5 Ιουλ 2014

Η αξιολόγηση του ΔΝΤ ή όπως χαρακτηρίστηκε η έκθεση κόλαφος για την Κριστίν Λαγκάρντ και το ΔΝΤ




Κι όμως, το ΔΝΤ αξιολογήθηκε και τα ευγενικά καταγεγραμμένα συμπεράσματα δεν είναι και τόσο .... ας το πούμε, ενθαρρυντικά. Η έκθεση αξιολόγησης[1], που φέρει ημερομηνία 23 Μαΐου 2014, δεν έχει το μέγεθος των μνημονίων, επικαιροποιημένων, νέων ή μη, καταγράφει όμως αρκετά ενδιαφέροντα, που μάλλον δεν θα μας πει κανείς – ως είθισται άλλωστε - αν δεν τα ψάξουμε και διαβάσουμε οικειοθελώς.

Ο στόχος της αξιολόγησης υπήρξε η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του ΔΝΤ με τον εντοπισμό των σημαντικότερων και επαναλαμβανόμενων προβλημάτων και που επηρέασαν την επίδοσή του όσον αφορά στις αρμοδιότητές του για εποπτεία, δανεισμό και ανάπτυξη ικανοτήτων.  Πρόκειται για αξιολόγηση από το Γραφείο Ανεξάρτητης Αξιολόγησης (IEO) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που επικεντρώθηκε σε πέντε τομείς: καθοδόγηση και εποπτεία του διοικητικού συμβουλίου, οργανωτικά, προσοχή που δόθηκε σε κινδύνους και αβεβαιότητες, οι χώρες που επισκέφθηκε και το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο λειτούργησε με αμεροληψία επιδεικνύοντας ίση μεταχείριση. Διαπιστώνεται ότι παρόλες τις προσπάθειες του συμβουλίου και της διοίκησης για να αντιμετωπίσουν αυτά τα θέματα, «οι προκλήσεις παραμένουν και επιμένουν», γι’ αυτό το λόγο η βασική πρόταση στην έκθεση αξιολόγησης είναι όπως αυτή επαναλαμβάνεται κάθε πέντε χρόνια και όπως ελέγχεται η πρόοδος κατά περιόδος με την πρώτη έκθεση προόδου να αρχίζει μετά από δύο χρόνια.

Τα θέματα που εντοπίζονται, αποδίδονται στη φύση του ΔΝΤ και θεωρείται ότι είναι βαθιά ριζωμένα στην κουλτούρα, τις πολιτικές και στις ρυθμίσεις διακυβέρνησής του. Η έκθεση αξιολόγησης ήρθε ως απάντηση σε εξωτερική αξιολόγηση του Μάρτη, 2013, οπόταν και διαπιστώθηκαν αδυναμίες στη διαδικασία παρακολούθησης (follow-up). Μια από αυτές τις αδυναμίες ήταν και η σύγκρουση συμφερόντων της διοίκησης, η οποία «έχει τριπλή ευθύνη στην επίβλεψη της ανακεφαλαίωσης των συζητήσεων του διοικητικού συμβουλίου, στην ετοιμασία των μετέπειτα σχεδίων υλοποίησης και στην παρακολούθηση της εφαρμογής τους». Διαπιστώνεται ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που το συμβούλιο υιοθέτησε τις εισηγήσεις της εξωτερικής έκθεσης αξιολόγησης, αυτό δεν προϋποθέτει και την αντιμετώπισή τους ή τις στρατηγικές προσπάθειες για την επίλυσή τους.

Στα συμπεράσματα της έκθεσης, περιλαμβάνονται περιπτώσεις που η εκτελεστική επιτροπή απέτυχε να παρέχει σαφείς οδηγίες και αποτελεσματική εποπτεία, περιπτώσεις που το ΔΝΤ δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή σε κινδύνους και αβεβαιότητα στον τομέα της επιτήρησης και του προγραμματικού σχεδιασμού, άλλες που οι προβλέψεις του αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για τη χώρα και το θεσμικό της πλαίσιο, άρα και την ανάλυση και τις συμβουλές πολιτικής που πρότεινε το ΔΝΤ, και ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από έλλειψη αμεροληψίας και ίσης μεταχείρισης στην ανάλυση, αλλά και στα προτεινόμενα μέτρα.

Όπως αναφέρεται, η αποτυχία της εκτελεστικής επιτροπής για σαφείς οδηγίες είχε ως αποτέλεσμα την αποτυχία για τακτική εφαρμογή των νενομισμένων διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, την ασυνέπεια στις πολιτικές που προτείνονταν στα μέλη, στη συγκεχυμένη έμφαση στη μεγιστοποίηση της συμβολής του FSAP στην ενίσχυση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, στα διάχυτα δομικά ζητήματα παρά τις προσπάθειες για μείωση και εξορθολογισμό πρωτοβουλιών και στη μείωση της ικανότητας του ΔΝΤ να συμμετέχει σε συζήτηση με τις αρχές για τη διαμόρφωση της διαδικασίας και εφαρμογής των πολιτικών από τα αρχικά στάδια. Αιτία όλων αυτών θεωρείται ότι τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής εκπροσωπούν εθνικά συμφέροντα, κατά συνέπεια είναι καταδικασμένα να διαφωνούν, κάτι το οποίο διαπιστώνεται και από το μεγάλο αριθμό διαγραφών από τις εκθέσεις του προσωπικού, πριν αυτές κυκλοφορήσουν στο κοινό. Η διαφάνεια, τελικά, φαίνεται να είναι δίκοπο μαχαίρι για το ΔΝΤ και καταγράφεται ότι σε έκθεση του ίδιου οργανισμού (The Role of the IMF as Trusted Advisor) οι αρχές αποφεύγουν να θέσουν θέματα για τα οποία ίσως να θέλουν τις απόψεις του ΔΝΤ, από φόβο μήπως και οι ανησυχίες τους καταγραφούν στις εκθέσεις για τη χώρα τους.

Όσον αφορά στα οργανωτικά, εντοπίστηκε ότι το θέμα του συντονισμού – ή καλύτερα της έλλειψής του – αποτελεί σοβαρή πρόκληση και ανησυχία και καταλήγει σε αδύναμες αναλύσεις, στην εποπτεία και το σχεδιασμό προγραμμάτων, στην ανεπαρκή ενσωμάτωση των παγκόσμιων προοπτικών σε διμερείς επιτηρήσεις, σε «μάχες» μεταξύ διαφόρων τμημάτων και ασυμφωνίες στις παρεχόμενες συμβουλές και παράγονται από τα διάφορα τμήματα. Γι΄αυτό το λόγο, άλλωστε, προτείνεται η ενδυνάμωση των μηχανισμών για διατμηματικό συντονισμό, αν και παραμένουν δυσκολίες στην ενσωμάτωση των μακροοικονομικών στα οικονομικά θέματα, αλλά και το ότι η πολυμερής εποπτεία λειτουργεί εις βάρος της διμερούς εποπτείας, ιδιαίτερα σε λιγότερο σημαντικές συστημικά χώρες.

Κατά την αξιολόγηση διαπιστώθηκε, επίσης, ανεπαρκής εξέταση ή και αναγνώριση κινδύνων και αβεβαιότητας κατά το σχεδιασμό προγραμμάτων και απροθυμία στην ανάλυση των συνεπειών στην οικονομική σταθερότητα πολιτικά ευαίσθητων κλυδωνισμών, όπως η δημόσια χρεοκοπία. Ως αποτέλεσμα προκύπτουν δυσκολίες στη λογική και το σχεδιασμό διορθωτικών προγραμμάτων και έλλειψη εφεδρικής στρατηγικής. Αυτά αναγνωρίστηκαν και σε εσωτερικές εκθέσεις, αν και δεν παρουσιάζονται, ούτε αναγνωρίζονται σε εκθέσεις του προσωπικού. Όπως σημειώθηκε από άτομα που έδωσαν συνεντεύξεις για την αξιολόγηση, όλα αυτά εναπόκεινται και σε κάποιο βαθμό περιορίζονται από την πρόθεση και θέληση των αρχών για να αποκαλύπτουν δεδομένα και να συμμετέχουν σε ειλικρινή και ανοικτό διάλογο με το προσωπικό του ΔΝΤ.

Το επιχειρησιακό έργο, όπως η τεχνική υποστήριξη, η επιτήρηση και η έρευνα έχουν να κάνουν με την έλλειψη επαρκούς γνώσης για τη χώρα και το θεσμικό της πλαίσιο, περιορίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα και την προστιθέμενη αξία, όπως χαρακτηρίζεται στην έκθεση, που θα μπορούσαν να έχουν οι υπηρεσίες του ΔΝΤ. Παραδείγματα είναι τα μη ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα που τίθενται, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες, το πόσο εφικτό είναι και πιθανοί πολιτικοί περιορισμοί. Οι αρχές των χωρών εξέφρασαν παράπονα για το αναλυτικό πλαίσιο που χρησιμοποιήθηκε από το ΔΝΤ, το οποίο θεωρήθηκε ακατάλληλο για την πραγματικότητα της χώρας τους, αλλά και για την έλλειψη επαρκούς γνώσης για το συγκεκριμένο υπόβαθρο και τις επιχειρησιακές λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα οι προτάσεις του ΔΝΤ να θεωρούνται υπερβολικά γενικές και καθόλου προσαρμοσμένες στη χώρα. Σε αυτή τη διαπίστωση, το προσωπικό προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η παροχή των καλύτερων συμβουλών στις αρχές, που να βασίζεται σε αντικειμένική ανάλυση, δεν είναι κάτι εφικτό και αυτό είναι γνωστό. Η πρόκληση για προσαρμοσμένα στις χώρες προγράμματα παραμένει και τα πυρά στρέφονται στο προσωπικό του ΔΝΤ και την πρόθεσή του να μελετά τις χώρες που επισκέπτεται και να δείχνει ευαισθησίες στις συνθήκες που επικρατούν.

Εξίσου σοβαρή είναι η διαπίστωση για έλλειψη αμεροληψίας και ίσης μεταχείρισης των χωρών, ιδιαίτερα αφού παραμένει επίμονα διαχρονικά ανάμεσα στις διαπιστώσεις, αλλά και τις δηλώσεις των χωρών. Οι ασυμμετρίες παρουσιάζονται στην ανάλυση που αφορά τις ανάγκες πλούσιων και φτωχών χωρών, στην επιρροή που κάποιες χώρες έχουν στο ΔΝΤ και την πολιτική επιρροή που μπορούν κατ’ επέκταση να ασκήσουν με μη διαφανείς τρόπους. Η πολιτική επιρροή εντοπίστηκε τόσο στους όρους και το περιεχόμενό τους, όσο και στην εστίαση της εποπτείας. Αυτό μπορεί να συνδεθεί και με τη διαπίστωση για την ειλικρίνεια που παρατηρείται στην προειδοποίηση των κινδύνων και τα τρωτά σημεία των οικονομιών – δηλαδή σε μεγάλες ή και προνομιούχες χώρες το προσωπικό δεν ήταν ειλικρινές, όπως καταγράφεται στην έκθεση. Ως αποτέλεσμα ευαίσθητες πληροφορίες αποκλείονται ή δεν κοινοποιούνταν, εξού και οι λανθασμένες προβλέψεις, αλλά και οι διαγραφές που παρατηρήθηκαν σε εκθέσεις του προσωπικού. Η περίπτωση των χωρών της Ευρώπης, ίσως, να αποτελεί παράδειγμα για τα πιο πάνω, αφού παρόμοιες διαπιστώσεις εντοπίστηκαν και κατά την εξέταση του ρόλου της τρόικα από το Ευρωκοινοβούλιο, θέμα που είχε πέσει στα μαλακά, παρά τη σοβαρότητά του, προφανώς λόγω των ευρω-εκλογών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου