13 Σεπ 2014

Περιβαλλοντιστές και εργάτες του κόσμου Ενωθείτε !

Της Στεφανία Μπάρκα


Η σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και στο περιβάλλον είναι κατασκεύασμα του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό που χρειάζεται είναι μια ευρεία συμμαχία που να μπορεί να μεταμορφώσει ριζικά την παραγωγή.
Σήμερα, ακουγεται τόσο οικείο, σχεδόν φυσικό: οι αμοιβαία αποκλειόμενες απαιτήσεις και οι φαινομενικά αντίθετες ατζέντες τις εργασίας και του περιβαλλοντικού κινήματος. Αλλά στην πραγματικότητα, αυτή η τεχνητή διαίρεση δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια κρίσιμη νεοφιλελεύθερη στρατηγική για να διαιρέσει δύο από τα πιο ισχυρά κοινωνικά κινήματα της βιομηχανικής εποχής, των οποίων η συμμαχία μπορεί να είναι ένας επικίνδυνος σύνδεσμος με τη δυνατότητα να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ουσία του καπιταλιστικού «μαγκανοπήγαδου της παραγωγής». Επομένως, είναι σημαντικό το ότι εργασία και περιβαλλοντικοί οργανισμοί/ δημόσιας υγείας αποκτούν μια ιστορική προοπτική και συνειδητοποιούν την επαναστατική δυναμική ενός κοινού πολιτικού προγράμματος.

Ένα μέρος, όπου αυτό το γεγονός έγινε πιο ξεκάθαρα τα τελευταία χρόνια, είναι η ιταλική πόλη Ταράντο, Απουλια, όπου προέκυψε αριθμός οργανώσεων των πολιτών και «επιτροπές» ως απάντηση σε ένα από τις πιο σοβαρές επαγγελματικές, περιβαλλοντικές και δημόσιας υγείας κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας. Αυτοί οι οργανισμοί και επιτροπές έχουν ήδη αρχίσει να κινητοποιούν διάφορους τρόπους και μορφές δράσεις – από τον κυβερνό-ακτιβισμό και κινηματογραφικές ταινίες μέχρι διαδηλώσεις και εκστρατείες – για να καταπολεμήσουν τον επαγγελματικό εκβιασμό ενός τοπικού εργοδότη. Την τελευταία Πρωτομαγιά, κατάφεραν να κινητοποιήσουν περισσότερους από 100,000 ανθρώπους σε μια αυτο-οργανωμένη, πολυπληθή συναυλία που πραγματοποιήθηκε σε ανοικτό ανταγωνισμό με μια οργανώνεται παραδοσιακά στη Ρώμη, από συνδικάτα, συνομοσπονδίες και τη RAI, την ιταλική κρατική τηλεόραση.

Απελευθερώστε το Ταράντο!
Ως ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα εργαστάσια χάλυβα στην Κύπρου, που μετρά περίπου 20,00 υπαλλήλους για το 2012 και που ανήκει στον πρώην κρατικό όμιλο ILVA (ο οποίος τώρα ελέγχεται από την οικογένεια Riva), το εργοστάσιο Ταράντο προσέλκυσε τη δημόσια προσοχή το 2011. Σύμφωνα με δικαστική απόφαση, η εταιρεία ήταν ένοχη για εξωφρενικές παραβιάσεις περιβαλλοντικών κανονισμών και το δικαστήριο διέταξε την άμεση παύση των εργασιών του, μέχρι την πλήρη αποκατάσταση και περιβαλλοντική εξυγίανση των περιοχών που καταστράφηκαν.

Η απάντηση της εταιρείας ήτην αλαζονική επαναδιατύπωση της ασυμβατότητας των περιβαλλοντικών κανονισμών με τους οικονομικούς σχεδιασμούς της, θεσπίζοντας εκ νέου την στρατηγική του επαγγελματικού εκβιασμού που παραδοσιακά λειτούργησε ως τρόπος για να μπλοκαριστούν νομικά οποιεσδήποτε ενέργειες ενάντια στα συμφέροντα των επιχειρήσεων. Η διοίκηση προχώρησε τόσο πολύ, ώστε οργάνωσε ενεργά διαδηλώσεις εργαζομένων ενάντια στη δικαστική απόφαση, κερδίζοντας υποστήριξη και άφθονη κάλυψη από τα ΜΜΕ, ώστε να πειστεί η κοινή γνώμη ότι υπήρχε όντως πραγματική αντίθεση κατά των εισαγγελικών αρχών και των τοπικών περιβαλλοντικών οργανώσεων στη πόλη Ταράντο – που η εταιρεία είναι κατά πολύ ο μεγαλύτερος εργοδότης.

Το Ταράντο είναι μια από τις χαρακτηριστικές εκφράσεις την ανυπόφορης αντίφασης που επιβάλλεται στους ανθρώπους, αυτό που ο Allan Schnaiberg ονόμασε «το μαγκανοπήγαδο της παραγωγής» (και της κατανάλωσης και των αποβλήτων): η αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή και στην αναπαραγωγή. Αυτό μπορεί να το φανταστεί κανείς κάτι σαν τη Λερναία Ύδρα- ένα τέρας με πολλά κεφάλια: επαγγελματικές ασθένειες, εργατικά ατυχήματα, περιβαλλοντική μόλυνση και οικοκτονία, καταστροφές της δημόσιας υγείας, η εκμηδένιση των δυνατοτήτων και προοπτικών για εναλλακτικές/ αυτόνομες μορφές της τοπικής οικονομίας και ούτω καθεξής. Για τα τελευταία 50 χρόνια, αυτό το τέρας προκάλεσε απίστευτη συγκέντρωση καρκίνου[1], δυσπλασίες και άλλες διαταραχές στην περιοχή του κόλπου του Ταράντο, κάτι το οποίο καθιστά ακόμα πιο αφόρητο με την αδυναμία των υποδομών δημόσιας υγείας και την έλλειψη επαρκούς περίθαλψης. Όπως στην ταινία επιστημονικής φαντασίας Alien, το τέρας που μοιάζει στη Λερναία  Ύδρα εισχώρησε πλέον στο δημόσιο χώρο και στα σώματα των ανθρώπων και είναι υπό την κατάληψή του.
Με σημαντικούς τρόπους η πρωτομαγιάτικη συναυλία στο Ταράντο ήταν επομένως μια έκφραση δυσαρέσκειας με αυτό που οι διοργανωτές (και πολλοί από τους κατοίκους της πόλης) θεωρούν ως την πολιτικών των συνδικάτων σε θέματα οικολογίας: 1) φαίνονται αρκετά εφησυχασμένα με τον εταιρικό επαγγελματικό εκβιασμό 2) δεν είναι ευαίσθητα στις απειλές της δημόσιας υγείας που έρχονται με την περιβαλλοντική μόλυνση 3) συχνά αντιτίθενται σθεναρά σε περιβαλλοντικές κινητοποιήσεις σε τοπικό επίπεδο.

Παρόλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι είναι απλώς  αδύνατο να διαχωριστεί ή αποξενωθεί η ζωή από την εργασία – όπως έχουν εδώ και καιρό επιχειρήσει η βιομηχανική οικονομία και κοινωνία. Ένας άλλος τύπος οικονομίας πρέπει να δημιουργηθεί, ένας τύπος [οικονομίας] που κάνει τη δουλειά της ανθρώπινης δραστηριότητας η οποία διατηρεί τη ζωή και όλα τα μέλη της κοινότητας μοιράζονται σε διάφορες μορφές στο χώρο (την πόλη, τη θάλασσα, την ενδοχώρα και το τοπικό οικοσύστημα), και ακόμα και μεταξύ των ειδών, σε σχέση με την καθημερινή εργασία που γίνεται από μη-ανθρώπινη φύση για να διατηρήσει τη ζωή στο τοπικό περιβάλλον.

Ένας άλλος τύπος οικονομίας είναι αναμφισβήτητα, αναγκαίος επειγόντως. Όλη η οργή, η απογοήτευση, ο πόνος και η σύγκρουση που οι κοινότητες της εργατικής τάξης των βιομηχανικών περιοχών έχουν ενσωματωθεί και μεταφέρονται στη ζωή τους πρέπει τώρα να οδηγήσουν σε ένα νέο ορίζοντα αγώνα, ένα νέο και καλύτερο άρμα από αυτά που κατασκεύασε η αγορά και το νεοφιλελεύθερο κράτος, και τα συνδικάτα και τα κόμματα που σχετίζονται με αυτά. Ένα όραμα που μπορεί, τέλος, να απελευθερώσει τους ντόπιους από τις αφόρητες αντιφάσεις του «μαγκανοπήγαδου της παραγωγής», από τον εσωτερικό εξωγήινο [Alien – όπως η αναφορά στην ταινία πιο πάνω]. Το σύνθημα Taranto libera! (Απελευθερώστε το Ταράντο!) είπε ακριβώς αυτό, το οποίο φώναξε ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια της συναυλίας.

Μέσα για την απελευθέρωση

Αλλά, για να είναι εφικτός ένας άλλος κόσμος, χρειάζεται πρώτα να οραματιστεί, όχι μόνο από άτομα [μονάδες] και ομάδες ακτιβιστών, αλλά και σε πολιτικό επίπεδο. Οραματιζόμενοι/ νες ένα νέο κόσμο καθίσταται αναγκαίο για να μην είναι ένας κλειστός αγώνας και να αναπαράγει τις αντιφάσεις του παλιού κόσμου, αλλά να είναι ελπιδοφόρος και εποικοδομητικός. Με τη συνειδητοποίηση όσων έχουν ήδη γίνει από άλλους ανθρώπους, στο παρελθόν και στο παρόν, μέσα από τους αγώνες και τα κινήματα, είτε των κοινοτήτων μας είτε αλλού, άμεσα θα αποκτήσουμε καθαρότερη αντίληψη της προοπτικής όχι μόνο ενός αλλά πολλών άλλων κόσμων.

Βλέποντας αυτές τις προοπτικές της πραγματικότητάς τους, με τα οράματα και τις προκλήσεις τους, με τις νίκες και τις αντιφάσεις τους, θα μας βοηθήσει να οραματιστούμε τις δικές μας προοπτικές εδώ και τώρα και να οργανώσουμε καλύτερα τους αγώνες μας. Αυτή είναι η συμβολή που αυτό το άρθρο στοχεύει να δώσει σε όλους όσοι αγωνίζονται για απελευθέρωση από το ζουρλομανδύα του επαγγελματικού εκβιασμού. Στο επόμενο μέρος, θα «ξεθάψω» μερικές ιστορίες, με την ελπίδα ότι θα γίνουν άξονες του πολέμου, όπως η συλλογικότητα των συγγραφέων Wu Ming [ψευδώνυμο μιας ομάδας ιταλών συγγραφέων που δημιουργήθηκε το 2000]  το έθεσε: τα μέσα απελευθέρωσης που λειτουργούν μέσα από το πολιτικό φαντασιακό.

Οι Συνασπισμοί εργαζομένων/ περιβαλλοντιστών που λειτουργούν σε κοινές πλατφόρμες εργασίας και πολιτικού αγώνα δεν είναι ασυνήθιστοι στην παγκόσμια μεταπολεμική ιστορία.  Όταν οι οδηγοί φορτηγών και οικο-ακτιβιστές διαδήλωσαν μαζί στους δρόμους του Σιάτλ[2] κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων εντάντια στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 1999 με το σύνθημα «Teamsters and turtles», δεν ήταν κάτι καινούργιο, αλλά απλώς υπήρξε η αναβίωση μιας πολιτικής στρατηγικής που είχε ήδη εγχειρηθεί κατά τη Φορντική περίοδο, που οδήγησε σε μια σημαντική νομοθετική μεταρρύθμιση στον τομέα της εργασία και της δημόσιας υγείας, όπως και της περιβαλλοντικής προστασίας. Ήταν η πρακτική συνεργασία μεταξύ, εργατικών, περιβαλλοντικών, φοιτητικών και φεμινιστικών κινημάτων που επέτρεψε τη ψήφιση των Πράξεων Καθαρός Αέρας και Καθαρό Νερό (1972) στις ΗΠΑ και που υποστηρίχθηκε σθεναρά από την πιο δυνατή ομοσπονδία συντεχνιών της εποχής, του Εργαζόμενους σε Χημικά Πετρελαίου και Ατομικής [ενέργειας]  (Oil Chemical and Atomic Workers - OCAW).
Στην Ιταλία, ο θεσμός του Συστήματος Δημόσιας Υγείας (Sistema Sanitario Nazionale), το 1978 ήταν αποτέλεσμα μιας δεκαετίας εντατικών αγώνων και δύο γενικών απεργιών, που προωθήθηκε από το γνωστό «περιβαλλοντικό σύλλογο» μέσα στη συνομοσπονδία των συνδικάτων: ένας συνασπισμός από γιατρούς εργασίας , κοινωνιολόγους και συνδικαλιστές που είχαν προηγουμένως επιφέρει επαναστατικές αλλαγές στους κανονισμούς του εργασιακού περιβάλλοντος, προωθώντας την αρχή του άμεσου ελέγχου των εργαζομένων (Άρθρα 4 και 9 του Καταστατικού Εργασίας που εγκρίθηκε το 1970).

Άλλα σχετικά παραδείγματα τέτοιων στρατηγικών συμμαχιών μπορούν να εξαχθούν από διάφορους χώρους και τομείς της οικονομίας, όπως ο επιτυχημένος αγώνας κατά της χρήσης φυτοφαρμάκων που πραγματοποιήθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 από το συνδικάτο Ενωμένων Αγροτών, κινητοποιώντας τους Λατίνους εργάτες στους πορτοκαλεώνες και τους αμπελώνες της Καλιφόρνια για να αποκτήσουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και διαβίωσης και για την αναγνώριση των εργασιακών δικαιωμάτων. Ένας αγώνας που εστίασε στις σοβαρές απειλές στην υγεία λόγω των αγρό-χημικών όχι μόνο στους αγρότες και τις οικογένειές τους, αλλά και στο αμερικανικό καταναλωτικό κοινό και το περιβάλλον γενικότερα.
Όμως, το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, παράδειγμα του περιβαλλοντισμού των εργαζομένων μπορεί να αναζητηθεί βαθιά στο δάσος του Αμαζονίου στη Βραζιλία, εκεί, όπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980, μια ένωση συλλεκτών καουτσούκ – οι seringueiros – οργανώθηκαν επιτυχώς για να υπερασπιστούν το δάσος από την επίθεση ισχυρών εταιρειών ξυλείας και κτηνοτρόφων, ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζοντας το δικαίωμά τους να ζουν και να εργάζονται στο δάσος, δημιουργώντας συνεταιρισμούς για τη διαχείριση δραστηριοτήτων βιώσιμης εξόρυξης, όπως το καουτσούκ και η συλλογή ξηρών καρπών ή η αλιεία. Παρά τη βίαιη αντίθεση των ισχυρών τοπικών συμφερόντων που οδήγησαν σε αριθμό δολοφονιών των συνδικαλιστών και περιβαλλοντιστών, ο αγώνας των συλλεκτών καουτσούκ πέτυχε στο να δημιουργηθεί ένας αριθμός «εξορυκτικών αποθεμάτων», όπου οι ακτήμονες ντόπιου αναγνωρίστηκαν νομικά και στηρίχθηκαν από το κράτος ως νόμιμοι «ιδιοκτήτες» και προστάτες του δάσους.

Το τι μας λένε οι πιο πάνω ιστορίες είναι ότι είναι όντως δυνατό να οικοδομηθούν κοινωνικοί αγώνες που είναι ταυτόχρονα και περιβαλλοντικοί αγώνες, παρόλο ότι προκύπτουν από την εμπειρία και το όραμα της εργατικής τάξης για το τί είναι οικολογία.

Πιο στέρεες βάσεις
Ωστόσο, η ανανεωμένη συμμαχία μεταξύ εργατικών και περιβαλλοντικών κινημάτων πρέπει να ανοικοδομηθεί σε πιο στέρεες βάσεις, από ότι στο παρελθόν. Η ιδεολογία της οικονομικής ανάπτυξης ως πανάκεια για όλα τα κοινωνικά προβλήματα και ο μόνος τρόπος για να δημιουργηθεί κοινωνική πρόνοια, πρέπει αμφισβητηθεί και τελικά εγκαταλειφθεί από το εργασιακό κίνημα, επειδή οι επιταγές της ανάπτυξης είναι ισχυρές δικαιολογίες για την πιο ξεδιάντροπη περιφρόνηση της ευημερίας των ανθρώπων και της μη-ανθρώπινης φύσης. Το ίδιο ισχύει για την ψευδαίσθηση της οικονομίας (π.χ. καπιταλισμός) μέσα από οικο-αποδοτικές τεχνολογίες και μηχανισμούς αγοράς, μια ψευδαίσθηση που αγκαλιάστηκε σε μεγάλο βαθμό, τόσο από το εργατικό όσο και από το περιβαλλοντικό κίνημα, με την υποστήριξη κυβερνήσεων και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Η διαδικασία αποβιομηχανοποίησης των «ανεπτυγμένων» χωρών τα τελευταία 20χρόνια δείχνει πόσο το «πρασίνισμα» της οικονομίας έχει οδηγήσει στην απλή μεταφορά των βιομηχανικών κινδύνων και τα ποσοστά θανάτων σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, ενεργώντας μέσα από την άγρια λογική του καθεστώτος των «διπλών προτύπων», από το οποίο οι πολυεθνικές μπορούν να στρέψουν στο εξωτερικό εκείνες τις παραγωγές/ τεχνολογίες οι οποίες απαγορεύτηκαν στις χώρες τους ή ρυθμίζονται αυστηρά στις χώρες προέλευσής τους. Ο ίδιος μηχανισμός μετατρέπει τις κοινότητες της εργατικής τάξεις στον πρώτο κόσμο, όλο και περισσότερο ευάλωτες στον επαγγελματικό εκβιασμό, απειλώντας με την μετακίνηση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων αλλού.

Επιπλέον, πολλές από τις σημερινές λεγόμενες «πράσινες» τεχνολογίες, έχουν στην πραγματικότητα πολύ αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, στις συνθήκες εργασίας και στη δημόσια υγεία, ειδικά όταν εφαρμόζονται σε μεγάλη κλίμακα – ένα γεγονός το οποίο έχει αποδειχθεί με αγώνες βάσης [της βάσης της κοινωνίας]  και έρευνα σε ένα αριθμό τέτοιων προγραμμάτων «πράσινης οικονομίας» την τελευταία δεκαετία. Αιολικά πάρκα, για παράδειγμα, στα οποία αντιτάχθηκαν σθεναρά τοπικές κοινότητες στην Ελλάδα και στην Ισπανία εξαιτίας των επιπτώσεων σε αγροτικές περιοχές, μεταβάλλοντας τα τοπικά κλίματα και το τοπίο, όπως και τα πρότυπα χρήσης γης.

Ακόμα μεγαλύτερες επιπτώσεις στο έδαφος, το τοπικό κλίμα και τα οικοσυστήματα συνδέονται με μεγάλα σχέδια παραγωγής ηλιακής ενέργειας – ακόμα ένα αντικείμενο αμφισβήτησης και αιτίας σοβαρών επαγγελματικών κινδύνων. Αλλά το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από την επιχείρηση βιοκαυσίμων στη Βραζιλία (και αλλού στη Λατινική Αμερική), όπου εκτεταμένες φυτείες μονοκαλλιέργειες ζαχαροκάλαμου αντικατέστησαν εκατομμύρια εκτάρια δάσους, και συχνά περνούν από τις εργασιακές συνθήκες ημι-σκλάβων εργαζομένων σε συνθήκες φρικτού μόχθου και κινδύνων υγείας.
Προφανώς, το θέμα δεν είναι η κυνική απόρριψη οποιασδήποτε μορφής παραγωγής εναλλακτικής ενέργειας ως εξίσου απειλητική στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία. Αναμφίβολα οι ανανεώσιμες και μη-ορυκτές πηγές ενέργειας πρέπει να αναπτυχθούν ως ο μόνος τρόπος για έξοδο από την παρούσα κλιματική κρίση. Αλλά το θέμα της διάστασης και κλίμακας είναι θεμελιώδους σημασίας: η εναλλακτική ενέργεια μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί σε μικρή κλίμακα, στοχεύοντας σε αυτόνομες και αποκεντρωμένες μορφές για τα νοικοκυριά και τις τοπικές κοινωνίες. Οι τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας μπορούν να είναι βιώσιμες μόνο αν εφαρμοστούν σε τέτοιο αποκεντρωτικό και τοπικά ελεγχόμενο επίπεδο, ακόμα και δεν είναι η κλίμακα που αποδίδει τεράστια κέρδη (και πολιτικής εξουσίας). Αλλά αυτό θα μπορούσε να υπονοεί μια μεταμόρφωση όχι μόνο του τρόπου και της δομής της αστικής ζωής, αλλά και της ίδιας της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας.

Σπάζοντας τις πολλαπλές κρίσεις που πλήττουν τον κόσμο σήμερα- τόσο στον τομέα της οικονομίας και εργασίας, όσο και στον τομέα της οικολογίας και της δημόσιας υγείας- απαιτείται όχι μικρότερη προσπάθεια από την πλήρη απόρριψη «του μαγκανοπήγαδου της παραγωγής» περιλαμβανομένων των πολιτικών, οικονομικών και της ιδεολογίας της απεριόριστης ανάπτυξης. Αυτό απαιτεί μια οικολογική επανάσταση όπως της θεωρητικού  Carolyn Merchant: μια πλήρης στροφή στην κοινωνική οργάνωση της παραγωγής, αναπαραγωγής και συνείδησης. Ένας άλλος τρόπος εργασίας και διαβίωσης, παραγωγής και διανομής του πλούτου που έχει τις ρίζες στην μη-αποξενωμένη εργασία, το σεβασμό στη ζωή και τα κοινά, πρέπει να είναι η πολιτική πλατφόρμα στην οποία να οικοδομηθεί αυτή η νέα συμμαχία. Εργάτες και περιβαλλοντιστές του κόσμου, ενωθείτε! 

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Roar Magazine)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου