11 Ιαν 2015

Ποιός είναι ο κ. Σάντης και τί εκπροσωπεί στο δικαστικό κατεστημένο; Μια ενδιαφέρουσα υπόθεση από το 2004 – είναι αλήθεια ότι, όταν υπήρξε καταγγελία εναντίον του, από οικιακή εργαζόμενη, απειλούσε ότι «είναι δικαστής» και μπορεί να κάνει/διατάξει διάφορα;

[Και αν αληθεύει μπορεί να είναι αντικειμενικός δικαστής, ένα άτομο που κατηγορήθηκε για παρέμβαση στην εκτελεστική εξουσία για να «διευθετηθεί» καταγγελία εναντίον του;]


Η απόφαση του κ. Σάντη να κηρύξει αξιόπιστο τον κ. Λίλλη, να κάνει ότι δεν υπήρξαν οι ηχογραφήσεις που έδειχναν συνδιαλλαγή στην οικοδόμηση της δίκης από την εισαγγελία – αλλά και η αντιφατική απόφαση του, επαναφέρουν ένα ζήτημα το οποίο ήταν κεντρικό στην προσπάθεια εκδημοκρατισμού των θεσμών – τουλάχιστον μέχρι το 2009, όταν ομάδες πολιτών αντέδρασαν οργισμένα στην αθώωση αστυνομικών [μελών της κρατικής κατασταλτικής εξουσίας] για ξυλοδαρμό πολιτών. Ο ξυλοδαρμός είχε καταγράφει σε βίντεο, αλλά το δικαστήριο δεν τον αποδέχτηκε. Όπως και τώρα με τις ηχογραφήσεις. Βέβαια, μερικοί από αυτούς που φώναζαν τότε, τώρα για μικροκομματικούς λόγους κρύφτηκαν πίσω από τον δήθεν σεβασμό στους θεσμούς – όταν έγραφαν «Μπανανία αυτή είναι η δικαιοσύνη σου»[1] ή αποκαλούσαν μέλη του ανώτατου "παττιχάρηδες"[2] δεν υπήρχε τέτοιο θέμα..

Μια πτέρυγα του δικαστικού κατεστημένου θεωρούσε [θεωρεί;] τον εαυτό της προνομιούχο με απολυταρχικά δικαιώματα; Από τις απαγορεύσεις του Πική μέχρι την εξέγερση των δικηγόρων το 2001
Η στάση του κ. Σάντη στη δίκη με χαρακτηριστική στιγμή, όταν απαγόρευσε σε δικηγόρο να διερευνήσει περαιτέρω τις παροχές σε μάρτυρες[3] που έδειχνε/τεκμηρίωνε την πιθανότητα εξαγοράς μαρτύρων από την εισαγγελία, είναι λοιπόν θέμα προς διερεύνηση. Αναζητώντας, λοιπόν, την εικόνα του κ. Σάντη στα δικαστικά δεδομένα, φαίνεται ότι ο εν λόγω δικαστής ανήκει στην πτέρυγα του κ. Πική, ο οποίος σε μια γραφική στιγμή διαμάχης με τον κ. Κωνσταντινίδη της Αλήθειας [ο οποίος έπαθε επίσης ολική έκλειψη μνήμης] του απαγόρευσε να σχολιάζει τις αποφάσεις του. Ο κ. Σάντης φέρεται να είχε μια ανάλογη υπόθεση. Αυτή η εικόνα των δικαστών είχε προκαλέσει και μια έκρηξη των δικηγορών το 2001, όταν μετά από σχόλιο δικηγόρου ότι οι δικαστές αντάλλασσαν μηνύματα μεταξύ τους και αγνόησαν τη διαδικασία αγόρευσης του δικηγόρου, η αυταρχική τάση στο κυπριακό δικαστικό σύστημα, διέταξε τη σύλληψη του δικηγόρου που τόλμησε να υποδείξει το οφθαλμοφανές.[4] Από τότε υποχώρησε, κάπως, ο αυταρχισμός των δικαστών-προυχόντων [ίσως και με τις προσθήκες νεώτερων και πιο εξοικειωμένων με την δημοκρατία δικαστών] αλλά μερικοί προφανώς δεν μπορούν να αλλάξουν.

Γενικά, η εικόνα του κ. Σάντη, σύμφωνα με πληροφορίες που συλλέξαμε, είναι αυτή του «επιλεκτικής αυστηρότητας», όπως το έθεσε ένα πληροφοριοδότης που προτιμά να μείνει ανώνυμος «από τον φόβο των Δράκων». Και παρά το ότι ρητορικά φαίνεται να αρέσκεται να παίζει με εκφράσεις όπως «αντίβαρο στους κατασκευαστές των τεχνητών ομοφωνιών της κοινής γνώμης», συχνά φαίνεται να κάνει ακριβώς το αντίθετο- συμβαδίζει με αυτό που μπορεί να ονομαστεί και «κλίμα [αν όχι δίκες] των πρωτοσέλιδων»[5] όπως φάνηκε στην δίκη της Δρομολαξιάς. Και όπως φάνηκε στη "δίκη της Δρομολαξιάς", όταν ένας κατηγορούμενος μετονομαστεί σε μάρτυρα, και έχει άρα την υψηλή προστασία, ο κ. Σάντης μπορεί να γίνει και πολύ προστατευτικός. Μερικοί, όπως θα έλεγε και ο Θεοτοκάς τον οποίο φαίνεται να συμπαθεί ο κ. Σάντης, φαίνεται να «έχουν προβάδισμα».

Το 2004, η οικιακή βοηθός του κ. Σάντη κατήγγειλε τον εργοδότη της για παραβίαση συμβολαίου [… η ίδια το έθεσε ότι «κουράστηκε»] και ζήτησε να της επιτραπεί να φύγει από την συγκεκριμένη εργασία.  Μόλις, όμως, η κοπέλα προέβη στην καταγγελία, ξαφνικά συνελήφθη ο φίλος της ο οποίος, φέρεται να εργαζόταν ως κηπουρός στου κ. Σάντη και ήταν επίσης αλλοδαπός. Το τμήμα μετανάστευσης θεώρησε, ουσιαστικά, ότι ήταν παράνομος. Όμως, αυτό θέτει κατ’αρχήν το ερώτημα για την συνέπεια του δικαστή – ένας δικαστής παραβιάζει τον νόμο στην εργοδότηση αλλοδαπών που δεν βρίσκονται στην Κύπρό, σύμφωνα με τις τυπικές και νομότυπες διαδικασίες; Και τους εργοδοτεί σε εργασίες που ενδεχομένως δεν επιτρέπεται;

Αναζητώντας, λοιπόν, πληροφορίες για αυτό το εκφραστικό άτομο του δικαστικού κατεστημένου του παρελθόντος, το οποίο πέταξε στην επιφάνεια η απόφαση για την Δρομολαξιά, βρεθήκαμε μπροστά σε μια ενδιαφέρουσα καταγγελία – που φυσικά συγκαλύφθηκε, αλλά η οποία θέτει ακόμα μια σειρά από ερωτήματα: και για την συμπεριφορά του δικαστή και για την αντικειμενικότητά του.

Μια υπόθεση από το 2004 – όταν μια εργαζόμενη καταγγέλλει ένα δικαστή, ξαφνικά, η αστυνομία συλλαμβάνει τον φίλο της και αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί παράτυπος εκβιασμός;
Η υπόθεση, όπως συνάγεται από πληροφορίες, αλλά και έγγραφα τα οποία κατέχουμε: Το 2004, η οικιακή βοηθός του κ. Σάντη κατήγγειλε τον εργοδότη της για παραβίαση συμβολαίου [δούλευε κάτω από σκληρές συνθήκες υπερβολικών απαιτήσεων και συμπεριφορών – η ίδια το έθεσε ότι «κουράστηκε»] και ζήτησε να της επιτραπεί να φύγει από την συγκεκριμένη εργασία.  Μόλις, όμως, η κοπέλα προέβη στην καταγγελία, ξαφνικά, συνελήφθη ο φίλος της, ο οποίος φέρεται να εργαζόταν ως κηπουρός[6] στου κ. Σάντη και ήταν επίσης αλλοδαπός. Το τμήμα μετανάστευσης θεώρησε, ουσιαστικά, ότι ήταν παράνομος. Όμως, αυτό θέτει κατ’αρχήν το ερώτημα για τη συνέπεια του δικαστή – ένας δικαστής παραβιάζει τον νόμο στην εργοδότηση αλλοδαπών που δεν βρίσκονται στην Κύπρό σύμφωνα με τις τυπικές και νομότυπες διαδικασίες; Και τους εργοδοτεί σε εργασίες που ενδεχομένως δεν επιτρέπεται; Ακόμα ένας Πικής που δεν ξέρει τον νόμο τον οποίο υποτίθεται εφαρμόζει;
Αυτό, όμως, είναι μόνο μέρος του όλου θέματος. Η κοπέλα υπέβαλε την παραίτησή της και παράπονο για την μεταχείριση της στην οικία του κ. Σάντη στις 14 Φεβρουαρίου 2004. Σύμφωνα με την γραπτή της μαρτυρία, ο φίλος της είχε επικοινωνήσει με τον κ. Σάντη στις 17/2, ο οποίος του είπε «μπορώ να σας στείλω και τους δυο σε 10 λεπτά στην Σρι Λάνκα.»


Μια βεβιασμένη αστυνομική επιχείρηση που συλλαμβάνει κάποιον γιατί είναι στο σπίτι που δήλωσε – και η σκιά του δικαστή με ιδιωτικά συμφέροντα…πλανιέται ..
Στις  24/2, ξαφνικά, οι υπεύθυνοι του τμήματος αλλοδαπών [με τον επικεφαλής του τμήματος στη Λευκωσία, όπως μας ειπώθηκε] συνέλαβαν τον φίλο της, με σαφώς ύποπτα στοιχεία – και ενώ οι πιέσεις προς την κοπέλα για να αποσύρει την καταγγελία, αυξήθηκαν με παρέμβαση και της γυναίκας του κ. Σάντη. Το ότι η σύλληψη του φίλου της κοπέλας ήταν «έκτακτη», φάνηκε και από την αντίφαση της αστυνομικής δήλωσης – ενώ ο «υπεύθυνος κλιμακίου αλλοδαπών Λευκωσίας», ο οποίος επιστρατεύθηκε ξαφνικά [και τυχαία;] στο όλο θέμα, υπέγραψε δήλωση ότι ο συλληφθείς «εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής του» [με βάση μάλιστα επιστολή του κολεγίου του] το σπίτι όπου συνελήφθη, ήταν ακριβώς αυτό στο οποίο αναφέρεται στην άδεια παραμονής – Κύκκου 6. 
Συνελήφθη γιατί «εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής», λέει το έγγραφο με υπογραφή του Υπεύθυνου κλιμακίου Αλλοδαπών Λευκωσίας


Και ιδού και η διεύθυνση στην «ΑΔΕΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ» - η ίδια στην οποία συνελήφθη.



Άρα η αστυνομία συνέλαβε άρον άρον κάποιον, με τη δήθεν κατηγορία ότι δεν διέμενε στη διεύθυνση που δήλωσε – και η πράξη της αστυνομίας ήταν εμφανώς ψευδής. Προφανώς, κάποιοι χρησιμοποιούσαν την αστυνομία για να εκφοβίσουν;

Μια μαρτυρία από τους αδικημένους των ποιητών που είναι καιρός να καταγραφεί δημόσια ως ερώτηση; Είπε, όντως, ο κ. Σάντης ότι «έχει διατάξει την αστυνομία» να δημιουργήσει πρόβλημα, γιατί η εργαζόμενη στο σπίτι του υπέβαλε παράπονο;
Η μαρτυρία της κοπέλας είναι εκφραστική – την 1η Μαρτίου [2 μέρες μετά την αναφορά της αστυνομίας για τον φίλο της] η κοπέλα επικοινώνησε με τον κ. Σάντη, η σκιά του οποίου πλανιόταν εμφανώς πίσω από τις κινήσεις των αρχών, και σύμφωνα με την γραπτή της μαρτυρία, ο κ. Σάντης της είπε ότι «επειδή υπέβαλες παράπονο για εμένα, έχω διατάξει την αστυνομία να συλλάβει εσένα και τον Sajee. Επειδή είμαι δικαστής…»



Ανάλογα συμπεριφερόταν και η σύζυγός του, σύμφωνα με την μαρτυρία της κοπέλας – στη συνάντηση τους στις 3 Μαρτίου της είπε ότι αν «αποσύρει το παράπονο», θα απελευθερωθεί ο φίλος της. «Με υποχρέωσε να πω στον υπάλληλο του γραφείου εργασίας ότι ήθελα να πάω στην Σρι Λάνκα


Και ως του θαύματος – την επομένη [στις 3 Μαρτίου] ο κ. Σάντης φέρεται να της τηλεφώνησε και να της είπε ότι το κολέγιο θα άλλαζε ξαφνικά άποψη και θα έλεγε ότι ο φίλος της ήταν τακτικός φοιτητής.


Και όντως, όπως δείχνουν τα τεκμήρια, έτσι έκανε το κολλέγιο εκείνη ακριβώς την ημέρα.


 Μια καταγγελία με τεκμήρια – τα οποία δεν μπορεί να λογοκρίνει, πια, το δικαστικό κατεστημένο
Με δεδομένο ότι γραπτή μαρτυρία της κοπέλας συμπίπτει με τα στοιχεία [όπως η σύλληψη και η επιστολή του κολλεγίου] είναι σαφές ότι η αφήγηση της κοπέλας είναι τεκμηριωμένη. Και δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος ότι όλες αυτές οι συμπτώσεις θα συνέβαιναν χωρίς τη σκιά του «δικαστή που μπορούσε να διατάξει» κλπ. Στο τέλος και εν μέσω διαφωνιών, φαίνεται ότι έβαλαν/παγίδευσαν την κοπέλα να υπογράψει έγγραφο για να της κινήσουν αγωγή. Και το κείμενο της είναι αυθεντικό – γλαφυρό, όπως έλεγε ο Σάντης για τον κ. Λίλλη. Τώρα άραγε πως θα διαψεύσει αυτήν την "γλαφυρότητα", αφού δέχθηκε την εξόφθαλμα παραπλανητική [και συμφέρουσα] του Λίλλη;

Το ότι η σύλληψη του φίλου της κοπέλας ήταν «έκτακτη», φάνηκε και από την αντίφαση της αστυνομικής δήλωσης – ενώ ο «υπεύθυνος κλιμακίου αλλοδαπών Λευκωσίας», ο οποίος επιστρατεύθηκε ξαφνικά [και τυχαία;] στο όλο θέμα, υπέγραψε δήλωση ότι ο συλληφθείς «εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής του» [με βάση μάλιστα επιστολή του κολεγίου του] το σπίτι όπου συνελήφθη, ήταν ακριβώς αυτό στο οποίο αναφέρεται στην άδεια παραμονής – Κύκκου 6

Με δεδομένο ότι αυτά τα γεγονότα έγιναν μέσα απο καταγραφές σε δημόσιες υπηρεσίες [καταγγελία σε υπουργείο εργασίας, αναφορές στο τμήμα μετανάστευσης κλπ]  η πραγματικότητα δεν είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί. Ήδη, μια σειρά από έγγραφα είναι διαθέσιμα. Και αφού τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα μπορούν να ανιχνευτούν [εδώ βρέθηκε η απόσταση του Βέργα από την Σολομωνίδου, όταν υποτίθεται έστελλε μήνυμα] η εγκυρότητα των αναφορών της κοπέλας μπορεί επίσης να ελεγχθεί. Μπορεί, όμως, ο κ. Σάντης να υποστηρίξει ότι δεν απείλησε την κοπέλα, ότι δεν της συμπεριφέρθηκαν [στην οικογένεια του με απαράδεκτο τρόπο, έτσι ώστε να υποβάλει παράπονο και να προτιμήσει να φύγει παρά να δουλέψει για αυτούς], και στο τέλος ότι δεν χρησιμοποίησε την εξουσία του, πέρα όμως από τη δικαιοδοσία του, του δημόσιου λειτουργήματος του, για να διευθετήσει ένα προσωπικό ιδιωτικό του ζήτημα;
Πολύ ευχαρίστως θα δημοσιεύσουμε διάψευση.

Αλλά, δυστυχώς, η στάση του δικαστή που θέλει να "επιβάλει το δικό του" [ακόμα και ενάντια στα τεκμήρια θα μπορουσε να πει καποιος], όπως φάνηκε και στην υπόθεση της Δρομολαξιάς, ίσως να είναι πραγματική.

Οι ερωτήσεις που προκύπτουν
Στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλει να εξηγήσει μια σειρά από αντιφατικά φαινόμενα και ανοιχτές ερωτήσεις:
  1. Αν ήταν παράνομος ο φίλος της κοπέλας, γιατί τον εργοδοτούσε ο κ. Σάντης; Ένας δικαστής δεν ξέρει τους σχετικούς νόμους; Η απασχόληση φοιτητή ως κηπουρού, εκείνη την περίοδο, δεν ήταν ποινικό αδίκημα με βάση την εθνικη νομοθεσία; Ή οι νόμοι εφαρμόζονται αναλόγως ποιός εμπλέκεται;
  2. Αν, από την άλλη, ο φίλος της κοπέλας συνελήφθη ως πράξη πίεσης προς την κοπέλα, τότε το πρόβλημα με την συμπεριφορά του κ. Σάντη αφορά τον μη σεβασμό του διαχωρισμού των εξουσιών. Τυχαία η αστυνομία πήγε και συνέλαβε κάποιον στο σπίτι που είχε δηλώσει και η αστυνομία ισχυριζόταν ότι είχε δηλώσει ψεύτικη διεύθυνση; Είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος τέτοια γκάφα – εκτός και αν η σύλληψη ήταν μέρος εκβιασμού-πίεσης;.
  3. Δέχεται ο κ. Σάντης να διερευνηθούν τα τηλεπικοινωνιακά του δεδομένα για να φανεί αν οι αναφορές της παραπονούμενης εργαζόμενης του ήταν ακριβείς; Διότι το θέμα δεν είναι μια ιστορία του 2004 – είναι ο τρόπος που ένας δικαστής που παίρνει αποφάσεις με αυτό-αναφορικότητα συμπεριφέρεται απέναντι στο νόμο στην ιδιωτική του ζωή. Χρησιμοποιεί όντως την θέση του για να προωθεί τις ιδιωτικές του υποθέσεις;

Ένα κύριος που αναφέρεται σε ποιητές, που μάλλον δεν κατανοεί – ούτε την ιστορία, ούτε τις λέξεις – θυμίζει ένα δικαστή που αποφασίζει παραβλέποντας τα τεκμήρια και μετατρέπει ένα υπεύθυνο σε θύμα για να καταδικάσει άλλους;
Στην έρευνα μας για τον κ. Σάντη ακούσαμε διάφορα από δικηγόρους, τα οποία δεν τον τιμούν αλλά δεν θα τα δημοσιεύσουμε, για την ώρα, χωρίς περαιτέρω τεκμήρια. Αξίζει, όμως, να αναφερθεί ότι κανένας δικηγόρος δεν δέχθηκε να αναλάβει την υπόθεση της κοπέλας-εργαζόμενης απέναντι στον κ. Σάντη. Λειτουργεί, λοιπόν, ένας φόβος (αλλα και μια καχυποψία) απέναντί του για ανάληψη υποθέσεων που τον αφορούν ως άτομο-ιδιώτη; Είναι σοβαρή υπόνοια – ελπίζουμε ότι ο κ. Σάντης θα προσπαθήσει να διαψεύσει. Με τεκμήρια βεβαίως. Και ευχαρίστως θα δημοσιεύσουμε την εκδοχή του. Γιατί η Δημόσια Σφαίρα δεν υπόκειται στους φόβους των ενδεχόμενων εσωτερικών «Δράκων» στο δικαστικό σύστημα. Αν, όμως, αυτά αληθεύουν, τότε τίθεται και το ζήτημα «ποιός φυλάει τους φύλακες». Σε μια αναφορά στους «νέους δικηγόρους»[7] ο κ. Σάντης ξεκίνησε με τον Αναγνωστάκη και κατέληξε με τον Λειβαδίτη – στην περίπτωση του Αναγνωστάκη αναφέρθηκε σε ένα ποίημα του
«Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια.
Και του μιλούσανε για δράκους και το πιστό
σκυλί
[..]
Α φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα
παιδιά.»
Και πιο κάτω λέει ο κ. Σάντης
«Αναμένουμε από τους νέους δικηγόρους να αποτελέσουν ασπίδα στους δράκους και τους λύκους αυτής της κοινωνίας.»

Είναι, ίσως, αστείο ότι φαίνεται να χρησιμοποιεί ένα στίχο που δεν κατανοεί – πέρα από την επιφάνεια των λέξεων: ο  Αναγνωστάκης θεωρεί την αναφορά σε "Δράκους" παραπλάνηση – και ο κ. Σάντης, δεν φαίνεται να κατανοεί ότι μιλώντας για "Δράκους" δεν λέει την «αλήθεια», κατά τον Αναγνωστάκη. Δράκοι δεν υπάρχουν – και «αλήθεια» κατά τον Αναγνωστάκη είναι:
«Λέω τον σκύλο σκύλο, τον λύκο λύκο,
το σκοτάδι σκοτάδι
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.»

Και αν η ποίηση δεν μιλά στον αέρα, αλλά είναι καθρέφτης , μπορεί ένα εκπρόσωπος του δικαστικού κατεστημένου να δει την εικόνα στον καθρέφτη;
Ο κ. Σάντης [ίσως και λόγω καταγωγής] μάλλον δεν μπορεί να καταλάβει αυτούς τους «νεκρούς μας» [τους νεκρούς αριστερούς της αντίστασης στην κατοχή και τον εμφύλιο – στους οποίους αναφέρεται ο Αναγνωστάκης] και φαίνεται να αδυνατεί να αντιληφθεί γιατί την στιγμή που μιλά για την αλήθεια ο ποιητής που επικαλείται, αποφεύγει από όλες τις λέξεις την λέξη «Δράκος». Αν εμπλέκονταν με την ποίηση στο βάθος και όχι την επιφάνεια των λέξεων για  αυτό-αναφορικούς σκοπούς, ίσως και να κατανοούσε ότι από τη δικιά του καταγωγή και θέση, δεν είναι ακριβώς ο αρμόδιος να χρησιμοποιεί τις λέξεις του Λειβαδίτη. Αλλά και τις ακόλουθες του Θεοτοκά:
«Δεν είναι λίγοι αυτοί που σταδιοδρομούν τριγύρω μας..και κερδίζουν όχι μόνο χρήματα, μα και τίτλους περισπούδαστους, αξιώματα λαμπερά, τιμητικές διακρίσεις,, προβαδίσματα και όλων των ειδών ψευτοδόξες.»
Είναι και ο ρόλος του Δράκου άραγε μια αυτές τις «..δόξες»;
Η υπόθεση της εργαζόμενης θα είναι μια ακόμα τάτσα, που θα συνοδεύει ιστορικά αυτούς που προτιμούν τα αξιώματα και νομίζουν ότι έτσι τους ανήκουν και οι λέξεις, που μπορεί να γράφτηκαν και ως κριτική για τα «αξιώματα τα λαμπερά» που προκαλούν στους κατόχους τους τάσεις αυταρχισμού.

Είναι ίσως αστείο ότι φαίνεται να χρησιμοποιεί ένα στίχο που δεν κατανοεί….: ο  Αναγνωστάκης θεωρεί την αναφορά σε "Δράκους" παραπλάνηση – και ο κ. Σάντης, δεν φαίνεται να κατανοεί ότι μιλώντας για "Δράκους" δεν λέει την «αλήθεια» κατά τον Αναγνωστάκη. Δράκοι δεν υπάρχουν – και «αλήθεια» κατά τον Αναγνωστάκη είναι:
«Λέω τον σκύλο σκύλο, τον λύκο λύκο,
το σκοτάδι σκοτάδι
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.»

Ο κ. Σάντης … , μάλλον δεν μπορεί να καταλάβει αυτούς τους «νεκρούς μας» [τους νεκρούς αριστερούς της αντίστασης στην κατοχή και τον εμφύλιο….] και φαίνεται να αδυνατεί να αντιληφθεί γιατί την στιγμή που μιλά για την αλήθεια, ο ποιητής που επικαλείται, αποφεύγει από όλες τις λέξεις την λέξη «Δράκος».





[1] Πρωτοσέλιδη αναφορά στον Πολίτη 21/3/ 2009
[2] Α. Μιχαηλίδης, Φιλελεύθερος Αύγουστος 2013. Στις 29/8 λ.χ. με εμφανή δυσφορία αποκάλεσε και τους τέως δικαστές «παττιχάρηδες» υιοθετώντας μια ορολογία του κ. Κωνσταντινίδη που είχε ιστορικά απωθημένα με τον Πική. Ο λόγος της δυσφορίας ήταν ότι η επιτροπή του κ. Πική εμφανίστηκε τελικά να είναι «μη-αξιόπιστη» αν όχι παράτυπη [λόγω της υποτιθέμενης άγνοιας εκ μέρους των μελών της για τον νόμο διορισμού τους] και άρα να μην μπορεί να κάνει την επίθεση [την οποία έλπιζε ο κ. Μιχαηλίδης] ενάντια στον κ. Χριστόφια. Το μαράζι του κ. Μιχαηλίδη ήταν έκδηλο και απέδιδε ευθύνες και  στον «κ. Γ. Πική, ένα από τους πιο έγκυρους και έμπειρους νομικούς μας..». Ο οποίος, όμως, δεν αντεληφθηκε, τα γέρημα, την παρανομία διορισμού από την κυβέρνηση, την οποία υποτίθεται θα διερευνούσε. Κατέληγε, λοιπόν, «Από παττιχάρηδες, άλλο τίποτα αυτές τις μέρες». Τότε ήταν οκ η κριτική.

[3] «..ο δικηγόρος Γιώργος Παπαϊωάννου ζήτησε την άδεια από το Δικαστήριο για να υποβάλει σειρά ερωτήσεων στην Αθηνά Κώστα, αναφορικά με τις δύο επιστολές. Μεταξύ των ερωτήσεων αυτών ήταν πώς αποφάσισε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ότι το ποσό που όφειλε ο Βλαδίμηρος Φαντούσης στην Υπηρεσία ΦΠΑ ήταν 165 χιλιάδες ευρώ και όχι 600 χιλιάδες και γιατί ο Γενικός Εισαγγελέας αποδέχθηκε να πληρώνει (ο Φαντούσης) μόνο 500 ευρώ μηνιαίως μέχρι την εξόφληση του ποσού (165.000 ευρώ), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τόκοι (17.000 το χρόνο). Ωστόσο, ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου δεν επέτρεψε να υποβληθούν οι συγκεκριμένες ερωτήσεις." http://www.newzup.com/index.php?id=26267

[5] Από την δημοσίευση χαιρετισμού του σε νέους δικηγόρους, ο οποίος δημοσιεύτηκε στον Φιλελεύθερο μετά από την απόφαση της δίκης της Δρομολαξιάς, με τίτλο «Η αλήθεια που αναζητεί το Δίκαιο».
[6] Το ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της κοπέλας τηλεφωνιόταν με τον κ. Σάντη είναι εκφραστικό.

[7] Δημοσίευση σε Φιλελεύθερο Βλ. αναδημοσίευση στις Απόψεις αυτού του τεύχους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου