30 Αυγ 2014

Η αντιπαράθεση για τις εκποιήσεις στα ΜΜΕ: η κρίση νομιμοποίησης στον ηγεμονικό λόγο και οι μορφές ρητορικών υπεκφυγών των απολογητών του τραπεζιτικού κατεστημένου- εκβιασμοί, καλοπιάσματα και η τακτική των «ίσων αποστάσεων» - «εγώ εν τζαι..» [μια ενδεικτική ανάλυση της διαμάχης στο Φιλελεύθερο]

«..μόνο η «γλώσσα» δρα.. είναι εκείνη που μιλα.. Έτσι αποκαλύπτεται το σφαιρικό «είναι» της γραφής: ένα κείμενο είναι καμωμένο από πολλαπλές γραφές. προερχόμενες από κάμποσες «κουλτούρες», και οι οποίες αρχίζουν μεταξύ τους ένα διάλογο, μια παρωδία, μια αμφισβήτηση.»

 Roland Barthes, Ο θάνατος του Συγγραφέα.

Το ιστορικό πλαίσιο: ο Φιλελεύθερος ως δείγμα της έκφρασης και διαφοροποίησης του ηγεμονικού λόγου
Ο Φιλελεύθερος είναι η εφημερίδα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία. Ταυτόχρονα, είναι και ένα βαρόμετρο του ηγεμονικού λόγου, όπως καθορίζεται στην καθεστωτική Δημόσια Σφαίρα. Ιστορικά για ένα διάστημα, όταν το ΡΙΚ ήταν και το μόνο ραδιοτηλεοπτικό μέσο, ο Φιλελεύθερος και το ΡΙΚ εξέφραζαν με σαφήνεια την ηγεμονική ιδεολογία. Σήμερα, είναι πιο ρευστά τα δεδομένα, αφού υπάρχουν πια και άλλα συγκροτήματα ΜΜΕ, αλλά ο Φιλελεύθερος διατηρεί τη δυνατότητα συχνά να καθορίζει την ατζέντα – είτε μέσα από τα επιλεγμένα πρωτοσέλιδά του, είτε μέσα από τη σχολιογραφία των αρχισυντακτών του – που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την επιλεκτική προβολή θεμάτων στην πρώτη σελίδα. Όσον αφορά στην τραπεζιτική κρίση, ο Φιλελεύθερος έχει μια ιστορία συγκάλυψης  στα πρωτοσέλιδα, ενώ στις οικονομικές σελίδες μπορούσε κάποιος να βρει και πληροφορίες που οδηγούσαν τουλάχιστον στην καχυποψία. Αλλά, όταν το έφερνε η πίεση, η θέση του ήταν σαφής – το Μάρτιο του 2013, μετά από μια κάπως ανοικτή προβολή των αμφισβητήσεων για το κούρεμα - και άρα και μια προβολή των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας - η ιδιοκτησία με τον πιο επίσημο τρόπο -με σχόλιο του κ. Παττίχη στο πρωτοσέλιδο- απείλησε ξεκάθαρα τους βουλευτές να ψηφίσουν "ειδάλλως"… Και ακολούθως, έγινε μια προσπάθεια να δαινομοποιηθεί η αντίσταση στο κούρεμα, αλλά και να μετατοπιστεί η ευθύνη της κρίσης από τις τράπεζες στο Δημόσιο. Η κ. Ταραμουντά, από την αρχισυνταξία, ήταν σαφώς ένα άτομο με στρατευμένο ρόλο σε εκείνο το κλίμα. Υπήρξε ένα είδος συντονισμού της εφημερίδας με το θέαμα Πική τότε μέχρι την αποκαλυπτική του κρίση τον Αύγουστο.[1] Τότε η εφημερίδα τον εγκατέλειψε. Έκτοτε, όμως, η εφημερίδα στο πρωτοσέλιδό της πρόβαλε την κυβερνητική γραμμή και τους ανάλογους εκβιασμούς – όταν λ.χ. δεν πέρασε αρχικά το νομοσχέδιο για τον Συνεργατισμό και χρειάστηκαν μερικές αλλαγές για να γίνει, την επομένη ο πρωτοσέλιδος τίτλος είχε ως στόχο τη διακωμώδηση της άρνησης υπακοής στην κυβέρνηση. Και μια μερίδα της αρχισυνταξίας, τουλάχιστον, ακολούθησε πιστά τις κυβερνητικές πρακτικές για να μην διαχωριστεί σε καλή και κακή η Τράπεζα Κύπρου και για να αποκτήσει απόλυτο έλεγχο η κυβέρνηση στην Κεντρική Τράπεζα. Η τότε εκστρατεία του Φιλελευθέρου ήταν μια κλασική μορφή χειραγώγησης και δαιμονοποίησης για να επιτευχθούν οι στόχοι της κυβέρνησης.

Τα δεδομένα, όμως, με τις εκποιήσεις φάνηκαν να αλλάζουν. Κατ’ αρχήν, η αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση, εκφράστηκε με ένα ευρύτερο κλίμα αποστασιοποίησης από την ετερόκλητη συμμαχία που συγκλήθηκε τα τελευταία χρόνε με στόχο την συγκάλυψη των τραπεζών. Οπότε, η εκστρατεία της κυβέρνησης για να περάσει το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις φάνηκε από την αρχή ότι είχε ως στόχο να χρησιμοποιήσει, όπως και πριν, τα πρωτοσέλιδα του Φιλελευθέρου. Όμως, υπήρξαν δυο μορφές διαφοροποίησης – από τη μια, ένα τουλάχιστον μέλος της αρχισυνταξίας, ο Α. Μιχαηλίδης, διαφοροποιήθηκε δραματικά – και αυτό ενίσχυσε και άλλους σχολιαστές που εξέφραζαν αμφιβολίες. Η τάση διευρύνθηκε, καθώς ήταν σαφές ότι το μήνυμα από την εναλλακτική Δημόσια Σφαίρα του ίντερνετ, αλλά και την καθημερινότητα δεν ευνόησαν την κυβερνητική προπαγάνδα. Η σαφής, επίσης, τάση του ΔΗΚΟ, αλλά και των άλλων κομμάτων του κέντρου να διαφοροποιηθούν, εκφράστηκε με τα σχόλια με σειράς αρθρογράφων -όπως λ.χ. του Μαυρίδη, του Σενέκη κλπ- οι οποίοι ενίσχυσαν το κλίμα διαφοροποίησης. Έτσι, ο Φιλελευθερος έγινε πεδίο προβολής και των δυο ρητορικών – της κυβερνητικής και της αντιπολιτευτικής. Για να γίνει κατανοητό, ωστόσο, το πλαίσιο των επιχειρημάτων ως μορφές ρητορικής πρέπει να ξεκαθαρίσουν δυο δεδομένα:
  1. Το συγκεκριμένο και η αποφυγή του. Το θέμα δεν ήταν μόνο η αξιολόγηση της εύνοιας ή μη προς τις τράπεζες - αν και ήταν και αυτό σαν μια καθυστερημένη αναγνώριση της ευθύνης τους για την κρίση - αλλά συγκεκριμένα θέματα, όπως η προστασία της πρώτης κατοικίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν σαφές ότι κάποιοι προσπαθούσαν να τσουβαλιάσουν όλα τα δάνεια, όπως έκαναν και πριν για να προστατεύσουν τους μεγάλο-οφειλέτες, ενώ άλλοι ζητούσαν στοιχεία και τρόπους για να γίνουν διαφοροποιήσεις και να βρεθούν προστατευτικές δικλίδες για τους μικρομεσαίους. Οπότε η στρατηγική των "ίσων αποστάσεων" και της ρητορικής "όλοι παίζουν θέατρο", ήταν ντε φάκτο μέρος της κυβερνητικής στρατηγικής να εμφανιστεί ότι το θέμα δεν είχε λύση, και άρα όσα λέγονταν, και οι ό,ποιες προσπάθειες για διορθωτικά μέτρα, δεν είχαν νόημα, και έπρεπε να γίνει αποδεκτό το κυβερνητικό νομοσχέδιο.
  2. Η χρησιμοποίηση της τρόικας για εκβιασμό μετά από ενάμισι χρόνο καθυστέρηση. Ήταν σαφές σε όλους ότι η κυβέρνηση προσπαθούσε για μια ακόμη φορά να εκβιάσει – να χρησιμοποιήσει, δηλαδή, την τρόικα για να επιβάλει θέσεις που ευνοούσαν συγκεκριμένες ομάδες τις οποίες η κυβέρνηση ή μέλη της θεωρούσαν σύμμαχους - και από τους οποίους περιμένουν εμφανώς και ανταλλάγματα. Το ότι πέρασε τόσο διάστημα και δόθηκαν τόσες υποσχέσεις και τελικά τίποτα από τις υποσχέσεις δεν τηρήθηκε ήταν εκφραστικό. Οπότε και πάλι η ρητορική των ίσων αποστάσεων λογόκρινε αυτή την πραγματικότητα – ότι δηλαδή η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε την τρόικα για να επιβάλει κάτι μετά από μεγάλο χρόνο παραπλάνησης.

Η ανάλυση που ακολουθεί συνδυάζει την αναφορά-ανάλυση στα πρωτοσέλιδα με την ανάλυση των στηλών 3 μελών της αρχισυνταξίας – του κ. Α. Μιχαηλίδη -Διευθυντή σύνταξης, της κ. Α. Ταραμουντά (αρχισυντάκτη «Φ» της Κυριακής, αλλά και με ευρύτερη παρουσία στην εφημερίδα) και του Κ. Βενιζέλου (Αρχισυντάκτη έκδοσης). Το θέμα δεν είναι τα συγκεκριμένα άτομα, όσο η ρητορική – η οποία δεν εκφράζει τα άτομα, αλλά τα άτομα φαίνονται να γίνονται φορείς του λόγου, όπως θα έλεγε και ο Barthes. Η γενικότερη κατεύθυνση αυτής της ανάγνωσης είναι η ανίχνευση σημείων της κρίσης νομιμοποίησης του ηγεμονικού πλαισίου που συγκολλήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Διότι και τα 3 μέλη  της σύνταξης είχαν αποφύγει να εστιάσουν στα τραπεζιτικά σκάνδαλα προηγουμένως (την περίοδο μέχρι και το 2012), απέφυγαν για μεγάλο διάστημα (μεχρι και το 2013-14) να αναγνωρίσουν εσωτερικά αυτό που ήταν αυτονόητο παντού, ότι η αιτία της κυπριακής οικονομικής κρίσης ήταν τραπεζιτική, και σε διάφορους βαθμούς συγκάλυψαν την θέση της κυβέρνησης το 2013. Όμως, αυτήν την φορά υπήρξε μια σαφής, και εντυπωσιακή μπορεί να πει κάποιος, διαφοροποίηση του κ. Α. Μιχαηλίδη. Αν και θα μπορούσε αυτό να συνδεθεί με τις θέσεις των κ. Ν. Παπαδόπουλου η Λιλληκα, εντούτοις είναι σαφές ότι ο λόγος του κ. Μιχαηλίδη, υπήρξε εκπληκτικά σαφής σε σύγκριση με άλλες ρητορικές, και όσο και αν προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στις δυο μεγάλες παρατάξεις, εντούτοις, δεν φαινόταν να είναι κατ’ ανάγκη εκφραστής μια συγκεκριμένης πολιτικής θέσης – άλλοι, οι οποίοι κινούνται στο ίδιο χώρο (όπως λ.χ. ο Σ. Ιακωβίδης της Σημερινής) μάλλον κινήθηκαν προς τις «ίσες αποστάσεις». Οπότε, η συγκεκριμένη έκφραση-λόγος στη δεδομένη συγκυρία μάλλον θα πρέπει να ειδωθεί σαν η άρθρωση μιας θέσης, στην οποία συγκλίνουν διάφορες δυναμικές και ενδεχομένως καθυστερημένες διαπιστώσεις στον ευρύτερο δημόσιο λόγο. Το πιο ενδιαφέρον σε αυτό το πλαίσιο είναι το ρήγμα στον ηγεμονικό λόγο.Οι αναφορές σε κείμενα άλλων εφημερίδων έχουν ως στόχο να πλαισιώσουν την ανάλυση.

Τέλη Ιουλίου: Η κυβερνητική εκστρατεία στα πρωτοσέλιδα και η αμφισβήτηση στις εσωτερικές σελίδες - ο εκβιασμός και η κριτική των τραπεζών
Τον Ιούλιο, νιώθοντας ίσως την ανάσα της αντιπολίτευσης που συντονιζόταν, το κυβερνητικό επιτελείο προσπάθησε να μεταφέρει μέσω των ΜΜΕ το μήνυμα ότι διαπραγματεύονταν σκληρά. Στις 22 Ιουλίου, ο Φιλελεύθερος είχε ως υπότιτλο τη «σκληρή διαπραγμάτευση για αναχώματα υπέρ του δανειολήπτη.» Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν ότι η κυβέρνηση και η υπάκουη κ. Χ. Γιωρκάτζη στην Κεντρική, είχαν αγωνιστεί όλη την άνοιξη για να μπλοκάρουν το πραγματικό ανάχωμα – το νομοσχέδιο για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Το έκαναν γιατί δεν ήθελαν, ουσιαστικά, να μοιραστούν τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Αλλά και γιατί αν προστατευθεί η μικρό-ιδιοκτησία, τότε η εστίαση θα πάει στους μεγάλο-οφειλέτες τους οποίους προσπαθεί να προστατεύσει η κυβέρνηση από το 2013.


Όμως, στην ίδια έκδοση του Φιλελευθέρου ήταν πια εμφανές ότι μια μερίδα της αρχισυνταξίας, όπως ο Α. Μιχαηλίδης θα άλλαζαν δραματικά στρατόπεδο και δεν θα συγκάλυπταν πια ούτε την κυβέρνηση, ούτε τις τράπεζες. Εκείνη την ημέρα, το σχόλιο του κ. Μιχαηλίδη είχε τίτλο «Πάλι φταίει ο κοσμάκης;» και το ένθετο σχόλιο ρωτούσε αιχμηρά:
«ποιος έπρεπε να κάνει σωστές προβλέψεις όταν μοίραζαν δάνεια οι τράπεζες;»
Στις εσωτερικές σελίδες φαινόταν ότι η δυσφορία για το νομοσχέδιο δεν ήταν μόνο από την αντιπολίτευση – εκείνη την ημέρα υπήρχε, ήδη, άρθρο από τον  τέως βουλευτή του ΔΗΣΥ, τον κ. Ρότσα –«Οι εκποιήσεις επωάζουν καταστροφή» [σελ. 15] Τα βασικό σενάριο, όμως, για εκβιασμό μέσω της επόμενης δόσης ή των «stress tests» (αυτό ρόλο τον ανέλαβε η Χ. Γιωρκάτζη) ήταν εκεί. Όταν, τελικά, εγκρίθηκε το νομοσχέδιο από το υπουργικό και έκανε και το διάγγελμά του ο κ. Αναστασιάδης, ακολούθησε νέος κατακλυσμός αρνητικών σχολίων. Ο Μιχαηλίδης έδωσε το στίγμα με τον τίτλο –
 «Ένας τρόμο-νόμος στα χέρια των τραπεζών» - και ρωτούσε αιχμηρά: «Στο ίδιο τσουβάλι ο λαουτζίκος με εκείνους που ήθελαν 10 εκτ. και έπαιρναν 100 εκτ. επειδή δεν πλήρωναν ποτέ;».
Η αναφορά ήταν για την εσωτερική έκθεση της Τράπεζας Κύπρου για το πως διογκώθηκαν τα δάνεια των μεγαλο-οφειλετών που δεν πλήρωναν. Ξαφνικά, τα επιχειρήματα για την ευθύνη των τραπεζών έγιναν διάχυτα – όπως και για ένα σύντομο διάστημα το Μάρτη του 2013. Αλλά τώρα το σκηνικό φαινόταν μακράς διάρκειας. Ανάλογες ερωτήσεις, σε πιο ήπιο τόνο, είχε και ο Π. Χαραλάμπους στην οικονομική σελίδα (αυτός τουλάχιστον έθετε και πριν κάποια ερωτήματα, έστω και αν συμμετείχε στις κατασκευασμένες υστερίες του 2013): «Οι τράπεζες δεν έχουν ευθύνη;». Τις αμέσως επόμενες μέρες φάνηκε καθαρά ότι το κλίμα ήταν εχθρικό, οπότε μέχρι και ο ΔΗΣΥ αποστασιοποιήθηκε κάπως και δήλωσε ότι θα καταθέσει προτάσεις στη Βουλή, ενώ ο υπουργός οικονομικών υποσχέθηκε να καταθέσει και ένα πλαίσιο αφερεγγυότητας για να δείξει ότι είχε κάτι να προσφέρει και στην κοινωνία πέρα από τους τραπεζίτες. Όμως τώρα δεν ήταν μόνο το ΑΚΕΛ, ή μόνο το ΑΚΕΛ και η ΕΔΕΚ που διαφωνούσαν και υποστήριζαν μέτρα για την πρώτη κατοικία.

Αρχές Αυγούστου: Η κυβερνητική μοναξιά, ο Όργουελ,  και η αλλαγή ρητορικής: «το άσπρο είναι μαύρο» και ξαφνικά οι της κυβέρνησης τα έχουν με τους μεγάλο-οφειλέτες και αναζητούν συναίνεση – η στρατηγική των ίσων αποστάσεων στα ΜΜΕ

Το Σάββατο 2 Αυγούστου, η κυβερνητική προπαγάνδα έκανε μια απότομη στροφή κατά το "if you cant beat them, join them" τουλάχιστον ρητορικά, και έτσι βρέθηκε να υιοθετεί το doublespeak/διγλωσσία του Όργουελ – «ο πόλεμος είναι ειρήνη», «το άσπρο είναι μαύρο» και έτσι στο νέο σενάριο, οι μέχρι τώρα (πολιτικοί και δημοσιογράφοι) απολογητές των μεγάλο-οφειλετών, τώρα υποτίθεται τους έχουν ως στόχο. Ξαφνικά, ο Φιλελεύθερος είχε στις 2/8 πρωτοσέλιδο ότι οι «μεγάλο-οφειλέτες έχουν καταθέσεις στο εξωτερικό, αλλά δεν πληρώνουν τα δάνεια τους». Μέχρι τώρα αυτό το γεγονός, το οποίο άγγιξε εν μέρει η Καθημερινή, προβαλλόταν μόνο στη μη καθεστωτική δημόσια σφαίρα στο ίντερνετ. Τώρα, όμως, έγινε ξαφνικά επίσημος τίτλος. Η εξήγηση ήταν στις διευκρινήσεις των υπότιτλων: «Αυτούς θα πιέσουμε, υποστηρίζουν οι τραπεζίτες». Προφανώς, η σκέψη ότι μερικοί είχαν βγάλει τα λεφτά στο εξωτερικό και τώρα θα μπορούσαν να αγοράζουν μισοτιμής, λογοκρίθηκε. Τώρα το επιχείρημα ήταν ότι όλα όσα έγιναν πριν, ο αγώνας της κυβέρνησης, και των συνδεόμενων δημοσιογράφων, να μην διαχωριστεί η Τράπεζα Κύπρου για να μην πληγούν οι μεγαλο-οφειλέτες, έπρεπε να ξεχαστεί. Σε αυτό το κλίμα είχε και ένα πρώτο άρθρο ο κ. Βενιζέλος της αρχισυνταξίας. Το κείμενο φαινόταν να είναι κριτικό με μια ηθικιστική έμφαση: τίτλος ήταν «στον βωμό της λογιστικής», και χρησιμοποιούσε το πρωτοσέλιδο για να κάνει έκκληση να «αποφευχθεί η κοινωνική ισοπέδωση», αφού, όπως γράφει, οι εκποιήσεις είναι σαν «επιβράβευση των τραπεζών». Το ενδιαφέρον, όμως, ήταν ότι το κείμενο δεν εισηγείτο απολύτως τίποτα – δεν υποστήριζε λ.χ. την προστασία της πρώτης κατοικίας, δεν έλεγε να κάνει κάτι η Κεντρική για τα κεφάλαια που έφυγαν. Βάζοντας, όμως, στο πλαίσιο του αποκτούσε ένα άλλο χρώμα: ήταν μεν ένα κείμενο γενικής ηθικής ρητορικής, στην σκιά, όμως, ενός πρωτοσέλιδου που έλεγε ότι οι τραπεζίτες θα «κυνηγήσουν τους μεγάλο-οφειλέτες», έμοιαζε να παίζει το ρόλο του «επιτήδειου ουδέτερου», ζητώντας να γίνουν «έρευνες για το αν το μνημόνιο θα οδηγήσει στην ανάκαμψη» ως είδος μετατόπισης του θέματος. Το γενικόλογο πλάτιασμα έμοιαζε σε αυτό το πλαίσιο με ένα είδος υπεκφυγής – όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο ερώτημα - η πρώτη κατοικία- και κάποιος καταφεύγει σε αοριστολογίες για «έρευνες», μάλλον θέλει να αποφύγει κάτι. Και η προσπάθεια να αποφύγει να πάρει θέση δεν είναι αρκετή – προχωρεί και σε κριτική όσων αντιστέκονται στην πολιτική της κυβέρνησης, αποκαλώντας τους «συνήθεις θορυβοποιούς». Άρα, αν η κυβέρνηση κάνει κάτι μη ηθικό, αλλά απέναντι της υπάρχουν κάποιοι που δεν αξίζει καν να αναλυθεί ο λόγος τους, το μόνο που μένει μέχρι να βρέξει ο ουρανός «έρευνες», είναι να γίνουν αποδεκτοί οι εκβιασμοί της τρόικας. Αυτή η στρατηγική του κ. Βενιζέλου, θα συνεχιστεί όλο το μήνα – ίσες αποστάσεις, αποφυγή θέσης κατά τα «εγώ εν τζαι..», και σπρώξιμο μέσα από τη απουσία λύσεων στην αποδοχή του ντε φάκτο της τρόικας. Και για ένα αρχισυντάκτη, μια τέτοια θέση δεν εκφράζεται μόνο στην στήλη του. Τουλάχιστον η κ. Ταραμουντά άφηνε να φανεί κάπως και το τι στήριζε άμεσα. Αντίθετα ο κ. Βενιζέλος φαίνεται να υιοθετούσε το ρόλο της ηθικής ρητορικής ως είδος εκτόνωσης για να περάσει το κυβερνητικό-τροϊκανό δεδομένο νομοσχέδιο.
Η ίδια ρητορική ενάντια των μεγάλο-οφειλετών συνεχίστηκε και την επομένη, στις 3/8 με το τίτλο «Δεν πληρώνουν οι μεγάλοι».

Τις επόμενες μέρες, όμως, έγινε φανερό ότι παρά την κυβερνητική προπαγάνδα, το κλίμα ήταν αρνητικό και ανάμεσα στην πλειοψηφία των κομμάτων, καθώς το ΔΗΚΟ έκανε πια ξεκάθαρη την διαφοροποίηση του. Η κυβέρνηση, μέσω Γεωργιάδη, ο οποίος μαζί με τον κ. Χάσικο, άρχισε ένα δήθεν διάλογο με τα κόμματα, άρχισε να τα μασά και να αφήνει κάποιο περιθώριο αλλαγών. Η προσπάθεια του Χάσικου, ωστόσο, να παίξει τον χαρτί των εκβιασμών, στη βουλή, δεν έπιασε. Στο επιχείρημα «έχουμε λεφτά μέχρι τον Νοέμβριο» -το επιχείρημα θα μας κόψουν τη δόση. Το σχόλιο του Μιχαηλίδη ήταν σαφές για το ότι ο Χάσικος έπαψε, πια, να έχει λευκή επιταγή: «Να σωθεί το μνημόνιο και ας καεί η Κύπρος» [σελ. 2, 5/8/2014]. Την ίδια περίοδο η κατανόηση ότι το νομοσχέδιο προνοούσε μαζικές εκποιήσεις και δεν περιλάμβανε προστασία  για τους μικρό-ιδιοκτήτες έγινε πια μέρος του πολιτικού λόγου και του ΔΗΚΟ, ενώ άρχισαν και τα κριτικά δημοσιεύματα για το γεγονός ότι δεν είχε γίνει καν μελέτη για το ποσοστό των δανείων με υποθήκες πρώτης κατοικίας. Σε αυτό το κλίμα, άρχισε να γίνεται κατανοητό το ευρύτερο ζήτημα ότι αυτοί που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις διαδικασίες ήταν αυτοί που έχουν οικονομική άνεση – σημείωνε χαρακτηριστικά ο Α. Μιχαηλίδης καθώς η στήλη του μετατρεπόταν σε ένα σαφώς κριτικό λόγο για το συγκεκριμένο θέμα:
 «Αν σοβαρολογεί ο υπουργός εσωτερικών στα επιχειρήματα που αραδιάζει, μάλλον πρέπει το προηγούμενο διάστημα να ζούσε κάπου αλλού, όχι στην Κύπρο. Εκτός και αν οι υπουργοί κρίνουν την οικονομική κατάσταση του κόσμου και τις σχέσεις με τις τράπεζες μόνο με τα δικά τους προσωπικά κριτήρια και δυνατότητες. Διότι έλεγε χτες ο Σωκράτης Χάσικος με την σιγουριά και την αποφασιστικότητα (ή προκλητικότητα;) που τον διακρίνει ότι «οι δανειολήπτες έχουν ήδη στην διάθεση τους εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιήσουν άμεσα για αναδιάρθρωση των δανείων τους». Δεν πήραν είδηση στα ανώτατα κλιμάκια της κυβέρνησης ότι περί αυτού ακριβώς γίνεται όλος αυτός ο πόλεμος για τον νόμο περί εκποιήσεων, που προσφέρει με τόση απλοχεριά η κυβέρνηση στους τραπεζίτες για να αρχίσουν να πνίγουν τον κόσμο. Ότι, αν φρόντιζαν οι υπουργοί, έστω οι μάγκες υπουργοί, όλους τους προηγούμενους μήνες να γίνουν αναδιαρθρώσεις δανείων, δεν θα υπήρχε σήμερα αυτό το τερατώδες πρόβλημα, που τρέχουν να αντιμετωπίσουν με νομοθεσία για εκποιήσεις εξπρές.»
Η υπόγεια ειρωνεία είναι αντίστοιχη των υπονοουμένων για τα ταξικά συμφέροντα των υπουργών. Αντίθετα, την ίδια μέρα η κ. Ταραμουντά,  συνέχισε τη προσπάθεια του Βενιζέλου να το παίξει ουδέτερη, με εμφανή στόχο να προωθήσει τη διαδικασία συναινετικά. Έτσι, αφού ξεκίνησε με τη ρητορική του φταίνε όλοι (πολιτεία, κόμματα, τράπεζες..) αλλά φυσικά όχι οι μεγάλο-δημοσιογράφοι των ΜΜΕ που κατασκεύαζαν θεάματα για να συγκαλύψουν τις τράπεζες και τα συμφέροντα τους, το προηγούμενο διάστημα, προχώρησε μετά στην κριτική του ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τις ομαδοποιήσεις των μη-εξυπηρετούμενων (όπως είναι και ο πρωτοσέλιδος τίτλος) για να καταλήξει ότι κακώς η κυβέρνηση δεν αναζήτησε πριν συγκλίσεις, και ότι χρειάζονται τώρα. Καμία κριτική ουσιαστικά για το νομοσχέδιο πέρα από το ότι δεν έγινε καλύτερη προετοιμασία για να προωθηθεί. Και ο τίτλος είναι εκφραστικός – όλοι θα χάσουμε, άρα πρεπει να βρεθεί τρόπος να περάσει: «Το στοίχημα μάλλον το χάνουν άπαντες..». Αυτή η ρητορική βέβαια αφαιρεί βολικά, για το άτομο που εκφέρει τον λόγο και τις ευθύνες του/της, το ιστορικό πλαίσιο – γιατί λ.χ. δεν έγινε ο διαχωρισμός της τράπεζας Κύπρου, ποιοι δημοσιογράφοι και ΜΜΕ, στήριξαν αυτήν την διαδικασία για να μείνουν μαζί τα δάνεια των μικρών και των μεγάλο-οφειλετών, και ποιοί ουσιαστικά συγκάλυπταν την καθυστέρηση για ενάμισι χρόνο μέχρι να φτάσει η υπόθεση στο σημείο του εκβιασμού. [2]

Κρύο και ζεστό ντους: μετά την υποχώρηση, επαναφορά του εκβιασμού – «έτσι θέλει η τρόικα» και η κατασκευή της ρητορικής για «υπερπροστασία των πολιτών. Αφού «όλοι είναι οι ίδιοι», ας περάσει και αυτό το νομοσχέδιο «τι να κάνουμε»..


Σε αυτό το κλίμα, τις επόμενες μέρες το σκηνικό έγινε πιο χοντρό, καθώς η κυβέρνηση και το επιτελείο της άρχισε να καταλαβαίνει ότι δεν έπειθε.  Την Πέμπτη 7/8 ο πρωτοσέλιδος τίτλος εξέφραζε τη διάθεση των κομμάτων να μην δέχονται πια τους πακετοποιημένους εκβιασμούς της κυβέρνησης: «Κτίζουν νέο νόμο τα κόμματα. Βροχή οι τροπολογίες, εντείνονται οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για εκποιήσεις». Ο Μιχαηλίδης στη στήλη του συνέχισε και εστίασε τώρα στην εσωτερική έκθεση-ανάλυση της Τράπεζας Κύπρου για τους μεγάλο-οφειλέτες. Την ίδια μέρα, κυκλοφορούσε στις ειδήσεις και ανακοίνωση των Moodys που απειλούσε με χρεοκοπία. Την επομένη [8/8] το κυβερνητικό επιτελείο πέρασε στην αντεπίθεση με την Θ. Θειοπούλου στο Φιλελεύθερο να προειδοποιεί πρωτοσέλιδα ότι η τρόικα διαμήνυσε "μέσω Φ": «Δεν δεχόμαστε αλλαγές». Μια τρόικα που καταλήγει/καταντά να στέλλει απειλές μέσω ενός δημοσιογράφου, είναι μια ενδιαφέρουσα πρακτική - και για το θεσμό και για τη δημοσιογράφο. Αλλά ο στόχος του κυβερνητικού επιτελείου που άρχισε να ανησυχεί ήταν εμφανής – να φέρει τον εκβιασμό πιο άμεσα. Η κατασκευή του πρωτοσέλιδου με την υποτιθέμενη δήλωση «αξιωματούχου της τρόικα» ήρθε ακριβώς τη στιγμή που ξέσπασε ανοικτή διαμάχη μεταξύ Ν. Παπαδόπουλου και Χ. Γεωργιάδη για το είδος, και το μέγεθος, των αλλαγών. Ήταν πια φανερό ότι στο Φιλελεύθερο άρχισε μια σαφής αντιπαράθεση τάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και το πλαίσιο αφερεγγυότητας που θα ήταν, υποτίθεται, βοηθητικό για το δανειολήπτη αποκαλύφθηκε ότι θα μετατρεπόταν σε μηχανισμό ελέγχου των οικονομικών του δανειολήπτη.

Η πόλωση των οπτικών και η ορατή, πια, πιθανότητα να απορριφθεί το σχέδιο της κυβέρνησης ή και να διαφοροποιηθεί ριζικά από την αντιπολίτευση, οδήγησαν και τον Βενιζέλο να πάρει πιο ανοικτά θέση – υπέρ της υπακοής στα "δεδομένα", αφού δεν υπήρχε "λύση" ή "κάτι καλύτερο". Αν η ρητορική της κ. Ταραμουντά, το έπαιζε συναίνεση, αλλά δεν υπάρχει διέξοδος, εκείνη του κ. Βενιζέλου το έπαιζε «όλοι είναι κακοί» και «δεν υπάρχει λύση». Έτσι, σε ένα κλίμα που το κόμματα ζητούσαν αλλαγές, ο αρχισυντάκτης ειδήσεων στη στήλη του είχε κείμενο με τίτλο «Φολκλόρ παραστάσεις όταν λείπει η τρόικα» [9/8]. Εδώ, σε αντίθεση με τον «ηθικισμό» του κειμένου της προηγούμενης βδομάδας  ο αρχισυντάκτης ουσιαστικά τα βάζει με το ντόπιο πολιτικό σκηνικό – που απέρριπτε το νομοσχέδιο. Η στρατηγική ήταν ανάλογη με εκείνη της ρητορικής της κ. Ταραμουντά. Το έπαιζε απόσταση - λες και δεν ήταν και ο ίδιος στην αρχισυνταξία όταν συγκαλύπτονταν οι τράπεζες λ.χ. - και αποκαλούσε την όλη συζήτηση "θέατρο". Και ξεκινούσε, βέβαια, με ότι η τρόικα δεν θα δεχθεί αλλαγές. Και αφού κατασκεύαζε μια σκόπιμα απλοϊκή εικόνα διπολισμού -παραβλέποντας ότι και τα κόμματα του κέντρου απόρριπταν το νομοσχέδιο- κατέληγε μάλιστα και στο όρο «υπερπροστασία των πολιτών». Οπότε, η κυβέρνηση έχει την «ψυχρή λογική», και η αντιπολίτευση είναι «υπερβολική τάση προστασίας». Ένα βολικό πλαίσιο ισοπέδωσης των διαφορών  - έτσι το νομοσχέδιο που προνοεί μαζικές εκποιήσεις, και η αντίθεση σε αυτό, είναι λίγο πολύ το ίδιο. Οπότε γιατί να εναντιωθεί κάποιος στην τρόικα; Άρα, καταλήγει ότι και οι μεν και οι δε δεν προσφέρουν λύση – αποφεύγει, δηλαδή, να υποστηρίξει καν κάποιες αλλαγές στο νομοσχέδιο και κλείνει με το ευχολόγιο, που παραπέμπει στον εκβιασμό, να «μην βυθιστεί η οικονομία».  Ήταν σαφές ότι το κυβερνητικό επιτελείο επιστράτευε πια και τις εφεδρείες του – η νέα γραμμή είναι η γελοιοποίηση, γενικά, της αντίθεσης στο νομοσχέδιο με τη λογική ότι «δεν μπορείς να εμπιστευθείς τους πολιτικούς».

Την Κυριακή, 10/8, στην έκδοση που επιμελείται η κ. Ταραμουντά, οι εκβιασμοί έγιναν πιο απροκάλυπτοι. Ο Φιλελεύθερος είχε ως τίτλο: «Τελεσίγραφο για εκποιήσεις» με αναφορά στον αντιπρόεδρο της Κομισιόν. Αλλά και η Σημερινή είχε μια ενδιαφέρουσα σπόντα στο πρωτοσέλιδο: "Και ως αντάλλαγμα στον Ross οι εκποιήσεις». Ήταν και μια αναφορά σε ενδεχόμενη συναλλαγή, αλλά και σε ένα πλαίσιο κίνδυνου για την Τράπεζα Κύπρου, αν δεν..

Ξανά-αναζητώντας τη συμφωνία στα μέσα του μήνα: Νοσταλγία για τον υπάκουο Νικόλα και η επιστράτευση του Αβέρωφ – η «μαγκιά» του να συμφωνείς με ότι θέλει η κυβέρνηση κατά την κ. Ταραμουντά, αφού έτσι και αλλιώς η αντίσταση είναι μη-σοβαρό «καρναβάλι» κατά τον κ. Βενιζέλο


Μπροστά στις κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά και την αντίθεση της πλειοψηφίας των βουλευτών, το κυβερνητικό στρατόπεδο επιστράτευσε τον Α. Νεοφύτου για να καλοπιάσει τον Ν. Παπαδόπουλο. Αυτό σενάριο το λάνσαρε από πριν ο Πολίτης – που ξαφνικά εγκατέλειψε τις επιθέσεις εναντίον του ηγέτη του ΔΗΚΟ.  Τη Δευτέρα 11/8, ο Φιλελεύθερος είχε ως τίτλο: «Ψάχνουν κωδικό συνεννόησης. Πρωτοβουλίες την ύστατη από Αβέρωφ, που φλερτάρει με ΔΗΚΟ». Την επομένη [12/8], ωστόσο, η προσπάθεια καλλιέργειας κλίματος φάνηκε και πάλι να καταρρέει. Η αναπαράσταση της συνεδρίας της Βουλής από το Φιλελεύθερο ήταν ενδιαφέρουσα. Ο πρωτοσέλιδος τίτλος [«Λένε «όχι» κόμματα και τρόικα. Εγκλωβισμένοι όλοι στο νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις»] διέψευδε τις ελπίδες της προηγούμενης. Ο Μιχαηλίδης συνέχισε την επίθεση, αντιπαραθέτοντας αυτή την φορά τί είχε πει ο Αβέρωφ στις 24 Ιουλίου -όταν άλλαξε και αυτός ρόλο και ύφος και το έπαιξε αριστερή κριτική των τραπεζών- με όσα έλεγε και λέει ο Χ. Γεωργιάδης [«Ποιες είναι οι τράπεζες είπατε; ..Αυτά που λέει ο Αβέρωφ τα είπε και στον Χ.Γεωργιαδη;».] Αντίθετα, ο Βενιζέλος που έχει επίσης κείμενο στην έκδοση, προσπάθησε να αλλάξει έμφαση - κατηγορώντας τη Γενική Εισαγγελία ότι καθυστερεί τις έρευνες για την οικονομία. Στο δεδομένο κλίμα έμοιαζε με υπεκφυγή για να μην πάρει, και πάλι, θέση. Οι πιέσεις, όμως, πρέπει να ήταν σαφείς γιατί την επομένη, 13/8, η κ. Ταραμουντά έριξε το βάρος στην αναζήτηση της παλιάς καλής συμφωνίας Αβέρωφ-Νικόλα, όπως σύστηνε και ο Πολίτης ο οποίος μάλιστα είχε και τίτλο «Βρίσκουν φόρμουλα Νικόλας-Αβέρωφ».[3] Έτσι, ο σχεδόν πανομοιότυπος τίτλος του πρωτοσέλιδου του Φιλελευθέρου ήταν: «Ξεκίνησε το παρασκήνιο. Αβέρωφ – Νικόλας αναζητούν χρυσή τομή με πακετοποίηση νομοσχεδίων». Και στη στήλη της, εμφανίστηκε με θέση, πια, που σαφώς στήριζε την κυβερνητική προσπάθεια. Ο τίτλος ήταν «Η μαγκιά είναι η λύση στο πρόβλημα» - εννοείται ότι η υποτιθέμενη "μαγκιά" θα ήταν η αποδοχή του νομοσχεδίου με κάποιο περιτύλιγμα. Η ρητορική ήταν χαρακτηριστική του αδιεξόδου – και της ανάγκης πια να ασκηθεί πίεση. Έτσι, η εξ’ αποστάσεως («όλοι φταίνε») ρητορική εγκαταλείφθηκε, και το κείμενο, αφού υιοθετεί τη ρητορική του Βενιζέλου για «θέατρο», καταλήγει στο ότι για να είναι δυναμικοί (μάγκες ας πούμε) οι πολιτικοί, πρέπει να κάνουν αυτό που θέλει η κυβέρνηση – και η τρόικα. Διαφορετικά είναι «λαϊκιστές». Η έμφαση στη ρητορική της κ. Ταραμουντά, ήταν στην αρνητική επίκληση του Μάρτη του 2013. Έπαιζε, δηλαδή, με το δεύτερο σενάριο του εκβιασμού: η απειλή για κούρεμα, για νέα κρίση κλπ. Μπορεί η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας[4] να μην έχει πειστεί από την προπαγάνδα αρθρογράφων, όπως η Ταραμουντά – η ίδια, όμως, αδυνατεί να το αντιληφθεί, οπότε συνεχίζει να απειλεί: «Μια δεύτερη κατάρρευση του τραπεζιτικού συστήματος ενάμισι χρόνο μετά την πρώτη είναι ο χειρότερος εφιάλτης για τον τόπο». Και για να πείσει, στο τέλος παραπέμπει και στη διορισμένη κ. Γιωρκάτζη, τη θέση της οποίας εξασφάλισαν και τα κατευθυνόμενα δημοσιεύματά της. Ένας αστείος κύκλος αυτοεπιβεβαίωσης. Όταν ο λόγος της κ. Ταραμουντά προβάλει ένα πανικό για την επανάληψη της αντίστασης του Μάρτη του 2013, τότε εμφανώς τα συμφέροντα που εκπροσωπεί ανησυχούν. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι εκείνος ο Μάρτης ήταν μια από τις σπάνιες φορές που ο κ. Παττίχης, ο ιδιοκτήτης του Φιλελεύθερου, δημοσίευσε και πρωτοσέλιδη προειδοποίηση-εκβιασμό στους πολιτικούς. Αλλά τώρα πια η μπόγια δεν περνά τόσο εύκολα. Και έτσι, η Ταραμουντά άφησε τις ίσες αποστάσεις. «..εάν το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις δεν ψηφιστεί, η άξια των ενυπόθηκων δανείων των συστημικών τραπεζών κατά τον έλεγχο  αντοχής θα μηδενιστεί.» Ούτε υποψία πια ότι το θέμα είναι να διαχωριστούν οι μεγάλο-οφειλέτες από τους μικρό-ιδιοκτήτες. Εμφανώς η κ. Γιωρκάτζη και η κ. Ταραμουντά προωθούν τα συμφέροντα που τους εκφράζουν.

Ο Μιχαηλίδης, από την άλλη, συνέχισε την επίθεση – στις 13/8 ειρωνευόταν ένα παράδειγμα του Γεωργιάδη [«το οικόπεδο του υπουργού και το απλήρωτο διαμέρισμα»] ενώ την επομένη ο λόγος του λίγο πολύ απαντούσε έμμεσα στη ρητορική της κ. Ταραμουντά: «το στρες τεστ της κυβέρνησης»:
«Βρίσκουν χίλιες επικρίσεις για τους δανειολήπτες που δεν πληρώνουν τα δάνεια τους, αλλά ούτε μίση κουβέντα για τις τράπεζες, που άφησαν τα καθυστερημένα να πνίξουν όλο το σύστημα για να εξαναγκαστεί η πολιτεία να τους παραδώσει στο πιάτο τις υποθηκευμένες περιουσίες όπως το ζητούσαν για χρόνια τώρα.»
Ο τίτλος της εφημερίδας, πάντως, ερχόταν από το κυβερνητικό επιτελείο και έπαιζε με τον εκβιασμό : «Μην αγγίξετε την ουσία. Η τρόικα διαμηνύει ότι θα βάλει στο μικροσκόπιο ότι νέο συμφωνηθεί».

Όμως, παρά τις πιέσεις και τους εκβιασμούς, το θέμα δεν προχώρησε. Στις 16/8, καθώς ήταν εμφανές πια ότι ούτε οι εκβιασμοί, ούτε τα σενάριο Όργουελ [η κυβέρνηση των μεγάλο-οφειλετών θα τους κυνηγήσει] έπιανε, ο Βενιζέλος είχε ένα ακόμα κείμενο προσπαθούσε να σπρώξει προς την αποδοχή, αλλά κρατώντας τα προσχήματα σε αντίθεση με την Ταραμουντά που φαινόταν να ταυτίζεται πλήρως με το κυβερνητικό κόμμα. Στο κείμενο «Να μάθουμε να αντιδρούμε!» κάνει μια διασύνδεση του κυπριακού με την οικονομική κρίση για να συμπεράνει ότι οι κύπριοι πολίτες πρέπει να αφυπνίσουν τη συνείδηση και να «μάθουν να αντιδρούν». Αφού ρίχνει διάφορα για τα οικονομικά σκάνδαλα, όταν έρχεται στο επίμαχο ζήτημα του Μαρτίου του 2013, όταν όντως αντέδρασαν οι πολίτες και απέτρεψαν το κούρεμα όλων των καταθέσεων που θα ήταν όντως καταστροφικό, τα μασά βολικά και πάλι. Ξαφνικά, συμπεριφέρεται λες και ήταν σε «άλλη χώρα», και αντί να αναγνωρίσει την αντίσταση, που κατά τα άλλα υποτίθεται ότι υποστηρίζει ρητορικά τουλάχιστον, την υποτιμά με την ίδια ρητορική που αποκαλούσε προηγουμένως την άρνηση της πλειοψηφίας να δεχτεί το νομοσχέδιο σαν «θέατρο». Στο συγκεκριμένο κείμενο αποκαλεί την αντίσταση του Μάρτη του 2013 «καρναβάλι, μεταφορικά και στην πράξη». Προφανώς, λοιπόν, οι αντιδράσεις πρέπει να είναι ρητορικές και να καταλήγουν στο ότι αφού "δεν υπάρχουν άλλες λύσεις", τότε «θα γίνονται όλα αποδεκτά» ..

Και ξανά αναζήτηση της «συναίνεσης»- τώρα γίνονται αλλαγές στο πακέτο, αλλα το άγχος είναι πια εμφανές και ο Βενιζέλος μας πληροφορεί ότι η λύση είναι να φύγει η τρόικα, αλλά δεν γίνεται.. άρα..


Μετά την αποτυχία των ό,ποιων συμβιβασμών γύρω από τον 15αυγουστο[5] άρχισε μια νέα προσπάθεια κατασκευής κλίματος «συναίνεσης» με υποχώρηση πια της κυβέρνησης από την σκληρή στάση ότι δεν μπορούν να γίνουν αλλαγές, ότι η τρόικα δεν δέχεται κλπ. Ο αποδέκτης ήταν σαφώς το ΔΗΚΟ, αλλά ο κ. Παπαδόπουλος, επέλεξε να στείλει το συμβολικό του μήνυμα με το να φύγει για διακοπές. Στις 23/8 ο Φιλελεύθερος πρόβαλε και πάλι την προσπάθεια της κυβέρνησης με νέους όρους πια – αντί «δεν γίνονται αλλαγές», τώρα το σενάριο ήταν «αναθεωρημένο πακέτο»: «Νέο σωσίβιο με αλλαγές. Η κυβέρνηση αναθεωρεί το πακέτο εκποιήσεων για να εξασφαλίσει πλειοψηφία.» Η επίδραση της αλλαγής κλίματος, και άρα του γεγονότος ότι τελικά θα υπήρχε συμβιβασμός από την κυβέρνηση, φάνηκε και σε ένα σχόλιο του κ. Βενιζέλου στις 20/8 όταν ξαφνικά η ρητορική του φάνηκε να κάνει στροφή και να υιοθετεί μια ανοικτή επίθεση εναντίον των τραπεζιτών: «Έβγαζαν το λάδι των δανειοληπτών ενώ τα γραβατομενα λαμογια στοίβαζαν.» Η απότομη ταύτιση με την έντονη κριτική ενάντια στις τράπεζες, ήταν ένα είδος μετατόπισης, από την θέση (έμμεσης έστω) στήριξης της κυβέρνησης. Αλλα ημιτελούς και αβέβαιης ακόμα μετατόπισης αφού και το πολιτικό σκηνικό ήταν ρευστό. Στο τέλος το κείμενο κατάληξε και πάλι στην θέση των «ίσων αποστάσεων». Στο κείμενο του στις 23/8 ξαναγύρισε και πάλι πιο έντονα στις «ίσες αποστάσεις» με καταληκτικό στόχο την πίεση υπέρ του νομοσχεδίου – καθώς και στο πολιτικό σκηνικό η κυβέρνηση έκανε μια τελευταία προσπάθεια να επαναφέρει ένα κλίμα συνολικών εκβιασμών/πιεσεων με την επιστράτευση διάφορων "ειδικών". Έτσι, στην ρητορική των ίσων αποστάσεων του κ. Βενιζέλου, αφού ανάλωσε περισσότερο από το μισό κείμενο κάνοντας κριτική, σαν είδος συμβούλου, στην κυβέρνηση γιατί δεν μίλησε με το ΔΗΚΟ πριν καταρτίσει το νομοσχέδιο, το υπόλοιπο μέρος επιστρέφει στα κλισέ του  «θεάτρου» - και αφού κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι κάνει τακτικισμους, την ταυτίζει, σε μια ακόμα κίνηση ισοπέδωσης των διαφορών, με τις τράπεζες και τους τραπεζίτες, λες και είναι αυτή που προσπαθούσε να περάσει το νομοσχέδιο που ήθελαν οι τράπεζες. Η ρητορική του «όλοι είναι ίδιοι», σε αυτό το πλαίσιο, είναι διπλά χρήσιμη για τη ρητορική που προσπαθεί να περάσει την θέση των τραπεζών – κατ’ αρχήν λογοκρίνει το τί έγινε την περίοδο 2009-2012 και ποιοί (πολιτικοί αλλα και ΜΜΕ)  συγκάλυπταν τότε τις τράπεζες, αλλά ηταν και χρήσιμη στο παρόν, αφού ουσιαστικά υποβάθμιζε την προσπάθεια για αλλαγές, και ενίσχυε τον εκβιασμό του μονόδρομου για το νομοσχέδιο. Είναι λ.χ. ενδεικτικό της συγκάλυψης των ευθυνών (και του σημείου από όπου εκφέρεται ο λόγος) ότι αναφέρει γενικόλογα στα «πάρτι» των τραπεζιτών, αλλά παραβλέπει ότι κάποιοι, ανάμεσα τους και ο ίδιος, συγκάλυψαν την επιστροφή του ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας το 2013 σε άτομα που εμπλέκονται στην πορεία των τραπεζιτικών προβλημάτων από το χρηματιστήριο του 1999 (όπως ο κ. Κοιλιαρης) μέχρι την πορεία που πήρε η οικονομία από το 2006 μέχρι το 2012 (όπως ο κ. Συριχας). Υπάρχει άλλωστε και ένα είδος κωμικού στοιχείου στην αναφορά,  όταν αναλογιστεί κανείς πόσα εκατομμύρια διοχέτευαν οι τράπεζες στα ΜΜΕ, και στον Φιλελεύθερο φυσικά – σαν «διαφήμιση» («πάρτι διαφήμισης»;), αλλά όπως έγραψε και ο κ. Παράσχος, ποιός τολμούσε να παρακούσει τις έμμεσες οι άμεσες «ανάγκες» των χρηματοδοτών; Όποιος κατοικεί σε γυάλινο σπίτι δεν πετάει πέτρες – εκτός βέβαια και αν οι πέτρες έχουν ως στόχο τη συγκάλυψη. Σε αυτό το πλαίσιο, η δήθεν αποστασιοποίηση από ένα μέλος του κατεστημένου μπορεί να θεωρηθεί και σαν δείγμα της στρατηγικής των ίσων αποστάσεων για να περάσει το νομοσχέδιο σαν «επάναγκες».

Στο επόμενο κείμενό του στις 26 /8, η ρητορική συνεχίζε με το ίδιο σενάριο – ότι όλα είναι θέατρο, και μάλιστα απέδιδε και σε όσους εναντιώνονται στο νομοσχέδιο την ίδια ρητορική με την κυβέρνηση – «υπερβολές και κινδυνολογίες». Και κατάληξε στην ομολογία της προέκτασης της όλης ρητορικής – ότι δεν υπάρχει λύση διότι «Χρειάζεται μια ολοκληρωμένη πολιτική απαλλαγής από την τρόικα, που σήμερα δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να διαμορφωθεί Οπότε, το συμπέρασμα που δεν αρθρώνεται, είναι ψηφίστε το. Ήταν όμως μια βιαστική κίνηση από την συγκεκριμένη ρητορική – που τελικά έσπρωξε αυτόν που την έκφερε στην ομολογία ότι πίσω απ τις «ίσες αποστάσεις» βρισκόταν η θέση-προέκταση του «τίποτα δεν μπορεί να γίνει».

Τις επόμενες μέρες η κυβέρνηση υποχώρησε και άνοιξε ο δρόμος για αλλαγές. Και ίσως σαν συμβολική έκφραση αυτής της αλλαγής ανακοινώθηκε και παράταση χρόνου για την ψήφιση των όποιων νομοσχεδίων από την Βουλή. Η ρητορική των ίσων αποστάσεων έχανε το παιχνίδι. Και έτσι στο κείμενο του στις 30/8 ο κ. Βενιζέλος άλλαξε δραματικά έμφαση – στράφηκε τώρα μόνο εναντίον της κυβέρνησης, και αναγνώριζε ότι η Βουλή τελικά φάνηκε να καταφέρνει να διαμορφώσει αλλαγές. Αυτό δηλαδή που η προηγούμενη ρητορική προεξοφλούσε ότι δεν μπορούσε να γίνει. Οπότε εκείνη η ρητορική εγκαταλείφθηκε σε αναζήτηση κάποιας άλλης θέσης – που να μπορεί και να λογοκρίνει την προηγούμενη περίοδο. Διότι η ρητορική των ίσων αποστάσεων, έχει σαν δομικό στόχο συνήθως την δικαιολόγηση του status quo – και της όποιας μορφης/συγκροτησης του υπάρχοντος πλέγματος της εξουσίας. Είναι η δήθεν «εξ αποστάσεως» δικαιολόγηση των κινήσεων της εξουσίας (και όχι μόνο της κυβερνητικής - αλλα και της οικονομικής) με την δικαιολογία του «αναπόφευκτου» που εμφανίζεται σχεδόν σαν «φυσικό» αντί σαν προϊόν πράξεων – ιστορικών και πολιτικών. Οπότε οποιαδήποτε αλλαγή του σκηνικού, και διάψευση της θέσης που καταλάμβανε ο φορέας της ρητορικής των ίσων αποστάσεων, αντιμετωπίζεται με μια απότομη αλλαγή – και έντονη προσπάθεια ανακατασκευής της ιστορικής μνήμης. Του τι έγινε.  Ανάλογη είναι και η ρητορική για τα αίτια της κρίσης. Ποτέ λ.χ. δεν αναφέρεται η ευθύνη των τραπεζών για την κάθοδο της τρόικα, λες αυτός που αρθρώνει τη γραφή ήταν σε άλλη χώρα την περίοδο Μάιος – Ιούλιος του 2012.

…η ρητορική των ίσων αποστάσεων, έχει σαν δομικό στόχο συνήθως την δικαιολόγηση του status quo – και της όποιας μορφής/συγκρότησης του υπάρχοντος πλέγματος της εξουσίας. Είναι η δήθεν «εξ αποστάσεως» δικαιολόγηση των κινήσεων της εξουσίας.. με την δικαιολογία του «αναπόφευκτου» που εμφανίζεται σχεδόν σαν «φυσικό» αντί σαν προϊόν πράξεων – ιστορικών και πολιτικών. Οπότε οποιαδήποτε αλλαγή του σκηνικού, και διάψευση της θέσης που καταλάμβανε ο φορέας της ρητορικής των ίσων αποστάσεων, αντιμετωπίζεται με μια.. προσπάθεια ανακατασκευής της ιστορικής μνήμης….  Ανάλογη είναι και η ρητορική για τα αίτια της κρίσης..


[1] Όταν αποκαλύφθηκε ότι ήταν παράνομη και ότι ο «διεθνής δικαστής», ο κ. Πικής είτε είχε σκόπιμα παραπλανήσει, είτε συμπεριφέρθηκε σαν αχάπαρος όταν ανέλαβε την προεδρία με τους όρους που ανέλαβε, αλλά και τους περιορισμούς της νομοθεσίας.

[2] Η συμμετοχή του λόγου της κ. Ταραμουντά στην επίθεση εναντίον της Κεντρικής το 2013 ήταν εμφανής - και σαφώς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ξέρει ότι στην Κεντρική Τράπεζα ανέλαβαν ουσιαστικά άτομα τα οποία συνδέονται είτε με την υπόθεση του χρηματιστηρίου, είτε με τα τεραστία προβλήματα της εποπτείας Ορφανίδη – και την ανάπτυξη της φούσκας των ακινήτων. Η δήθεν αδυναμία της ρητορικής της να αντιληφθεί τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούνταν με τον μη διαχωρισμό της Τράπεζας Κύπρου ή με την επίμονη της εφημερίδας της στο διορισμό Συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου το 2013, χωρίς καν υποτυπώδη έλεγχο για σύγκρουση συμφερόντων, ήταν εκφραστικές στιγμές.

[3] Την νοσταλγία του «υπάκουου/βολικού Νικόλα» που εξυπηρετούσε τον ΔΗΣΥ μπορούσε να την ανιχνεύσει κάποιος από τον Πολίτη της Κυριακής – στο πρωτοσέλιδο υπήρχαν δυο τίτλοι που προδιέθεταν για τη φαντασίωση- «Quo vadis Νικόλα» και «Σχοινοβατεί ο Αβέρωφ». Στις 12/8 αναγγέλθηκε η παρέμβαση Αβέρωφ με όρους «ελέγχου» των τραπεζών. Ακόμα και μια σύγκριση της ορολογίας με ότι λεγόταν 2 χρόνια πριν ήταν εντυπωσιακή – οι υπερασπιστές, στο χώρο των ΜΜΕ, του να αφεθούν οι τράπεζες να κάνουν ότι θέλουν, φώναζαν τώρα για έλεγχο.

[4] Όπως φάνηκε από τη δημοσκόπηση του ΡΙΚ την άνοιξη του 2014 πριν τις ευρωεκλογές μόλις 17% συμφωνούσαν με το πρώτο κούρεμα.

[5] Ήταν σαφές ότι ο στόχος, όπως και με το κούρεμα, ήταν να περάσει το δύσκολο σημείο με άξονα μια γιορτή που θα έστρεφε την προσοχή αλλού – τότε ήταν οι αποκριές-καρναβάλι, τώρα οι διακοπές-άδειες του καλοκαιριού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου