7 Δεκ 2014

Από το Λίλλη στο «ξέπλυμα» των εργολάβων στην Πάφο: Καθώς το κράτος καταφεύγει στις πρακτικές του υπόκοσμου με εκβιασμούς, εξαγορές/χρηματισμό μαρτύρων, απαλλαγές «ενόχων» και με θεάματα στα ΜΜΕ που υποκαθιστούν δικαστικές αποφάσεις, τότε το νέο γιωρκατζικό παρακράτος είναι εδώ…σαν κωμική επανάληψη

(Τα κουφά της υπόθεσης στην Πάφο – ο εργολάβος που θέλει 7 εκατομμύρια, είναι ο μάρτυρας της εισαγγελίας, μαζί με τον μηχανικό που συμφωνεί μαζί του, και η αστυνομία «έπεισε» -και απάλλαξε;- τον άλλο εργολάβο, που υποτίθεται ότι πήρε αρκετά εκατομμύρια, να μαρτυρήσει εναντίον του Βέργα, της γυναίκας του, και ακολούθως εκβίασαν τον Βέργα να «δώσει» αυτούς που ήθελαν – όπως και με τον Λίλλη)


Θα μπορούσε να ξεκινήσει κάποιος αυτό το κείμενο με μια απορία για τη θεολογική (αποκαλυπτική ή κωμική) διάσταση αυτής της υπόθεσης. Την περασμένη Κυριακή, ο Σ. Χάσικος πρόβλεπε ότι θα υπάρξουν «ραγδαίες εξελίξεις» στην υπόθεση Βέργα. Και ξαφνικά, ο Βέργας άλλαξε απόφαση και παραιτήθηκε, ενώ και πάλι ξαφνικά την Παρασκευή, μπροστά σε ένα εξόφθαλμο εκβιασμό μετά την σύλληψη της γυναίκας του, «τα παραδέχθηκε όλα» και αποφάσισε να «καρφώσει» διάφορους – που βολικά ήταν είτε αντίπαλοι του (όπως ο Φακοντης που κατάγγειλε το θέμα του ΣΑΠΑ από το 2012) ή αντίπαλοι της κυβέρνησης (όπως ο Σαρικας που είχε θέσει την ίδια μέρα έμμεσα θέμα για τον κ. Αναστασιάδη μετά τη φαιδρή εμφάνιση Μ. Δρουσιώτη στην επιτροπή θεσμών). Επειδή, λοιπόν, ο Χάσικος δεν είναι φυσικά προφήτης, το πιο πιθανό είναι ότι υπήρχε ένα στημένο σκηνικό που απλώς εφαρμόστηκε. Το ότι μερίδα της Γενικής Εισαγγελίας μαζί με τον υπουργό εσωτερικών συμπεριφέρονται σαν ένα είδος κράτους εν κράτη είναι πια γεγονός – παρεμβαίνουν σε δικαστικές υποθέσεις και αναλαμβάνουν υπό την προστασία τους διάδικους, μετά στήνουν θεαματικές δικές-καταδίκες στο άψε σβήσε, και εκμαιεύουν «μαρτυρίες» από εμπλεκόμενους με σαφή συμφέροντα, αφού τους εκβιάσουν ή εξαγοράσουν. Η επανάληψη του σεναρίου Λίλλη ήταν πια τόσο προβλέψιμη, όπως και η σειρά των συλληφθέντων. Αυτό το παρακράτος έχει ιδιωτικά συμφέροντα, όπως είναι ξεκάθαρο με το χωράφι της οικογένειας Κουλέρμου στη Δρομολαξιά, ενώ τα πολιτικά συμφέροντα είναι κραυγαλέα αν κάποιος προσπαθήσει να δει τις ημερομηνίες «διαρροών» - κάθε φορά που το προεδρικό πιάνεται να ψεύδεται ή να εμπλέκεται σε διαπλοκή, όπως με την Ryanair, τότε ..το συνεργείο ρίχνει και λίγη..σκόνη Πάφου στα πρωτοσέλιδα. Το πιο κραυγαλέο, βέβαια, είναι όχι μόνο η απαλλαγή αυτών που «έφαγαν» τα λεφτά (των εργολάβων, του Λίλλη) αλλά και η σιγουριά ότι τα ΜΜΕ σιωπήσουν για τους εκβιασμούς. Η υπόθεση της γυναίκας του Βέργα είναι από μόνη της σκάνδαλο – συνελήφθη με μαρτυρία εργολάβου που ήταν υπό σύλληψη [και προφανώς απαλλάχθηκε] και όταν εκβιάστηκε ο Βέργας και «είπε» ότι ήθελαν να πει, την άφησαν χωρίς καν να της προσάψουν κατηγορίες. Το ότι η μαρτυρία που εκβιάστηκε διέρρευσε αμέσως στα ΜΜΕ για να προλάβει τις εκδόσεις του Σαββάτου, ήταν κωμικά προβλέψιμο επίσης. Για τους θεσμούς είναι αξιοσημείωτο να τεθεί το ερώτημα αν οι ανακριτές εργάζονται για το δημόσιο ή αν πληρώνονται από ειδικό ταμείο που προνοεί οργανωμένες διαρροες προς ΜΜΕ. Η υπόθεση της Πάφου (γιατί έγιναν και ειπώθηκαν πολλά) πρέπει να διερευνηθεί, όχι μόνο σε σχέση με τα σκάνδαλα, αλλά και σε σχέση με τις παρατυπίες και τα σαφή στοιχεία ύπαρξης παρακράτους που στοιχειοθετούν. Αν μερικοί θέλουν να λειτουργούν όπως ο υπόκοσμος αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με βάση το γεγονός ότι παραβιάζει κάθε έννοια συνταγματικής νομιμότητας –  το «δίκαιο» που εκπροσωπεί η Πολιτεία διαχωρίζεται σαφώς από τον «νόμο» των εκβιασμών και της εξαγοράς της «νύχτας».

Τρία πιθανά σενάρια γιατί κατασκευάστηκε το θέαμα Βέργα: η ανάγκη μετατόπισης της έμφασης από τα σκάνδαλα στη Λευκωσία, η επίθεση ενάντια στον Ν. Παπαδόπουλο, και η προσπάθεια του Χάσικου να ελέγχει του δήμους
 Υπάρχουν 3 πιθανά σενάρια για την κατασκευή του θεάματος. Το πρώτο, το οποίο τεκμηριώνεται εύκολα με τις περιόδους και τις ημερομηνίες που ξαφνικά το θέμα γινόταν πρωτοσέλιδο, έχει να κάνει με την μετατόπιση από τα σκάνδαλα της Λευκωσίας – των τραπεζών, των μεγάλο-οφειλετών σε σχέση με τις εκποιήσεις, αλλά και το ζήτημα της διαπλοκής των δικηγορικών γραφείων που αγγίζει και την Κεντρική και το προεδρικό.

Στην πορεία αυτού του νέου θεάματος, το οποίο κατασκευάστηκε με επιλεκτικές διαρροές και πρωτοσέλιδα στα ΜΜΕ (και την αναπαραγωγή τους από πειθήνια ραδιοτηλεοπτικά) οποιαδήποτε έννοια αθωότητας πριν τη δικαστική απόφαση έχει καταργηθεί. Αυτό είναι το πρώτο τρομακτικό σκηνικό από το θέαμα Βέργα. Αύριο αυτό το κόλπο της δίκης μέσω πρωτοσέλιδων και αναπαραγωγών μπορεί να εφαρμοστεί στον καθένα. 3-4 πρωτοσέλιδα του Φιλελεύθερου και του Πολίτη, με τις αναμενόμενες αναπαραγωγές από τους δεδομένους υπάκουους δημοσιογράφους στις τηλεοράσεις, και οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί κατηγορούμενος για να μετατοπίσει ο θίασος την εστίαση της επικαιρότητας από σκάνδαλα που θέλει να συγκαλύψει – ή για να προωθήσει δικά του συμφέροντα.


Το δεύτερο σενάριο που πηγάζει από την ομοιότητα της υπόθεσης με την κατασκευή του θεάματος της Δρομολαξιάς, έχει να κάνει με μια πιθανή προσπάθεια επίθεσης ενάντια στον Ν. Παπαδόπουλο με δεδομένο ότι η νίκη του στις εσωτερικές εκλογές του ΔΗΚΟ είχε να κάνει με τους ψήφους στην Πάφο – ή έτσι τουλάχιστον ισχυρίζονταν τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ. Σε αυτό το σενάριο, ο Βέργας θα εκβιαζόταν να γίνει Λίλλης και να καρφώσει τον Παπαδόπουλο, οδηγώντας σε αμφισβήτηση της ηγεσία του στο κόμμα  - και άρα την κριτική του στην κυβέρνηση. Όπως ο Κιττής έγινε στόχος για να κατασκευαστεί η εικόνα της ΣΥΤΑ ως χώρος «διαφθοράς» και να νομιμοποιηθεί η ιδιωτικοποίηση. Σε αυτό το σενάριο, όμως, κάτι δεν φαίνεται να κύλησε ομαλά. Τις προηγούμενες βδομάδες, ο Παπαδόπουλος κινήθηκε αποφασιστικά για να αποστασιοποιηθεί από τον Βέργα, εμπέδωσε την εξουσία του στο ΔΗΚΟ, ενώ ο ίδιος ο Βέργας αρχικά δεν μετατράπηκε σε Λίλλη, και όταν τον εκβίασαν με την γυναίκα του, άφησε εκτός τον βουλευτή του ΔΗΚΟ στην Παφο που ήταν έμμεσα επίσης στόχος σαν στενός συνεργάτης του Παπαδόπουλου. Ίσως βέβαια και οι διοργανωτές του θεάματος να αντιλήφθηκαν ότι ο Παπαδόπουλος θα εξαπέλυε μια πολύ χειρότερη επίθεση, αφού ξέρει πολλά.

Το τρίτο σενάριο αφορά στην προσπάθεια του υπουργού εσωτερικών να αποκτήσει έλεγχο στους δήμους – προωθώντας και τα δικά του συμφέροντα και αποκτώντας διαχείριση των κεφαλαίων (και των μιζών) των δήμων. Αυτή η προσπάθεια φαίνεται να προσκρούει στις αντιδράσεις της Βουλής και των δήμων (όπου ο Βέργας μέχρι την αποκαθήλωση του φέρεται να είχε επιρροή – όπως και ο Κιττής στους ημικρατικούς) οπότε η θεαματική προσπάθεια «παύσης» δήμαρχων, ίσως να είχε να κάνει και με την κατασκευή και πάλι αρνητικής εικόνας για να προωθηθεί το συμφέρον του κ. Χάσικου. Και εδώ προς το παρόν, δεν πέρασε ο στόχος να εγκριθεί κάποια νομική διαδικασία για να αποκτήσει αυτές τις εξουσίες ο υπουργός. Και έτσι, μια μερίδα των ΜΜΕ λειτουργεί, τώρα, σαν μηχανισμός εκβιασμών με δημόσια θεάματα δαιμονοποίησης για να προωθηθεί μέρος της κυβερνητικής πολιτικής. Βέβαια, ο κ. Χάσικος δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ακόμα ότι αυτά που προωθεί, θα τα βρει αργότερα μπροστά του – διότι από όλους τους υπουργούς είναι ο πιο διαπλεκόμενος με τα ιδιωτικά του συμφέροντα να διασταυρώνονται με τα δημόσια καθήκοντα του.  Και αυτό πάει πίσω στις μίζες για τις οποίες δικάζεται ο Ν. Μιχαηλίδης, τότε που αγοράζονταν με «σακούλες» (από τον «ευχαριστώ για όλα Άκη») οι πύραυλοι.

Το σκάνδαλο που λογοκρίνεται - αν αυτό είναι δικαιοσύνη, σε τί διαφέρει από τις πρακτικές του υπόκοσμου και της διαπλοκής;

Όταν η Γενική Εισαγγελία καταφεύγει σε τέτοιους μάρτυρες, σε τί διαφέρει από ένα οργανισμό που απλώς προσπαθεί να εκβιάσει μαρτυρίες – και μάλιστα από άτομα που εμφανώς έχουν διαπλοκή και διεκδικούν εκατομμύρια σε δημόσιο χρήμα;
«Συνολικά 7.646.060 διεκδικεί από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου [ΣΑΠΑ] ο εργολάβος του εργου..και κύριος μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Σάββα Βέργα και των υπόλοιπων συλληφθέντων για μίζες του αποχετευτικού, τις οποίες, όπως κατέθεσε τους έδινε ο ίδιος..Πάντως ο ΣΑΠΑ..δεν αποδέχεται τις απαιτήσεις του εργολάβου και διεκδικεί από την πλευρά του αποζημιώσεις για κακοτεχνίες, υπερπληρωμές κλπ..Το ΣΑΠΑ φαίνεται να διαφωνεί και με τον σύμβουλο μηχανικό, ο οποίος ενέκρινε τις πληρωμές του εργολάβου και ο οποίος επίσης είναι μάρτυρας κατηγορίας κατά του Βέργα..»

…και όταν η Γενική Εισαγγελία χρησιμοποιεί την απόσυρση των κατηγόριων εναντίον κάποιου που κατηγορείτο για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, απλώς για να καταθέσει ενάντια σε κάποιον που θέλει η εξουσία, τί είναι αυτό παρά μίζα και εξαγορά;
«Εφόσον η μαρτυρία Δρακόπουλου κριθεί επαρκής, τότε το πιθανότερο σενάριο είναι να μετατραπεί σε μάρτυρα κατηγορίας, σε μετέπειτα στάδιο και εφόσον η υπόθεση καταλήξει στα δικαστήρια.
Υπενθυμίζεται ότι για την υπόθεση ΣΑΠΑ τελούν ήδη υπό κράτηση τρία άτομα, μεταξύ των οποίων και ο τέως Δήμαρχος Σάββας Βέργας.»


Η μετατροπή της κυπριακής δικαιοσύνης σε μηχανισμό απόσπασης μαρτυριών υπό εκβιασμό και εξαγορά: η παραίτηση του Βέργα, και η επιλεκτική σιωπή των ΜΜΕ για το σκάνδαλο της Γενικής Εισαγγελίας που προωθεί τους μιζαδόρους - και οι κίνδυνοι για τη δημοκρατία
Το ότι παραιτήθηκε, τελικά, ο Βέργας μπορεί να περάσει στα ασήμαντα. Διότι ο Βέργας δικάστηκε και καταδικάστηκε από διαρροές στα ΜΜΕ. Το ότι είναι ένοχος, θεωρείται τόσο αυτονόητο που είναι να απορεί κανείς γιατί θα γίνει δίκη. Στην πορεία αυτού του νέου θεάματος, το οποίο κατασκευάστηκε με επιλεκτικές διαρροές και πρωτοσέλιδα στα ΜΜΕ (και την αναπαραγωγή τους από πειθήνια ραδιοτηλεοπτικά) οποιαδήποτε έννοια αθωότητας πριν τη δικαστική απόφαση έχει καταργηθεί. Αυτό είναι το πρώτο τρομακτικό σκηνικό από το θέαμα Βέργα. Αύριο αυτό το κόλπο της δίκης μέσω πρωτοσέλιδων και αναπαραγωγών μπορεί να εφαρμοστεί στον καθένα. 3-4 πρωτοσέλιδα του Φιλελεύθερου και του Πολίτη, με τις αναμενόμενες αναπαραγωγές από τους δεδομένους υπάκουους δημοσιογράφους στις τηλεοράσεις, και οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί κατηγορούμενος για να μετατοπίσει ο θίασος την εστίαση της επικαιρότητας από σκάνδαλα που θέλει να συγκαλύψει – ή για να προωθήσει δικά του συμφέροντα.


Αλλά ακόμα και αυτό είναι μόνο μέρος του σκανδάλου των ΜΜΕ και όσων κατασκευάζουν θεάματα, ενώ πληρώνονται από το Δημόσιο για να τηρούν την νομοθεσία. Το χειρότερο είναι ότι με τους αλαλαγμούς των ΜΜΕ για τα λεφτά που θα πληρώσουν οι παφίτες για το αποχετευτικό [αφού εκεί κατάληξε το θέμα μετά από διάφορα φολκλορικά θεάματα για απειλές μέσω sms, συναυλίες κλπ] είναι ότι προσπεράστηκε το γεγονός ότι ο μόνος μάρτυρας μέχρι τώρα [και με βάση αυτήν την μαρτυρία παραιτήθηκε εκλεγμένος δήμαρχος] είναι ένας εργολάβος, ο οποίος απαιτεί 7 εκατομμύρια έξτρα από τον Δήμο. Δηλαδή, είναι ένας από τους υπό κατηγορία μιζαδόρους – και ουσιαστικά οι παφίτες κινδυνεύουν να πληρώσουν περισσότερα. Και το κράτος τί έκανε; Έτρεξε και έκανε συμφωνία μαζί του, λες και είναι αξιόπιστος μάρτυρας - αντί να θεωρηθεί ξεκάθαρα σαν άτομο με προσωπικό συμφέρον, αφού ο Βέργας δεν ενέκρινε τα ποσά που ήθελε. Δεν έχει σημασία, σε αυτό το πλαίσιο, τί έκανε ή δεν έκανε ο Βέργας – και πόσο ένοχος είναι. Ακριβώς διότι απέναντι του είναι αυτοί που πήραν πολλαπλάσια και, αν είναι έγκυρα όσα ειπώθηκαν, εξαπάτησαν το Δημόσιο. Όταν το κράτος νομιμοποιεί ένα μιζαδόρο για να πιάσει κάποιον που είναι πολιτικός στόχος, αυτό το οποίο κάνει είναι να καταφεύγει στο επίπεδο του υπόκοσμου. Πληρώνεται ή εκβιάζεται κάποιος για να μαρτυρήσει, όπως θέλουν μερικοί. Και στο βάθος, υπάρχει και ένα επικίνδυνο δεδομένο – το ιδιωτικό κεφάλαιο απαλλάσσεται από τις ποινικές του ευθύνες και η Γενική Εισαγγελία λειτουργεί πια σαν δικηγόρος του κάθε εργολάβου και του «κάθε Λίλλη» - αν θυμηθεί κανείς το τί λεγόταν για τον Λίλλη πριν την μεταμόρφωσή του από την Εισαγγελία και τα πειθήνια ΜΜΕ της.

Διότι ακόμα χειρότερα αυτή η κατάντια δεν ξεκίνησε τώρα. Τώρα είναι το δεύτερο επεισόδιο, αφού προηγήθηκε η Δρομολαξιά, που δείχνει ότι μια μερίδα της νυν εξουσίας, δεν εννοεί να κατανοήσει τη διάφορα ανάμεσα στην έννοια της πολιτείας που προσπαθεί να βασίζεται σε μια κάποια έννοια δικαίου – ακόμα και απέναντι στους ύποπτους – και όχι σε μια λογική αρπαχτής θεάματος. Και η δημόσια ζωή φαίνεται να επιστρέφει με γρήγορους ρυθμούς στις χειρότερες πρακτικές της δεκαετίας του 1960 – όταν διάφορα καπετανάτα έστηναν υποθέσεις και τις προωθούσαν μέσω των ΜΜΕ τους.


Το ότι μια μερίδα των μεγαλοσυντακτών κάνει την πάπια – ότι, τάχα, δεν καταλαβαίνει την αθλιότητα αυτής της κατάντιας – ή ακόμα χειρότερα την επικροτεί, δείχνει το επίπεδο των ευθυνών για τις συγκαλύψεις που έγιναν μέχρι τώρα και την ανάγκη μερικών για θεάματα που θα κρατήσουν τη δικαιολογημένη οργή του κοινού μακριά από τις δικές τους ενοχές. Διότι, αφού πρόβαλαν το θέαμα της Πάφου κατά το κλισέ του 2013 «μπαίνει η αστυνομία στην ΣΥΤΑ», «μπαίνει η αστυνομία στην Κεντρική», όταν ξαφνικά την Κυριακή ο Πολίτης και την Τρίτη ο Φιλελεύθερος ανάφεραν ότι οι μάρτυρες είναι ενδεχόμενοι «μιζαδόροι», οι περισσότεροι από τους κατά τα άλλα λαλίστατους των ΜΜΕ, έκαναν ότι δεν είδαν, δεν άκουσαν. Ο διευθυντής σύνταξης του Φιλελευθέρου λ.χ. που έκανε επίσης ότι δεν καταλάβαινε τι έλεγαν οι κασέτες της Δρομολαξιάς τον Φεβρουάριο του 2014, έκανε ότι δεν καταλαβαίνει, έστω και αν υπήρχε άρθρο στην εφημερίδα του. Τα ήμεηλ του Ντάουνερ μερικοί τα καταλάβαιναν, τα ηχητικά ντοκουμέντα έχουν πρόβλημα φαίνεται να τα ακούσουν. Είναι δύσκολο να μην δει κάποιος μια σκόπιμη συγκάλυψη σε όλα αυτά – ιδιαίτερα ακριβώς γιατί αυτοί που ξεπλένονται με τις πρακτικές του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα είναι ακριβώς αυτοί που υποτίθεται έδιναν μίζες και έπαιρναν τα χρήματα του δημοσίου. Και επειδή το επεισόδιο της Δρομολαξιάς τελειώνει τώρα, αξίζει να αναφέρουμε το οικονομικό συμπέρασμα εκείνου του θεάματος: ενώ από την αρχική υπόθεση ο μέσος πολίτης δεν είχε χάσει ούτε σεντ, με τη δίκη οι πολίτες (με αυθαίρετη απόφαση του Ρ. Ερωτοκρίτου] χαρίστηκαν στους Λίλλη και τον Φαντούση πάνω από ένα εκατομμύριο δημόσιο χρήμα. Η σιωπή των απολογητών και των πειθήνιων οργάνων είναι κωμική.

Όταν όμως σπάσει αυτό το απόστημα των στημένων θεαμάτων και της λογοκρισίας, η οργή που απλώς τώρα μετατοπίζεται, δεν θα μπορεί να αποφύγει την απόλυτη ευθύνη των καθεστωτικών ΜΜΕ για όσα πληρώνει ο πολίτης. Η αναπόφευκτη, λοιπόν, ερώτηση που θα κυνηγά πια όσους στήνουν το θέαμα και συγκαλύπτουν ακόμα και σήμερα την κλοπή δημόσιου χρήματος σε εξαγορές: «Ποιός έφαγε ρε κορόιδα τα λεφτά, όταν καλύπτεται τον κάθε εργολάβο για να του χαρίσουν λεφτά»;

….αρκετά ΜΜΕ ξεκάθαρα συγκαλύπτουν μια εξαπάτηση απαλλαγής ενόχων για απόσπαση δημόσιου χρήματος. Διότι εμφανώς η ανησυχία δεν ήταν τα δακρύβρεχτα σενάρια, τάχα ευαισθησίας για τους δημότες της Πάφου – αφού ουσιαστικά η Γενική Εισαγγελία από την Λευκωσία χρησιμοποιεί πια αυτούς, τους εργολάβους, που υποτίθεται πήραν τα έξτρα χρήματα ή διεκδικούν επιπρόσθετα, σαν «αξιόπιστους μάρτυρες»…. Και έτσι, μια μερίδα των ΜΜΕ λειτουργεί πια ως μηχανισμός εκβιασμών με δημόσια θεάματα δαιμονοποίησης.


Τί έγινε στη Δρομολαξιά – οι ευθύνες όσων συγκάλυψαν την εμπλοκή των συμφερόντων του κ. Χάσικου, την ομολογία για μίζες του Λιοτατή, και την ξαφνική μετατροπή του «χθεσινού απατεώνα» σε «σημερινό αξιοσέβαστο μάρτυρα» – γιατί απλώς βόλευε την εξουσία
Εκεί υπήρχε αρχικά μια καταγγελία του Λιοτατή εναντίον του Λίλλη – ότι του χρωστούσε χρήματα και δεν του τα έδινε. Υπήρχε βέβαια και ένα background – ο Λίλλης είχε καταφέρει να αγοράσει ένα χωράφι από ένα τουρκοκύπριο, τον κ. Μουσταφά, και μετά το πώλησε σε πολύ μεγαλύτερη τιμή στο ταμείο σύνταξης της των εργαζομένων της ΣΥΤΑ. Εκείνη η αγοραπωλησία δεν στοίχισε στο δημόσιο (τα λεφτά άνηκαν σε ταμείο συντάξεως, όχι σε δημόσιο ταμείο) και κανένας δεν απέδειξε ότι το χωράφι και το έργο δεν αξίζουν όσα πληρώθηκαν – αντίθετα στη δίκη μάλλον τεκμηριώθηκε ότι το έργο αξίζει αρκετά. Ο κ. Μουσταφά, βέβαια, όταν ανακάλυψε πόσα πουλήθηκε το χωράφι του, ήθελε πολύ περισσότερα – αλλά  το ίδιο και όσοι βοήθησαν να πουληθεί το χωράφι, όπως ο κ. Λιοτατής. Υπήρχαν όμως και άλλοι παραπονούμενοι – οι ανταγωνιστές που θεωρούσαν ότι έπρεπε να αγοραστεί το δικό τους χωράφι στην περιοχή. Ένας από αυτούς ήταν και η οικογένεια Κουλέρμου – δηλαδή η οικογένεια Χάσικου. Και έτσι, όταν έγινε υπουργός εσωτερικών αποφάσισε να ανοίξει το θέμα.

Για ό,ποιον παρακολουθούσε τη διαδικασία ήταν πραγματικά κωμική, καθώς οι δημοσιογράφοι γίνονταν λάστιχο για να ικανοποιήσουν τον αόρατο θίασο της εξουσίας. Αρχικά, εμφανίστηκε σαν θύμα ο Λιοτατής. Και φυσικά, τα ΜΜΕ προανήγγελλαν σκάνδαλο. Όμως, στην μαρτυρία του κ. Λιοτατή υπήρχαν δυο σαφείς παραδοχές για παρανομία – παραδέχθηκε ότι βοήθησε τον κ. Μουσταφά να πουλήσει το χωράφι, ενώ μετά παραδέχθηκε/είπε ότι του νοίκιασε μεν δωμάτιο, αλλά δεν έμενε εκεί. Άρα, αφού δεν έμενε στις ελεύθερες περιοχές, δεν μπορούσε να πουλήσει το χωράφι. Ο κ. Λιοτατής λοιπόν
  1. πρόσφερε κάλυψη (τάχα λέει νοίκιασε δωμάτιο για να ξεκουράζεται ο κ. Μουσταφά τα μεσημέρια - αλλά δεν το είχε δηλώσει προφανώς όταν έγινε η αρχική έρευνα από την αστυνομία) και ταυτόχρονα ενεργά προωθούσε μια παράνομη πώληση
  2. και μετά ανάφερε ότι πήρε και 50,000 για αυτές τις «υπηρεσίες».
Οι «ευαίσθητοι» στα ΜΜΕ δεν κατάλαβαν τίποτα. Και όμως, η κατάθεση δημοσιοποιήθηκε. Αλλά αντί να συλληφθεί ο Λιοτατής, πρώτα μετατράπηκε σε δημόσιο θύμα και μετά ξεχάστηκε – θα πάρει τα λεφτά τώρα πια που ο Λίλλης έγινε προστατευόμενος της εισαγγελίας; Δηλαδή του Ρίκκου; Ή ήταν και αυτός ένα χρήσιμο θύμα των δημόσιων θεαμάτων;

Την ίδια περίοδο, με τα «15 λεπτά δημοσιότητας» του Λιοτατή είχαμε και τον Γεωργίου, της επιτροπής ελέγχου της Βουλής και βουλευτή και του ΔΗΣΥ, να θρηνεί δημόσια, γιατί "ο καημένος ο τουρκοκύπριος" δεν πήρε τα λεφτά που άξιζε το χωράφι του. Έστω και αν ήταν παράνομη η διαδικασία πώλησης. Και είναι και επικεφαλής της επιτροπής ελέγχου.

Έτσι, φτιάχτηκε το αρχικό θέαμα. Συνελήφθη ο Λίλλης και τότε οι Ρίκκος και Χάσικος, που φαίνονταν να καθοδηγούν το θέαμα, άσκησαν πίεση, εκβιασμούς ενδεχομένως και τελικά έκαναν deal εξαγοράς. Τον απάλλαξαν από όλες τις κατηγορίες – ότι ξεγέλασε είτε τον Μουσταφά, είτε τον Λιοτατή, είτε τις αρχές (άφησαν απλώς μια μικρή υπόθεση με αστυνομικούς με υψηλή προστασία στο υπουργείο Δικαιοσύνης, η οποία αναμένεται να πέσει στα μαλακά) και τον μετέτρεψαν σε μάρτυρα κατηγορίας. Και, από ότι μάθαμε από τις ηχογραφημένες συνομιλίες με τον δικηγόρο του, του διαμήνυσαν ότι «θέλουν τον Κιττή». Ο Κιττής, παλιός συνεργάτης του ΔΗΣΥ από την εποχή που κυβερνούσε ο Χάσικος πάλι με τον Ντίνο Μιχαηλίδη, τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου, κοκ, ξαφνικά έγινε εχθρός γιατί προφανώς ήταν επικεφαλής της ΣΥΤΑ και αντιδρούσε στην ιδιωτικοποίηση. Και έτσι ο Λίλλης, ο «απατεώνας» κατά τα ΜΜΕ του καλοκαιριού του 2013, έγινε το φθινόπωρο του 2013, απλός μάρτυρας, και μάλιστα «αξιόπιστος» και κακοί έγιναν κάποιοι άλλοι. Και πόσοι δημοσιογράφοι διαμαρτυρήθηκαν για την απάτη; Πειθήνιοι. Και τα στοιχεία ήταν εκεί- και για την συμφέροντα του Χάσικου, και για την μετατροπή του Λίλλη από "μεγάλο απατεώνα" σε "αθώα περιστερά" - αξιόπιστο μάρτυρα. Ακόμα και όταν ακούστηκαν δημόσια οι κασέτες, τον Φεβρουάριο του 2014, με τον δικηγόρο του Λίλλη να αναφέρεται στη συμφωνία με τον βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, ο διευθυντής σύνταξης του Φιλελευθέρου, λ.χ., λες και ήταν δικηγόρος του κ. Ερωτοκρίτου, έτρεξε να τις λογοκρίνει -  είναι «κουβέντες του καφενέ» αποφάνθηκε. Ενώ οι ακροβατισμοί των μεταμορφώσεων του Λίλλη ήταν απόλυτα αξιόπιστοι. Και έτσι, ο Λίλλης έγινε αξιοσέβαστος μάρτυρας – ο οποίος μάλιστα όταν απείλησε δημοσιογράφους για το πώς παρουσίαζαν τη δίκη, ελάχιστοι τόλμησαν να θέσουν την εξόφθαλμη αντίφαση της σύγκρισης με την Πάφο – εκεί οι απειλές προκάλεσαν σύλληψη του δημάρχου, στην περίπτωση του «αξιοσέβαστου μάρτυρα» του κ. Ρίκκου, δεν έγινε τίποτα.. Και ο κ. Λίλλης θέλει μάλιστα και 4 εκατομμύρια από το ταμείο συντάξεως.  Και όσοι ανησυχούσαν για εκείνο το ταμείο – και σκόπιμα το λάνσαραν σχεδόν σαν δημόσιο χρήμα – ξαφνικά έπαθαν αφλογιστία.

Το μεγαλύτερο σκάνδαλο για το οποίο αργά ή γρήγορα η κυπριακή δικαιοσύνη θα πρέπει να ασχοληθεί είναι ότι, όχι μόνο κατασκευάστηκε το θέαμα, αλλά και ότι χαρίστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε Λίλλη και Φαντούση. Και σε αυτό η ευθύνη των ΜΜΕ είναι πια απροκάλυπτη.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου