25 Οκτ 2014

Δελτίο Τύπου σε σχέση με την ακύρωση από Βελγικό δικαστήριο απόφασης επιστροφής υπηκόου τρίτης χώρας στην Κύπρο βάσει του Κανονισμού του Δουβλίνου



Στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, το Συμβούλιο Μεταναστευτικών Διαφορών του Βελγίου (Conseil des Contentieux des Etrangers)[1], ακύρωσε την απόφαση των βελγικών μεταναστευτικών αρχών για επιστροφή στην Κύπρο αιτήτριας ασύλου από το Καμερούν[2]. Η αιτήτρια ασύλου έφτασε στο Βέλγιο το Δεκέμβριο του 2013 και υπέβαλε αίτημα ασύλου. Δεδομένου ότι είχε προηγουμένως υποβάλει αντίστοιχο αίτημα στην Κύπρο, οι βελγικές αρχές εφάρμοσαν τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙ[3] και αποφάσισαν να την προωθήσουν πίσω στην Κύπρο, ώστε να συνεχιστεί εκεί η εξέταση του αιτήματός της. Η ενδιαφερόμενη προσέφυγε ενώπιον του Συμβουλίου υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή της στην Κύπρο θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του άρθρου 3[4] της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ανέφερε, ειδικότερα, ότι είχε εγκαταλείψει την Κύπρο γιατί εκεί έτυχε μεταχείρισης ως «η μικρή νέγρα». Εξήγησε, δε, ότι το άτομο που την μετέφερε στην Κύπρο την εξανάγκαζε στην πορνεία και ότι, όταν μετά από δύο μήνες καταναγκαστικής πορνείας κατάφερε να διαφύγει, συνελήφθηκε από την Αστυνομία, τραυματίστηκε κατά τη σύλληψή της, δέχτηκε προσβολές στο χώρο κράτησής της και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει επαρκώς εξαιτίας της απουσίας μεταφραστή. Παράλληλα, δεν της δόθηκε πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, σε ψυχολογική υποστήριξη, σε νομική συμβουλή ή σε επαφή με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Βάσει των πιο πάνω, η αιτήτρια δεν είχε εμπιστοσύνη ούτε στο κυπριακό σύστημα ασύλου, ούτε στην κυπριακή αστυνομία. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, προσκόμισε εκθέσεις Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, όπως της Διεθνούς Αμνηστίας, που αναφέρονταν σε ελλιπείς συνθήκες υποδοχής των αιτητών ασύλου, σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων των άτυπων μεταναστών και απουσία αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο.
Το Συμβούλιο Μεταναστευτικών Διαφορών εξέτασε κατά πόσο οι βελγικές μεταναστευτικές αρχές είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή  του Κανονισμού του Δουβλίνου. Ειδικότερα, ο Κανονισμός θέτει την αρχή ότι ένα μόνο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου και ορίζει τα κριτήρια προσδιορισμού, για κάθε αιτητή ασύλου, του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), κατέστησε, μέσα από τη νομολογία[5] του, σαφές ότι, ο Κανονισμός δεν είναι δυνατόν να λειτουργεί ως εξαίρεση από την υποχρέωση των κρατών να μην προωθούν ένα αιτητή ασύλου σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος όπου είναι πιθανή η κακομεταχείρισή του ή η επαναπροώθησή του σε τρίτο κράτος όπου θα υποστεί παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Συνεπώς, απαγορεύεται η προώθηση ενός προσώπου σε κράτος όπου υπάρχουν εύλογες ανησυχίες σε σχέση με την κατάσταση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη σοβαρού και υπαρκτού κίνδυνου για το πρόσωπο αυτό.  Η πιο πάνω αρχή έχει πλέον ενσωματωθεί στον αναθεωρημένο Κανονισμό του Δουβλίνου[6], στον οποίο προβλέπεται ρητά ότι καθίσταται αδύνατη η μεταφορά αιτητή ασύλου στο κράτος μέλος που έχει προσδιορισθεί πρωτίστως ως υπεύθυνο, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων στο εν λόγω κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης[7].

Το βελγικό Συμβούλιο στην υπόθεση που είχε ενώπιον του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο το περιεχόμενο των δηλώσεων της αιτήτριας, όσο και οι πληροφορίες που είχαν προσκομιστεί σε σχέση με τη γενική κατάσταση της προστασίας των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων στην Κύπρο, επέβαλλαν στις βελγικές μεταναστευτικές αρχές την ενδελεχή και επισταμένη εξέταση της υπόθεσης, κάτι που δεν έγινε.  Δεδομένου, συνεπώς, ότι δεν αποκλείστηκε, με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο, ότι η επιστροφή της αιτήτριας στην Κύπρο δεν ενέχει κίνδυνο για απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείρισή της, το Συμβούλιο ακύρωσε την απόφαση επιστροφής. Με αυτό τον τρόπο, το Βελγικό Συμβούλιο, παρότι δεν διατύπωσε την άποψη ότι στην Κύπρο υπάρχει παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντούτοις αποδέχτηκε ότι, από τη σκοπιά του ευρωπαϊκού δικαίου, η Κύπρος δεν τεκμαίρεται άνευ ετέρου, ασφαλής χώρα, τουλάχιστον όσον αφορά στις κατηγορίες των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων.

 Η θέση αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, αφού ενώ η ανταπόκριση της Κύπρου προς διεθνείς και ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις θα έπρεπε να θεωρείται αυταπόδεικτη και δεδομένη πλέον τίθεται υπό αμφισβήτηση. Οι συνέπειες, δε, θα είναι ακόμα πιο σοβαρές αν επικρατήσει η εικόνα, ότι, σύμφωνα και με την ορολογία του Δουβλίνου ΙΙΙ, στην Κύπρο παρατηρούνται «συστημικές ελλείψεις στη διαδικασία ασύλου και στις συνθήκες υποδοχής, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.» Μια τέτοια εξέλιξη όχι μόνο θα πλήξει την εικόνα της χώρας διεθνώς, αλλά και θα αποδυναμώσει την πειστικότητά της όταν διεκδικεί καλύτερους όρους στο χειρισμό των μεταναστευτικών και προσφυγικών ζητημάτων. Κύρια, όμως, θα σημαίνει υποτίμηση του ευρύτερου συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα μας, αφού στον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος αντιμετωπίζει τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι αιτητές ασύλου ή τα θύματα εμπορίας προσώπων, αντανακλάται το συνολικό επίπεδο του δημοκρατικού και δικαιοκρατικού πολιτισμού του. 
Είναι, συνεπώς, απαραίτητο οι αρμόδιες πολιτειακές αρχές να προβληματιστούν από την πρόσφατη απόφαση του Βελγικού δικαστηρίου και να επιδιώξουν τη βελτίωση και ενίσχυση των διαδικασιών που εφαρμόζονται για προστασία των αιτητών ασύλου και των θυμάτων εμπορίας προσώπων. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι, η εν λόγω δικαστική απόφαση επισφραγίζει ένα νέο σύστημα συλλογικής ευθύνης των κρατών μελών της Ε.Ε., που αναπόφευκτα οδηγεί σε κάποιου είδους ιδιότυπης μεταξύ τους λογοδοσίας. Με άλλα λόγια, για να μπορεί ένα κράτος να διασφαλίζει ότι η μεταφορά ενός προσώπου σε άλλο κράτος μέλος δεν θα υποβάλει σε κίνδυνο το πρόσωπο αυτό προϋποτίθεται ότι κάθε κράτος παρακολουθεί, αξιολογεί και κρίνει την ορθότητα και την αποδοτικότητα, τόσο του συστήματος ασύλου, όσο και του ευρύτερου πλαισίου προστασίας δικαιωμάτων, που εφαρμόζει κάθε επιμέρους ευρωπαϊκό κράτος. Υπό την έννοια αυτή, οι εσωτερικές διαδικασίες του κράτους βρίσκονται υπό την επιτήρηση και την εποπτεία των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών, με αποτέλεσμα, αφενός να επιτυγχάνεται καλύτερο επίπεδο εναρμόνισης της προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων που παρέχεται στο σύνολο της ευρωπαϊκής επικράτειας, και αφετέρου να αυξάνεται η πίεση προς τα κράτη εκείνα που παραλείπουν να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις τους για να πράξουν όσα οφείλουν. 



[1] Είναι το Διοικητικό Δικαστήριο που εξετάζει τις προσφυγές κατά ατομικών αποφάσεων που αφορούν σε ζητήματα ασύλου και μετανάστευσης
[2] Απόφαση με αρ. 129604
[3] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 343/2003 της 18ης Φεβρουαρίου 2003, «για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας»
[4] «Κανένας δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια, ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές»
[5] Τ. Ι. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Νο 43844/98, 7 Μαρτίου 2000),  Κ. R. S. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Νο 32733/08, 2 Δεκεμβρίου 2008) και  M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (Νο 30696/09, 21 Ιανουαρίου 2011)
[6] Κανονισμός αριθ. 604/2013 της 26ης Ιουνίου 2013, ο οποίος ισχύει για τα αιτήματα ασύλου που υποβάλλονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2014
[7] Άρθρο 3, εδάφιο 2

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου