7 Σεπ 2014

Πίσω από την αντιπαράθεση με την τρόικα και τη λιτότητα, υπάρχει και μια άλλη αντιπαράθεση για την αστυνόμευση και την ταξική επιτήρηση: Γιατί η κερκίδα των ενωμένων οπαδών έχει δίκαιο, όπως και οι ηλικιωμένοι που θεωρούν τη Ζέτα σαν το βοσκό τον ψεύτη


«Σε άδεια γήπεδα αγωνίστηκαν σχεδόν όλες οι ομάδες μας με εξαίρεση την Ομόνοια. Η απουσία των οργανωμένων οπαδών λόγω της αντίδρασης στην προώθηση της κάρτας οπαδού είναι εμφανής…
Η ΚΟΠ… θα ελέγχει τους πάντες και τα πάντα. Εντός γηπέδου, στις κερκίδες και έξω από αυτές….Η ΚΟΠ θα γνωρίζει ποιός πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας θα βρίσκεται στο γήπεδο. Θα γνωρίζει επίσης σε ποιό γήπεδο και σε ποιά θέση..»
Κ. Σκαμπύλης, 3-4 Σεπτεμβρίου 2014, Κόσμος των Σπορ, Χαραυγή

«Βλέποντας τις εφημερίδες και ακούωντας τις δηλώσεις της κας υπουργού, Ζέτας Αιμιλιανίδου, πραγματικά με πιάνει το γέλιο. Λέει ότι θα κάνουν φύλλο και φτερό τους λογαριασμούς των αιτητών και αλίμονο αν απέσυραν καταθέσεις λίγο πριν την αίτηση τους, έτσι ώστε να μην ξεπερνούν το όριο των 5000 ευρώ. Ακόμα δήλωσε ότι θα ψάξει τους λογαριασμούς όχι από την αρχή του 2014, αλλά ένα χρόνο πριν. Κ. υπουργέ, ο κόσμος σας έμαθε όλους και δεν χρειάζεται την ελεημοσύνη σας. Ο κόσμος ξέρει να επιβιώνει και χωρίς εσάς. Το ερώτημα είναι αν οι άλλοι αρμόδιοι έκαναν φύλλο και φτερό τους λογαριασμούς των τραπεζιτών, πολιτικών και άλλων αξιωματούχων, τον καιρό πριν το κούρεμα και πόσα εκατομμύρια έβγαλαν στο εξωτερικό. Τουλάχιστον μην προκαλείτε τον κόσμο με τις δηλώσεις σας»
Γ. Χαραλάμπους, επιστολή στο Φιλελεύθερο, 4/9/2014, σελ. 23.

Όταν ο Κουτσοκούμνης ανακάλυπτε το «Πανοπτικό» του Φουκώ
Πίσω από τις διαμάχες για την τρόικα – την ανάγκη να διαπραγματεύεται η κυβέρνηση και για το πώς η κατανομή των μέτρων ευνοεί την οικονομική ελίτ – φαίνεται να διαμορφώνεται μιας νέας μορφής διαμάχη, η οποία ίσως να έχει επίσης ευρύτερα σημαντικές διαστάσεις. Αφορά στην αστυνόμευση του πληθυσμού,  η οποία στην εποχή μας αποκτά ιδιαίτερες διαστάσεις. Η πρακτική της επιτήρησης-αστυνόμευσης προωθείται, όπως άλλωστε και άλλα ανάλογα μέτρα, αρχικά ως είδος «κοινωνικής προστασίας». Έτσι, με αφορμή τα επεισόδια στα γήπεδα η κυβέρνηση παρουσίασε και πέρασε τελικά ένα νομοσχέδιο, το οποίο δεν προνοεί απλώς πιο αυστηρές ποινές, αλλά κατασκευάζει ουσιαστικά ένα εποπτικό κέντρο για τον έλεγχο των κερκίδων. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι κερκίδες είναι από τους τελευταίους χώρους μαζικής (και όχι εξατομικευμένης) κοινωνικής συνάθροισης με κάποια αυτονομία, η κίνηση της κυβέρνησης μοιάζει σαν μια επέκταση της προσπάθειας αστυνόμευσης και εκεί – με το πρόσχημα των επεισοδίων. Το πρόβλημα, όμως, είναι ευρύτερο (με οικονομικές προεκτάσεις)  και αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι, ενώ πέρασε από τη βουλή ένα νομοσχέδιο στο οποίο λογικά ο ΚΟΑ θα είχε την ευθύνη τουλάχιστον του αρχείου των οπαδών -του αρχείου αστυνόμευσης δηλαδή- αυτό τελικά μεταβιβάστηκε στην ΚΟΠ. Η ΚΟΠ, όμως, τα τελευταία χρόνια δεν είναι απλώς μια ομοσπονδία των ποδοσφαιρικών σωματείων – είναι ένα είδος εταιρείας την οποία διαχειρίζεται μια ομάδα ατόμων, η οποία φαίνεται να έχει φτιάξει ένα μηχανισμό αναπαραγωγής και  η οποία διαχειρίζεται χοντρά λεφτά. Σύμφωνα με πολλούς φίλαθλους αλλά και υπονοούμενα στο αθλητικό τύπο, καθορίζει και τη διαιτησία και για αρκετούς αποφασίζει τελικά και ποιοί θα πάρουν το πρωτάθλημα. Με εμβληματική μορφή τον κ. Κουτσοκούμνη και τον κύκλο του, η ΚΟΠ εξελίσσεται σε ένα είδος εταιρείας διαχείρισης μεγάλου κεφαλαίου, αλλά και του χώρου εκτόνωσης μιας μερίδας του πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτεία παραχώρησε την διαχείριση του ποδοσφαίρου σε αυτόν τον οργανισμό-εταιρεία, αλλά και τον έλεγχο της κερκίδας.




Η κερκίδα, ιστορικά, υπήρξε ο χώρος όπου εκφραζόταν το κοινωνικά απωθημένο – συναισθηματικά αλλά και πολιτικά. Η ιδιωτικοποίηση και της κερκίδας είναι φυσικά ένας τρόπος να περάσει η αστυνόμευση και στα χέρια των ιδιωτών που θα ελεγχουν - και θα αντλούν κέρδος. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπληκτική ενότητα των οργανωμένων οπαδών όλων των ομάδων -οι της Ομόνοιας θα συμμετέχουν στην αποχή. όταν ξεκινήσει η εφαρμογή του νομοσχεδίου- δείχνει μια εντυπωσιακή ωριμότητα από μια μερίδα -της νεολαίας περισσότερο- η οποία μέχρι τώρα αντιμετωπιζόταν σαν ένα είδος χρήσιμο για εμπορική και συναισθηματική εκμετάλλευση, αλλά όχι για προβληματισμό. Η αντίδρασή τους και η μέχρι τώρα άτυπη συνεργασία μεταξύ τους για εναντίωση στην κάρτα οπαδού είναι μια ιστορική στιγμή υπεράσπισης ενός δημόσιου χώρου, που κινδυνεύει να εκχωρηθεί σε μια εταιρεία που θα ελέγχουν οι λίγοι και θα αστυνομεύουν όσοι έχουν την εξουσία.


Αυτοί που συγκαλύπτουν τους φοροφυγάδες και όσους κάνουν εκροές, απαιτούν με θράσος να τους παραχωρήσουν οι συνταξιούχοι το δικαίωμα τους για προστασία των προσωπικών τους δεδομένων: η αντίφαση πίσω από το ΕΕΕ και η σιωπή των «αρμοδίων» της νομικής υπηρεσίας
Ανάλογη υπήρξε και η κίνηση για αστυνόμευση μέσω του ΕΕΕ. Αυτή η νέα μορφή του δημόσιου βοηθήματος, μετά τη διαφήμιση του, άρχισε να δείχνει τα προβλήματα. Το ότι επιβεβαιώθηκε η θέση των συντεχνιών ότι τελικά θα αφαιρεθεί κάτι από τους φτωχούς για να δοθεί στους πιο φτωχούς, φάνηκε να επιβεβαιώνεται. Οι απειλές της  υπουργού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού εξέφραζαν μια δυσφορία για το τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν το θέμα, αλλά και πάλι η όλη ιστορία πέρασε απαρατήρητη. Και ξαφνικά, στα μέσα της βδομάδας ο Φιλελεύθερος αποκάλυψε ότι ουσιαστικά τα δυο τρίτα των συνταξιούχων δεν είχαν συμπληρώσει τη σχετική φόρμα. Η πιο λογική απορία, βέβαια, είναι γιατί μπλέκονται οι συνταξιούχοι. Διότι η υπουργός, και το νομοσχέδιο το οποίο προωθεί, εκφράζοντας προφανώς μια ευρύτερη πολιτική διείσδυσης της επιτήρησης του κράτους, δεν ζητά να υποβληθεί αίτηση μόνο από όσους θέλουν να γίνουν παραλήπτες του ΕΕΕ. Αντίθετα με την πρακτική του «αφορμή βοήθα» ξαφνικά απαιτεί από τους συνταξιούχους που παίρνουν συντάξεις και πάνω από το όριο του ΕΕΕ -άρα δεν τους ενδιαφέρει το θέμα- να υποβάλουν πλήρη στοιχεία για τα εισοδήματα τους, τις καταθέσεις τους, και την ό,ποια ιδιοκτησία τους. Και απαιτεί να υπογράψουν δήλωση ότι παραχωρούν το δικαίωμα για επιτήρηση – διερεύνηση των στοιχείων τους. Και αυτή η κίνηση συνοδεύεται και από την απειλή να διακοπεί η παροχή της «μικρής σύνταξης» (περίπου 100 ευρώ) που δίνεται για ενίσχυση της σύνταξης. Προφανώς, η κυβέρνηση θέλει να περικόψει τη «μικρή σύνταξη» και ψάχνει δικαιολογίες. Όμως, αυτό που διεκδικεί είναι και ανήθικο όσον αφορά στην πίεση προς τους ηλικιωμένους σε σχέση με τις τοπικές παραδόσεις: γιατί είναι γνωστό ότι στην Κύπρο, οι γονείς διατηρούν μέχρι το θάνατό τους μέρος της ιδιοκτησίας τους για να μπορούν να έχουν ένα αποκούμπι. Έτσι, τώρα η κυβέρνηση απαιτεί να ξέρει όλα τα στοιχεία των συνταξιούχων και για να μπορεί να περικόπτει, αλλά και για να ξέρει πώς να διαχειριστεί νέες φορολογίες.

Η αντίδραση των ηλικιωμένων ήταν εν μέρει ίσως προϊόν άγνοιας για τους εκβιασμούς, αλλά και σκόπιμης προτίμησης να εγκαταλείψουν την «μικρή σύνταξη» παρά να επιστρέψουν στους μηχανισμούς του κράτους να τους παρακολουθούν. Η βαθύτατα ταξική στάση φαίνεται από μια απλή σύγκριση – κάθε φορά που εμφανίζεται το θέμα των φοροφυγάδων, ή όσων έκαναν εκροές πριν το κούρεμα, ή και γενικότερα, τότε αμέσως η Γενική Εισαγγελία, η Κεντρική Τράπεζα, ο Γενικός Ελεγκτής κλπ, τρέχουν να διαβεβαιώσουν ότι υπάρχει απόρρητο και δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία. Τώρα, όμως, που απαιτείται από τα λαϊκά και μεσαία στρώματα να παραδώσουν στο κράτος το δικαίωμα να επιτηρεί τα οικονομικά τους – οι ευαίσθητοι για τα ατομικά δικαιώματα έπαθαν αμνησία. Ξαφνικά, ο χυδαίος εκβιασμός για αποκοπή των 100 ευρώ, αν δεν παραδοθεί το δικαίωμα στην ιδιωτική σφαίρα, δεν ενοχλεί όσους έχουν τόσες ευαισθησίες για τους φοροφυγάδες. Ενώ τι εξουσία έχει ένας εργαζόμενος συνταξιούχος; Η αντίσταση όμως της πλειοψηφίας, έστω και με τους δισταγμούς,  είναι ένα σύμπτωμα, ότι αργά ή γρήγορα το θέμα τους έλεγχου της πληροφορίας αλλα και της βαθύτατα ταξικής προκατάληψης θα γίνει κεντρικό.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου