4 Οκτ 2014

«Το δικαστήριο ήταν εκεί αλλα η δικαιοσύνη την αλλού» [ η δικαστική δικαιολόγηση της απόφασης της πλειοψηφίας του ΔΣ της Αγγλικής σχολής να μην επιτρέψει ούτε μια μουσουλμανική αργία] Το ανόητο πείσμα μιας αππωμένης πτέρυγας της αστικής τάξης της Λευκωσίας ή πως μερικοί πολεμούν τον ίσκιο τους και κάνουν πάσες στους υποτιθέμενους αντίπαλους τους


Η απόφαση της δικαστού, του Ανώτατου να μην παρέμβει για να διασφαλιστεί το δικαίωμα των μουσουλμανικής καταγωγής μαθητών της Αγγλικής Σχολής, να έχουν έστω και μια αργία από τη δική τους θρησκεία ήταν μια θλιβερή απόφαση σε πολλαπλά επίπεδα. Δικαστικά, όπως παρατήρησε ο Ν. Τριμικλινιώτης, ήταν μια ακόμα προσπάθεια να παραβλεφθεί η σαφής πρόνοια του συντάγματος για σεβασμό των δικαιωμάτων και των δυο κοινοτήτων – με τη δικαιολογία του δικαίου της ανάγκης.

«…τίθενται διάφορα σημαντικά ζητήματα για το πώς κατανοεί τον ρόλο του το ίδιο το δικαστήριο σε σχέση με την προστασία των πολιτών από τις διακρίσεις, καθήκοντα που πηγάζουν από το Σύνταγμα, τις διάφορες Διεθνείς Συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Το τραγικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι επιβεβαιώνεται η συστηματική αδυναμία προστασίας πολιτών, ιδίως των τ/κ, σε σχέση με θέματα που άπτονται του κυπριακού προβλήματος. Φαίνεται ότι το «καθεστώς εξαίρεσης» με την εφεύρεση και διαιώνιση του «δόγματος της ανάγκης» δεν λειτουργεί μόνο ρητά και με κάποια υποτυπώδη έστω δικαιολόγησης στη βάση του «αναγκαίου», της «έκτακτης ανάγκης» ή της «έκρυθμης κατάστασης»,[4] αλλά και άρρητα μέσα από τον φορμαλισμό και τις δαιδαλώδεις και γραφειοκρατικές συζητήσεις επί της διαδικασίας. Παρότι ουδεμία αναφορά έγινε από το δικαστήριο, είναι γνωστό και οφείλουμε να αναφέρουμε ότι η ρήτρα του συντάγματος που «αναστέλλει» επ’ αόριστο τις θρησκευτικές αργίες των Μουσουλμάνων εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία του «δόγματος της ανάγκης».  http://thetrim1.blogspot.com/2014/09/blog-post_30.html


Το δίκαιο της ανάγκης ως υπεκφυγή που αδυνατεί να αντιληφθεί τον κόσμο και την εποχή στην οποία απευθύνεται

Με τέτοιες υπεκφυγές, ωστόσο, εκείνο που ίσως κάποτε να ήταν αναγκαίο για να στηριχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία μετατρέπεται σήμερα σε θλιβερή δικαιολογία για να μη αναγνωρίζονται τα δικαιώματα μιας ολόκληρης θρησκευτικής ομάδας - και της κοινότητας, η οποία είναι συνιστώσα δημιουργός της πολιτείας και θα είναι και στο μέλλον συνιστών μέρος σε οποιοδήποτε σενάριο λύσης ή συμβίωσης σε ευρωπαϊκό πλαίσιο. Και είναι πράγματι άξιον απορίας, αν η συγκεκριμένη δικαστής κατανοεί τις προεκτάσεις της υπεκφυγής – ή απλώς νομίζει ότι ο μαγικός κόσμος της απόλυτης εξουσίας του δικαστηρίου, έχει οποιαδήποτε αξία ή σημασία για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, που θα πληροφορηθεί ότι μια ελληνοκύπρια δικαστής αποφάνθηκε ότι είναι εντάξει να έχει ένα σχολείο μια μεγάλη ομάδα μουσουλμάνων μαθητών, σε μια πολιτεία που ισχυρίζεται ότι είναι δικοινοτική και σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο ένα συμβούλιο διορισμένο από την κυβέρνηση αυτής της πολιτείας, να καταργεί τη μοναδική αργία της μειοψηφίας. Και η δικαστής δεν διαπίστωσε κανένα πρόβλημα – απλώς σχολίασε τα τεχνικά σημεία. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι για δεκαετίες στις ΗΠΑ πολλοί δικαστές δεν έβλεπαν κανένα πρόβλημα με το καθεστώς των φυλετικών διακρίσεων και του  διαχωρισμού στον νότο - παρά τα όσα γράφει στο σύνταγμα της χώρας τους. Χρειάστηκε, προφανώς, μια γενναία απόφαση την δεκαετία του 1950 για να ξεπεραστούν οι υπεκφυγές των εκεί οπαδών των καθεστώτων εξαίρεσης.

Η δικαιολογία του δικαστηρίου για να μην ασχοληθεί με το θέμα είχε ουσιαστικά δυο σκέλη: από την μια επικαλέστηκε το ότι η Επίτροπος Διοίκησης έκανε «εισήγηση» και άρα θα έπρεπε αυτή [σαν δικαστής] να πάρει απόφαση εφαρμογής της απόφασης για ισονομία, ενώ ουσιαστικά απέδωσε την κίνηση του να αποφύγει την εφαρμογή της ισονομίας και της προστασίας των δικαιωμάτων των αδύναμων [της μειονότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση] στο ότι το ίδρυμα ανήκει με άλλη δικαστική απόφαση στο «ιδιωτικό δίκαιο», έστω και αν το δημόσιο διορίζει 10 από τα 11 μέλη του Συμβουλίου και έστω και αν είναι ακριβώς αυτά τα μέλη που αποφάσισαν να στερήσουν από τα παιδιά με καταγωγή από την μουσουλμανική κοινότητα το δικαίωμα να έχουν και αυτά έστω και μια δική τους θρησκευτική αργία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η απόφαση κάνει και αναφορά στο καθεστώς των κοινοτήτων όσον αφορά στην εκπαίδευση – λες και θέλει να υπενθυμίσει ότι το σύνταγμα του 1960 ήθελε χωριστά τις δυο κοινότητες. Και παραβλέπει ότι για το συμφέρον των ελληνοκύπριων, το σύνταγμα άλλαξε και δημιουργήθηκε υπουργείο παιδείας. Τί άλλο χρειάζεται, πια, για να τεκμηριωθεί πόσο προκατελειμενη είναι η απόφαση; Θα έπρεπε ίσως οι κύπριοι δικαστές, γενικά, να μελετήσουν το ήθος της πρακτικής του δικαστή Ζεκκιά, ο οποίος παρά την καταγωγή του, τολμούσε τη δεκαετία του 1950 να αμφισβητήσει την αποικιακή διοίκηση και να υπερασπιστεί δικαιώματα των ελληνοκυπρίων.

Και αυτό το Συμβούλιο που πολεμά φαντάσματα, ποιούς εξυπηρετεί; Διορίστηκε από τον Αναστασιάδη για να μεταφέρει στους τουρκοκύπριους το μήνυμα ότι δεν θα γίνουν σεβαστές ούτε καν οι θρησκευτικές τους γιορτές, όταν είναι με τους ελληνοκύπριους;
Αν αυτή η απόφαση ήταν απλώς υπενθύμιση της θλιβερής κατάστασης που επικρατεί ακόμα στον νομικό χώρο με την επιλεκτική και χωρίς σεβασμό στην ισόνομη εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης, η επίμονη της πλειοψηφίας του διορισμένου συμβουλίου μόνο σαν κωμική μπορεί να χαρακτηρισθεί. Είναι άξιον απορίας τί θεωρούν ότι πέτυχαν με αυτήν την ανόητη κίνηση εμπάθειας οι διορισμένοι από την κυβέρνηση Αναστασιάδη.


Και αξίζει να αναφερθεί αυτό. Διότι κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διακυβέρνησης, η υστερία μερίδας της αστικής τάξης της Λευκωσίας έφτασε σε σημείο να καλλιεργεί το κλίμα ότι κινδυνεύει το «σχολείο τους» από τους αριστερούς-κομμουνιστές και τους τούρκους. Πολεμούσαν την προσπάθεια λύσης ενδεχομένως, αλλά και ότι υπήρχε αριστερός πρόεδρος με το να δαιμονοποιούν, όπως οι προγονοί τους σε άλλες δεκαετίες. Αν εκείνη η υστερία ήταν ένδειξη της ιστορικής ανωριμότητας αυτής της μερίδας της αστικής τάξης, η επίμονη της μετά αγγίζει πια τα όρια του κωμικού. Πρόκειται για άτομα που διορίστηκαν μέσα από το γνωστό ρουσφετολογικό κύκλωμα των γλειψιμάτων, που χαρακτηρίζουν τους διορισμούς που βλέπουμε ευρύτερα – όπως λ.χ. την γραφική, για τον χώρο της παιδείας, περίπτωση Κενεβέζου. Δεν είχε φυσικά τίποτα το αξιοκρατικό ο διορισμός των συγκεκριμένων μελών. Αλλά δεν παύουν από το να έχουν διοριστεί από τον πρόεδρο που ήθελε να πει «ναι» το 2004 και άρα δεν τον πείραζε καθόλου η ύπαρξη μουσουλμανικών γιορτών. Αν διαφωνούν με αυτό, τότε το ήθος απαιτεί να αρνηθούν να αναλάβουν τις καρέκλες. Έτσι, λοιπόν, δεν πολεμάνε τώρα ούτε τους κακούς κομμουνιστές, ούτε τους κακούς νενέκους – είναι οι ίδιοι οι διορισμένοι του Αναστασιάδη που κάνουν αντιπολίτευση στην πολιτική, που υποτίθεται θα έπρεπε να υπηρετούν με τον διορισμό τους.

Μπορεί να πει κάποιος ότι ο πραγματικός τους «εχθρός» είναι οι «τούρκοι». Μια ακόμα ανόητη κίνηση ανωριμότητας ανθρώπων, που δεν κατάλαβαν ακόμα γιατί ήταν τόσο αναμενόμενη η 20η Ιουλίου μετά την 15η Ιουλίου. Διότι και σήμερα τί θα σημαίνει στο μέλλον αυτήν η γελοία ρατσιστική απόφαση; Ότι θα την περιφέρει ο κάθε τούρκος και τουρκοκύπριος εθνικιστής ως ένδειξη του γιατί οι τουρκοκύπριοι πρέπει να έχουν έξτρα προστασία, αφού ακόμα και στην ευτελή περίπτωση ενός σχολείου όπου πλήρωναν κιόλας, και χωρίς να υπάρχουν τουρκοκύπριοι καθηγητές –ήταν δηλαδή πρόθυμοι να αποδεχτούν ένα είδος καθεστώτος μειονότητας - η διορισμένη ελληνοκυπριακη πλειοψηφία του ΔΣ ήταν τόσο κοντόφθαλμη και μικροπρεπής, που δεν τους έδινε ούτε καν μια θρησκευτική αργία. Τί να πει κανείς; Τέτοιο Δώρο στην Τουρκία είχε καιρό να δοθεί.

Η ευθύνη της κυβέρνησης είναι τεράστια. Αυτή διόρισε σαν συμβούλιο, αυτά τα άτομα, στο μόνο σχολείο που θα μπορούσε να υπάρχει συμβίωση, εξευτέλισε την πολιτική της ελληνοκυπριακης κοινότητας, και της Κυπριακής Δημοκρατίας, από το 1974. Όταν το νυν κυβερνών κόμμα και τα έντυπα που το στηρίζουν, φώναζαν εναντίον του Τάσσου Παπαδόπουλου μετά το 2004, προφανώς δεν κατανοούσαν την συνέπεια τουλάχιστον της πολιτικής εκείνου του προέδρου – ο οποίος μπορεί μεν να είπε όχι στο δημοψήφισμα, αλλά κατανοούσε ότι έπρεπε να στείλει ένα μήνυμα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα – και έκανε ότι μπορούσε για να γίνει η Αγγλική Σχολή ένας χώρος συμβίωσης. Και αυτή η κυβέρνηση με πρόεδρο του «ναι» διόρισε ένα συμβούλιο που προσβάλει την κοινή νοημοσύνη, όχι μόνο των τουρκοκυπρίων, αλλά και όσων ελληνοκυπρίων σέβονται τον εαυτό τους ως πολίτες που πιστεύουν και θέλουν καθεστώς ισονομίας.

Με τέτοιες υπεκφυγές, ωστόσο, εκείνο [το δικαιο της αναγκης] που ίσως κάποτε να ήταν αναγκαίο για να στηριχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία μετατρέπεται σήμερα σε θλιβερή δικαιολογία για να μη αναγνωρίζονται τα δικαιώματα μιας ολόκληρης θρησκευτικής ομάδας….
[οι] προεκτάσεις της υπεκφυγής.. για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, που θα πληροφορηθεί ότι.. αποφάνθηκε ότι είναι εντάξει να έχει ένα σχολείο μια μεγάλη ομάδα μουσουλμάνων μαθητών, σε μια πολιτεία που ισχυρίζεται ότι είναι δικοινοτική και σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο ένα συμβούλιο διορισμένο από την κυβέρνηση αυτής της πολιτείας, να καταργεί τη μοναδική αργία της μειοψηφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου