18 Ιαν 2015

Το «βαθύ κράτος» στο ποδόσφαιρο πάει πίσω στο 1948 και, όπως και στις άλλες του μορφές, όταν δεν αντιμετωπίζεται, κατασκευάζει εκτρώματα για όλους



«Όξω από τα γήπεδα μας.»
Νέος Κυπριακός Φύλαξ, 26/5/1948, σε σχέση με την αποβολή αριστερών που αρνούνταν να υπογράψουν δήλωση καταδίκης του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα

Την Παρασκευή, 16/1/2014 στο αθλητικό ένθετο του Φιλελεύθερου υπήρχε μια αναφορά για τις ηχογραφήσεις που ακούγονταν [κυρίως στο Σίγμα – αλλά και αλλού] για μέλος της επιτροπής διαιτησίας που τηλεφωνούσε σε διαιτητή για να του δώσει οδηγίες να είναι μεροληπτικός εναντίον των «κομμούναρων». Ανάμεσα σε αυτούς που διαμαρτύρονταν για την κατάσταση της κυπριακής διαιτησίας ήταν και ο πρόεδρος της Ανόρθωσης, ενός ιστορικά δεξιού σωματείου. Ο λόγος είναι απλός – το παράλληλο κράτος που φτιάχτηκε με ιδεολογικό περίβλημα της δεξιά στο χώρο του ποδοσφαίρου, από την στιγμή που σταθεροποιήθηκε δεν πολεμά μόνο την αριστερά. Ο αντί-κομμουνισμός αντίθετα είναι ένας ιδεολογικός μηχανισμός νομιμοποίησης για να απολαμβάνει μια ελίτ απόλυτη εξουσία.

Ιστορικά, ο ιδεολογικός έλεγχος του αθλητισμού επικυρώθηκε με την ενοποίηση των δυο [αριστερης και δεξιας ΚΟΠ] ομοσπονδιών το 1953. Η μεν δεξιά υποχρεώθηκε να δεχθεί τα αριστερά σωματεία στην ΚΟΠ και «στα γήπεδα τους» αλλά διατήρησε σαφώς τον έλεγχο στο νευραλγικό χώρο της διαιτησίας. Όταν την δεκαετία του 1960 ο υπουργός εσωτερικών, Π. Γιωρκάτζης επέβαλε ένα καθεστώς ημετεροκρατίας και κουμπαροκρατίας, εκείνο το καθεστώς στον αθλητισμό επεκτάθηκε και αλλού. Αλλά στο ποδόσφαιρο λ.χ. φροντιζε να αποκλείει αριστερές ομάδες, όπως λ.χ. η Σαλαμίνα από το να πάρουν ενα πρωτάθλημα. Όμως, εκείνο το καθεστώς βρέθηκε τελικά μπροστά στις δικές του αντιφάσεις, όταν ένα καθεστώς που στηριζόταν στην ύπαρξη της ανεξαρτησίας, διατηρούσε ένα ιδεολογικά ηγεμονικά πλαίσιο με αναφορά στον ενωτισμό. Η προσπάθεια της χούντας να υποτάξει τον κυπριακό αθλητισμό (και να τον μετατρέψει σε επαρχιακό του αθηναϊκού κράτους) αλλά και την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία, οδήγησε τελικά στην κρίση του 74.

Κάθαρση, αλλά και αντικατάσταση του βαθέως κράτους δεν έγινε. Αλλά για ένα διάστημα, μέχρι την δεκαετία του 1990 υπήρξε ένα είδος ανάπαυλας στην άμεση παρέμβαση του παρακράτους σε διάφορους τομείς της δημόσιας ζωής. Η δεκαετία Κληρίδη επανέφερε όλη την σαβούρα. Και το παράλληλο κράτος ανασυγκροτήθηκε στον αθλητισμό.

Η ιδέα, ωστόσο, ότι ο στόχος ήταν μόνο τα αριστερά σωματεία πια είναι παραπλανητικός – ο αντικομουνισμός είναι απλώς η ιδεολογική κάλυψη μιας ελίτ για να προωθει τα δικά της συμφέροντα. Έτσι χειραγωγεί μερίδες των κερκίδων των δεξιών σωματείων. Και αφού ελέγχει την διαιτησία μπορεί να στήνει πρωταθλήματα με κάποιες διακυμάνσεις για να διατηρεί το ενδιαφέρον και να συγκαλύπτεται. Έτσι, ρίχνει κάποτε και μια εύνοια σε αδικημένη ομάδα για ρίξει σκόνη στην επιφάνεια. Ή φροντίζει να συντηρεί κάποια αγωνία στο πρωτάθλημα – αλλά στο τέλος μάλλον είναι δεδομένο το σκηνικό.

Η μεγάλη αλλαγή τα τελευταία χρόνια είναι η εμπλοκή ύποπτου χρήματος και στοιχημάτων στο ποδόσφαιρο – και στοιχημάτων μάλιστα που παίζονταν για κυπριακές ομάδες, αλλά όχι στην Κύπρο.[1] Έτσι οι οπαδοί γίνονται όργανο μιας επιχείρησης που παίζεται στην πλάτη τους. Όπως γράψαμε και σε παλαιότερο τεύχος το κέντρο του σκανδάλου φαίνεται να είναι στους επικεφαλής της ΚΟΠ, οι οποίοι προωθούν από την μια τον έλεγχο των τηλεοπτικών δικαιωμάτων για εταιρείες δικές τους – και από την άλλη ελέγχουν την διαιτησία. Όταν ελέγχεις την διαιτησία, και έχει γίνει αποδεκτό ότι υπάρχει ένα παρακράτος με ιδεολογικά χρώματα, τότε μπορείς να εκβιάζεις τα σωματεία [ανεξάρτητα από ιδεολογία] για να υπογράφουν και να αποδέχονται όσα θέλει αυτός που ελέγχει το παρακράτος της «παράγκας», όπως πέρασε να λέγεται στους αθλητικούς κύκλους.

Η θλιβερή στάση της διοίκησης του Άρη λ.χ. που βγήκε να διαψεύσει ότι αδικήθηκε η ομάδα τους, ήταν εκφραστική του πόσο πολύ μπορεί να γελοιοποιηθεί κάποιος απο τους εκβιασμούς. Και η παραδοχή το κ. Κουτσοκούμνη ότι ουσιαστικά παραβίασαν τα κριτήρια της ΟΥΕΦΑ για την Ανόρθωση με την υπόσχεση ότι θα υπέγραφε για τα τηλεοπτικά δικαιώματα, ήταν παραδοχή εκβιασμού. Φυσικά, η κυπριακή δικαιοσύνη είναι αλλού. Στην Πάφο έψαχνε μετά μανίας να βρει πόσο μακριά από τη Σολομωνίδου στεκόταν ο Βέργας. Αλλά εδώ δεν δέχεται ούτε ηχογραφήσεις, ούτε καν τις δημόσιες δηλώσεις του επί κεφαλής της ΚΟΠ, ότι ουσιαστικά εκβίαζαν την Ανόρθωση.

«Οι κομμουνιστές» είναι απλώς η μερίδα των αποκλεισμένων. Όσοι αποδεχτούν ότι έτσι θα γίνεται το ποδόσφαιρο, απλώς θα είναι οι μαζορέτες της «παράγκας».







[1] Οι ηχογραφήσεις των συζητήσεων του Λίλλη με τους δικηγόρους του, ήταν εκφραστικές της εμφάνισης και μιας νέας ομάδας που προσπαθούσε να επωφεληθεί από το νέα οικονομικά δεδομένα. Φυσικά, οι κασέτες λογοκρίθηκαν και έτσι η ανάλυση του ρόλου του Λίλλη – και των συμφερόντων που απολάμβανε σαν επικεφαλής της Αλκής – λογοκρίθηκαν επίσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου