12 Ιουλ 2014

Η Θεοχάρους και το ιστορικό déjà vu: οι διαμάχες Αθηνών – Λευκωσίας καταλήγουν πάντα στη δυσφορία γιατί ξεκινούν από ένα κενό συγκάλυψης ανάμεσα στο ιδεολόγημα του «έθνους» και την αναπόφευκτη πρακτική του κράτους



«Δέον, όμως, να ληφθεί υπ’οψιν ότι δεν είμαι διορισμένος νομάρχης ή τοποτηρητής εν Κύπρο της ελληνικής κυβερνήσεως, αλλά εκλελεγμενος ηγέτης…»
Επιστολή Μακάριου προς Γκιζικη, Ιούλιος 1974

«Η Συνταγματική τάξις της Κύπρου αποτελεί αποκλειστικώς υπόθεσιν της ευθύνης του λαού της Κύπρου…Οι ελληνοκύπριοι και οι ηγέται των έχουν το δικαίωμα της αντιστάσεως εις περίπτωσιν κατά την οποία οι Αθήναι ήθελον προβεί εις απαράδεκτον ανάμειξιν εις τα εσωτερικά της Κύπρου»
Απάντηση Μακάριου στις πιέσεις και τους εκβιασμούς της Στρατιωτικής Κυβέρνησης της Ελλάδας το 1972

Η διαμάχη της κ. Θεοχάρους με τον κ. Βενιζέλο έχει, βέβαια, και τις ενδεχόμενες εσωτερικές της διαστάσεις -για τα κυβερνών κόμμα λ.χ.- αλλά ως αντιπαράθεση, είχε έντονους απόηχους από την προηγούμενη ιστορία των σχέσεων Αθηνών και Λευκωσίας. Θα μπορούσε να πει κάποιος, μάλιστα, ότι υπάρχει και μια ειρωνεία στο γεγονός ότι η κ. Θεοχάρους, η οποία εκλέγηκε και εκπροσωπεί την πιο απορριπτική πτέρυγα της λαϊκής δεξιάς, αλλά και της ακροδεξιάς ως διακριτή τάση, βρέθηκε να επαναλαμβάνει σχεδόν επί λέξη την φράση του Μακάριου – «είμαι εκλελεγμενος» αξιωματούχος. Η αντίφαση ανάμεσα στον ελληνηκοκυπριακό απορριπτισμό, μερίδα του οποίου φλερτάρει ακόμα με τον ελληνικό εθνικισμό, είναι εμφανής. Και ο κ. Βενιζέλος την έκανε ακόμα πιο σαφή με το να καταφύγει σε ρηματική διακοίνωση, τονίζοντας ότι το θέμα αφορούσε δυο πολιτείες πέρα από τα ιδεολογήματα. Και έτσι του απάντησε και η Θεοχάρους – ως εκλελεγμένη αντιπρόσωπος. Μπορεί να πει κάποιος ότι είναι ένα ακόμα βήμα στη μακρά πορεία των τελευταίων δεκαετιών για αυτονόμιηση και του φαντασιακού της κυπριακής δεξιάς. Άλλωστε, είναι ο κ. Συλλουρης που είχε δηλώσει, ως ηγέτης του ΕΥΡΩΚΟ, «πρέπει να κόψουμε κάποτε τον ομφάλιο λώρο», ενώ και η κ. Θεοχάρους είχε και προηγουμένως διεκδικήσει μια ανάλογη αυτονομία, έστω και ποιητικά.

Η πηγή του επαναλαμβανόμενου σκηνικού – η δομική αντίφαση ανάμεσα σε μια ιδεολογία αυτοκρατορίας άλλων εποχών και την πραγματικότητα ένος μικρού αδύναμου βαλκανικού κράτους
Αυτό που βρίσκεται στο υπόστρωμα της αντιπαράθεσης είναι μια δομική αντίφαση ανάμεσα στην ιδεολογία του ελληνισμού και την πραγματικότητα του ελληνικού κράτους που το εκπροσωπεί – και το οποίο διεκδικούσε το ρόλο του «εθνικού κέντρου» ενεργά, μέχρι πρόσφατα. Ο ελληνισμός της Μεγάλης Ιδέας του 19ου αιώνα, εξέφραζε ένα αμάλγαμα ιδεών και συμβόλων από την αρχαιότητα και το βυζαντινό μεσαίωνα, τα οποία είχαν σοβαρές αντιθέσεις μεταξύ τους, οι οποίες συγκαλύπτονταν με τη μετατόπιση της έμφασης στην επέκταση του κράτους – τη δημιουργία, δηλαδή, μιας νέας αυτοκρατορίας, όπως του Βυζαντίου ή μιας «Μεγάλης Ελλάδας».[1] Η αναστολή των αντιφάσεων με πρόσχημα της επέκταση του αρχικού ελληνικού κράτους, δεν έλυσε όμως ένα πολύ πιο βασικό πρόβλημα – το ελληνικό κράτος ήταν μικρό, χωρίς μεγάλες δυνατότητες πέρα από τις ό,ποιες καλές προθέσεις των πολιτών του, τον ηρωισμό τους κλπ. Δημιουργήθηκε μετά από ξένη επέμβαση το 1827, του διόριζαν κυβερνήτες και βασιλιάδες οι ξένες δυνάμεις, και ουσιαστικά δεν κατάφερε να κερδίσει ένα πόλεμο μέχρι το 1912 – και τότε νίκησε σε συμμαχία με άλλους. Ακόμα όμως και εκείνη η φαντασίωση μεγάλης δύναμης, της Ελλάδας των 3 ηπείρων και των 5 θαλασσών, κατάρρευσε όταν το μικρό κράτος των Βαλκανίων εμπλάκηκε στη μικρασιατική εκστρατεία – και κατέρρευσε, όπως ήταν ρεαλιστικά αναμενόμενο αν σύγκρινε κανείς τα γεωπολιτικά, πληθυσμιακά και στρατιωτικά δεδομένα. Οι μικρασι;aτες πλήρωσαν τη Μεγάλη Ιδέα οδυνηρά.

Στην Κύπρο, η Μεγάλη Ιδέα δεν εγκαταλείφθηκε εύκολα –τουλάχιστον από τους κυρίαρχους κύκλους, έστω και αν κατάφερε να επιβληθεί κάπως καθυστερημένα: επικράτησε στο χώρο της εκκλησίας μόλις μετά τη διαμάχη του 1900-10. Όμως, στην τοπική πολιτική απέκτησε δυο ενδιαφέρουσες διαστάσεις: εξέφραζε μια επιθυμία εκμοντερνισμού, όπως το διατύπωσε η R. Bryant, αλλά ήταν και μια μορφή πολιτισμικού κεφαλαίου, την οποία χρησιμοποιούσαν οι άρχουσες ομάδες ή τα συντηρητικά στρώματα ενάντια στους νέους εκμοντερνιστές, όπως ήταν οι "κομμουνιστές" και οι κοσμικοί φιλελεύθεροι την περίοδο 1920-50. Έτσι, ο ενωτισμός μετατράπηκε και σε αντί-αποικιακό κίνημα μετά το 1931,[2] αλλά και στη βασική ιδεολογία του κατεστημένου στις μεγάλες αντιπαραθέσεις της περιόδου 1947-48. Η ειρωνεία, βέβαια, ήταν ότι ενώ ο ενωτισμός γινόταν η ηγεμονική ιδεολογία εσωτερικά, ταυτόχρονα γινόταν και εντελώς ανέφικτη ρεαλιστικά, λόγω των εξελίξεων μετά το 1945 και την αρχή του τέλους της αποικιοκρατίας. Η ιδέα της προσάρτησης σε άλλο κράτος ήταν πια ξεπερασμένη. Αλλά στο εσωτερικό της Κύπρου ο ελληνισμός ήταν και ένα είδος πολιτισμικού κεφαλαίου, το οποίο χρησιμοποιείτο για αποκλεισμό των «επικίνδυνων» για την παρούσα εξουσία.

Πρώτο reality check το 1950: κύριοι αναπνέομεν με δυο πνεύμονες.. θέλετε να πάθουμε ασφυξία;
Η πρώτη συνάντηση της ιδεολογίας και της πραγματικότητας έγινε αμέσως μετά τη συλλογή υπογραφών του 1950, η οποία ονομάστηκε «δημοψήφισμα». Οι έλληνες πολιτικοί, στους οποίους παραδόθηκαν τα έγγραφα των υπογραφών σχολίασαν: «Η Ελλάς αναπνέει με δυο πνεύμονες, ένα αγγλικό και ένα αμερικανικό, θέλετε να πάθουμε ασφυξία;» Ο Κρανιδιώτης το διατύπωση πιο ευγενικά – η Αθήνα είχε πολλά θέματα να αντιμετωπίσει στην εξωτερική της πολιτική, ενώ για τους Κύπριους το κυπριακό ήταν αναπόφευκτα «το θέμα». Κάπως έτσι έγινε και η αντιπαράθεση Θεοχάρους – Βενιζέλου ως αποκάλυψη της ιστορικής αντίφασης. Αξίζει λ.χ. να θυμηθεί κάποιος ότι, όταν απολύθηκε ο Γιωρκάτζης μετά από πιέσεις της Χούντας, έγιναν εκδηλώσεις από τους δεξιούς οπαδούς του, εναντίον της. Και μετά συνεργάστηκε μαζί της. Και στο ίδιο το πραξικόπημα, όσο και να αμφιβάλει κανείς για την θέση του Σαμψών ότι είχε προηγουμένως σχέση με τον Ιωαννίδη και τη Χούντα, εντούτοις όταν άρχισε η εισβολή, φαίνεται να πίστευε αφελώς ότι θα έρθουν τα «ελληνικά αεροπλάνα». Και φώναζε στο τηλέφωνο. Μια άλλη ιστορία από την άλλη πτέρυγα ήταν επίσης εκφραστική του πως η 15η Ιουλίου έγινε ένα οριακό σημείο, όπου η πραγματικότητα της Κύπρου επισκίασε την ιδεολογία. Ο επικεφαλής του Εφεδρικού περιέγραφε σε μια συνέντευξη του ότι, όταν ένας έλληνας αξιωματικός είπε σε ένα στρατιώτη να τον εκτελέσει, αυτός είπε στον νεαρό, όταν έμειναν μόνοι: «ρε είμαι τζαι εγιώ κυπραίος». Φυσικά, άλλοι έψαχναν για τοπικό αίμα και είχαμε και ανάλογα εγκλήματα.

Η κυπροκεντρική μετατόπιση του ελληνικού εθνικισμού και στην Κύπρο
Η αποκάλυψη της αδυναμίας της Ελλάδας οδήγησε σταδιακά στη μετατόπιση του ελληνικού εθνικισμού, ο οποίος τη δεκαετία του 1990 είχε μια «αναβίωση», αλλά πολύ διαφορετικός από το 1960. Τώρα διεκδικούσε εκείνο, το οποίο ήταν η κυπροκεντρική θέση τη δεκαετία του 1960 – ότι υπήρχαν δυο διαφορετικές πολιτείες, αλλά μια εθνική κουλτούρα. Τα επόμενα χρόνια, όμως, ακόμα και αυτό όμως άρχισε να υπονομεύεται, καθώς άρχισε η άνοδος ενός είδους ελληνοκυπριακού εθνικισμού, που υπερασπίζεται μεν την ανεξαρτησία, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα δικοινοτικός.[3] Και αυτό το αίσθημα εκφράστηκε υπόγεια και έμμεσα στον δημόσιο λόγο για τις ευθύνες από την Ελλάδα για την οικονομική κρίση στην Κύπρο. Η εστίαση στους εκβιαστικούς όρους και συνθήκες μέσω των οποίων έγινε η πώληση των κυπριακών τραπεζιτικών παραρτημάτων στην Ελλάδα, είναι ένας νέος άξονας γύρω από τον οποίο η υπόγεια δυσφορία της πραγματικότητας εκφράζει το δημόσιο αίσθημα πέρα από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις με τις ρετρό εκφράσεις για «μητέρες πατρίδες», σύμπνοια, κλπ…








[1] Κιτρομηλίδης, Π. 1989. Imagined Communities” and the origins of the National Question in the Balkans. In European History Quarterly, vol. 9, no. 2
[2] “Παραδόξως, οι έλληνες παρέμειναν βασικά φιλο-βρετανοί εντερνιζόμενοι τη θέση ότι τα ελληνικά και βρετανικά συμφέροντα ήταν και θα παρέμειναν πάντα ταυτόσημα…Πότε τους δεν παρέβησαν τον νόμο ή έχασαν την εκτίμηση που έτρεφαν για το δικαστικό και πολιτικό σύστημα της Βρετανίας. Ο θαυμασμός τους συμπεριλάμβανε και αυτήν την ίδια τη βρετανική αυτοκρατορία – την οποία θεωρούσαν  σαν το μες για την εξάπλωση της προόδου..» G. Georgallides. 1979. A political and administrative history of Cyprus. Βλ. επισης P. Loizos, 1986. Αλλαγές στην Δομή της κοινωνίας.
[3] Αυτή η άποψη, χωρίς φυσικά τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό, έχει και τουρκοκύπριους υποστηρικτές, όπως λ.χ. τον Σ. Λεβέντ της εφημερίδας Αφρίκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου