7 Σεπ 2014

Οι συζητήσεις στις ΗΠΑ για το οικονομικό αδιέξοδο της μετά-την-κρίση-στασιμότητας ή πώς να κάνουν bypass τη λιτότητα που κήρυσσαν προηγουμένως ως "την" λύση. Ακόμα και το «Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων» το λέει: «Καιρός να βρέξει χρήματα στις λεωφόρους»

Της Έλεν Μπράουν

Μπορείς να βασίζεσαι στους Αμερικανούς ότι τελικά θα κάνουν το σωστό, όταν έχουν ήδη δοκιμάσει όλα τα άλλα
 Γουϊνστον Τσιώρτσιλ

Όταν ένα άρθρο παρουσιάζεται στο [περιοδικό] Foreign Affairs, το όργανο του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων που καθορίζει πολιτικές, και προτείνει όπως η Ομόσπονδη Τράπεζα ρίξει χρήμα απευθείας στο 99% [της κοινωνίας], τότε ξέρεις ότι η Κεντρική Τράπεζα παίζει το τελευταίο της χαρτί.

Το τεύχος Σεπτεμβρίου/ Οκτωβρίου του Foreign Affairs παρουσιάζε ένα άρθρο των Mark Blyth και Eric Lonergan με τον τίτλο: «Να τυπώνετε λιγότερα και να μεταφέρετε περισσότερα: Γιατί οι Κεντρικές Τράπεζες πρέπει να δώσουν χρήματα απευθείας στον κόσμο»[1]. Κάτι τέτοιο ακούγεται μόνο από μεταρρυθμιστές και άτομα που ενθουσιάζονται για την κοινωνική πίστωση που είναι μακρυά από τα συυνηθισμένα. Τί γίνεται;

Φαίνεται ότι έχουν τελειώσει τα πυρομαχικά[2] της  Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Πρέπει να μειώσει το πρόγραμμα ποσοστικής χαλάρωσης, το οποίο εξαντλεί τα ομόλογά της και τις εξασφαλίσεις ενυπόθηκων δανείων  που χρειάζονταν[3] και που αποτελούν τη μηχανή για το παιχνίδι κάλυψης των τραπεζιτών. Η πολιτική μηδενικού επιτοκίου της Ομοσπονδιακής τράπεζας (Zero Interest Rate Policy – ZIRP) επίσης προκάλεσε σοβαρές παράπλευρες απώλειες. Οι τράπεζες, οι οποίες λαμβάνουν χρήματα, τα καταθέτουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς με επιτόκιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ή αγοράζουν ξένα χρέη ή κερδοσκοπούν με αυτά, και τα κέρδη επιστρέφονται στο 1% που τα τοποθετεί σε offshore αποφεύγοντας τη φορολόγηση. Ακόμα χειρότερα, οποιαδήποτε αύξηση παροχής από αυξημένο δανεισμό, αυξάνει το συνολικό χρέος και επιδεινώνει το κόστος χρηματοδότησης, τα οποία αποτελούν ήδη ένα σημαντικό εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη.

Εν τω μεταξύ, η οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται στο χείλος του αποπληθωρισμού. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα χρειάζεται να ανεβάσει την προσφορά χρήματος και να τονώσει τη ζήτηση με κάποιο άλλο τρόπο. Όλα τα άλλα έχουν αποτύχει και αποφεύγει να προσπαθεί αυτό που υποστήριζαν για δεκαετίας οι μεταρρυθμιστές – να βάλει χρήματα στις τσέπες του κόσμου, αυτού που πραγματικά ξοδεύει σε αγαθά και υπηρεσίες.

Μια ρίψη με ελικόπτερο σε λεωφόρο
Οι Blyth και Lonergan γράφουν:
«Χαμηλός πληθωρισμός δημιουργείται όταν άνθρωποι και επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα διστακτικοί να ξοδέψουν τα χρήματά τους, κάτι το οποίο διατηρεί την ανεργία σε ψηλά επίπεδα και το ρυθμό αύξησης των μισθών χαμηλό. Στην ευρωζώνη, ο πληθωρισμός πρόσφατα έπεσε, πλησιάζοντας επικίνδυνα το μηδέν... Στην καλύτερη περίπτωση, οι παρούσες πολιτικές δεν φέρουν αποτέλεσμα. Στη χειρότερη περίπτωση θα οδηγήσουν σε περαιτέρω αστάθεια και παρατεταμένη στασιμότητα.»
Οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν κάτι καλύτερο. Αντί να προσπαθούν να τονώσουν τον ιδιωτικό τομέα μέσα από επιπρόσθετες δαπάνες ή αλλαγές στα επιτόκια, οι κεντρικές τράπεζες, όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα, πρέπει να δώσουν ρευστό απευθείας στους καταναλωτές. Πρακτικά, αυτή η πολιτική πρέπει να λάβει τη μορφή της παροχής στις κεντρικές τράπεζες της δυνατότητας να πληρώνουν στα φορολογούμενα νοικοκυριά των χωρών τους με ένα συγκεκριμένο ποσό. Η κυβέρνηση θα πρέπει να μοιράσει τα ποσά ισότιμα σε όλα τα νοικοκυριά ή ακόμα καλύτερα να στοχεύσει στο 80% των νοικοκυριών βάσει εισοδήματος. Στοχεύοντας αυτούς που κερδίζουν τα λιγότερα, θα έχει δύο επιπρόσθετα πλεονεκτήματα.  Πρώτο, τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα είναι πιο επιρρεπή στο να καταναλώνουν, επομένως, θα ξοδεύουν περισσότερο. Κατά δεύτερο, η πολιτική αυτή θα αντισταθμίσει την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας.

Τα χρήματα απευθείας στους καταναλωτές δεν είναι μια νέα ιδέα για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Ο Ben Bernanke το πρότεινε το 2002, κατά την περιβόητη ομιλία του στους γιαπωνέζους που εγκλωβίστηκαν σε παρόμοια παγίδα του αποπληθωρισμού τότε. Αλλά οι γιαπωνέζοι αγνόησαν τη συμβουλή. Σύμφωνα με τους Blyth και Lonergan:
«Ο  Bernanke υποστήριξε ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας έπρεπε να δράσει πιο επιθετικά και εισηγήθηκε μια αντισυμβατική επιλογή: δώστε μετρητά απευθείας στα ιαπωνικά νοικοκυριά. Οι καταναλωτές θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν την έκτακτη ρευστότητα για να δημιουργήσουν έξοδο από την κρίση και να οδηγήσουν την άυξηση της ζήτησης και αύξηση των τιμών.
Ο συντηρητικός οικονομολόγος Milton Friedman είδε [ως λύση] την έκκληση για απευθείας μεταφορές χρημάτων, κάτι που παρομοίασε με ρίψη μετρητών από ελικόπτερο. Στην Ιαπωνία δεν έγινε προσπάθεια να υλοποιηθούν [οι δύο λύσεις], αλλά ούτε και η οικονομία της χώρας ανέκαμψε πλήρως ποτέ. Μεταξύ 1993 και 2003, οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης της Ιαπωνίας δεν ξεπέρασαν κατά μέσο όρο το 1%.»

Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας πνίγεται στο χρέος, και οι κεντρικές τράπεζες έχουν παίξει όλα τους τα χαρτιά. Οι Blyth και Lonergan γράφουν:
«Έχει περάσει κατά πολύ «το παρά πέντε» για τους πολιτικούς των ΗΠΑ – όπως και των ομολόγων τους σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες – για να υιοθετήσουν τις ρίψεις με ελικόπτερο του  Friedman. Βραχυπρόθεσμα, τέτοιες μεταφορές μετρητών θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην οικονομία. Μακροπρόθεσμα, θα μπορούσαν να μειώσουν την εξάρτηση από το τραπεζιτικό σύστημα και ανάπτυξη και την αντιστροφή της τάσης της αυξανόμενης ανισότητας. Οι μεταφορές δεν θα προκαλούσαν επιζήμιο πληθωρισμό, και μερικοί αμφιβάλουν αν θα μπορούσε κάτι τέτοιο να λειτουργήσει. Το μόνο πραγματικό ερώτημα είναι γιατί καμιά κυβέρνηση δεν το έχει δοκιμάσει.»

Ο Μπαμπούλας του υπερπληθωρισμού
Ο κύριος λόγος που οι κυβερνήσεις δεν έχουν δοκιμάσει αυτή την προσέγγιση, κατά τους συγγραφείς, είναι η διαδεδομένη πεποίθηση ότι κάτι τέτοιο θα ενεργοποιήσει τον υπερπληθωρισμό. Αλλά όντως θα γίνει κάτι τέτοιο; Σε ένα άρθρο του περιοδικού Forbes με τίτλο “Money Growth Does not Cause Inflation!”[4] ο John Harvey υποστηρίζει ότι ο κανόνας όπως διδάσκεται στα μαθήματα οικονομικών βασίζεται σε ορισμένες μη έγκυρες υποθέσεις. Η φόρμουλα είναι MV = Py.
Όταν η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος (V) και η ποσότητα των αγαθών που πωλούνται (y) είναι σταθερά και προστεθούν τα χρήματα (M), πρέπει να ανέβουν οι τιμές (P). Αλλά, λέει ο Harvey,  το V [η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος] και το y [η ποσότητα των αγαθών που πωλούνται], δεν είναι σταθερά. Όσο περισσότερα χρήματα ξοδεύουν οι άνθρωποι (Μ), τόσο περισσότερα χρήματα αλλάζουν χέρια (V) και τόσα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες πωλούνται (y). Μόνο όταν το V [η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος] και το y [η ποσότητα των αγαθών που πωλούνται] φτάσουν τα όριά τους – μόνο όταν η ζήτηση κορεστεί και η παραγωγικότητα φτάσει σε πλήρη δυναμικότητα – οι τιμές [των καταναλωτικών αγαθών] θα οδηγηθούν σε άνοδο. Και δεν  πλησιάζουν καν σε τέτοια επίπεδα στο παρόν στάδιο.

Το παραγωγικό κενό των ΗΠΑ[5] - η διαφορά μεταξύ του πραγματικού αποτελέσματος (y) και του δυνητικού αποτελέσματος – υπολογίζεται στην παρούσα φάση περίπου στο 1 τρις δολάρια ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι η προσφορά χρήματος θα μπορούσε να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 1 τρις δολάρια, χωρίς να οδηγήσει στην αύξηση των τιμών.

Όσον αφορά στο V [η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος], το αντίστοιχο ποσοστό για το ελάχιστο 80% (του στοχευμένου πληθυσμού των Blyth και Lonergan) είναι η ταχύτητα του M1 -  νομίσματα, χαρτονομίσματα δολαρίων και επιταγές. Το 75% των αμερικανών ζουν τώρα «μεροδούλι – μεροφάι»[6]. Μόλις πληρώνονται, ξοδεύουν τα χρήματα. Δεν εμπορεύονται σε κάποια μορφή επένδυσης τα επονομαζόμενα «κοντινά χρήματα» (near money) και «εντελώς κοντινά χρήματα» (near near money)[7] που συνθέτουν το μεγαλύτερο μέρος του Μ2 και Μ3 [Μ=οι μορφές χρήματος που κυκλοφορούν].

Η ταχύτητα του Μ1[νομίσματα, χαρτονομίσματα δολαρίων και επιταγές] το 2012 ήταν στο 7 (κάτω από το υψηλό 10 του 2007)[8]. Αυτό σημαίνει ότι το Μ1 άλλαξε χέρια εφτά φορές κατά το 2012 – από τη νοικοκυρά στο μπακάλη, στον παραγωγό κλπ. Με δεδομένο ότι κάθε παραλήπτης οφείλει φόρους γι’ αυτά τα χρήματα, αυξάνοντας το ΑΕΠ κατά ένα δολάριο, αυξάνεται και η φορολογική βάση κατά 7 δολάρια.

Τα συνολικά φορολογικά έσοδα ως ένα ποσοστό του ΑΕΠ ήταν 24.3% για το 2012[9]. Επεκτείνοντας από αυτούς τους αριθμούς ένα δολάριο, που ξοδεύτηκε εφτά φορές για αγαθά και υπηρεσίες, μπορούσε να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα του κράτους κατά 7Χ24.3%=1.7 δολάρια. Το κράτος θα μπορούσε να πάρει ως επιστροφή περισσότερους φορους από όσα πλήρωσε. Ακόμα και με κάποιες διαρροές σε αυτούς τους αριθμούς, το σύνολο του μερίσματος που πληρώθηκε από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα θα μπορούσε να φορολογηθεί πίσω στο κράτος, ώστε η προσφορά χρήματος να μην αυξηθεί καθόλου.

Υποθέστε ότι μερίσματα αξίας 1 τρις εκδόθηκαν ως χρεωστικές κάρτες και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο για αγαθά και υπηρεσίες. Με ένα πρόχειρο υπολογισμό εάν 1 τρις δολάρια μοιράζονταν ανάμεσα σε όλα τα ενήλικα άτομα στις ΗΠΑ που κερδίζουν 35.000 δολάρια ετησίως, κάθε άτομα θα λάμβανε περίπου 600 δολάρια μηνιαίως. Εάν το σύνολο του μιρίσματος ήταν 2 τρις δολάρια, θα λάμβαναν 1.200 δολάρια μηνιαίως. Σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον θεωρητικά, όλα επιστρέφονται με τη μορφή φορολογίας στο κράτος χωρίς καμιά καθαρή αύξηση στην προσφορά χρήματος.

Υπάρχουν, επίσης, άλλοι τρόποι για να επιστραφούν χρήματα στο κράτος χωρίς να υπάρξει καθαρή αύξηση στην προσφορά χρήματος. Περιλαμβάνουν την κατάργηση φορολογικών κενών, τη φορολόγιση 21 τρις δολαρίων ή και περισσότερων που βρίσκονται κρυμμένα σε υπεράκτιους φορολογικούς παραδείσους, αύξηση των φορολογικών συντελεστώντων πλουσίων, όπως έγινε στα χρόνια της άνθησης που ακολούθησαν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη δημιουργία ενός συστήματος δημοσίων τραπεζικών ιδρυμάτων που θα επιστρέφουν επιτόκιο στο κράτος για τα δάνεια που συνομολούνται. Εάν οι τραπεζιτικές πιστώσεις τίθεντο σε δημόσια χρησιμότητα, περίπου 1 τρις δολάρια, θα επιστρέφετο στα κρατικά ταμεία ετησίως με τη μορφή τραπεζιτικών κερδών και εξοικονομήσεων στους τόκους του ομοσπονδιακού χρέους. Οι τόκοι που εισπράχθηκαν από τις αμερικανικές τράπεζες κατά το 2011 ανήλθαν στα 507 δις (από τα 725 δις το 2007) και το συνολικό επιτόκιο που πληρώθηκε για το ομοσπονδιακό χρέως ήταν 454 δις δολάρια.

Επομένως, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να επιστραφούν στο κράτος χρήματα που έχουν εκδοθεί ως εθνικό μέρισμα. Τα ίδια χρήματα θα μπορούσαν να δαπανηθούν και να συγκεντρώνονται χρόνο με το χρόνο, χωρίς να δημιουργηθεί πληθωρισμός τιμών ή υπεραποπληθωρισμός στην προσφορά χρήματος.

Γιατί είναι δουλειά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας;
Γιατί δεν τονώνεται η εργασιακή απασχόληση με τη χρηματοδότηση έργων υποδομής  από Κογκρέσο, όπως συχνά υποστηρίζουν οι πολιτικοί; Οι Blyth και Lonergan γράφουν:
«Το πρόβλημα με αυτές τις προτάσεις είναι ότι οι δαπάνες για υποδομές είναι χρονοβόρες στην αναζωογόνηση μιας προβληματικής οικονομίας .... Οι κυβερνήσεις θα έπρεπε ... να συνεχίσουν αν επενδύουν σε υποδομές και έρευνα, αλλά όταν αντιμετωπίζουν ανεπαρκή ζήτηση, πρέπει να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα πιο γρήγορα και άμεσα.»

Ακόμα, το να μπουν χρήματα στις τσέπες των ανθρώπων ακούγεται περισσότερα σαν δημοσιονομική πολιτική (αρμοδιότητα του κογκρέσου) από ότι νομισματική πολιτική (αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας). Αλλά η νομισματική πολιτική σημαίνει και διαχείριση της προσφοράς χρήματος, και αυτό είναι το σημείο απόκλισης. Το αντίδοτο για τον αποπληθωρισμό – μιας συρρίκνωσης στην προσφορά χρήματος – είναι το να προστεθεί περισσότερο. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα προσπάθησε να προσθέσει χρήματα για τους ισολογισμούς των τραπεζών μέσω ενός προγράμματος ποσοστικής χαλάρωσης, αλλά το αποτέλεσμα ήταν απλώς να οδηγήσει σε αύξηση τα κέρδη του 1% [του πληθυσμού]  και να πάρει τα χρήματα κατευθείαν σοτυς καταναλωτές που δημιούγησαν καταναλωτική ζήτηση.

Υπάρχει ακόμα ένας λόγος για τη μεταβίβαση της αρμοδιότητας της Ομοσπονδιακής Τράπεζας. Το κογκρέσο ταλανίζεται από ένα πολιτικό σύστημα που διατηρεί τους νομοθέτες σε ανοικτή μάχη, ένα αδρανές αδιέξοδο. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα, όμως, είναι «ανεξάρτητη». Τουλάχιστον είναι ανεξάρτητη από το κράτος. Βαδίζει στο ρυθμό της Γουώλ Στρητ, αλλά δεν έχει ανάγκη να ζητήσει άδεια από τους ψηφοφόρους ή νομοθέτες πριν ενεργήσει. Είναι βασικά μια δικτατορία. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα δεν ζήτησε άδεια να παραχωρήσει 85 δις δολάρια για να αγοράσει το 80% του μετοχικού μεριδίου μιας ασφαλιστικής εταιρείας (AIG), ή για να εκδόσει πέρα από 24 τρις δολάρια για πιστώσεις με χαμηλό επιτόκιο για τη διάσωση των τραπεζών, ή για την έκδοση τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε εκείνες τις «δοξασμένενες λειτουργίες της ανοικτής/ ελεύθερης  αγοράς» που ονομάζονται ποσοτική χαλάρωση. Όπως σημειώνεται σε ένα άρθρο – άποψη με τίτλο «How Dare the Fed Buy AIG» (Πώς τολμά η Ομοσπονδιακή Τράπεζα να αγοράσει την ασφαλιστική εταιρεία AIG» στο περιοδικό Atlantic:
«Είναι πιθανό να μην έχουν το δικαίωμα νομικά για να κάνουν κάτι τέτοιο. Η εξουσία τους είναι αυτή: ποιός θα τους εμποδίσει; Κανείς δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη για τέτοιο χάλι.»
Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος για να αναλάβει τη δουλειά η Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Είναι για την ακρίβεια προς όφελος των συμφερόντων των τραπεζών – το πραγματικό ενδιαφέρον της Ομοσπονδιακής Τράπεζας – να εκδίδονται   εθνικά μερίσματα για τις εργαζόμενες μάζες. Επιτόκιο και τέλη δεν μπορούν να εξασφαλιστούν από ανθρώπους υπό πτώχευση. Πιστωτής και οφειλέτης είναι σε σχέση συμβίωσης [και αλληλεξάρτησης]. Όπως τα παράσιτα και τους καρκίνους, η μετάσταση μεγαλώνει, διπλασιάζεται και αναδιπλασιάζεται μέχρι να καταναλωθεί  ο φορέας τους. Και τώρα, είμαστε στο τελικό στάδιο αυτού του κύκλου. Για να διατηρηθεί ο φορέας στη ζωή, οι πιστωτές πρέπει να ανανεώσουν την πηγή θρέψης τους. Επομένως, η ρίψη χρημάτων στη λεωφόρο δεν είναι μόνο το τελευταίο χαρτί της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, αλλά είναι και το κρίσιμο σημείο για να συνεχιστεί το παιχνίδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου