12 Ιουλ 2014

Αποσπάσματα από το πόρισμα της Βουλής: Έρευνα για τον «Φάκελο της Κύπρου»



Το πόρισμα της κοινοβουλευτικής επιτροπής για το Φάκελο της Κύπρου, εγκρίθηκε από την ολομέλεια της Βουλής στις 17 Μαρτίου 2011- ένα εγχείρημα που άρχισε το 1982. Η απόφαση για υιοθέτηση του περιεχομένου και των συμπερασμάτων ήταν πλειοψηφική - εναντίον τάχθηκαν 15 βουλευτές, του Δημοκρατικού Συναγερμού και του Ευρωπαϊκού Κόμματος. Στοιχεία συλλέχθηκαν σε διάφορες μορφές, ανάμεσα σε άλλα από το αρχειακό υλικό του ΡΙΚ, μέχρι τα αρχεία των ΗΠΑ και της Βρετανίας, το αρχείο της ΚΥΠ, της Αρχιεπισκοπής, της Εθνικής Φρουράς, του Υπουργείου Εξωτερικών και πρεσβειών, το αρχείο του Γεώργιου Γρίβα, ιδιωτικά αρχεία (όπως του Α. Παυλίδη που συγκεντρώθηκε για τη συγγραφή του βιβλίου «Φάκελος Κύπρου – «Άκρως Απόρρητον») μέχρι και δικογραφίες που είχαν σχέση με τα διερευνώμενα γεγονότα. Δεν παραχωρήθηκε άδεια πρόσβασης στο αρχείο της Εξεταστικής των Πραγμάτων Επιτροπής για το Φάκελο της Κύπρου της Βουλής των Ελλήνων, αλλά αξιοποιήθηκαν σχετικές δημοσιεύσεις που κυκλοφόρησαν και το περιεχόμενο των οποίων δεν διαψεύστηκε.

Παρατίθενται αυτούσια κάποια αποσπάσματα που συνδέονται με το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 – έστω και επετειακά, να θυμόμαστε ότι κάποιο άλλο έγκλημα παραμένει ατιμώρητο, εδώ και δεκαετίες. Συνειδητά επιλέγεται να παρατεθούν αυτούσια αποσπάσματα χωρίς σχολιασμό, ώστε το αναγνωστικό κοινό να καταλήξει στις δικές του διαπιστώσεις, αλλά και να ελκύει το ενδιαφέρον του ώστε να προστρέξει στο Πόρισμα της Βουλής για το Φάκελο της Κύπρου για μελέτη των όσων ταλανίζουν τη χώρα και το λαό μέχρι σήμερα. 

Η Μεραρχία ήρθε και για να «κανονίσει τον Μακάριο»…
«Ενισχυτικό των παραπάνω υπονοιών περί ενδεχόμενης και άλλης επιχειρησιακής αποστολής της Μεραρχίας, πέραν της αντιμετώπισης τουρκικής εισβολής, είναι και το απόρρητο τηλεγράφημα (477), το οποίο απέστειλε ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ τζ. Μπολ στις 22 Αυγούστου 1964 στον Ντιν Άτσεσον με κοινοποίηση τις πρεσβείες των ΗΠΑ στην Αθήνα και το Λονδίνο. Αναφέρει σχετικά: «Το αρχηγείο της CAS  μας ενημέρωσε ότι ο ελληνικό στρατός διαθέτει την ισχύ στο νησί για να κανονίσει το Μακάριο, αν δοθεί η εντολή. Έτσι το μπαλάκι της απόφασης ρίχνεται πίσω στην Αθήνα και πιστεύω ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτή είναι η δική μας αντίληψη της κατάστασης». Επιπρόσθετα αναφέρει: «Μετά την ανάγνωση των τηλεγραφημάτων απόψε, διαφαίνεται ότι ο Μακάριος έχει το επάνω χέρι στη σχέση με την ελληνική κυβέρνηση. Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα, η Αθήνα φοβάται να κινηθεί εναντίον του, εκτός και αν ο στρατηγός Γρίβας είναι διατεθειμένος να αναλάβει αυτή τη ευθύνη. Αυτό υποδηλώνει ότι πρέπει να κινηθούμε προς την κατεύθυνση επηρεασμού του στρατηγού Γρίβα, κάτι που δεν κάναμε ακόμη».[1]


Η Δεύτερη κάθοδος του Γρίβα και η ΕΟΚΑ Β
«Σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του Κροίσου Χριστοδουλίδη, το σίγουρο είναι ότι η δράση του στην Κύπρο [σ.σ. αναφορικά με την άφιξη του Γεώργιου Γρίβα] δεν θα ήταν πολιτική, αλλά θα εκινείτο περισσότερο στο πλαίσιο μυστικής στρατιωτικής οργάνωσης. Είχε ζητήσει την ετοιμασία μυστικού κρησφύγετου στο οποίο θα διέμενε.»[2]

«Κάποιοι από τους μάρτυρες οι οποίοι έχουν προσέλθει για κατάθεση στην επιτροπή προέβαλαν ως λόγους της καθόδου του Γ. Γρίβα στην Κύπρο:
  • Την πρόθεσή του να συνεργασθεί με το Μακάριο για ανατροπή της χούντας και στην συνέχεια να προωθήσουν από κοινού το στόχο της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα (κατάθεση Κροίσου Χριστοδουλίδη, 5.5.2010, σελ 68-69
  • Τους κινδύνους που ελλόχευαν για την Κύπρο και την εθνική της υπόθεση που προέρχονταν από την τουρκική επεκτατική πολιτική και τις απειλές για εισβολή και διχοτόμηση του νησιού, που συχνά-πυκνά εκτόξευε η εκάστοτε τουρκική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, και
  • Την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την ανάληψη της εξουσίας, για να προωθήσει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (κατάθεση Σπύρου Παπαγεωργίου 30.5.2007)»[3]
                                                       
«Σε ανακοίνωσή του ο Γ. Γρίβας στις 8 Απριλίου 1970 υποστήριξε:”[...] Η ενότης εν Κύπρω θα έλθει, μόνον όταν αποχωρήσει της πολιτικής σκηνής ο κ. Μακάριος και οι καθ’ οιονδήποτε τρόπο υποβοηθήσαντες αυτόν εις τον διχασμόν, προς δημιουργίαν Μακαριακού κράτους και τον καταποντισμόν του ενωτικού αγώνος [...]”»[4]

«Σε άκρως απόρρητο σημείωμα το οποίο συνέταξε ο Άγγελος Χωραφάς Πληρεξούσιος Υπουργός Β’, με ημερομηνία 2 Νοεμβρίου 1971 (δηλαδή δύο μήνες μετά την άφιξη του Γρίβα στην Κύπρο), το οποίο αναφερόνταν στη «θέση της Ελληνικής Κυβερνήσεως έναντι της δραστηριότητας του Στρατηγού Γρίβα και των οπαδών του» καταγράφονται μεταξύ άλλων και τα εξής: [..] Είναι πράγματι ακριβές ότι μία δήλωσις, οσονδήποτε ανωδύνως και αν συνταχθή, θα εξασθενήση την θέσιν των γριβικών, θα ενισχύση την Κυπριακήν Κυβέρνησιν και θα περιορίση τας πιθανότητας δυναμικών ενεργειών εναντίον της τελευταίας». [5]

Εξοπλισμός της ΕΟΚΑ Β αλλά και χρηματοδότηση «φιλικών οργανώσεων»
«Το 1972 η ΕΟΚΑ Β’ προέβη στην αγορά οπλισμού ο οποίος είχε εισαχθεί παράνομα στην Κύπρο. Η αγορά έγινε από το Λίβανο μετά από σχετική επαφή με Λιβάνιο έμπορο αρμενικής καταγωγής. Αρχικά ο εκπρόσωπος της οργάνωσης προσέγγισε Ισραηλίτες, οι οποίοι όμως διακριτικά αρνήθηκαν. Η καταβολή των χρημάτων για την αγορά του οπλισμού της ΕΟΚΑ Β’ έγινε από το Σωκράτη Ηλιάδη, ο οποίος πραγματοποίησε ταξίδι στη Βηρυτό ειδικά για αυτό το σκοπό. Τη μεταφορά του οπλισμού ανέλαβε ομάδα της οργάνωσης, την οποία αποτελούσαν οι Κίκης Κωνσταντίνου (επικεφαλής), Ανδρέας Ππουρής, Κώστας Παπαδούρης και Γεώργιος Χαραλάμπους. Η εκφόρτωση του οπλισμού έγινε στην παραλία του Αγίου Γεωργίου Αλαμάνου περί τη 15η Αυγούστου 1972. Επικεφαλής της ομάδας παραλαβής του οπλισμού ήταν ο Σταύρος Σταύρου –Σύρος (καταθέσεις Κίκη Κωνσταντίνου, 4.9.2008, σελ 10, 16-18, και Κώστα Παπαδούρη, 30.6.2010, 7.7.2010)
Τα καταζητούμενα μέλη της ΕΟΚΑ Β’ λάμβαναν για σκοπούς βιοπορισμού μισθό, τον οποίο κατέβαλλε ο Σωκράτης Ηλιάδης (κατάθεση Κροίσου Χριστοδουλίδη, 5.5.2010, σελ 144). Μηνιαίο μισθό λάμβαναν από το Σ. Ηλιάδη και άλλα ανώτατα στελέχη της οργάνωσης.
Διανομή χρημάτων σε διάφορα σωματεία και οργανώσεις προσκείμενες στη χούντα και την ΕΟΚΑ Β’ της περιοχής Λευκωσίας γινόταν από το 2ο ΕΓ της ΙΙΙ ΑΤΔ την περίοδο κατά την οποία διοικητής ήταν ο Μ. Γεωργίτσης (κατάθεση Χάρη Παττίχη, 2.12.2009, σελ 11)»[6]

Όταν η Αθήνα αγωνιζόταν να αφοπλίσει την κυπριακή Πολιτεία το 1972
«Στις 9 Φεβρουαρίου 1972 συγκλήθηκε στην Αθήνα υψηλού επιπέδου σύσκεψη για το θέμα [παραλαβή τσεχοσλοβακικού οπλισμού]. Την απόφαση μετέφερε στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ο πρέσβης της χούντας στη Λευκωσία Κ. Παναγιωτάκος. Αυτή αποτελούσε διακοίνωση και ουσιαστικά απαιτούσε από το Μακάριο την παράδοση του οπλισμού στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ για φύλαξη και το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από την εθνικόφρονα παράταξη.»[7]

Η Χούντα από την άλλη έπαιζει σε δυο ταμπλό – ήθελε και ανατροπή του Μακαρίου από την ακροδεξιά, αλλά και λύση για να τα βρει με την Τουρκία
«Σχετικό σημείωμα του ελληνικού Υποιυργείου Εξωτερικών, ημερομηνίας 15 Νοεμβρίου 1973, το οποίο κατέχει η επιτροπή, αναφέρει σχετικά με τα παραπάνω:
“[..] η Ελληνική Κυβέρνησις διεμήνυσε (30.3.1973) εις τον στρατηγόν Γρίβα την πληρη αντίθεσίν της εις τα δυναμικάς ενέργειας της οργανώσεών του (ανατινάξεις αστυνομικών σταθμών, βόμβαι κ.λπ.) αίτινες αφ’ ενός διετάρασσον επικινδύνως την αναγκαίαν ατμόσφαιραν διά τας ενδοκυπριακάς συνομιλίας και αφ’ ετέρου παρείχον προσχήματα εις την Τουρκίαν διά την προβολήν νέων απαράδεκτων απαιτήσεων εις την τράπεζαν των διαπραγματεύσεων. [...]”[8]



Προς το πραξικόπημα [Απρίλης – Ιούλιος 1974]
«Την περίοδο μετά το θάνατο του Γ. Γρίβα η οργάνωση [ΕΟΚΑ Β’] κατά κύριο λόγο χρησιμοποιήθηκε για την παραπέρα επιδείνωση της εσωτερικής κατάστασης με δολοφονίες πολιτών και άλλες ενέργειες, για να δικαιολογηθεί η πραξικοπηματική ανατροπή του Μακαρίου.
Η περίοδος Απριλίου – Ιουλίου 1974 σημαδεύτηκαν από σοβαρά γεγονότα, όπως τα ακόλουθα:
  • Ένταση των δραστηριοτήτων της ΕΟΚΑ Β’ με δολοφονίες πολιτών. Εντός του Ιουνίου η Αθήνα έδωσε εντολή στην οργάνωση «να κτυπά στο ψαχνό» (κατάθεση Κροίσου Χριστοδουλίδη, 19.5.2010, σελ 52)
  • Το Μάιο ανέλαβε την αρχηγία της οργάνωσης ο Κροίσος Χριστοδουλίδης (ψευδώνυμο «Ποσειδόν») μετά από έγκριση της Αθήνας. Στις 9 Ιουλίου 1974, όπως ανέφερε στην επιτροπή (κατάθεση 19.5.2010, σελ 53), παραιτήθηκε από την αρχηγία διαφωνώντας με τις ενέργειες στις οποίες προέβαινε η οργάνωση, η οποία πλέον καθοδηγείτο από την Αθήνα και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατός ο έλεγχός της. Απόρροια της παραίτησης ήταν και η γνωστή χειρόγραφη επιστολή του Λ. Παπαδόπουλου, που τον προέτρεπε να μην προβεί σε καμία ενέργεια μέχρι τις 15 Ιουλίου 1974.
  • Συνεχείς συλλήψεις από το Εφεδρικό Σώμα μελών της ΕΟΚΑ Β’ με αποκορύφωμα τη σύλληψη του αρχηγού της Λευτέρη Παπαδόπουλου στις 11 Ιουλίου 1974.
  • Νέα ένταση και κρίση στις σχέσεις Λευκωσίας-Αθηνών λόγω της απόφασης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και κρίση στις σχέσεις Λευκωσίας-Αθηνών λόγω της απόφασης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου να μην εγκρίνει τον κατάλογο των υποψηφίων εφέδρων αξιωματικών, αλλά και της απόφασής του να μειώσει τη στρατιωτική θητεία στους 14 μήνες, με παράλληλη μείωση του αριθμού των Ελλαδιτών αξιωματικών που στελέχωναν την ΕΦ [...]»[9]

Τα σχέδια πραξικοπήματος και η νέα στρατηγική να «κτυπούν στο ψαχνό»
«Μέσα από τη διεξοδική εξέταση των γεγονότων προκύπτουν τα εξής στοιχεία για τα ανωτέρω:
1.    Πέρα από την εκπόνηση σχεδίων πραξικοπήματος από την ΕΟΚΑ Β’, όπως τα σχέδια ΣΦΕΝΔΟΝΗ, ΑΠΟΛΛΩΝ και ΝΙΚΗ, η χούντα των Αθηνών είχε προβεί στους δικούς της σχεδιασμούς για την πραγματοποίηση πραξικοπήματος, με στόχο την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η πραγματοποίηση του πραξικοπήματος είχε σχεδιασθεί προ πολλού. Εκτός από το σχέδιο ΕΡΜΗΣ, που προέβλεπε την πραγματοποίηση πραξικοπήματος μετά από τη δολοφονία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου το Μάρτιο του 1970, η επόμενη απόπειρα πραξικοπήματος ήταν το Φεβρουάριο του 1972. Η απόπειρα ματαιώθηκε μετά την αποκάλυψη του σχεδίου, την κινητοποίηση του λαού και τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί η κυβέρνηση όπως αναφέρθηκαν παραπάνω.
2.    Η ένταση της δραστηριότητας της ΕΟΚΑ Β’ τους μήνες που προηγήθηκαν υποδαυλιζόταν από Ελλαδίτες αξιωματικούς οι οποίοι ασκούσαν επιρροή στην ηγεσία της και αποσκοπούσε στην όξυνση της εμφύλιας σύγκρουσης και την προετοιμασία του κλίματος για την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Οι οδηγίες που έφθαναν από την Αθήνα ήταν «να κτυπούν στο ψαχνό». Η πραγματοποίηση του θα εδικαιολογείτο ως αδήριτη ανάγκη επέμβασης του στρατού, προς αποφυγή της περαιτέρω εμφύλιας αιματοχυσίας, κατά τα πρότυπα της δικαιολογίας που είχε προβληθεί και για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα.
[...] Στην κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων ο υποπτέραρχος Ελευθέριος Λογοθέτης (28.9.1988) ανέφερε ότι αποτελούσε κοινό μυστικό η ανάμειξη της ΕΟΚΑ Β’ σε όλες τις απαράδεκτες και εγκληματικές ενέργειες κατά του Μακαρίου, που βέβαια δεν είχαν καμία σχέση με το αίτημα της ένωσης. Το πιο σημαντικό όμως στη δράση αυτής της οργάνωσης είναι ότι βρισκόταν σε συνεχή συνεργασία με αξιωματικούς και στελέχη της κυπριακής Εθνοφρουράς.
3.    Η αίσθηση για την εκδήλωση του πραξικοπήματος ήταν διάχυτη, ακόμα και στους απλούς πολίτες, οι οποίοι μάλιστα το ανέμεναν να εκδηλωθεί από μέρα σε μέρα. Για το σκοπό αυτό το Εφεδρικό Σώμα, καθώς και ομάδες πολιτών πιστές στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τις νυκτερινές ώρες έθεταν υπό την παρακολούθησή τους τα στρατόπεδα της ΕΦ στην ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας
4.    Είναι πρακτικά αδύνατο σε διάστημα 10 ημερών να αποφασισθεί, να προετοιμασθεί η οργάνωση και η εκδήλωση τυ πραξικοπήματος (ετοιμασία σχεδίου δράσης, επιλογή μονάδων για συμμετοχή, επιλογή του αρχηγού κ.α), ώστε να θεωρηθεί ότι η αποστολή της επιστολής από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο προς το Φ. Γκιζίκη ήταν η πραγματική αιτία η οποία προκάλεσε την πραγματοποίησή του
5.    Στην κατάθεσή του ο Αρχηγός Ναυτικού το 1974 Πέτρος Αραπάκης ανέφερε: “Η επιστολή Μακαρίου προς Γκιζίκη, που είχε ημερομηνία 2 Ιουλίου, σε καμιά περίπτωση δεν συνετέλεσε στη λήψη της τραγικής απόφασης. Όταν έφτασε η επιστολή στην Αθήνα, η εκτέλεση του πραξικοπήματος στην Κύπρο είχε ήδη διαταχθεί [...]”
6.    Ο Σταύρος Σταύρου – Σύρος ανέφερε (κατάθεση 17.6.2009, σελ 46-47) ότι είχε πληροφορηθεί κατά τον Ιούνιο του 1974 για το σχέδιο εκτέλεσης του πραξικοπήματος. Φοβούμενος για τις συνέπειες που αυτό θα είχε ως επακόλουθο, εννοώντας την τουρκική εισβολή, στις 16 Ιουνίου αναχώρησε για την Αθήνα, με σκοπό να συναντηθεί με το Δ. Ιωαννίδη και άλλα ηγετικά στελέχη της χούντας για να αποτρέψει την πραγματοποίησή του [....]»[10]

Το πραξικόπημα
«Η εκδήλωση της πραξικοπηματικής ανατροπής του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου δεν ήταν ένα στιγμιαίο γεγονός. Ήταν το αποκορύφωμα της συνωμοτικής δραστηριότητας η οποία εκπορευόταν από διάφορους κύκλους στην Αθήνα και στόχευε στην ενδονατοϊκή επίλυση του Κυπριακού. Ο αρχικός προσδιορισμός αυτών των ενεργειών τοποθετείται στο 1965. Στη συνέχεια, με την ανάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τη χούντα, προσλαμβάνει πλέον επιθετική μορφή και με την καθοδήγησή της σχεδιάζονται απόπειρες δολοφονίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, αλλά και διενέργειας πραξικοπήματος»[11]

«Στις 5.00 η ώρα το πρωί της 15ης Ιουλίου ο αρχηγός του πραξικοπήματος ταξίαρχος Μ. Γεωργίτσης, ο οποίος αντικαθιστούσε τον αρχηγό του ΓΕΕΦ Γ. Ντενίση, ο οποίος απουσίασε στην Αθήνα για τη γνωστή σύσκεψη, είχε μεταβεί στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, για να συντονίσει την επιχείρηση. Το αρχηγείο για την εκτέλεση του πραξικοπήματος είχε εγκατασταθεί στο συγκεκριμένο χώρο για λόγους ασφαλείας. Η επιτυχία του εγχειρήματος δεν ήταν δεδομένη για το ΓΕΕΦ, το οποίο συστεγαζόταν με το Αρχηγείο Αστυνομίας και γειτνίαζε με το στρατόπεδο του Εφεδρικού Σώματος, δεν πρόσφερε την απαιτούμενη ασφάλεια. Στη σύσκεψη στην αίθουσα επιχειρήσεων της ΕΛΔΥΚ παρευρίσκονταν μεταξύ άλλων ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ αντισυνταγματάρχης Κ. Παπαγιάννης (ο διοικητής βρισκόταν στην Αθήνα), ο συνταγματάρχης Σωτήριος Λιανάς, ο οποίος προοριζόταν να αναλάβει τη διοίκηση της ΙΙΙ ΑΤΔ. Στην κατάθεσή του ο Μ. Γεωργίτσης ανέφερε χαρακτηριστικά:
Στις 15/7 ήμουνα στην ΕΛΔΥΚ και όχι στο ΓΕΕΦ, γιατί, αν πηγαίναμε όλοι εκεί, θα δημιουργούσαμε υπόνοιες, δεν υπήρχαν δε και μέσα επικοινωνιών, αλλά ούτε και ασφάλεια. Ήταν μια μονοκατοικία και έτσι και μια χειροβομβίδα να έριχναν θα μας σκότωναν όλους»[12]

«Στο ΓΕΕΦ βρίσκονταν ακόμα στρατιώτες που υπηρετούσαν στο 2ο ΕΓ, καθώς και οι οδηγοί των επιτελών. Σε κάποια στιγμή εξοπλίσθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την κατάληψη της πτέρυγας της Αστυνομικής Δύναμης υπό τις διαταγές Ελλαδιτών αξιωματικών.
Στις 8.17 το πρωί με σήμα του προς το Γραφείο του Αρχηγού Ενόπλων Δυνάμεων (ΑΕΔ) και με χαρακτηρισμό «Άκρως Απόρρητον (ΕΧ) και Αστραπιαίο», ο Μ. Γεωργίτσης ενημέρωνε την Αθήνα για την έναρξη του πραξικοπήματος.
Στις 8.20 π.μ. τα άρματα μάχης, τα τεθωρακισμένα και οι καταδρομείς εφορμούσαν εναντίον του Προεδρικού αρχικά από την είσοδο και στη συνέχεια από την έξοδο, που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά επί της λεωφόρου Δημοσθένη Σεβέρη.
Την ίδια στιγμή εκδηλώνονταν και οι επιθέσεις εναντίον του Αρχηγείου Αστυνομίας, του στρατοπέδου του Εφεδρικού και του ΡΙΚ, καθώς και του Διεθνούς Αεροδρομίου Λευκωσίας.»[13]


«ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕ Η ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 1Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ ΣΤΟ ΠΡΟΓΕΦΥΡΩΜΑ

ΕΙΔΟΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ ΜΑΚΑΡΙΟΥ
ΠΡΟΓΕΦΥΡΩΜΑ
Καταδορμείς
1 λόχος
0
Πεζικό
2 τάγματα (+)
2 τάγματα (-)
Τεθωρακισμένα
15 Μάρμον Χάριγκτον
4 BTR (+50 άνδρες)
Πυροβολικό
14 στοιχεία 25 λιβρών
12 στοιχεία 25 λιβρών
Βαρέα Όπλα Πεζικού
10 ΠΑΟ 106 χιλιοστών
12 ΠΑΟ 106 χιλιοστών
Άρματα Μάχης
0
8 Τ-34

Ακόμα και μετά την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής ο Μ. Γεωργίτσης σε έγγραφο (ΑΦ 100/22/41368/ΓΕΕΦ/2ον ΕΓ/Ι/25.7.1974) που κοινοποίησε στις μονάδες της ΕΦ με θέμα «Ασφάλεια» ανέφερε σχετικά:
Άπαντες οι οπλοφορούντες πολίται εντός της ΖΕ έκαστης μονάδος να αφοπλίζωνται. Του αφοπλισμού εξαιρούνται οι ανήκοντες εις τα εθνικάς οργανώσεις και εθνικόφρονες κάτοικοι οίτινες συνεπολέμησαν με τα στρατιωτικά τμήματα και νυν υποβοηθούν την ΕΦ να διατηρήσει τας θέσεις της έναντι του εχθρού αφ΄ενός και αφ΄ετέρου να επιβάλει την τάξιν και τον νόμον εις την νήσον.
Είναι προφανές ότι με το παραπάνω αποσκοπούσε στη διατήρηση των ενόπλων ομάδων της ΕΟΚΑ Β’ σε επιχειρησιακή δράση εναντίον και των νομιμόφρονων πολιτών»[14]

«Τελικά ο Ν. Σαμψών ορκίσθηκε από τον καθαιρεμένο Μητροπολίτη Πάφου Γεννάδιο το απόγευμα της 15ης Ιουλίου. Το διάγγελμα το οποίο εκφώνησε ήταν αυτό το οποίο είχε ετοιμασθεί από τη χούντα των Αθηνών. [..]
Η πραξικοπηματική ηγεσία του ΓΕΕΦ σχημάτισε «κυβέρνηση», την οποία ανακοίνωσε ο Ν. Σαμψών.[15]



[1] Πόρισμα για το Φάκελο Κύπρου, σελ 32-33
[2] Οππ, σελ. 63
[3] Οππ, σελ 65
[4] Οππ
[5] Οππ
[6] Οππ, σε 67
[7] Οππ, σελ 70
[8] Οππ, 79
[9] Οππ, σελ 84-85
[10] Οππ, σελ 85-86
[11] Οππ, σελ 92
[12] Οππ, σελ 93
[13] οππ
[14] Οππ, σελ 102
[15] Η σύνθεσή της ήταν η παρακάτω:
Πρόεδρος Νίκος Σαμψών, Υπουργός Εξωτερικών Ντίμης Δημητρίου, Υπουργός Εσωτερικών και Αμύνης     Παντελής Δημητρίου, Υπουργός Παιδείας Παναγιώτης Δημητρίου, Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας Άρης Χατζηγεωργίου, Υπουργός Γεωργίας και Φυσικών Πόρων Ανδρέας Νεοκλέους, Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων Κυριάκος Σαβεριάδης, Υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Αδαμίδης, Υπουργός Εργασίας Γιαννάκης Δρουσιώτης, Υπουργός Υγείας Οδυσσέας Ιωαννίδης, Υφυπουργός παρά τω Προέδρω Ανδρέας Παρισσινός Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Σπύρος Παπαγεωργίου» [Οππ σελ. 103-104]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου