11 Ιαν 2015

Η εικονική πραγματικότητα μιας δίκης; Αν ο Λίλλης δεν είναι ο «ιθύνων νους», τότε δεν υπήρξε αδίκημα, αφού αυτός αγόρασε και πούλησε το χωράφι, «λεηλάτησε τα ταμεία» κατά τα ΜΜΕ, κοκ.. και αν δεν υπήρξε αδίκημα στην αγοραπωλησία, τότε γιατί καταδικάστηκαν άνθρωποι που δεν πήραν χρήματα και απλώς έκαναν εκτίμηση μιας εμπορικής πράξης;



Όταν οι δικαστικές αποφάσεις προκαλούν το αίσθημα δικαιοσύνης και ισονομίας, τότε η Δημόσια Σφαίρα παραμενει ο μόνος εσωτερικός χώρος διεκδίκησης της δικαίωσης στο παρόν, όταν η ιστορική ετυμηγορία φαίνεται είναι αναπόφευκτη με βάση τα δεδομένα – όπως έγινε και στην υπόθεση Ντρέιφους

Η ανακοίνωση των ποινών για την υπόθεση της Δρομολαξιάς ήταν η συνέχεια μιας αποκάλυψης. Ο κ. Σάντης, και οι άλλοι δυο δικαστές, ένιωσαν τελικά το πέπλο της αμφισβήτησης να πλανιέται και στην απόπειρά τους να δικαιολογηθούν [ή να δικαιολογηθεί όποιος έγραψε το τελικό κείμενο] μάλλον, τεκμηρίωσε/αν ότι ήταν μια δίκη και μια απόφαση τραβηγμένη από μαλλιά. Για να επιβεβαιώσει άραγε, επίσης, μια προειλημμένη κατεύθυνση;

Ένας κρύος αέρας πίσω από τις χαριτωμένες προσπάθειες συγκάλυψης όσων έλεγαν «αποδεχτείτε το χωρίς σκέψη»..Υπάρχει και η σκέψη, όμως, όταν ο υπεύθυνος απαλλάσσεται
Η ανακοίνωση της απόφασης δεν συνοδεύτηκε από ότι θα μπορούσε να περιμένει ο κ. Σάντης, και οι άλλοι δικαστές, ως αποδοχή της απόφασης τους. Η αμφισβήτηση της καταδίκης του Ζαννέτου από την αριστερά, συνοδεύτηκε από ένα είδος αμήχανης σιωπής από πολλούς στα ΜΜΕ. Υπήρξαν, βέβαια, πρωτοσέλιδα, αλλά ακόμα και αυτοί που κάπως στήριξαν την απόφαση το έκαναν έμμεσα – ο Κωνσταντινίδης στην Αλήθεια, ο Κωνσταντίνου στον Πολίτη και ο Μιχαηλίδης στο Φιλελεύθερο επετέθησαν στον Α. Κυπριανού για την αμφισβήτηση της απόφασης, αλλά όχι πια με τους διθυράμβους της προηγούμενης περιόδου. Ξαφνικά και οι 3 κρύφτηκαν πίσω από την ανάγκη σεβασμού της δικαιοσύνης. Ήταν μια κωμικά υποκριτική κίνηση και για τους τρεις, οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις φώναζαν και ειρωνεύονταν την «δικαιοσύνη». Το πρόβλημα εκφραζόταν από μια ευρύτερη σιωπή, που μάλλον εξέφρασε αμήχανα από την, όπως και να την δεις, σκανδαλώδη απαλλαγή του Λίλλη και την μετατροπή του σε μάρτυρα κατηγορίας. Έτσι και αλλιώς, η κοινή γνώμη ξέρει για τις ηχογραφήσεις προσυμφωνίας για τη δίκη. Ακόμα και η υπεκφυγή του Ρ. Ερωτοκρίτου σε στυλ «Αυτά γίνονται και στις ΗΠΑ», έμοιαζε κενή περιεχομένου – όσο και να λογοκρινόταν το γεγονός, η ουσία ήταν ότι ο Λίλλης δεν ήταν απλώς κάποιος που συμμετείχε στο υποτιθέμενο σκάνδαλο. Ήταν το άτομο που οργάνωσε την αγοραπωλησία και πήρε τα χρήματα. Αυτό που τα κάποτε ενθουσιώδη ΜΜΕ αποκαλούσαν «λεηλασία των ταμείων», λες και μιλούσαν για το δημόσιο – παραγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για ταμείο συντάξεων μιας ομάδας εργαζόμενων, οι οποίοι μάλιστα, στην πλειοψηφία τους δεν φαίνεται να είχαν πρόβλημα με την επένδυση. Αλλά τώρα ακόμα και εκείνο το θέαμα έμενε μετέωρο.

Μέχρι και ο Φιλελεύθερος ένιωσε την ανάγκη να προβάλει τη δικαιολογία – έστω και στην κωμική της διάσταση: «Ο Λίλλης δεν ήταν ο ιθύνων νους της υπόθεσης»[1]
Εμφανώς, ο κ. Σάντης, και οι άλλοι δυο δικαστές, ένιωσαν αυτόν τον απόηχο και προσπάθησε να απαντήσει. Και το ζήτημα ξεχείλωσε τελείως πια, αφού στην προσπάθεια να εξηγήσουν, αποκάλυψαν τη λογική ασυνέπεια –  ισχυρίζονταν τώρα ότι εκδίκασαν ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα από αυτό το οποίο συζητιόταν. Φαινόταν να είχε απαλλαγεί a priori ο κ. Λίλλης (αρα ηταν «θυμα»;) από οποιοδήποτε αδίκημα για την όλη υπόθεση της αγοράς του χωραφιού για την επένδυση του ταμείου συντάξεων της  ΣΥΤΑ, αλλά στη διαδικασία αποκαλύφθηκε αυτό που φαίνεται πια ως προκατάληψη – εφαρμόστηκαν διαφορετικά πλαίσια αξιολόγησης για τους κατηγορούμενους, όπως αναπόφευκτα συνάγεται από την υπόθεση του κ. Τσουρή. Και εμφανώς, καταδικάστηκε ο κ. Ζαννέτος, αγνοώντας επιδεικτικά τα τεκμήρια όπως θα δούμε πιο κάτω.

Η δικαστική απόφαση, λοιπόν, θεώρησε αναγκαίο να πει ότι ο κ. Λίλλης δεν ήταν ο ιθύνων νους.[2] Όμως, το όλο ζήτημα ήταν ότι ο κ. Λίλλης «εξαπάτησε» τις αρχές [και για αυτό υποτίθεται ότι θα γίνει άλλη δίκη με δυο αστυνομικούς που «εξαγόρασε»] για το ότι ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης έμενε στις ελεύθερες περιοχές, και ακολούθως «πούλησε πιο ακριβά» [προφανώς χρησιμοποιώντας – όπως φαίνεται να είναι η βάση για τις υπόλοιπες κατηγορίες για την δίκη- «αθέμιτα μέσα»]. Αν ο κ. Λίλλης δεν είναι ο ιθύνων νους όλων αυτών, όμως, τότε είτε η υπόθεση της Δρομολαξιάς δεν εκδικάστηκε, είτε υπήρχε κάποιος άλλος ιθύνων νους. Εδώ ο κ. Σάντης [και οι άλλοι δικαστές που συνυπέγραψαν] δεν μπορούσε να αποδώσει ευθύνες κάπου αλλού και φάνηκε να χάνει τελείως την κατεύθυνση της ρητορικής αφήγησης. Ξαφνικά, άρχισε να παραπέμπει στο ότι πίεζαν διάφοροι τον κ. Λίλλη να πληρώσει – αυτό που εκείνοι λένε χρέη που είχε. Άρα ο κ. Λίλλης ήταν «θύμα» και η όλη δίκη έγινε για να τον προστατεύσει; Μα ένα τέτοιο αθώο θύμα κάνει την όλη υπόθεση της Δρομολαξιάς μια τεράστια παραπλάνηση. Και όσον αφορά τα ΜΜΕ [σε σχέση με το τι παρουσίαζαν] δείχνει ότι δεν κατανόησαν καν τί εκδικαζόταν. Δεν εκδικαζόταν «λεηλασία ταμείων», αλλά ο λόγος για τον οποίον ένας επιχειρηματίας πιέστηκε να πληρώσει χρέη. Ή σε μερικούς τουλάχιστον, όπως ισχυρίζεται, «μίζες». Αν, όμως, κάποιος χρησιμοποιεί μίζες, χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα – άρα ο κ. Σάντης αντιφάσκει: κατηγορεί για μίζες κάποιους, αγνοώντας το ίδιο το αδίκημα της μίζας. Για να προστατεύσει σκανδαλωδώς για οποιαδήποτε έννοια ισόνομης εφαρμογής του νόμου τον κ. Λίλλη.
Στη βάση των ευρημάτων μας για την εξέλιξη των πραγμάτων και του τρόπου δράσης ενός εκάστου των κατηγορουμένων στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκαν ήδη ένοχοι, είναι αναγκαίο να επισημανθεί πως ο ρόλος του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5), δεν ήταν τέτοιος ώστε να επιτρέπει τον χαρακτηρισμό του ως ιθύνοντα νου (όπως προεβλήθη από κάποιους εκ των συνηγόρων των κατηγορουμένων), ούτε και η καταδικαστέα ήδη (ποινικώς ή άλλως πως) συμπεριφορά του - όπως την εξηγήσαμε στην απόφαση, για παράδειγμα, με αναφορά (και) στην περίπτωση του χρηματισμού του κατηγορούμενου 1 (Ευστάθιου Κιττή) -  αποκαλύπτει πως ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) υπήρξε ο εγκέφαλος πίσω από ό,τι εδώ απετέλεσε επίδικο. Αντιθέτως, πέραν και ανεξαρτήτως της όποιας αξιόμεμπτης και φερόμενα αξιόποινης εμπλοκής του εν λόγω μάρτυρα σε αυτά που περιγράφουμε στην απόφαση, ήσαν οι κατηγορούμενοι που (ο καθένας για τους δικούς του λόγους), έσπευσαν να εκμεταλλευτούν με το χειρότερο τρόπο τις συγκεκριμένες επιχειρηματικές βλέψεις και δραστηριότητες του εν λόγω μάρτυρα, είτε εκβιάζοντας τον είτε διαπράττοντας τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκαν. Ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) επεδίωξε την ικανοποίηση των γενικότερων προσωπικών του φιλοδοξιών (αλλά και το κέρδος), ενεργώντας ως στυγνός επιχειρηματίας. Ωστόσο, η διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος και η αποχή από την παρανομία θα έπρεπε να αποτελεί ύψιστη έγνοια των κατηγορουμένων και προς τούτο διερωτάται κανείς πώς θα μπορούσε ποτέ ο Νίκος Λίλλης (ΜΚ5) να αποτελεί τον εγκέφαλο πίσω από τη δική του εκβίαση, ή πίσω από τις απάτες και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες ενέργειες που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι (στο βαθμό που τους αφορά), με τον τρόπο που ασχοληθήκαμε εκτενώς στην ετυμηγορία. (σελ. 28 της Απόφασης Ποινής για την Υπόθεση Δρομολαξιά)

Εδώ και πάλι, η απόφαση έχει μια κυκλική λογική που τείνει στην αυτό-επιβεβαίωση αντί στην τεκμηρίωση – οι δικαστές με επικεφαλής τον συγκεκριμένο πρόεδρο, προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την απαλλαγή του Λίλλη – από την μια δηλώνουν ότι δεν ήταν ο εγκέφαλος [χωρίς τεκμηρίωση] και από την άλλη τον παρουσιάζουν με εμφανώς αντιφατική μορφή για να εξυπηρετηθεί μια αφήγηση που δεν έχει λογική συνοχή: Αν ο κ. Λίλλης είναι «αδίσταχτος επιχειρηματίας», αυτό σημαίνει ότι απαλλάσσεται από το γεγονός ότι η όλη υπόθεση έγινε με δική του πρωτοβουλία – και κέρδος; Και πως ένας αδίσταχτος επιχειρηματίας μετατρέπεται στην προηγούμενη πρόταση σε αδύναμο θύμα που τον εκμεταλλεύονται οι άλλοι; Είναι μια αντίφαση που μόνο ως προσπάθεια δικαιολόγησης [με στοιχεία συγκάλυψης] μπορεί να νοηθεί.

Πως κρίνονται τα τεκμήρια – ή πως αποφεύγεται ότι υπήρχε αντίτιμο στις μαρτυρίες που θεωρήθηκαν ως «πειστικές»
Αν μετακινηθούμε στο πεδίο της τεκμηρίωσης, τίθεται θέμα είναι ποιός είναι πιο πειστικός. Και εδώ και τα ΜΜΕ και ο κ. Σάντης ήταν αντιμέτωπα με ένα πραγματικό σκάνδαλο – οι μόνοι μάρτυρες υπέρ του κ. Λίλλη ήταν φίλοι του και οι οποίοι μάλιστα, όπως ο κ. Φαντούσης, είχαν ξεκάθαρο όφελος [450,000 διαγραφή χρέους του κ. Φαντούση][3] να στηρίξουν τον ό,ποιο ισχυρισμό του, τον οποίο υιοθέτησε η Γενική Εισαγγελία η οποία, για δικούς της λόγους, φαίνεται να ήθελε την απαλλαγή του, ενώ ταυτόχρονα διέρρεε πληροφορίες ότι τάχα μου γινόταν δίκη για «λεηλασία τα ταμείων». Τα λεφτά τα είχε πάρει ο Λίλλης νόμιμα σύμφωνα με την δικαστική απόφαση – και την εισαγγελία τελικά.

Αυτό μοιαζει να είναι μια εξαπάτηση του κοινού και μια αστεία, θα μπορούσε να πει κάποιος, προσπάθεια να κατασκευαστεί μια εικονική πραγματικότητα για να απαλλαγεί ο εμφανώς ένοχος – αν είχε η αν έχει υπάρξει αδίκημα. Το ότι τόσο η εισαγγελία, όσο και ο δικαστής βολικά λογόκριναν ένα ουσιώδες τεκμήριο για την υπεράσπιση [τις ηχογραφήσεις της συνομιλίας του δικηγόρου του Λίλλη, του Λίλλη του ίδιου και του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα από το τηλέφωνο – οι οποίες δεν υποκλάπηκαν, αλλά έγιναν από την γυναίκα του] ήταν μόνο μέρος της λογοκρισίας τεκμηρίων. Εδώ ουσιαστικά λογοκρινόταν το όλο θέμα της Δρομολαξιάς. Η λογοκρινόμενη υπόσχεση του δικηγόρου που μετέφερε τις προσφορές της εισαγγελίας ότι κάποιοι «θα παίξουν τον πελλόν» για την άλλη δίκη [για την «εξαπάτηση» των αρχών για την διαμονή του τουρκοκύπριου], αντηχεί, δυστυχώς, πολύ προβληματικά για τον για τον ίδιο τον κ. Σάντη. Ήδη το όνομα του αναφερόταν στις ηχογραφήσεις και όμως, ο ίδιος ακόμα δεν το σχολίασε. Όταν ένας δικαστής φαίνεται προβλέψιμος σε μια πλευρά μιας δίκης, μπορεί άραγε να θεωρηθεί αντικειμενικός και η δίκη δίκαια; Τώρα ξαφνικά ο κ. Σάντης, ως πρόεδρος του δικαστηρίου, φαίνεται να κινείται πάλι προς την «προβλεπόμενη» κατεύθυνση – όπως λένε οι ηχογραφήσεις. Απαλλάσσει τον κ. Λίλλη, πριν καν εξεταστεί το θέμα, έστω και από άλλο δικαστήριο. Δεν μπορεί ο κ. Σάντης να υποστηρίξει ότι ζει σε άλλη πραγματικότητα. Γίνεται τελικά και κωμικό, όταν βγάζει και δημόσια κηρύγματα για το ακριβώς αντίθετο.[4] Το να προσπαθεί να κατασκευάσει κάποιος μια εικονική πραγματικότητα, όπου λογοκρίνονται τεκμήρια και δεδομένα, μπορεί να είναι μια ενδιαφέρουσα προσωπική απασχόληση, όπως το παιδικό παιχνίδι hide and seek. Αλλά δεν μπορεί να εκφράζει αίσθημα δικαιοσύνης και μάλιστα σε δημόσιο [διότι και οι δικαστές πληρώνονται από τους πολίτες] δικαστήριο.

Η καταδίκη του κ. Τσουρή ως σύμπτωμα του ατεκμηρίωτου, αλλά και της καταδίκης με βάση την άποψη/εκτίμηση του για ένα θέμα της ειδικότητάς του
Το χειρότερο, όμως, για την δικαστική απόφαση δεν είναι μόνο αυτή η εικονική πραγματικότητα που κατασκευάζεται, όταν τα ουσιώδη τεκμήρια αφαιρεθούν μέσα από λογοκρισία – είναι και η λογική αντίφαση που δημιουργεί και υποψίες για τα κίνητρα της απόφασης. Αν υποθέσει κάποιος ότι παρά την εμφανή παραπλάνηση της θέσης ότι δεν είναι ο Λίλλης ο ιθύνων νους – παρά τα δεδομένα και χωρίς να προσφέρεται άλλος ιθύνων νους – και ότι το θέμα αφορούσε τις πιέσεις να πληρώσει χρέη η μίζες, τότε και το θέμα γίνεται αντιφατικό. Γιατί καταδικάστηκε σε 3 χρόνια ο κ. Τσουρής;

Οι ενέργειες του υπήρξαν προγραμματισμένες, προσχεδιασμένες, μεθοδικές και καλώς συγκαλυμμένες[5] (πολύ πέραν του απαιτούμενου για απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε και τούτο βεβαίως ισχύει και στην περίπτωση όλων των υπόλοιπων κατηγορουμένων σε ό,τι αφορά στη δική τους εγκληματική συμπεριφορά). Μπορεί τα όσα έκανε να μην εφορμούνταν από ελατήρια άμεσου χρηματικού κέρδους για τον ίδιο ή την οικογένεια του (κάτι που μετριάζει κατά τι τη σοβαρότητα των πράξεων του), πλην όμως οι δράσεις του (ως αποτυπώνονται στην καταδικαστική απόφαση), ήσαν καταλυτικές σε ό,τι είναι που επεσυνέβη σε σχέση με τα επίδικα..[...]  Επικαλούμενος, κατ’ επίφασιν, «τα συμφέροντα» του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων της ΑΤΗΚ, υπέσκαψε (αντί να προασπιστεί), τα συμφέροντα των εργαζομένων κατά τη συμμετοχή του ως διαχειριστή στο εν λόγω Ταμείο, με τον τρόπο που προείπαμε και ως με λεπτομέρεια καταγράψαμε στην ετυμηγορία. (σελ. 32 της Απόφασης Ποινής για την Υπόθεση Δρομολαξιά)

Όπως παραδέχεται και ο κ. Σάντης, και οι υπόλοιποι δικαστές, χρήματα δεν πήρε. Άρα καταδικάζεται γιατί έκανε διαφορετική εκτίμηση; Το δικαστήριο δικάζει εκτιμήσεις ειδικών; Με ποιά γνώση και ειδίκευση; Η κατάθεση ενός αλλού ειδικού, του κ. Μιχαλάκη, ήταν σαφής και τεκμηριώνει την θέση του κ. Τσουρή. Ο τρόπος που προσπάθησε να την λογοκρίνει ο κ. Σάντης, ή και οι υπόλοιποι δικαστές, δεν τους τιμά.  Πέρα από αυτό όμως – αν ο Λίλλης δεν διέπραξε αδίκημα στη διαδικασία πώλησης της επένδυσης [στην οποία εμπλέκεται η εκτίμηση του κ. Τσουρή] τότε γιατί καταδικάστηκε ο κ. Τσουρής, ο οποίος δεν εμπλέκεται καθόλου με τον διαμοιρασμό χρημάτων μετά την απόφαση για επένδυση; Αν υπήρξε κάτι επιλήψιμο στις εκτιμήσεις του κ. Τσουρή, τότε κάτι προβληματικό υπήρχε στη διαδικασία στην οποία ιθύνων νους, ως επιχειρήματος, ήταν ο κ. Λίλλης. Η λογική είναι αδίσταχτη και η εικόνα θλιβερή – ο κ. Σάντης δίκασε με διαφορετικά κριτήρια τους κατηγορούμενους για να πάρει μια απόφαση  αντιφατική.

Και όταν καταδικάζεται ο κ. Ζαννέτος και η δικαστική απόφαση επικαλείται μαρτυρίες ατόμων που διέψευδαν ότι τους αποδίδεται, τί πρέπει να υποθέσουμε; Ότι το δικαστήριο, πια, αποφασίζει και τί λένε οι μάρτυρες;
Ακόμα όμως και αυτές οι αντιφάσεις θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ένα πρόβλημα κατανόησης του ίδιου του δικαστή – και αυτό αφορά και το κυπριακό δικαστικό σύστημα, το οποίο τον έχει μέλος- το οποία φαίνεται να πηγάζει από μια εγωκεντρική αυτό-αναφορικοτητα. Εκλαμβάνει τις δικές του προτιμήσεις ως πραγματικότητα – οι χαριτωμένες αναφορές στην γλαφυρότητα του κ. Λίλλη θα παραμείνουν ως τεκμήρια αυτής της διάστασης που δυστυχώς χαρακτηρίζει σαν κατάλοιπο ακόμα το κυπριακό δικαστικό σύστημα. Όμως, όταν ένας δικαστής έχει δυο μάρτυρες που διαψεύδουν την κατηγορούσα αρχή και ο ίδιος τους επικαλείται στην τελική αναφορά ως ένδειξη ότι ήταν μάρτυρες αυτού που οι ίδιοι διαψεύδουν, τότε υπάρχει σαφώς σοβαρότατο πρόβλημα. Και κατανόησης και ενδεχομένως προθέσεων. Στην περίπτωση του κ. Ζαννέτου δυο μάρτυρες – οι Νικόλας Γεωργιάδης και Γεώργιος Τσακιστός – διέψευσαν ότι ήταν μάρτυρες αυτών που ισχυρίζεται ο κ. Λίλλης. Και όμως, η απόφαση λέει:
«..ενήργησε με αποφασιστικότητα, προσχεδίασμα και προγραμματισμό, με τρόπο ψυχρό και κυνικό, εκβιάζοντας τον Νίκο Λίλλη ενώπιον δυο μελών του διοικητικού συμβουλίου της ΑΤΗΚ [δηλαδή των Νικόλα Γεωργιάδη και Γεώργιου Τσακιστού»..»[6]

Εδώ, απορεί κανείς αν ο κ. Σάντης κατανοεί τί ακούει και αν επιτρέπεται να γράφει τόσες ατεκμηρίωτες λέξεις – σε τίποτα δεν στηρίζεται το «προσχεδιασμός, προγραμματισμός» «ψυχρός κυνικός τρόπος» κλπ. Αν κάποιος θέλει [έχει εμμονή, ας πούμε] να βγάζει φιρμάνια, δικαιούται να το κάνει ως δικαστής στην πλάτη άλλων; Αλλά το ότι παραποιεί και τί είπαν οι Γεωργιάδης και Τσακιστός είναι κάτι που η κυπριακή δικαιοσύνη, ως θεσμός πια, οφείλει να εξηγήσει – και προφανώς, ο κ. Σαντής αδυνατεί. Υπάρχει τρόπος «παραποίησης» των καταθέσεων ή/και των πρακτικών; Μόνο έτσι μπορεί να αντιληφθεί κάποιος αυτή τη δήλωση.

Αλλά η υπόθεση της μεροληπτικής αξιολόγησης των τεκμηρίων ήταν ήδη υπαρκτή στον τρόπο που καμώθηκε ότι δεν αντιλαμβανόταν το οφθαλμοφανές γεγονός ότι η αλλαγή του υποτιθέμενου μάρτυρα για την παράδοση ενός φακέλου στον κ. Κιττή, προσπεράστηκε ως δήθεν απώλεια μνήμης [ξαφνικά ξεχνά ο κ. Λίλλης;] παρά ως άρνηση του αρχικού «μάρτυρα» [του κ. Καϊάφα] να επιβεβαιώσει.

Τί χρειάζονται τα τεκμήρια και οι μάρτυρες, όταν ένας [ή τρεις] δικαστής/ες αγνοεί/ουν τί λένε οι μάρτυρες και συμπεριφέρεται λες και βάζει/ουν λέξεις στο στόμα τους; Τέτοιου είδους δικαιοσύνη υπήρχε στον μεσαίωνα, όταν τοπικοί δικαστές, συνδεδεμένοι με την εξουσία, έβγαζαν αποφάσεις βολικές για αυτήν. Η συμβολική αναφορά στη διαδικασία καταδίκης των μαγισσών είναι ίσως εκφραστική του κλίματος μιας εποχής απέναντι στην οποία υποτίθεται έχουμε προοδεύσει. Αν, λέει, η συμβολική παραπομπή, μια γυναίκα κατηγορείτο ως μάγισσα, τότε αξιολογούσαν τα τεκμήρια με τον ακόλουθο αυτό-αναφορικό τρόπο που εξασφάλιζε de facto καταδίκη: την έριχναν σε ένα ποταμό ή λίμνη με μια πέτρα στον λαιμό – αν επιβίωνε ήταν τεκμηριωμένα μάγισσα, άρα την σκότωναν με άλλο τρόπο, αν πνιγόταν..δεν ήταν μάγισσα, αλλά είχε ήδη πεθάνει.

Σε ποιά εποχή θέλει να παραπέμπει η κυπριακή δικαιοσύνη;
Θα πρέπει η κυπριακή δικαιοσύνη να αποφασίσει σε ποιά εποχή παραπέμπουν οι δίκες και οι πρακτικές των δικαστών. Διότι, εμφανώς, μερικοί στη δίκη της Δρομολαξιάς «έπρεπε να καταδικαστούν» και άλλοι να εμφανιστούν ως «θύμα». Αυτό λέει η λογική των συγκρίσεων. Και ο κ. Σάντης δεν βοήθησε τον εαυτό του με την αποκάλυψη των αντιφάσεων της ρητορικής του στην ανακοίνωση των ποινών.

Οπότε το θέμα δεν είναι μόνο η κατάφορη, όπως φαίνεται, αδικία για άτομα που καταδικάστηκαν σε φυλάκιση – αφορά στα δικαιώματα όλων των πολιτών. Αν γίνει αποδεκτή αυτή η διαδικασία αντιφατικών ρητορικών για εξέταση κατηγοριών, τότε ουσιαστικά ούτε καν το τεκμήριο των ηχογραφήσεων δεν χρειάζεται για να συνειδητοποιηθεί η πιθανότητα να κατασκευάζονται δίκες μέσα από τα ΜΜΕ, να επικυρώνονται μετά από «επιλεγμένους» δικαστές, και η ίδια η διαδικασία να μην έχει νόημα, αφού θα εφαρμόζονται διαφορετικά κριτήρια [στη μια περίπτωση του Τσουρή, η διαδικασία επένδυσης είναι αδίκημα, στην άλλη του Λίλλη, δεν είναι] ενώ οι μαρτυρίες απλώς αναφέρονται σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο τους.

Υ.Γ.
Η Υπεκφυγή
Αξίζει ίσως να καταγράφει και η προσπάθεια των δικαστών να δικαιολογήσουν, μέσα από υπεκφυγές την απόφαση να υιοθετήσουν τις μαρτυρίες του κατ’ εξοχήν  διοργανωτή της διαδικασίας του ό,ποιου αδικήματος. Ξεκινούν με την υπεκφυγή – λες και ο Λίλλης ήταν απλώς ένας ακόμα εμπλεκόμενος.
Αποτιμήσαμε υπέρ των κατηγορουμένων και το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να μην κατηγορήσει τον Νίκο Λίλλη (ΜΚ5) για τα ποινικά αδικήματα που τούτος παραδέχθηκε πως τέλεσε στο πλαίσιο που απασχόλησε την παρούσα υπόθεση (και στο βαθμό που τούτο άπτεται των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι), αποφασίζοντας απεναντίας (για λόγους που λεπτομερώς και εγκαίρως επεξήγησε προς την Υπεράσπιση η Κατηγορούσα Αρχή), να παράσχει προς τον υπό αναφορά μάρτυρα πλήρη ασυλία και να τον χρησιμοποιήσει ως μάρτυρα κατηγορίας, κάτι που, όπως αναλύσαμε στην απόφαση, συνιστά (διαχρονικώς) μια καλώς αναγνωρισμένη, θεμιτή και κατ’ επανάληψιν ακολουθητέα διωκτική ενέργεια και πρακτική, υποκείμενη ασφαλώς, ποικιλοτρόπως (και στο βαθμό που είναι συνταγματικώς επιτρεπτό), σε ανάλογη δικαστική ιχνηλάτηση και αξιολόγηση (βλ. κατ’ αναλογίαν, Νικήτα v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 165/11, ημ. 20.3.12, Νικολαΐδης v Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 271, 297). (σελ. 26 της Απόφασης Ποινής για την Υπόθεση Δρομολαξιά)

Και μετά προσπαθούν να αποφύγουν το οφθαλμοφανές – αναφέροντας το «περί δικαίου αίσθημα». Το οποίο μετά, αφού το ανέφεραν ρητορικά το αγνόησαν επιδεικτικά υιοθετώντας τις «γλαφυρότητες» του Λίλλη, αγνοώντας τον ρόλο του και  τα στοιχεία «εξαγοράς» με τις διαγραφές οφειλών – στον ίδιο και σε μάρτυρες φίλους του. Ποντάροντας πάντα σε αυτό που ο κ. Σάντης ονόμασε σε άλλο πλαίσιο «κατασκευαστές..της κοινής γνώμης». Μόνο που τώρα, παρά την συγκάλυψη μάλλον έμεινε η κρύα αύρα..

..και ο κρυφός φόβος του «αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση»
Εξετάζοντας το ζήτημα της ευρύτερης διωκτικής μεταχείρισης του Νίκου Λίλλη (ΜΚ5) - και μέσα από ένα πλατύτερο ομολογουμένως πρίσμα (υπέρ των κατηγορουμένων) - είχαμε υπόψη κάποιες κατ’ αναλογίαν (με ό,τι εδώ ενδιαφέρει), διαπιστώσεις του Εφετείου (διά του Φωτίου Δ.), στη Χαρίτου ν Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 225, 240-241, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα:
«Έχουμε όμως προσέξει το εξής  που παρόλο που δεν έχει θιγεί από πλευράς του εφεσείοντα, μπορούμε να το λάβουμε υπόψη υπέρ του. Ενώ εναντίον της Μ.Κ.5 υπήρχε τόσο δυνατή μαρτυρία, η δίωξη εναντίον της είχε ανασταλεί, προφανώς για να χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Παρόλο που η ενέργεια αυτή εμπίπτει στη συνταγματική διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα και δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο, εντούτοις το Δικαστήριο έχει δικαίωμα και συνήθως λαμβάνει υπόψη το γεγονός αυτό ως μετριαστικό παράγοντα για το συγκατηγορούμενο προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou & Others v. Republic (1986) 2 C.L.R. 109, Παναγή ν. Δημοκρατίας (1991) 2 A.A.Δ. 115, Καττου κ.ά. ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 498 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 104)». (σελ. 27 της Απόφασης Ποινής για την Υπόθεση Δρομολαξιά)

Αν ο κ. Λίλλης δεν είναι ο ιθύνων νους όλων αυτών, όμως, τότε είτε «η υπόθεση της Δρομολαξιάς» δεν εκδικάστηκε, είτε υπήρχε κάποιος άλλος ιθύνων νους. ..οι δικαστές..δεν μπόρεσαν να αποδώσουν ευθύνες κάπου αλλού …. Άρα ο κ. Λίλλης ήταν «θύμα»..; Μα ένα τέτοιο «αθώο θύμα» κάνει την όλη «υπόθεση της Δρομολαξιάς» μια τεράστια παραπλάνηση.



[1] Φιλελεύθερος, σελ. 3, 6/1/2015
[2] τίτλος Φιλελευθέρου
[3] Και μένει να υπολογιστεί ποσά χαρίστηκαν στον ίδιο τον κ. Λίλλη – αν ένας μάρτυρας που απαλλάσσεται από τις κατηγορίες ως ιθύνων νους, δέχεται και οικονομικές δωρεές, και όμως το δικαστήριο κάνει ότι δεν βλέπει, τί πρέπει να σκεφτεί ένας πολίτης;
[4] Βλ. τον χαιρετισμό που δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο με τίτλο «Η Αλήθεια που αναζητεί το Δίκαιο» - επισυνάπτεται στις Απόψεις αυτού του τεύχους.
[5] Αυτές οι αναφορές όπως και στην περίπτωση του κ.Ζαννέτου παραμένουν ατεκμηρίωτες. Συνιστούν δηλώσεις με βάση τις οποίες κτίζεται μια υπόθεση στην εξής κυκλική λογική τα- είναι κάποιος a priori ένοχος, και αν δεν υπάρχουν τεκμήρια, τότε είναι επιπλέον ένοχος γιατί έκρυψε την ενοχή του;
[6] Αναφορές και στον Φιλελεύθερο από το δικαιολογητικό των ποινών, 6/1/2015, σελ. 3

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου