλθε εκτάκτως και αποφάσισε να τροποποιήσει τον νόμο που επιτρέπει στους δικαστές να φυλακίζουν τους δικηγόρους και «περιορίζει την ελευθερία έκφρασης των λειτουργών της Δικαιοσύνης». Οι δικηγορικοί σύλλογοι εξέδωσαν ανακοινώσεις και στήριξαν τον καταδικασθέντα συνάδελφό τους, ενώ από τα παράθυρα των καναλιών έβγαιναν κραυγές οργής για το «ατόπημα» των δικαστών. Σε τρεις μέρες ο κ. Κυπριανού αφέθηκε ελεύθερος (μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο) και έγινε δεκτός από τη κοινότητα των δικηγόρων σαν σύμβολο του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης.
*Εκείνο το τριήμερο έγινε πραγματικά μια μικρή επανάσταση στο θεσμό της Δικαιοσύνης. Οι δικαστές βρέθηκαν στο εδώλιο και κατηγορήθηκαν για αλαζονεία και ολοκληρωτικές τάσεις. Κι όμως, δεν ήταν η πρώτη φορά που τα δικαστήρια πήραν παράλογες αποφάσεις.[5]




[3] Ή και θα μπορούσε να υποβάλει ότι κάποιος συγγραφέας ήταν άλλος  για να προσδώσει prestige.  (το  ονομα «Βιδάλης», ας πούμε, είναι ψευδωνυμο σημερα αν παραπεμπει στον ιστορικο – πλην δολοφονημένο – δημοσιογράφο του ΕΑΜ). Embarrassing moments τα οποία δεν έχει νόημα να θυμάται κανείς – και δεν τον βοήθα και τον ίδιο να τα υπενθυμίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου