30 Αυγ 2014

Η «μάχη των εκποιήσεων»: Οι ιστορικές - πολιτισμικές προεκτάσεις και η υπόγεια κρίση νομιμότητας της εξουσίας – όταν ένα νομοσχέδιο που δεν μπορούσε, δήθεν να αλλάξει, ξαφνικά γίνεται ανοικτό σε συζήτηση και αλλαγές , τότε το θέμα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι έλεγαν ψέματα, αλλά ότι έχασαν το παιχνίδι του θεάματος που κατασκεύαζαν



Το ιστορικό προηγούμενο

Όταν καταργήθηκε η προστασία της μικρό-ιδιοκτησίας στα τέλη του 19ου αιώνα – και πάλι ως, δήθεν, «αναγκαίος εκσυγχρονισμός» από την αποικιοκρατία
«..στην Κύπρο περίπου 90% του πληθυσμού δανείζεται κάθε χειμώνα, και αυτοί είναι οι μικρo-ιδιοκτήτες αγρότες που αποτελούν την ραχοκοκαλιά της χώρας και προμηθεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό του κυβερνητικού εισοδήματος. [Με αυτή την έννοια] υπάρχει λόγος για την Κυβέρνηση  να τους προστατεύει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Σε αυτήν την πολιτική αποδίδω και το γεγονός ότι υπάρχει πολύ μικρό ποσοστό απόλυτης φτώχειας ή εξαθλίωσης στην Κύπρο.» [Αναφορά βρετανού αξιωματούχου το 1886 – κατά τη διάρκεια των προβληματισμών για την κατάργηση της προστασίας των μικρό-ιδιοκτητών δανειοληπτών τότε] [1]

Και τα αποτελέσματα στην πρώτη μεγάλη κρίση μετά την κατάργηση της προστασίας των μικροϊδιοκτητών
«..το 1914 τα συνολικά χρέη των αγροτών ήταν 100,000 λίρες, έως το τέλος του πόλεμου έφτασαν τα 3 εκατομμύρια λίρες. Πάνω σε αυτά πλήρωναν οι αγρότες νόμιμο τόκο 12% και σε πολλές περιπτώσεις πολύ περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή για αμέτρητους γεωργούς. Από το 1920 ως το 1926 έγιναν 16,559 εξαναγκαστικές πωλήσεις γεωργικής γης συνολικής έκτασης σχεδόν ¼ εκατομμυρίου στρεμμάτων και 3,000 σπιτιών…είχε αρχίσει να δημιουργείται μια εργατική τάξη..»[2]

Όταν ξεφτίζουν οι απειλές ή όταν ο ηγεμονικός λόγος δεν πείθει πια
Το θέμα των εκποιήσεων μετατράπηκε, τελικά, στο ζήτημα του καλοκαιριού. Το ζητούμενο ήταν από την αρχή απλό και αυτό ήταν και ένα από τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η κυβερνητική προπαγάνδα. Το ότι κάτι έπρεπε να γίνει (και λόγω τρόικας, και λόγω μεγάλο-οφειλετών) ήταν κατανοητό. Εκείνο που έκανε εντύπωση, ήταν ότι η κυβέρνηση άφησε ενάμισι χρόνο[3] να περάσει προστατεύοντας τους μεγάλο-οφειλέτες, και ξαφνικά, με την δικαιολογία της τρόικα και των στρες τεστ, ήθελε να περάσει ένα νόμο ο οποίος ουσιαστικά έδινε τεράστιες εξουσίες στις τράπεζες για να επιτεθούν στους μικρομεσαίους – και για να πουλήσουν τα δάνεια τους σε πακέτα. Διότι, σαφώς, οι μεγάλο-οφειλέτες θα είχαν όλους τους δικηγόρους που χρειάζονταν – και στο δικαστήριο και στα ΜΜΕ. Άρα, η άρνηση της κυβέρνησης να συζητήσει ή να παραθέσει η ελεγχόμενη Κεντρική Τράπεζα τα στοιχεία των δανείων ήταν μέρος της εκστρατείας για να εστιαστεί η πίεση στους μικρομεσαίους. Και εδώ φαινόταν αποκαλυπτικά και η προσπάθεια όσων προωθούσαν την τακτική των ίσων αποστάσεων – έκαναν ότι δεν έβλεπαν ότι το θέμα ήταν και συγκεκριμένο. Διότι δεν τους βόλευε.

Η κυβέρνηση προετοίμασε, βέβαια, την εκστρατεία θεαμάτων και ήλπιζε ότι θα ολοκλήρωνε το θέμα μέχρι τα μέσα Αυγούστου – ενώ όλοι θα ήταν σε διακοπές. Φαινόταν να πόνταρε ότι μετά από διάφορες δηλώσεις, θα γίνονταν, ίσως, κάποιες μικροαλλαγές, αλλά το όλο θέμα θα έκλεινε με άξονα τον εκβιασμό-μύθο του 2013, «το πιστόλι στον κρόταφο»: θα μας κόψει τη δόση η τρόικα. Και σαν παράλληλος εκβιασμός υπήρχε και η πάντα διαθέσιμη κ. Γιωρκάτζη για να πει ότι κινδυνεύουν οι τράπεζες, στα stress tests. Παράλληλα, υπήρχε και ένα δεύτερο παράλληλο σενάριο αλά Όργουελ – αυτοί που συγκάλυπταν τις τράπεζες και τους μεγάλο-οφειλέτες, ξαφνικά άρχισαν να λένε ότι το νομοσχέδιο είχε ως στόχο ακριβώς αυτούς. Οι εξαρτώμενοι δημοσιογράφοι φαίνονταν έτοιμοι για το σενάριο «όλοι φταίνε», «δεν μπορεί να γίνει τίποτα», άρα «είναι όλα θέατρο» και δεν «υπάρχει άλλη λύση, από το να περάσει το νομοσχέδιο». Έτσι, θα το έπαιζαν και απόσταση από την κυβέρνηση, αλλά και θα τη βοηθούσαν να το περάσει. Έτσι, οι τράπεζες που οδήγησαν την κοινωνία στην κρίση, θα μπορούσαν, και πάλι με τη βοήθεια των ΜΜΕ, να φορτώσουν τη ζημιά στους μικρομεσαίους, πουλώντας τους στα hedge funds ή στους πλειστηριασμούς.

Η κυβέρνηση και οι προεκτάσεις της στα ΜΜΕ, ωστόσο, δεν εκτίμησαν καλά τρεις παράγοντες:
1. το πόσο έντονα θα άγγιζε το θέμα την κοινωνία συνολικά - άρα και το δικό της παραταξιακό χώρο -
2. το ότι ο Νικόλας Παπαδόπουλος εννοούσε την πορεία αποστασιοποίησης που υιοθέτησε και άρα η κυβέρνηση είναι, πια, ξεκάθαρα κυβέρνηση μειοψηφίας, στη Βουλή, και μονοκομματική (αφού και ο κ. Συλλούρης διαφοροποιήθηκε)
3.  πως τα ΜΜΕ και τα επαναλαμβανόμενα σενάρια εκβιασμών έχουν πια κουράσει και δεν φαίνονται να πουλούν πια. Άλλωστε και η ανάγκη των απολογητών της κυβέρνησης να προσπαθούν να το παίζουν «ίσες αποστάσεις» ήταν ενδεικτικό της φθοράς. Στο τέλος, όπως φάνηκε έντονα και στο Φιλελεύθερο, η κυρίαρχη τάση («όλοι φταίνε, τι να κάνουμε, δεν υπάρχει άλλη λύση») των αρχισυντακτών (Ταραμουντά, Βενιζέλου) βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα κατακλυσμό αρνητικών τοποθετήσεων από τους συνηθισμένους φιλοξενούμενους αρθρογράφους, αλλά και από μέρος της συντακτικής ομάδας. Στα υπόλοιπα ΜΜΕ, η στάση ήταν αναμενόμενη – η Αλήθεια και ο Πολίτης προσπάθησαν να περάσουν την κυβερνητική θέση, είτε με τους εκβιασμούς, είτε με την πρακτική της αντιστραφείς νοημάτων, έτσι ώστε η κυβέρνηση που προστάτευε τους μεγάλο-οφειλέτες να φανεί ότι δήθεν ήθελε να τους κυνηγήσει. Ο Πολίτης είναι πιο κοντά σε αυτές τις προσπάθειες αντίστροφης νοημάτων, αν και η κομματική του ταύτιση όσο περνά ο καιρός γίνεται κραυγαλέα. Προσπαθούσε να προωθήσει το σενάριο της επιστροφής στη «συνεργασία» Αβέρωφ-Νικόλα, ξεχνώντας τι έγραφε για τον ηγέτη του ΔΗΚΟ πρόσφατα. Η Χαραυγή ήταν σταθερά κριτική απέναντι στο νομοσχέδιο, ενώ η Σημερινή φάνηκε να ταλαντεύεται επίσης,[4] όπως ο Φιλελεύθερος.

Τί διακυβεύεται: οι βαθύτερες ρίζες και προεκτάσεις της αντιπαράθεσης στην τοπική κουλτούρα, αλλά και στη σχέση των ιθαγενών με την τοπική και την εξ αποστάσεως εξουσία-εξάρτηση



Η επιφανειακή ανάγνωση των δεδομένων έλεγε ότι όλα θα γίνουν όπως πριν. Μάλιστα, μια νέα δημοσιογράφος στην Καθημερινή, πρόβλεπε και απομόνωση όσων διαφωνούν. Μερικοί υποτίμησαν, εν μέρει, το παιχνίδι του Ν. Παπαδόπουλου, αλλά φάνηκε και από την ομοφωνία στο Εκτελεστικό γραφείο του κόμματός του, πόσο βαθιά αγγίζει την κοινωνία το θέμα. Όταν βουλευτές του ΔΗΣΥ, όπως ο Κυπριανού[5], αρθρώνουν ένα λόγο για τις τράπεζες που θυμίζει τι έλεγαν οι αντίπαλοι τους πριν δυο χρόνια, είναι μάλλον εκφραστικό ότι υπάρχουν ευρύτερα δεδομένα στην καθημερινότητα, που πέρασαν και πάλι απαρατήρητα από τη δημοσιογραφία της επιφάνειας.
Υπάρχουν τρία ιστορικά δεδομένα, τα οποία κάνουν και τη συζήτηση και το θέμα των εκποιήσεων νευραλγική για την κοινωνία και τις δυναμικές της:
  1. Η κουλτούρα και η οικονομία της μικροϊδιοκτησίας. Η κυπριακή κοινωνία ως μια κοινωνία που βασίζεται σε ένα μεγάλο βαθμό στην κουλτούρα και την πρακτική της μικρό-ιδιοκτησίας, είναι σαφές ότι βιώνει τον κίνδυνο μαζικών εκποιήσεων ως μια απειλή πολύ ευρύτερη από τον τρόπο που το βιώνει ένας αστός, όπως ο Χ. Γεωργιάδης, ή η Τρόικα. Η μικρο-ιδιοκτησία είναι η βάση της κοινωνικής συναίνεσης στην Κύπρο- των ισορροπιών από το μικρο-επίπεδο της κοινότητας μέχρι το κοινωνικό επίπεδο των ταξικών – πολιτικών σχέσεων. Ήδη, η συναισθηματική αντίδραση στο καθολικό κούρεμα, πέρα από την πρακτική σοφία της διασφάλισης των αποταμιεύσεων σε μια δύσκολη εποχή, πήγαζε και από αυτό ακριβώς το συναίσθημα της ιερότητας της μικρό-ιδιοκτησίας των καταθέσεων. Αντίθετα, η κοινωνία φαίνεται να κατανοεί και να θεωρεί δεδομένο ότι η «μεγάλοι» μπορούν/πρέπει να προσφέρουν περισσότερα. Το αίσθημα ότι οι τράπεζες προκάλεσαν την κρίση και τώρα διεκδικούν το σπίτι και την μικρό-ιδιοκτησία των θυμάτων είναι μια διάσταση που διαχέεται στην κοινωνία. Και αν το ΑΚΕΛ εστιάζει στα λαϊκά στρώματα, το ΔΗΚΟ εστιάζει, επίσης, με σαφήνεια στις μικρές επιχειρήσεις, που είναι και μέρος της ταξικής του βάσης. Έτσι, εκτός από την στρατηγική Παπαδόπουλου για ανάδειξη του ρόλου το κόμματος, και της αναβάθμισης της ικανότητας του να καθορίζει την πολιτική ατζέντα, υπάρχει πλέον και μια οικονομική διάσταση.
  2. Η αντί-ευρωπαϊκή δυσφορία και η αίσθηση ότι οι ξένες επεμβάσεις απειλούν πια και την αυτοκυβέρνηση των ιθαγενών στον ίδιο τους τον χώρο. Η μεταφορά ακόμα ενός «ευρωπαϊκού κανονισμού» στο τοπικό πλαίσιο, χωρίς να λαμβάνονται υπό όψιν οι τοπικές ισορροπίες σημαίνει, όπως και στην αρχή της βρετανικής περιόδου, την μεταφορά ενός πλαισίου που θα οδηγήσει την κυπριακή κοινωνία σε εξάρτηση από το εξωτερικό, αλλά σήμερα αυτό σημαίνει και την εισαγωγή πρακτικών που θα απειλούν τον ίδιο τον ιδιοκτησιακό έλεγχο των κυπρίων πάνω στην γη τους. Η πώληση «πακέτων δανείων» από τις τράπεζες σε hedge funds, μπορεί να οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην αντιπαράθεση για τον έλεγχο της ίδιας της χώρας. Ήδη, οι αποφάσεις λαμβάνονται με το πρόσχημα ότι «έτσι είπε η τρόικα». Αύριο, οι αποφάσεις μπορεί να λαμβάνονται με άλλο ανάλογο εκβιαστικό κριτήριο – έτσι είναι οι κανόνες της Ε.Ε, έτσι είπε το τάδε δικαστήριο - όπως κάνουν μερικά hedge funds με την Αργεντινή…
  3. Το αίσθημα ότι είναι καιρός να διεκδικηθεί κάτι από την τρόικα, αλλά και από την κυβέρνηση μειοψηφίας. Στο τοπικό επίπεδο είναι εμφανές ότι μετά τη μεγάλη ύφεση που προκάλεσε η τραπεζιτική κρίση που αποκαλύφθηκε το 2012, αλλά είχε ξεκινήσει από το 2011 με την εξάρτηση από τα ελληνικά ομόλογα, η κυπριακή κοινωνία έδειξε δυνατότητες προσαρμοστικότητας. Η κυβέρνηση, όμως, απλώς υπάκουε στις διαταγές των εξωτερικών μορφών εξουσίας. Τώρα είναι σαφές ότι οι ίδιες τοπικές δυναμικές που εκφράζονταν και το 2012 με δημοσκοπήσεις (αντίθεση στην λιτότητα, απαίτηση για φορολόγηση του πλούτου), αλλά και με τις κινητοποιήσεις του 2013, διεκδικούν ξανά λόγο και συνακόλουθη πολιτική πρακτική. Η νυν κυβέρνηση αναρριχήθηκε στην εξουσία στις πλάτες του τραπεζιτικού κεφαλαίου, της εξάρτησης των ΜΜΕ, και της υπόσχεσης να είναι πειθήνια. Αυτή, όμως, δεν είναι η πλειοψηφική τάση πλέον. Αναπόφευκτα, αυτό που διεκδικείται, εκτός από τη συγκεκριμένη προστασία της πρώτης κατοικίας, είναι και η δημιουργία ενός πλαισίου διαπραγμάτευσης που θα οδηγήσει σε μορφές αυτονομίας. Κάθε κόμμα, βέβαια, έχει τις δικές του προτεραιότητες. Όμως, είναι σαφές ότι η «κυβερνώσα βουλή» που κατασκευάστηκε σε άλλες εποχές, θα επανέλθει. Και όχι μόνο απέναντι σε μια ξεδοντιασμένη, πια, κυβέρνηση, αλλά και απέναντι στην τρόικα. Και διότι οι συγκυρίες το ευνοούν. Σε μια εποχή που η ΕΚΤ διαθέτει ρευστότητα, το να τρέχει η κυπριακή οικονομία να ξεσπιτώνει κόσμο, είναι μέρος της αδυναμίας μερικών να διαχειριστούν, αλλά και της ταξικής τους οπτικής.

Η εσωτερική κρίση νομιμότητας και η εξελικτική αμφισβήτηση του υπάρχοντος πλέγματος εξουσίας


Όπως παρατήρησαν αρκετοί υποστηρικτές της κυβέρνησης στα ΜΜΕ έγιναν απανωτά λάθη, ποντάροντας συνεχώς στον ίδιο εκβιασμό - η δόση, οι τράπεζες. Εκείνο, όμως, που δεν γίνεται κατανοητό ακόμα σε αυτό το πλαίσιο είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει ουσιαστικά κάτι να πει. Η ασυναρτησία του λόγου της δεξιάς είναι εμφανής τα τελευταία χρόνια. Οι εκφραστές της παράταξης που λ.χ. επέμεναν ότι οι τράπεζες δεν έχουν κανένα πρόβλημα μέχρι το 2011, και που απειλούσαν -όπως ο Πολίτης- μέχρι και το φθινόπωρο του 2012, να μην αποκαλύπτονται τα σκάνδαλα τους, σήμερα από τη μια φωνάζουν ενάντια στους τραπεζίτες, από την άλλη ενάντια στους μεγάλο-οφειλέτες, ενώ είναι οι ίδιοι που έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν για να εξυπηρετήσουν τους τελευταίους. Ακόμα και η ρητορική της καθημερινότητας γίνεται, πια, ασυνάρτητη. Ο Πολίτης στις 13/8 ανάγγελλε φόρμουλα «Αβέρωφ-Νικόλα», στις 15/8 μας πληροφορούσε ότι η κυβέρνηση έψαχνε για αποστάτες από άλλα κόμματα για να περάσει το νομοσχέδιο, στις 17/8 ήθελε «νέο κόμμα», αλλα στο τέλος αναγκάστηκε ο Αναστασιαδης να καλέσει τον Παπαδόπουλο να ακούσει τους όρους/θέσεις του. Η κυβερνητική παράταξη έκτισε μια "συνοχή" αντιφάσεων στους εκβιασμούς και στην αποσπασματική συγκόλληση. Αυτό που γίνεται τώρα είναι η εμφάνιση των αντιφάσεων στην αποσπασματική συγκόλληση και η αποδόμηση του αντιφατικού όλου. Το οποίο δεν αφορά ειδικά τις εκποιήσεις, αλλά απλώς εδώ εστίασε η διαδικασία. Και έτσι, όσα ο ΔΗΣΥ έφτιαξε με την «κυβερνώσα βουλή» της περιόδου 2011-13, θα τον κυνηγούν πια. Έχει ντε φάκτο μεταβληθεί και το προεδρικό σύστημα – και αυτό έγινε φανερό στην κορυφαία στιγμή της βουλής μέχρι τώρα, την απόρριψη του πρώτου κουρέματος το Μάρτιο του 2013.

Σε αυτό το πλαίσιο της αυξανόμενης διαφάνειας του αντιφατικού κυβερνητικού λόγου, όλοι, πια, καταλαβαίνουν ότι η νυν κυβέρνηση είναι ίσως η πιο «πρόθυμη» που έχει αντιμετωπίσει η ό,ποια τρόικα την εποχή των ευρωπαϊκών μνημονίων [2010-2013] – και μάλιστα μερικές φορές φαίνεται να χρησιμοποιεί την τρόικα ως αφορμή για να περάσει μέτρα που θα ήθελαν μερικά μέλη της. Η ατάκα του κ. Χ. Γεωργιάδη ότι το μνημόνιο είναι το «μανιφέστο» που θα υιοθετούσε ευχάριστα ο ίδιος, ήταν μια αποκαλυπτική στιγμή που του ξέφυγε μεν, στην απειρία του, αλλά ήταν εκφραστική. Αυτά τα μέτρα έχουν ως στόχο την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων στρωμάτων ή κοινωνικών ομάδων. Αυτή η εικόνα ήταν σαφής και το Μάρτιο του 2013, όταν η νυν κυβέρνηση προσπάθησε ανεπιτυχώς να φορτώσει σε όλους το κούρεμα καταθέσεων για να ευκολύνει τους μεγαλοκαταθετες, αλλά τα ΜΜΕ κατάφεραν να τη λογοκρίνουν για ένα διάστημα. Όπως λογόκριναν και την επιτυχία της αντίστασης τότε, η οποία απέτρεψε τα χειρότερα σώζοντας τις καταθέσεις των μικρομεσαίων, και διατηρώντας ένα όριο ασφαλισμένων καταθέσεων. Το ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν διαχωρίστηκε επίσης, σε καλή και κακή τράπεζα τότε, ήταν το μεγάλο λάθος εκείνης της περιόδου το οποίο βαραίνει το κλίμα σήμερα – και είναι το μεγάλο έγκλημα το οποίο έκανε μια μερίδα των ΜΜΕ με την ενεργή συμμετοχή μεγάλο-δημοσιογράφων. Ξεκίνησε τότε, το 2013, μια νέα υστερική εκστρατεία να μετατοπιστεί η ευθύνη από τις τράπεζες, από τον τρόπο που λήφθηκαν οι αποφάσεις για το κούρεμα, και από τα συμφέροντα των μεγάλο-οφειλετών. Και ο κύριος άξονας ήταν να δαιμονοποιηθεί η αντίσταση – και πριν τον Μάρτιο του 2013, αλλά ιδιαίτερα η αυθόρμητη εξέγερση τότε, που απέτρεψε το κούρεμα. Οι δημοσιογράφοι που συμμετείχαν σε εκείνη την εκστρατεία δαιμονοποίησης της αντίστασης, ήταν οι ίδιοι που προσπάθησαν και τώρα να περάσουν τις εκποιήσεις – αρκετοι/ες με την τακτική των δήθεν «ίσων αποστάσεων» και του «δεν υπάρχει άλλη λύση». Αλλά εδώ φάνηκε να δυσκολεύει το σενάριο.

Ήδη από το φθινόπωρο του 2013, στη ψήφιση του νομοσχεδίου για το Συνεργατισμό, αλλά και μετά στη ψηφοφορία για τους ημικρατικούς, φάνηκε ότι η κυβέρνηση δεν έχει πια πλειοψηφία στην Βουλή. Απλώς επέπλεε. Ταυτόχρονα, η κοινωνική δυσφορία ανέβαινε, όπως φαινόταν και από τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας το Δεκέμβρη και το Φερβαρη, αλλά και της πρωτομαγιάς, του 2014. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποχώρηση του ΔΗΚΟ, αλλά και τα συνολικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών επισημοποίησαν την πραγματικότητα – ότι η κυβέρνηση είναι πια κυβέρνηση μειοψηφίας. Τώρα ζει τη στιγμή που αυτή πολιτική πραγματικότητα μεταβάλλεται και σε πολιτικό-πολιτιστική ως κρίση νομιμότητας. Και αυτό φαίνεται και στο «δρόμο», αλλά μέχρι και στην καθεστωτική Δημόσια Σφαίρα.

….Εκείνο που έκανε εντύπωση, ήταν ότι η κυβέρνηση άφησε ενάμισι χρόνο να περάσει προστατεύοντας τους μεγάλο-οφειλέτες, και ξαφνικά, με την δικαιολογία της τρόικα και των στρες τεστς, ήθελε να περάσει ένα νόμο ο οποίος ουσιαστικά έδινε τεράστιες εξουσίες στις τράπεζες για να επιτεθούν στους μικρομεσαίους – και για να πουλήσουν τα δάνεια τους σε πακέτα. Διότι σαφώς οι μεγάλο-οφειλέτες θα είχαν όλους τους δικηγόρους που χρειάζονταν – και στο δικαστήριο και στα ΜΜΕ. Άρα η άρνηση της κυβέρνησης να συζητήσει… ήταν μέρος της εκστρατείας για να εστιαστεί η πίεση στους μικρομεσαίους. Και εδώ φαινόταν αποκαλυπτικά και η προσπάθεια όσων προωθούσαν την τακτική των ίσων αποστάσεων….


[1] Rolandos Katsiaounis. 1996. Labour, Society and Politics in Cyprus the second half nineteenth century. Cyprus Research Centre, p. 33
[2] Μιχάλης Ατταλίδης.1986. Τα κόμματα στην Κύπρο, στο «Κυπριακά 1878-1955» (εκδ. Δήμου Λευκωσίας), σελ. 132
[3] Τότε έπεσε το σενάριο «ενοικιαγορα» των σπιτιών. Από τότε το σενάριο αναζητείται.
[5] «Είμαστε όλοι θεωρώ στο ίδιο στρατόπεδο και πρέπει να αγωνιστούμε ώστε να προστατεύσουμε τον Κύπριο πολίτη από την ασυδοσία και την κερδοσκοπία των τραπεζών.» Εκποιήσεις: Διαπραγμάτευση ή άνευ όρων παράδοση; - Χρίστος Μέσης και Αντρέας Κυπριανού απαντούν - ΧΑΡΑΥΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου