29 Δεκ 2014

Η απόφαση του κ. Σάντη για τη Δρομολαξιά: ένα ηθικό, νομικό και πολιτικό «σκάνδαλο» με προεκτάσεις



Αν η κυπριακή δικαιοσύνη καθιερώσει μηχανισμό απαλλαγής των ενόχων [με πρότυπο την μεταμόρφωση του Λίλλη από «απατεώνα» σε «γλαφυρό»] αναπόφευκτα θα διευρυνθεί το ήδη υπάρχον χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία, που ακούει ηχογραφήσεις για «στημένα»  [παιχνίδια ποδοσφαίρου αλλά και δίκες] και τα δικαστήρια που τα λογοκρίνουν, αποκαλύπτοντας έτσι τις προκαταλήψεις τους.
[Ο κ. Σάντης οφείλει να εξηγήσει τί περίμεναν από αυτόν οι της Γενικής Εισαγγελίας όταν ανάφεραν το όνομα στα πλαίσια στης συναλλαγής με τον κ. Λίλλη]
«..είναι ξεκάθαρο νομικά αλλά και ηθικά δεν θα τολμήσουν να το κάμουν, ειδικά ο Ρίκκος [Ερωτοκρίτου, ο βοηθός γενικός εισαγγελέας] δεν θα τολμήσει να κάμει έτσι κουβέντα απέναντι μου γιατί θα υποβάλει μετά την παραίτηση του γιατί θα τον κάμω..αλέ ππερέ»
«Θα τον κάμω αλέ ππερέ τον  Ρίκκο αν…», Εφ. Πολίτης, σελ. 4, 5/2/2014

Η ανακοίνωση της απόφασης για την Δρομολαξιά συνέπεσε με δύο άλλες υποθέσεις που δίνουν το κλίμα – και της ίδιας της απόφασης, αλλά και του πλαισίου της. Στην Πάφο, η Γενική Εισαγγελία φαινόταν τις μέρες πριν την απόφαση για την Δρομολαξιά να προσπαθεί εναγωνίως να κάνει ακριβώς τα ίδια με την Δρομολαξιά – να απαλλάξει τους ενόχους [στην Πάφο του εργολάβους που φέρονται να πήραν άνω των 30 εκατομμυρίων] και να αναζητά κομματικούς αντίπαλους της κυβέρνησης για να δαιμονοποιήσει. Αν και οι επιθέσεις τώρα ήταν ευρύτερες, η «ανάγκη» του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να συλλαμβάνει και να ξανασυλλαμβανει τον κ. Σιαηλή της αριστεράς έμοιαζε ξεκάθαρα προεκλογική. Όμως, παράλληλα με εκείνο το θέαμα υπήρχαν και οι αποκαλύψεις για τα στημένα παιχνίδια στο ποδόσφαιρο και το κύκλωμα που στήνει αγώνες σε συνεργασία με διαιτητές. Εδώ υπάρχει μια πραγματικότητα που όλοι λένε ότι ξέρουν – και ο κ. Παναγή κατέθεσε μαρτυρία, αλλά και ηχογραφημένα τεκμήρια. Η πραγματικότητα είναι πια εκεί. Όπως άλλωστε και τα τεκμήρια ότι η δίκη της Δρομολαξιάς στήθηκε. Αυτά, όμως, τα τεκμήρια που είναι πια σε δημόσια θέα, το κυπριακό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, τα αποκλείει. Γιατί έχει καλύτερα τεκμήρια; Αντίθετα – η δίκη της Δρομολαξιάς στην οποία οι αποκαλυπτικές ηχογραφήσεις λογοκρίθηκαν, ο δικαστής μας ανακοίνωσε [χωρίς καμία τεκμηρίωση πέρα από την γνώμη του] ότι για τον ίδιο ο Λίλλης, που ακούγεται στις ηχογραφήσεις να κάνει συμφωνία-ανταλλαγής να «δώσει» άλλους και να την γλιτώσει, θεωρήθηκε «αξιόπιστος» γιατί ήταν «γλαφυρός». Όταν λογοκρίνεις τα τεκμήρια όμως, και καμώνεσαι ότι ζεις στο κόσμο της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, όπου ότι πεις γίνεται, απλώς ενισχύεις το χάσμα ανάμεσα στο τί λες και τί νομίζει το κοινό. Ήδη η εισαγγελία έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης φαίνεται σαν κομματικός μηχανισμός.

Οι ηθικές, νομικές και πολιτικές προεκτάσεις της απαλλαγής του «ιθύνοντα νου» και «βασικού αποδέχτη κερδών»

Η απόφαση του κ. Σάντη για την υπόθεση της Δρομολαξιάς θέτει πια πολύ σοβαρά ζητήματα για τη λειτουργία της δικαιοσύνης στην Κύπρο. Η εντυπωσιακή απόφαση του κ. Σάντη να αποδεχτεί ως «αξιόπιστο» μάρτυρα τον κ. Λίλλη θέτει σαφώς ηθικά, νομικά, αλλά και πολιτικά ζητήματα. Συγκαλύπτει δημόσια [αφού πρόκειται για απόφαση δικαστηρίου] ένα άτομο που τεκμηριωμένα είναι ο διοργανωτής της υποτιθέμενης απάτης και εμπλέκεται σε μια σειρά εξαπατήσεων [στο δικαστήριο αναφέρθηκαν πέντε] ενώ εμφανώς είχε να κερδίσει από το να καταγγείλει [επιλεγμένους] άλλους. Το ότι του δόθηκε και ευκαιρία να εκδικηθεί μερικούς ή να φωτογραφίζει άλλους που εμφανώς ήθελαν οι ανακριτές του, φαίνεται από τις κατηγορίες εναντίον του Ιωακείμ [στον οποίο χρωστούσε] αλλά και στην καθοδηγημένη προσπάθεια να ενοχοποποιήσει τον κ. Κιττή, αλλά και τον κ. Ζανέττο. Και όμως, η μαρτυρία αυτού του ατόμου κρίθηκε επαρκής για να καταδικαστούν 5 άτομα. Καμία ηθική, η οποία χρησιμοποιεί μια έννοια ισονομίας, δεν θα αποδεχόταν τέτοια προνομιακή μεταχείριση ως δίκαια – ο κ. Σάντης συμπεριφέρθηκε, για δικούς του λόγους, σαν προστάτης του κ. Λίλλη. Σε διάφορα σημεία προσπάθησε να τον δικαιολογήσει εμφανώς: καμώθηκε λ.χ. ότι δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε ο κ. Λίλλης, ο οποίος ανέλαβε την προεδρία της Αλκής με υπόσχεση να την βοηθήσει να ανακάμψει οικονομικά, να πληρώσει τα χρέη της. Αν ο κ. Λίλλης έχει απόδειξη ότι κάποιος τον πίεσε για να γίνει πρόεδρος της Αλκής τότε να το συζητήσουμε. Αλλά συνήθως όσοι αναλαμβάνουν πρόεδροι σωματείων έχουν και κάποια συμφέροντα. Και από ότι φαίνεται από τις ηχογραφημένες συνομιλίες ο κ. Λίλλης είχε πρόσβαση στην εξουσία της ΚΟΠ που είναι επίσης υπό διερεύνηση – αν προχωρήσει εκείνη η έρευνα.


«..Λίγο αργότερα είπε πως ο Κούμας [προφανώς εννοεί τον Γ. Κούμα, αναπληρωτή πρόεδρο της ΚΟΠ και έμπορο τηλεοπτικών δικαιωμάτων] διακαώς δεν θέλει να μπει στην φυλακή ο Ορέστης [Βασιλείου της ΣΕΚ]. Όταν τον ρωτούν γιατί, ισχυρίζεται πως ο Κούμας είναι συνέταιρος με τον Ορέστη σε κάποιες δουλειές, αλλά ερωτηθείς σχετικά από τον Γ. Γεωργίου, απαντά πως δεν ξέρει αν τα χρήματα που διακινίθηκαν στην υπόθεση Aero κατέληξαν στον κ. Κούμα.»
Προφανώς, λοιπόν, ο κ. Λίλλης είχε υψηλές γνωριμίες και ήταν με το αζημίωτο πρόεδρος της Αλκής. Και οι πρόεδροι πληρώνουν τα χρέη ομάδων, όπως γίνεται και σε άλλα σωματεία. Αλλά ο κ. Σάντης ο οποίος εκδίκασε την υπόθεση στην οποία εμπλεκόταν ο κ. Λίιλλης είχε την εντύπωση ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής ξαφνικά – παρά τα όσα έκανε, παρά τις τόσες καταγγελίες για εξαπάτηση:
«Στην απόφαση του, το κακουργιοδικείο, σημειώνει επί λέξει για τον Νίκο Λίλλη τα εξής: «Ο Λίλλης απαντούσε με υποδειγματική σταθερότητα και λεπτομέρεια επί κάθε πτυχής που ερωτάτο και με τρόπο που έδειχνε πως έλεγε την αλήθεια. Παρέμεινε – και κυριολεκτούμε- εδραίος κατά την μακρά, πιεστική και εξαντλητική του αντεξεταση. Υπήρξε αφοπλιστικά γνήσιος, γλαφυρός και παραστατικός στις περιγραφές το. Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες όπου δήλωνε ότι δεν θυμόταν επακριβώς [ή και καθόλου] λεπτομέρειες επί των οποίων αντεξεταζόταν, έδινε ικανοποιητικές και πειστικές εξηγήσεις για την αδυναμία του αυτή.»

Ο κ. Λίλλης, λοιπόν, έκανε μια παράσταση που άρεσε στον κ. Σάντη. Ο οποίος παραδόξως δεν θεώρησε σημαντική αντίφαση ότι στην περίφημη συνάντηση που έδωσε φάκελο του Κιττή αρχικά δήλωσε ότι ήταν μαζί του ο Καϊάφας και αργότερα όταν ο Καϊάφας δεν δέχτηκε να μαρτυρήσει, «θυμήθηκε» ότι τελικά ήταν άλλος μαζί του, ο κ. Βάσος Κυριάκου Κοτσινής. Και εξίσου παράδοξα ο κ. Σάντης είχε μια προτίμηση σε άτομα με παραβατικό παρελθόν όσον αφορά στο ποιοί τον έπειθαν.
Ιδού τι έλεγε ο γλαφυρός κ. Λίλλης στις ηχογραφήσεις που δημοσιοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2014:
«Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το απόσπασμα με τον δικηγόρο [ ο οποίος μόλις μίλησε με τον Ρ. Ερωτοκρίτου] να εξηγεί στον Λίλλη πως θα εξελιχθούν τα πράγματα αν καταθέσει εναντίον του κ. Κιττη «Δίνοντας εσύ την κατάθεση ως μάρτυρας, κατηγορούμενος  είναι ο Κιττής. Μη δίνοντας εσύ κατάθεση, κατηγορούμενοι είναι ο Κιττής και ο Λίλλης για δωροδοκίες. Λοιπόν, αν δώσεις την κατάθεση θα είσαι μάρτυρας στην υπόθεση Κιττή και θα σου κάμουν ποινικό για την υπόθεση στο επαρχιακό […] η κουβέντα τους είναι ότι θα δικαστεί η υπόθεση του κακουργιοδικείου πρώτα και αν ο Κιττής καταδικαστεί, την υπόθεση [σ.σ. εννοεί εκείνη που θα παραπεμφθεί στο επαρχιακό] θα την ξαναδούν. Και μπορεί να μην την ξαναδούν, βλέπουν ότι είναι δύσκολο να καταδικαστείς διότι πρέπει να παραδεχτούν οι Μούσκος και Μιαμηλιώτης ότι επκιάσαν τα για την έκθεση [σ.σ. οι δυο αστυνομικοί που κατηγορούνται για δωροληψία από τον Λίλλη] και δεύτερον μπορεί εκείνος που θα κάνει τον εισαγγελέα για να προχωρήσει η υπόθεση να κάμει τον πελλόν, σε μια προσπάθεια να σε βοηθήσει να αθωωθείς. […]
Ο Λίλλης όμως, θέλει να είναι απόλυτα ασφαλής για να «δώσει» τον Κιττή: «Ακολουθώντας αυτή την διαδικασία εγώ είμαι safe

Ο άνθρωπος, λοιπόν, που ρωτά αν είναι safe, αφού δέχτηκε μια προσφορά απαλλαγής του [όχι μόνο με απαλλαγή από το κακουργιοδικείο αλλά και με σαφή υπονοούμενα για απαλλαγή και από τις μικρότερες κατηγορίες στο επαρχιακό, είναι «πειστικός» στην γλαφυρότητα του, κατά τον κ. Σάντη που καμώνεται ότι εκείνες οι ηχογραφήσεις είναι από άλλο πλανήτη.

Ένας δικαστής, όμως, οφείλει να εφαρμόζει τον νόμο για όλους – και όχι επιλεκτικά ή αναλόγως των συμπαθειών οι οποίες είναι και μορφές συναισθηματικών συμφερόντων. Δυστυχώς, ο κ. Σάντης φαίνεται να ανήκει σε εκείνη την πτέρυγα του δικαστικού συστήματος, το οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ένα μέλος της ελίτ – η οποία έχει ειδικά δικαιώματα και άρα μπορεί να αποφασίζει με το «έτσι είναι για έτσι νομίζουμε». Η νεωτερική λογική όμως, στην οποία αναπόφευκτα βασίζεται και το  περί μαρτυρίας νόμο και γενικά το δίκαιο που απαιτεί «δίκαιη δίκη», απαιτεί όπως το τεκμήριο είναι διαθέσιμο για να το δουν όλοι – για να ελεγχθεί η βασική αρχή της ισονομίας στην εφαρμογή του νόμου. Και πώς κάνουν την δουλειά τους οι δικαστές.  Πριν λίγες μέρες είχαμε αναφορά σε δικαστές που απάλλασσαν ουσιαστικά μέλη της οικονομικής ελίτ, έστω και αν με δική τους ευθύνη, ένα νεαρό άτομο κατέληξε παραπληγικό. Ο κ. Νέμιστας απαλλάχτηκε. Ανάλογα παραδείγματα μπορεί να σκεφτεί πολλά κάποιος – και ο κ. Σάντης φαίνεται να έχει μια τάση, όπως θα δούμε πιο κάτω, να θεωρεί ότι ανήκει σε μια ελίτ στην οποία δεν πρέπει να γίνεται κριτική έστω και όταν οι αποφάσεις της φαίνονται στην κοινωνία, ή σε μέλη της, σαν παράλογες.

Υπάρχει όμως και μια σαφής πολιτική διάσταση για όποιον θυμηθεί πως ξεκίνησε η υπόθεση της Δρομολαξιάς [μια διάσταση την οποία ο κ. Σάντης λογοκρίνει – και εδώ εκθέτει και τον εαυτό του σε κατηγορίες για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του. Διότι υπήρχαν και πολιτικά και άλλα συμφέροντα πίσω από την κατασκευή του θεάματος. Ένας δικαστής μπορεί να διεκδικήσει ότι δεν κατανοεί την κατασκευή ενός θεάματος στα ΜΜΕ από ένα κύκλωμα, έστω και αν τα τεκμήρια είναι εκεί μπροστά του διαθέσιμα στο δημόσιο χώρο; Ο υπουργός εσωτερικών που προώθησε, αρχικά, το θέμα είχε δικά του οικονομικά συμφέροντα γιατί δεν πουλήθηκε χωράφι της οικογένειας του, ο βοηθός Γενικός Εισαγγελέας  φαίνεται να ήταν με κομματική ατζέντα σε συνεργασία με την κυβέρνηση, και μερίδα των ΜΜΕ «δίκασε και καταδίκασε» από τα πέρσι τους κατηγορούμενους.  Και να μην το κατανοούσε, όμως, όφειλε να το λάβει υπό όψιν και να το σχολιάσει με βάση την εμπειρία της κυπριακής νομολογίας. Στην απόφαση για αθώωση των αστυνομικών που ξυλοφόρτωσαν πολίτες έγινε επίκληση του κλίματος στα ΜΜΕ. Γιατί, τώρα, ξαφνικά αυτή η ευαισθησία εξαφανίστηκε από την πρακτική της κυπριακής δικαιοσύνης που εκπροσωπεί η απόφαση του κ. Σάντη; Εκτός βέβαια και αν οι αστυνομικοί ανήκουν στον ίδιο μηχανισμό με τους δικαστές. Το οποίο είναι ένα ακόμα τεκμήριο άνισης εφαρμογής της δικαιοσύνης. Και δυστυχώς στο θέμα της άνισης αντιμετώπισης των πολιτών, η κυπριακή δικαιοσύνη υπό την καθοδήγηση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ καταλήγει να γίνεται και κομματική.

Μπορεί να πει κάποιος ότι η κυπριακή δικαιοσύνη ήταν έτσι και αλλιώς πολιτική – κοινοτική. Από το 1963-64 έχει νομιμοποιήσει ένα «δίκαιο της ανάγκης», αλλά και της εξαίρεσης, που οδηγεί και τους κύπριους πολίτες [τουρκοκύπριους αλλά και ελληνοκύπριους] να προσφεύγουν σε ξένα, ευρωπαϊκά και διεθνή δικαστήρια για να βρουν το δίκαιο τους – έτσι κάνουν μερικοί τ/κ επίσης θύματα της εθνικιστικής βίας, ιδιοκτήτες γης στο νότο, αλλά και ελληνοκύπριοι όπως ο κ. Μοδινός που διεκδίκησε το δικαίωμα στην ομοφυλοφιλία, αλλά, όπως εξελίσσονται τα δεδομένα και το χάσμα κοινωνίας – δικαστικού συστήματος, και πολλοί άλλοι μπορεί να αναγκαστούν σύντομα να ζητήσουν εξωτερική δικαστική παρέμβαση μπροστά σε αυτό που φαίνεται σαν κλειστό τοπικό κύκλωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αποφάσεις οι οποίες δίνουν εμφανώς την αίσθηση του αυθαίρετου που προσπαθεί να συγκαλυφθεί με ένα αέρα σοβαροφάνειας υπεράνω κριτικής, απλώς ανοίγουν χειρότερες ρωγμές στην υπό αμφισβήτηση κυπριακή δικαιοσύνη. Άλλωστε ποτέ δεν κατάφερε να προειδοποιήσει την κοινωνία για το τι έστηναν οι τραπεζίτες. Από ότι φαίνεται από μια προκαταρκτική μελέτη που κυκλοφορεί, πολλοί δικαστές, ανάμεσα τους και ο κ. Σάντης, είχαν μια τάση να παίρνουν αποφάσεις υπέρ των τραπεζών. Και μάλιστα, ενώ είχαν συγγενείς στις τράπεζες, δεν εξαιρούσαν τον εαυτό τους από την δίκη. Η έννοια της σύγκρουσης συμφερόντων φαίνεται να τους διέφεγγε μέχρι πρόσφατα. Ο κ. Σάντης δεν φαίνεται να διαφέρει από τον κ. Κραμβή, της επιτροπής Πική, στην αδυναμία του να αντιληφθεί την σύγκρουση συμφερόντων.

Η κυπριακή δικαιοσύνη αναγνωρίζει ένα παράλληλο «παρακράτος», όπου διάφοροι «νονοί» θα «καθαρίζουν» «δίνοντας» μερικούς άλλους;
Η απόφαση του κ. Σάντη για καταδίκη των 5 και αθώωση των 2 κατηγορούμενων στην υπόθεση της Δρομολαξιάς προκάλεσε εν μέρει έκπληξη από την σχεδόν ενθουσιώδη ταύτιση του δικαστή με τον Λίλλη. Όχι μόνο τον ανακήρυξε αξιόπιστο «πέραν πάσης αμφιβολίας» και μετά αποφάσισε ότι στις 2 από τις 8 περιπτώσεις δεν έλεγε, ακριβώς,[1] την αλήθεια αλλά είναι και μια απόφαση που θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου για την σχέση, και διαπλοκή όπως φαίνεται, του δικαστικού συστήματος με  ένα παράλληλο κόσμο εξουσίας – αυτόν του «υπόκοσμο». Με την ανακήρυξη υπό ασυλία του Λίλλη, του «ιθύνοντα νου» και βασικού αποδέχτη των όποιων κερδών από την υποτιθέμενη εξαπάτηση, σημαίνει ότι κάθε «νονός» θα «δίνει» [κατά την φρασεολογία του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα στις ηχογραφημένες συνομιλίες] μερικούς δικούς του, ή και αντίπαλους του, και θα καθαρίζει. Θεσμοποιείται έτσι ένα παράλληλο σύστημα εφαρμογής του νόμου το οποίο αποκτά, αν περάσει η «λογική» του κ. Σάντη, μηχανισμό προστασίας από το επίσημο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Ίσως για αυτό υπήρξε μια παγωμαρα ακόμα και από το αντί-ακελικό μπλοκ στα ΜΜΕ που ήταν έτοιμο να πετάξει τα σκουφιά του: αυτή η πύρρεια νίκη σήμαινε ότι κάθε μελλοντικός Λίλλης [για οποιοδήποτε σκάνδαλο ή μαζική παρανομία] θα είχε την ευκαιρία να μετατραπεί σε μάρτυρα κατηγορίας – αφού ο κ. Σάντης αφαίρεσε ουσιαστικά οποιοδήποτε κριτήριο αξιολόγησης με βάση τον βαθμό εμπλοκής [και συμφερόντων] του μάρτυρα [άρα και κάποιο όριο στην ασυλία] με το υπό διερεύνηση αδίκημα.

Είναι πιθανό ότι ο κ. Σάντης δεν κατανόησε τις συνέπειες των πράξεων του. Και θα αναμένουμε με ενδιαφέρον το σε άλλα θέματα διχασμένο Ανώτατο [όπως φάνηκε από τις προσφυγές για το Μαρί – σε δυο από τις αποφάσεις το Ανώτατο ουσιαστικά δεν κατέληξε, η ψηφοφορία ήταν 6-6] για να δούμε πως θα τοποθετηθεί. Και φυσικά, η όλη υπόθεση αφού είναι πια και πολιτική με την καταδίκη του κ. Ζαννέτου, θα φτάσει και σε ευρωπαϊκά και διεθνή δικαστήρια, όπως το ΕΔΑΔ. Το θέμα δεν είναι απλώς μια ενδεχομένως τραγικά λανθασμένη απόφαση – το θέμα είναι ότι νομιμοποιεί πρακτικές που θυμίζουν το παρακράτος της δεκαετίας του 1960 ή και άλλων ημιδημοκρατικων χωρών, όπου η πολιτική εξουσία μέσα από την Γενική Εισαγγελία στήνει δικές σε βάρος των αντίπαλων της.

Αν υπάρχει κάτι ευχάριστο σε αυτήν την προσπάθεια του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα να στήνει θεάματα και δίκες εναντίον της αντιπολίτευσης [και φυσικά η υπόθεση της Πάφου ακολουθεί το προηγούμενο], είναι το γεγονός ότι φαίνεται να υπάρχει μια σύγκρουση και μέσα στο δικαστικό σώμα. Η στάση της δικαστή στην Πάφο λ.χ. η οποία φαίνεται να αρνήθηκε να ακολουθήσει τις προσπάθειες για ένα ακόμα θέαμα δίκης μέσα από τα ΜΜΕ πριν περάσει το θέμα στα δικαστήρια, είναι αξιοσημείωτη διαφοροποίηση από τον κ. Σάντη.



«..με τον Σάντη πρόεδρο του κακουργιοδικείου…»: Μια αναφορά στις ηχογραφήσεις των συζητήσεων Λίλλη-δικηγόρου που τελικά δεν απαντήθηκε από τον δικαστή
«Από τις συζητήσεις συνάγεται ότι οι δικηγόροι δεν ανησυχούν για το ενδεχόμενο η δίκη [Λίλλη και αστυνομικών] στο επαρχιακό δικαστήριο να εκδικαστεί πριν τελειώσει η δίκη Κιττή και άλλων στο κακουργιοδικείο. Δηλώνουν βέβαια ότι με τον κ. Σάντη πρόεδρο στο κακουργιοδικείο, η εκδίκαση θα γίνει πολύ γρήγορα..»

Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο ο κ. Σάντης, σαν δικαστής, δεν ήταν ειλικρινής. Στην αναφορά στο όνομα του στις ηχογραφήσεις. Γιατί ο δικηγόρος που μετέφερε την προσφορά του Ρίκκου Ερωτοκρίτου προς τον κ. Λίλλη ανέφερε [εμφανώς και γλαφυρά – κατά την φρασεολογία του κ. Σάντη] ότι δικαστής θα είναι ο Σάντης; Εδώ σαφώς φαίνεται να παραβιάζεται η αρχή που απαιτεί αμερόληπτο και δίκαιο δικαστήριο και δίκαια δίκη. Αυτό που γινόταν ήταν παράνομο και για αυτό η ηχογράφηση λογοκρίνεται. Η δικαιολόγηση της λογοκρισίας είναι βέβαια νομικίστικη – λέει ότι δεν έπρεπε να ηχογραφεί χωρίς την άδεια του ατόμου – έστω και αν καταγράφει παρανομία. Σε αυτά τα θέματα ο κ. Σάντης είναι πολύ ευαίσθητος, όπως και η κυπριακή δικαιοσυνη – τώρα θα λογοκριθούν και τα τεκμήρια του κ Παναγή. Όμως το ερώτημα γιατί να αναφερθεί το όνομα του κ. Σαντη παραμένει. Διότι το πλαίσιο της συζήτησης γιατί να τον αναφέρει ο δικηγόρος, αν δεν είχε σημασία ποιός θα ήταν δικαστής; Με δεδομένες τις εμπλοκές του κ. Λίλλη στα δικαστήρια προφανώς ήξερε και άκουσε για τον κ. Σάντη. Μικρός τόπος, όπως είπε πριν λίγο καιρό ο Γενικός Εισαγγελέας. Άρα ήταν η αναφορά στο όνομα του κίνητρο για να αλλάξει κατάθεση ο Λίλλης; Διότι άλλαξε σαφώς κατάθεση ο Λίλλης.

Μπορεί να χρησιμοποιήσει όσες νομικίστικες υπεκφυγές για να αποφασίσει «πέραν πάσης αμφιβολίας» για την ειλικρινή «γλαφυρότητα» του κ. Λίλλη, ο δικαστής, αλλά οι ηχογραφήσεις των συνομιλιών του δικηγόρου του κ. Λίλλη, δημοσιοποιήθηκαν. Είναι εκεί στο δικαστήριο της Δημόσιας Σφαίρας και της Ιστορίας. Και ο κ. Σάντης δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεφύγει από αυτήν την απόφαση. Μπορεί, πια, να αποφύγει ότι αναφέρεται και το όνομα του στις ηχογραφήσεις;
Οι ηχογραφήσεις οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν εμπλέκουν το όνομα του σε διαδικασίες που καμία σχέση δεν έχουν με την έννοια του αμερόληπτου και δίκαιου δικαστηρίου, όπως απαιτεί ο νόμος.
Σε εκείνες τις συνομιλίες έγινε μια καταγραμμένη ανταλλαγή που στην κοινή μπορεί να ονομαστεί και σαν «εξαγορά». Και υπήρξαν υποσχέσεις για εισαγγελείς που μπορεί να «έπαιζαν τον πελλον» κοκ για να απαλλαγεί πλήρως ο Λίλλης. Και χρησιμοποίησαν και το όνομα του κ. Σάντη ως επιχείρημα υπέρ της συναλλαγής. Μπορεί να έχει να κάμει μόνο με τον χρόνο εκδίκασης  – αλλα δεν θα πρέπει να διερευνηθεί επίσης με βάση την γενικότερη εικόνα, και τις «παράδοξες» τάσεις προκαταληψης εκ μέρους του;

Τί διαιτητές, τί δικαστές;
Μπορεί να πει κάποιος όπως ο γενικός εισαγγελέας που έτρεξε να τον υπερασπιστεί, ότι δεν μπορούμε να κατηγορούμε τα δικαστήρια. Ποιά δικαστήρια όμως; Διότι ο κ. Σάντης εκπροσωπεί μια διάσταση – και ελπίζουμε όχι όλους τους δικαστές. Διότι και σε αυτήν την συγκυρία, όπως και οι δικαστές του ποδοσφαίρου οι διαιτητές, έτσι και οι δικαστές των δικαστηρίων υπόκεινται πια σε κρίση. Ακόμα δεν ξεχάστηκε εκείνη η αμίμητη κίνηση των δικαστών να εγκρίνουν τις αποκοπές των υπόλοιπων δημόσιων υπάλληλων – πλην των ιδίων. Η φαντασίωση της ελίτ. Άλλωστε στο μπλοκ της κατασκευής θεάματος στα ΜΜΕ μπορεί να υπήρχε εκείνη η φαιδρή έκπληξη δήθεν γιατί το ΑΚΕΛ θέτει τα αυτονόητα ζητήματα – το «αξιόπιστο» του Λίλλη και στο στήσιμο της δίκης το οποίο δεν διερευνήθηκε, αφού οι ηχογραφήσεις δεν ερευνήθηκαν – αλλά ξέρουν και αυτοί ότι μόλις πρόσφατα είχαμε συζητήσεις για δικαστές που απάλλασσαν πλούσιους παράγοντες όπως  κ. Νέμιστας από την ευθύνη για τροχαίο ατύχημα. Και παλαιοτέρα την κοινωνική οργή για την απαλλαγή αστυνομικού για ξυλοδαρμό, ο οποίος καταγράφηκε σε ταινία. Αλλά το δικαστήριο δεν δέχτηκε το τεκμήριο και μάλιστα θεώρησε ότι οι αστυνομικοί είχαν δικαστεί από τα ΜΜΕ. Και αυτό λειτούργησε υπέρ τους στο δικαστήριο.[2] Ο Σάντης όμως αγνόησε την ηχογράφηση με το όνομα του, αλλά κατά τα άλλα ακολούθησε ενθουσιωδώς τα ΜΜΕ – τα οποία αρχικά πρόβαλαν τον Λίλλη σαν Βέργα [του σήμερα] και μετά τον έκαναν γλαφυρό – σχεδόν αθώο.

Το ερώτημα για τον κ. Σάντη είναι σε τι πόνταρε η αναφορά στο όνομα του – στο ότι απλώς δικάζει γρήγορα; Μα κάποιος που δικάζει γρήγορα θα μπορούσε, όπως αναμενόταν αρχικά μετά την δημοσίευση των ηχογραφήσεων τον περασμένο Φεβράρη, να απορρίψει την υπόθεση. Ήδη η εισαγγελία είχε αλλάξει και πάλι την υπόθεση μετά την απαλλαγή του Χ. Αλέκου. Μήπως πόνταραν και στο ότι ο κ. Σάντης δέχεται εκδοχές αμφισβητήσιμες; Σε ένα σχόλιο του το 2001 ο Μ. Δρουσιώτης, ο οποίος πέρασε ένα διάστημα στο προεδρικό κατασκευάζοντας θεάματα για την νυν κυβέρνηση, είχε σχολιάσει μια άλλη περίπτωση όπου κάποιος δικαστής με το όνομα Σάντης είχε αποκληθεί, συμβολικά, σαν κάποιος που «σκότωσε την Δικαιοσύνη» από ένα καλλιτέχνη, και ο ίδιος τον έστειλε σε δίκη.[3] Και τον καταδίκασαν σε ένα μήνα φυλακή γιατί έθιξε το δικαστικό σώμα ή τον δικαστή – του άφησε ένα λουλούδι με συμβολική παραπομπή. Αυτός λοιπόν ο κύριος, εκτός και αν υπάρχει άλλος κ. Σάντης, είναι πολύ αμφίβολο αν κατανοεί τους νόμους της δικαιοσύνης του σήμερα. Αν λ.χ. έχει και εμμονές με την αριστερά τότε, όπως συνέβηκε και με την επιλογή Πική, μπορεί κάποιος να υπολογίσει και την προδιάθεση του δικαστή – είναι και "γλαφυρότητα" θέμα ιδεολογικής και ταξικής εκτίμησης θα μπορούσε να πει κάποιος. Όπως και η πολιτική προκατάληψη.

Αυτή η δίκη αργά ή γρήγορα θα πρέπει να διερευνηθεί η ίδια. Ακριβώς γιατί σημαντικότατα τεκμήρια, όπως οι ηχογραφήσεις λογοκρίθηκαν, αλλά και γιατί οι αξιολογήσεις του κ. Σάντη για την αξιοπιστία φαίνονται να μην ακολουθούν την αρχή της ισονομίας.

Πως ένα δικαστής φτιάχνει μια ταυτολογία με μοναδικό σημείο αναφοράς το εαυτό του
Στην καταληκτική ομιλία της η Γενική Εισαγγελία υπερασπίστηκε τον κ. Λίλλη και κάλεσε τον δικαστή να αποδεχθεί ότι η κατάθεση του ήταν αξιόπιστη και οικειοθελής. Ο κ. Σάντης το αποδέχθηκε με ένα επαναλαμβανόμενο τρόπο που σε άλλα πλαίσια, όπως λ.χ. της ψυχανάλυσης, θα παρέπεμπε σε προσπάθεια να πειστεί και ο ίδιος με την επανάληψη. Όμως, καταγεγραμμένα στο δημόσιο λόγο [και όχι μόνο ηχογραφημένες συνομιλίες] ότι ο κ. Λίλλης ήταν ο μόνος ένοχος τον Σεπτέμβριο και ξαφνικά μετατράπηκε σε μάρτυρα κατηγορίας σε μια εμφανή και ηχογραφημένη συναλλαγή. Και όμως, η Γενική Εισαγγελία αρχικά αρνήθηκε ότι  όντως θα παραπεμφθεί στο επαρχιακό και όχι στο κακουργιοδικείο για ότι αδικήματα θα έμεναν μετά την ασυλία. Εκείνη, λοιπόν, η απόφαση να «μιλήσει» δεν λήφθηκε υπό καθεστώς «κρίσης ειλικρινείας». Αντάλλαξε την ό,ποια ενοχή του με αυτήν την των άλλων. Οπότε τι κίνητρο είχε να πει την αλήθεια σε θέματα που δεν τον συμφέρει; Αν λ.χ. ήθελε να εκδικηθεί τον κ. Ιωακείμ θα μπορούσε να τον κατηγορήσει. Και αν άκουγε ότι ο βοηθός Γενικός Εισαγγελέας «ήθελε τον Κιττή» τότε δεν είχε καν επιλογή – για να γλιτώσει έπρεπε να «δώσει» τον Κιττή. Ήταν αυτό που σε αλλα πλαίσια λέγεται και εκβιασμός. Όμως, ο κ. Σάντης δεν είδε τίποτα υποτίθεται  Άλλωστε η σιωπή του δικαστή μπροστά στην εξόφθαλμη αλλαγή μαρτύρων που δεν βόλευαν τον κ. Λίλλη, θεωρήθηκε «κατανοητή» από τον κ. Σάντη για το παράδοξα «προστατευόμενο» του. Το μόνο του τεκμήριο του Λίλλη για το ότι έδωσε σε φάκελο χρήματα στον Κιττή ήταν η μαρτυρία ενός «φίλου» - που αρχικά ήταν, λέει, ο Καϊάφας αλλα μετά, επειδή είναι πολύ φίλος του, ο Καϊάφας, αποφάσισε ότι τελικά είχε ξεχάσει και ήταν άλλος – ο Βάσος Κυριάκου Κοτσινης.[4] Και ο κ. Σάντης το αποδέχτηκε όπως αποδέχτηκε χωρίς απορία ότι άλλοι 4 μάρτυρες κατηγορίας τελικά αποσύρθηκαν.[5]

Μπορεί ο κ. Σάντης να αντιλαμβάνεται το γλαφυρό από την οπτική γωνία του αστού που βλέποντας ένα τύπο των λαϊκών στρωμάτων να προσπαθεί να παίξει στο μεγάλο γήπεδο, να ένοιωσε και λίγο οίκτο.[6] Δικαίωμα του βέβαια. Αλλά ως δικαστής όφειλε να δει ότι ο Λίλλης είχε κάθε συμφέρον να λέει ότι έλεγε και με όση δόση γλαφυρότητας χρειαζόταν για να πειστεί ένας ευκολόπιστος - που δεν τον αρκούσαν 5 ποινικές παραβιάσεις για το "αξιόπιστο". Και αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την επίκληση άλλης απόφασης – και γιατί στην ηχογραφημένη συνομιλία ακούγεται και το όνομα του κ. Σάντη, αλλά και γιατί οι παλινδρομήσεις τόσο της εισαγγελίας, όσο και το ίδιου το Λίλλη δείχνουν μια προσπάθεια στησίματος δίκης. Μπορεί να τον ξεγέλασαν τον κ. Σάντη. Αλλά για όποιον δει ισομερώς τι έγινε, τι τεκμήρια κατατέθηκαν,  τι έγινε πιστευτό για τον Λίλλη και για τους υπόλοιπους, τότε δεν αντιμετωπίστηκαν ισομερώς οι κατηγορούμενοι και ο κ. Λίλλης.[7] Η συγκριτική αναφορά [με τις εναλλαγές μαρτύρων του κ. Λίλλη] με το πώς αντιμετωπίστηκε η μαρτυρία του κ. Μιχαλάκη ήταν αποκαλυπτική. Η κατάθεση του κ. Μιχαλάκη έδειξε ότι οι εκτιμήσεις του κ.Τσουρή είχαν βάση – και επιστημονικά και επαγγελματικά – έστω και με βάση κάποιον άλλο ειδικό. Φαίνεται ότι ο κ. Σάντης θεωρεί τον εαυτό του μοναδική αυθεντία στην δόμηση χώρων. Μάλιστα σε εκείνη την κατάθεση, όπως μεταδόθηκε από τον τύπο η πλειοψηφία του οποίου στήριξε την κατασκευή του θεάματος, η εισαγγελία φαίνεται να τα βρήκε σκούρα και έφερναν συνεχώς  άλλους «ειδικούς» από το κτηματολόγιο. Όμως, ο κ. Σάντης δεν είδε τίποτα από εκείνη την αμφισβήτηση της θέσης της εισαγγελίας. Αρκέστηκε να απορρίψει την κατάθεση. Μια οποιαδήποτε σύγκριση της ευπιστίας του δικαστή απέναντι στον κ. Λίλλη και τους εναλλασσόμενους μάρτυρες του, σε σύγκριση με την δυσπιστία του απέναντι στους μάρτυρες της υπεράσπισης – όπως ο κ. Μιχαλάκη – είναι, όντως, αποκαλυπτική. Για τον κ. Μιχαλάκη δεν ανέφερε καν τις δυσκολίες της εισαγγελίας, αλλά μόνο ότι του φάνηκε [έστω και χωρίς να είναι ειδικός] προβληματικό στην ερμηνεία του μάρτυρα για την αξιολόγηση της αξίας της γης-επένδυσης,[8], Αντίθετα για τους μάρτυρες του κ. Λίλλη υπήρξε απόλυτα συγκαταβατικός – ούτε καν ενοχλήθηκε λ.χ. από το ότι μερικοί όπως ο κ. Φαντούσης πήραν «δώρο» από την εισαγγελία πολύ περισσότερα και από όσα ισχυρίζονται ότι πήρε ο κ. Κιττής – στον κ. Φαντουση χαρίστηκαν 450,000 ευρώ. Αναφέρθηκε και τεκμηριώθηκε στο δικαστήριο ότι αυτή την χατιρική κίνηση την έκανε η Γενική Εισαγγελία. Τίποτε ο κ. Σάντης. Πιστός στους μισούς μάρτυρες.


Η συγκριτική προκατάληψη δεν ήταν τυχαία – για να στηθεί η δίκη έπρεπε να δημιουργηθεί ένα καθεστώς επιβολής σε ένα ζήτημα που είναι ανοικτό: το αν ήταν καλή η κακή επένδυση στο συγκεκριμένο χωράφι. Ο κ. Τσουρής, ουσιαστικά, σύρεται στα δικαστήρια και κατηγορείται γιατί έχει διαφορετική άποψη από μερικούς άλλους – που δεν είναι καν ειδικοί. Και όταν ήρθε ακόμα ένας ειδικός, ο κ. Μιχαλάκη, τον λογόκρινε ο κ. Σάντης. Στην περίπτωσή του κ. Τσουρή, όπως ορθά το έθεσε η ανταπόκριση του Φιλελευθέρου επικράτησε η εκδοχή του κ. Στέλιου Αμερικάνου, αντί του κ. Τσουρή. Γιατί πίστεψε ο κ. Σάντης τον κ. Αμερικάνο ο οποίος δεν είναι ειδικός, όπως ο κ.Τσουρή, και ο οποίος είχε επίσης κομματικά κίνητρα να καλλιεργήσει κλίμα ενάντια στην επένδυση είναι σαφώς προβληματικό; Εδώ βρίσκεται και ένα ζήτημα το οποίο ο κ. Σάντης χρησιμοποιεί χωρίς να είναι ειλικρινής. Με βάση τα τεκμήρια στην δίκη κανένας δεν απέδειξε [ή δεν μπορεί να αποδείξει] ότι η επένδυση δεν θα είναι κερδοφόρα για το ταμείο των εργαζόμενων της ΣΥΤΑ. Είναι μια επένδυση σε μια προνομιούχα περιοχή δίπλα στο αεροδρόμιο. Με την ίδια λογική που δικάζεται αυτή η επένδυση, θα έπρεπε να δικάζονται χιλιάδες άλλες επενδύσεις. Κάνει το δικαστήριο τον εκτιμητή επενδύσεων; Φυσικά και δεν μπορεί – οπότε ο κ. Σάντης κατηγορεί τον κ. Τσουρή που είναι η απόδειξη, σαν εκτίμηση, ότι υπάρχει τουλάχιστον μια άλλη εξίσου πιθανή εκδοχή, προσπαθώντας να δημιουργήσει κλίμα ότι έγινε «Απάτη». Αν όμως έγινε απατή αυτή έγινε σε βάρος του κ. Μουσταφά που πούλησε το χωράφι – αυτό όμως ο κ. Σάντης το λογοκρίνει. Έτσι αφαιρεί ουσιαστικά την υπάρχουσα συζήτηση για μια επένδυση, κατηγορεί [και ποινικοποιει] τον εκπρόσωπο της μιας άποψης [και φυσικά εδώ ακολουθεί την γραμμή που υπέβαλε ο κ. Χάσικος με τον διορισμό μιας κ. Ελεονόρας, η οποία παρά το ότι δεν ήταν ειδική στο θέμα, αποφάσισε ότι έκανε λάθος εκτίμηση ο κ. Τσουρής – και έτσι τον δικάζουν.

Η καταδίκη του κ. Ζαννέτου ήταν σαφώς πολιτική. Το επίμαχο σημείο αφορούσε τον καθορισμό της επίκλησης προς τον Λίλλη να πληρώσει χρέη μελών της Αλκής - ενώ ήταν πρόεδρος του σωματείου. Ο Ζαννέτος δικάζεται ουσιαστικά γιατί ο Λίλλης εξόφλησε τα χρέη που είχε το σωματείο το οποίο οικειοθελώς όντως [και με το αζημίωτο όπως δείχνουν οι ηχογραφήσεις - που αγγίζουν και το παρασκήνιο του ποδοσφαίρου]. Ο δικαστής, όμως, αποφάσισε ότι ο Λίλλης με 5 κατηγορίες για ποινικά αδικήματα είναι αξιόπιστος, ενώ ο Βενιζέλος Ζαννέτος όχι.

Η αναφορά στον κ. Ζαννέτο κουβαλά μια εμφανή προκατάληψη – αφού τεκμηριώνεται ότι ο κ. Ζαννέτος δεν είχε οποιοδήποτε ατομικό ή επαγγελματικό συμφέρον, ακολούθως μένει σαν μόνη μαρτυρία εναντίον του η περιγραφή του Λίλλη ότι τον «εκβίασε» - ή έτσι το εξέλαβε ο δικαστής. Αλλά μετά ο ίδιος ο κ. Σάντης γράφει και το εξής αμίμητο:
«Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 7 [Βενιζέλος Ζαννέτος] ήταν σε θέση να εκπληρώσει την απειλή του αυτή παραμένει ζήτημα αδιάφορο..»[9]

Οπότε ο κ. Ζαννέτος δικάζεται με βάση μια μαρτυρία ενός εμπλεκομένου ατόμου που είχε κάθε συμφέρον να τον κατηγορήσει, για μια υποτιθέμενη απειλή, που «δεν έχει σημασία» αν μπορούσε να την πραγματοποιήσει – και παραβλέποντας σκόπιμα βέβαια ότι ο κ. Ζαννέτος ήταν εμπλεκόμενος για να πείσει να πληρωθούν τα χρέη [και όχι κέρδη] σε άλλα μέλη του σωματείου στο οποίο ο Λίλλης επέλεξε/επεδίωξε να είναι πρόεδρος.

 Η εμμονή του κ. Σάντη θύμιζε το μονόλογο του κ. Πολυβίου το 2013 όταν έλεγε «..είναι μπολσεβίκοι άρα λένε ψέματα..» Ένα αίσθημα ιδεολογικής προκατάληψης υπήρχε εμφανώς – μόνο ο δηλωσίας Λίλλης ξαφνικά «σωζόταν» και ανακηρυσσόταν αξιόπιστος, καθώς ο δικαστής έκανε ότι δεν καταλάβαινε ότι είναι υπό κατηγόρια για ένα σωρό θέματα και απλώς αναστάλθηκαν οι διώξεις για να εξαγοραστεί η μαρτυρία του.

Η παράλληλη πραγματικότητα μερικών δικαστών
Με αφορμή την προσπάθεια της εισαγγελίας να κατασκευάζει θεάματα δικών που να τα νομιμοποιούν μετά «φιλικοί» ή «προβλεπόμενοι» δικαστές τίθενται πια δυο σοβαρά ερωτήματα για την νομιμότητα του κυπριακού δικαστικού συστήματος.
1.  Το σχετικό των αποφάσεων και το πώς θεωρούνται δεδομένοι ακόμα και οι κύριοι του Ανωτάτου φάνηκε από την στάση του υπουργού οικονομικών, που αφού επέμενε να αναπέμψει ο πρόεδρος τα νομοσχέδια της βουλής για τις εκποιήσεις, μετά εισηγήθηκε νομοσχέδια που περιλαμβάνουν ακριβώς τις επίμαχες λογικές – για άλλα συμφέροντα βέβαια. Και όμως, φαινόταν σίγουρος ότι δικαστικά θα έβγαζε ανάποδη απόφαση αν ήταν δική του εισήγηση. Αυτό δείχνει και πάλι ένα είδος «προβλέψιμου» που στην σημερινή εποχή των κομματικών δικών από τον Ρ. Ερωτοκρίτου [η πολλαπλή σύλληψη του κ. Σιαηλή είναι ένα ακόμα τεκμήριο όπως και οι επιλεγμένες διαρροές] είναι δίπλα ύποπτο.

2, Όμως, σήμερα υπάρχει και το κραυγαλέο ζήτημα των διαθέσιμων τεκμηρίων που το δικαστήριο αρνείται να εξετάσει. Αφορά στις ηχογραφήσεις για το πώς στήθηκε η δίκη της Δρομολαξιάς, αλλά και το πώς στήνονται τα παιχνίδια στο ποδόσφαιρο. Στο θέμα των ηχογραφήσεων η δικαιοσύνη των κυπριακών δικαστηρίων είναι αυστηρή – ενώ αντίθετα ξεχειλώνει άνετα, όταν έχει να κάνει με τα παραδείγματα μη αξιοπιστίας του κ. Λίλλη. Ή την κραυγαλέα εξαγορά του κ. Φαντούση για 450,000 ευρώ. Είναι και αυτό μια ακόμα ύποπτη σιωπή του κ. Σάντη. Ευρύτερα, όμως, δημιουργείται πια ένα σαφές κενό – από την μια υπάρχει μια πραγματικότητα την οποία ξέρουμε, μπορούμε να ακούσουμε τις ηχογραφήσεις. Και από την άλλη έχουμε ένα δικαστικό σύστημα που λίγο πολύ λέει ότι θα επιλέγει μόνο συγκεκριμένα τεκμήρια για να αξιολογήσει – και ακόμα και με αυτά θα αποφασίζει χωρίς ισονομία.

Όταν ο καλλιτέχνης πήρε ένα λουλούδι σαν διαμαρτυρία στον κ. Σάντη, ο δικαστής τον παρέπεμψε σε δίκη. Ένα είδος αυταρχισμού που είχε και άλλα συμπτώματα – με πιο κωμικό την περίπτωση του κ. Πική όταν απαγόρευσε στον κ. Κωνσταντινίδη να γράφει κριτικά σχόλια για τις αποφάσεις του. Και ύστερα το 2013 ήταν τόσο υπάκουος ο καημένος στους πολιτικούς που εκφράζουν τον κ. Κωνσταντινίδη. Ήταν μια τεκμηρίωση ότι ο αυταρχισμός που κρυβόταν πίσω από το δήθεν σεβάσμιο σχήμα της δικαιοσύνης ήταν απλώς εξυπηρέτηση της εξουσίας – σαν θεσμού ή σαν ατόμων.

Σήμερα τέτοιες νοοτροπίες θα θεωρούνταν κωμικές. Αλλά εκείνη η αίσθηση ότι οι δικαστές μπορούν να επιβάλλονται χωρίς κριτική [να απαιτούν μάλιστα τιμωρία σε όσους τους κάνουν κριτική] φαίνεται να συντηρείται σε μερικούς. Όμως, είναι τώρα πια ένα ακόμα σύμπτωμα αυτής της παράλληλης πραγματικότητας που δικάζει και απαλλάσσει βολικά και συμφεροντολογικά. Η κυπριακή δικαιοσύνη δεν έχει πια το προστατευτικό πέπλο νομιμοποίησης. Μόνη της γδύνεται με αποφάσεις σαν του κ. Σάντη ο "βασιλιάς είναι όντως γυμνός". Ακόμα και η αριστερά, η οποία παρά τον αποκλεισμό της για δεκαετίες από το κράτος, στήριξε του θεσμούς της πολιτείας και του δημόσιου, είναι αναγκασμένη πια να δει ποιοί ήταν πίσω από αυτούς του θεσμούς. Έχοντας την λύση του κυπριακού σε προοπτική, το ευρωπαϊκό πλαίσιο σαν ντε φάκτο πραγματικότητα, αλλά και ευρύτερους θεσμούς, η κυπριακή δικαιοσύνη φαίνεται να μετατρέπεται σε ένα επαρχιακό φαινόμενο του οποίου οι αποφάσεις θα αμφισβητούνται – η και θα γίνονται αντικείμενο ειρωνείας.

Το ότι η αριστερά θα πρέπει να θέσει στον εαυτό της σοβαρά τα ερώτημα πως και γιατί ανέχθηκε άτομα σαν τον Λίλλη, είναι ένα ζήτημα. Μπορεί σε αυτές τις συνθήκες να μην είναι ηθικό να διακηρύσσονται παράλληλες θεαματικές κατηγορίες. Ο Ζαννέτος δικάζεται για όλη την αριστερά – μπορεί να είναι αθώος μεν αλλα είναι και συμβολικός στόχος: για την αριστερά που τόλμησε να κυβερνήσει, για τα αριστερά σωματεία  που «τόλμησαν να υπάρχουν» από το 1948 κοκ. Όμως είναι γεγονός ότι ο Λίλλης, με την τάση του να αλλάζει θέσεις όπως τον βόλευε, βρέθηκε επικεφαλής ενός ιστορικού αριστερού σωματείου, το οποίο οδήγησε στην διάλυση, διότι κάποιοι τον ανέχτηκαν ή και συνεργάστηκαν μαζί του.  Αλλά η σιωπή και κομπογιαννίτικη συμπεριφορά μερικών από την δεξιά (και ιδιαίτερα στα ΜΜΕ) που κατά τα άλλα κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι  κωμική. Ανέχεται μια φιλελεύθερη οπτική το γεγονός ότι ένας δικαστής αποφασίζει χωρίς ίχνος τεκμηρίου εκτός από μια αμφίβολη κατάθεση του βασικού ύποπτου; Δεν είναι από μόνο του αποκαλυπτικό το ρητορικό σχήμα του κ. Σάντη ότι ο Λίλλης ήταν ειλικρινής και ακόμα και εκεί  που δεν ήταν είναι αναμενόμενο. Δηλαδή σε ένα λογικό κόσμο ποτέ θα έλεγε ψέματα ο κ. Λίλλης; Ποιά αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης υπάρχουν πέρα από την ιδιωματική εκτίμηση ενός δικαστή «προβλεπόμενου»; Και μπορεί σήμερα μια φιλελεύθερη οπτική να προσπερνά έτσι εύκολα την κατασκευή δικών μέσα από τα ΜΜΕ; Η "περιρρέουσα" μόλις υπογράφηκε από ένα δικαστή, αλλά όσοι φώναζαν πριν σιωπούν κομματικά ένοχα. Όσο για άλλους που αγωνίζονται σε διεθνή δικαστήρια για τα δικαιώματα των ελληνοκύπριων [είτε σε σχέση με το 74 είτε σε σχέση με τα τραπεζιτικά] πως θα ήταν άραγε να γινόταν δίκη, όπου ο βασικός κατηγορούμενος να απαλλασσόταν από το δικαστήριο;

Η αμφισβήτηση του δικαστικού συστήματος και η αντίσταση της κοινωνίας ενάντια στο παράλληλο σύμπαν μιας φτιαχτής δικαιοσύνης που αρνείται την πραγματικότητα και δικαιώνει αυτούς που βολεύουν – σε βαθμό που απαλλάσσει πια τους ένοχους
Η ιστορική πρόοδος δεν γίνεται μόνο με γενναίες αποφάσεις δικαστηρίων [που στην Κύπρο σπανίζουν αφού οι δικαστές μας φαίνεται να αποζητούν την εύνοια της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας] αλλά και με την αντίθεση σε απαράδεκτες αποφάσεις – έτσι ανατράπηκε ιστορικά η υπόθεση Ντρέιφους στην Γαλλία, έτσι ανατράπηκε ο ρατσιστικός διαχωρισμός στις ΗΠΑ, έτσι αμφισβητείται σήμερα η αθώωση αστυνομικών που δολοφονούν αφρό-αμερικανούς.

Ο Μπωντριγιάρτ είχε γράψει το περίφημο κείμενο «Ο πόλεμος του Κόλπου δεν έγινε ποτέ» αρχές της δεκαετίας του 1990 για να περιγράψει το παράλληλο σύμπαν που κατασκευάζουν τα ΜΜΕ σαν προσομοίωση. Μερικά χρόνια πριν ο Δ. Σαββόπουλος είχε γράψει τον στίχο, ο οποίος και λογοκρίθηκε τότε, «Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ΄ έξω » για να περιγράψει την δίκη του Κοεμτζή σε ένα δικαστικό σύστημα βαθιά προκατελειμενο από καθεστώς του εμφυλίου. Η απόφαση του κ. Σάντη είναι ένα δείγμα του πως το κυπριακό νομικό σύστημα λειτουργεί πια σαν προσομοίωση με το να αρνείται τα οφθαλμοφανή τεκμήρια, όπως τις ηχογραφήσεις – αλλά και ότι κουβαλά μέσα του κάτι από την βαθύ συντηρητισμό του βαθέως κράτους της δεξιάς που οικοδομήθηκε με άξονα το 1948 –τις μάχες στην Ελλάδα, τον ποδοσφαιρικό διαχωρισμό στην Κύπρο. Παρόλη την ενότητα, η δεξιά ήθελε να ελέγχει τους διαιτητές – και τους δικαστές. Αυτό μας θύμισε ο κ. Σάντης.  





[1] Η αναφορά του στον κ Ιωακείμ, λ.χ. ήταν χαρακτηριστική – αφού πούλησε δήθεν «ειλικρίνεια» [θα σας μιλήσω χωρκάτικα»] ακολούθως τον έθαψε με το γάντι – δεν τον εκβίαζε, είπε, αλλά ..τον πίεζε..βλ. Απόφαση Δικαστηρίου σελίδα 239.
[2] Αν και η επίτροπος διοικήσεως είχε την αντίθετη γνώμη σε δική της έκθεση
[3] Πριν από μερικές βδομάδες ένας καθώς πρέπει κύριος, 42 χρόνων, καλλιτέχνης, γνωστός για το χιούμορ και τον ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα καθημερινά προβλήματα, μπήκε στο γραφείο ενός δικαστή, κρατώντας στο χέρι μια ανθοδέσμη με βυσσινί κορδέλα, σαν κι αυτές που εναποτίθενται στις κηδείες. Ζήτησε να δει τον δικαστή Νίκο Σάντη, για τον οποίο προοριζόταν η ανθοδέσμη, αλλά δεν ήταν διαθέσιμος. Τελικά την άφησε στη γραμματέα του, είπε ευχαριστώ, και έφυγε. Στην ανθοδέσμη υπήρχε μια κάρτα με την ευχή «θερμά συλλυπητήρια» και το όνομα του ευχέτη: Γιώργος Καραβοκύρης. Ο Καραβοκύρης διάλεξε αυτό τον ιδιόρρυθμο τρόπο να εκφράσει τη διαμαρτυρία του προς τον δικαστή, ο οποίος, κατά τη γνώμη του, με μια απόφαση που πήρε (δεν τον αφορούσε καν) σκότωσε τη Δικαιοσύνη! Ο δικαστής εκνευρίστηκε από την πράξη του Καραβοκύρη και τον παρέπεμψε σε δίκη, με την κατηγορία της περιφρόνησης του δικαστηρίου.http://www.makarios.eu/cgibin/hweb?-A=509&-V=stiles

[4] Ο δικαστής ήταν και πάλι γενναιόδωρος με την ανακολουθία της μνήμης του κ. Λίλλη – τον πίστεψε και πάλι.
[5] Απόφαση δικαστηρίου, σελ. 15
[6] Είναι χαρακτηριστική μια ανόητη δήλωση του κ. Βάσου Κυριάκου Κοτσιηνη, την οποία ενδέχεται να θεώρησε, από μια  οπτική ταξικής υπεροψίας,  "γλαφυρή" ο δικαστής – σαν το χωρκατούιν που παραδέχεται την άγνοια του, την χαμηλή του καταγωγή: «..ο Νίκος Λίλλης είχε τοποθετήσει τον φάκελο με τα λεφτά σε μια αδιαφανή πλαστική τσάντα, με τον Βάσο Κυριάκου να εξηγεί πιο απλοϊκά κατά την μαρτυρία του πως με την λέξη αδιαφανή εννοούσε πως «εν φαίνεται ηνταπου είχε μέσα ξεχωρίζουμε τις τσάντες, μάθαμε, και λίγο καθαρεύουσα, τα αδιαφανή». Ούτε καν υποψιάζεται ότι μπορεί να είναι μια στημένη σκηνή – ότι ο Λίλλης συμφώνησε με τον Ερωτοκρίτου, ότι ο Κοτσινης εμφανίστηκε όταν αρνήθηκε ο Καϊάφας, ότι ίσως ξέρουν ότι θεωρεί τις τελετές θεαμάτων άγνοιας των "χωρκατων" απολαυστικες κοκ.. Και αμέσως μετά ο δικαστής δηλώνει ότι  «δεν συμμερίζεται την επιχειρηματολογία των δικηγόρων». Έτσι, χωρίς κανένα τεκμήριο, καμία ορθολογική εξήγηση – επειδή μήπως ο Κοτσινης του πρόσφερε το θέαμα ενός ταπεινού και σε άγνοια χωρκάτη σαν χώρο προβολής της φαντασιακής ανωτερότητας - που ξέρει καθαρεύουσα; [για τα αποσπάσματα σελίδα 63 της απόφασης.
[7] Ο κ. Φαντούσης λ.χ. φέρεται να είπε ότι οι  Β. Ζαννέτος και Α. Ιωακείμ, «εκβίασαν» τον Λίλλη – αλλά «παραδόξως ο δικαστής φαίνεται να πίστεψε τον κ. Φαντούση στην υπόθεση Ζαννέτου αλλα όχι τον Ιωακείμ – βλ. απόφαση δικαστηρίου σελ. 22-23
[8] βλ. σελίδες 88-91 στην απόφαση
[9] Απόφαση δικαστηρίου σελίδα 240

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου