19 Ιουλ 2014

Αποσπάσματα από το Πόρισμα για το Φάκελο της Κύπρου – Εισβολή και ο ρόλος των διαφόρων δυνάμεων



Ιστορικό των σχεδίων διχοτόμησης
«[..] θα πρέπει να σημειωθεί και η σταθερή επιθυμία της Τουρκίας για ανακατάληψη της Κύπρου στη βάση σχεδιασμού που εκπονήθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 από την κυβέρνηση των Μεντερές και Ζορλού και με πρωταγωνιστές του σχεδιασμού τους Νιχάτ Ερίμ, συνταγματολόγο, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, μετέπειτα Πρωθυπουργό, και το λοχαγό Ισμαήλ Τάνσου, που υπηρετούσε στο Γραφείο Ειδικού Πολέμου»[1]

«Την ίδια περίοδο (1956) η τουρκική κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Αντνάν Μεντερές ανέθεσε στον καθηγητή συνταγματικού δικαίου Νιχάτ Ερίμ την εκπόνηση σχεδίου για την επανάκτηση της Κύπρου. Οι δύο σχετικές εκθέσεις υποβλήθηκαν με ημερομηνίες 22 Νοεμβρίου και 12 Δεκεμβρίου 1956, αντίστοιχα.
Το σχέδιο περιλάμβανε τις παρακάτω πέντε βασικές αρχές:
1.    Οι διεκδικήσεις στην Κύπρο θα πρέπει να στηρίζονται σε πολιτικούς λόγους χωρίς να διαταράσσονται οι σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία
2.    Στο νησί υπάρχουν δύο διαφορετικές εθνικές κοινότητες, η καθεμία από τις οποίες έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Η λύση θα αποφασισθεί με ξεχωριστά δημοψηφίσματα.
3.    Η αρχή της αυτοδιάθεσης θα πρέπει να εφαρμοσθεί με τη μετακίνηση ελληνικού πληθυσμού, ώστε να υπάγεται στη διοίκηση της επιθυμίας του, αλλά και να μην καταπατούνται τα δικαιώματα της τουρκικής κοινότητας που είναι μειοψηφία και να διασφαλίζεται επίσης η ασφάλεια της Τουρκίας
4.    Η Τουρκία θα πρέπει να καθορίσει την προσφορότερη μορφή διχοτόμησης, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά και στρατιωτικά της συμφέροντα, καθώς και τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων. Στην ασφάλεια της περιοχής που θα παραχωρηθεί στους Ρωμιούς της Κύπρου θα πρέπει να συμμετέχει και η Τουρκία, γιατί το θέμα σχετίζεται τόσο με την ασφάλεια της ίδιας όσο και με αυτήν της Μέσης Ανατολής
5.    Πρέπει να επιδιωχθεί η ελεύθερη μετάβαση Τούρκων στην Κύπρο. Υπό την προϋπόθεση ότι θα λάβουμε τα μέτρα μας, το σύνολο του τουρκικού πληθυσμού μπορεί να αυξηθεί στο ποσοστό που ανερχόταν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε δε θα ανησυχούμε για την έκβαση του δημοψηφίσματος που θα γίνει είτε για τον καθορισμό του συνόλου της νήσου είτε για τη διχοτόμηση.»[2]

Η εμπλοκή των αμερικανών και το πρότυπο σχέδιο Άτσεσον – που σκιαγραφούσε τις επεμβάσεις του 1974
«Το Μάρτιο του 1957 επισημοποιείται η εμπλοκή των ΗΠΑ στο Κυπριακό. Στις αμερικανοβρετανικές συνομιλίες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις Βρεμούδες (20.3.1957-24.31957) συμφωνήθηκαν τα παρακάτω για το ζήτημα της Κύπρου:
1.    Οι ΗΠΑ θα υποστήριζαν τη δράση της Αγγλίας στην Αθήνα
2.    Το Κυπριακό θα αντιμετωπιζόταν στο εξής στα πλαίσια του ΝΑΤΟ
3.    Οι διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό έπρεπε να προσανατολιστού σε μια απευθείας συμφωνία ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα (Ε.Ν. Τσελεπής, Το Κυπριακό και οι συνωμότες του, σελ 100-103)»[3]
«Από την πλευρά των ΗΠΑ υπήρξε εμφανής εκβιασμός για την αποδοχή της πρότασης του κινδυνολωγόντας, ότι σε περίπτωση απόρριψης, δεν επρόκειτο να αποτρέψουν την Τουρκία από την πραγματοποίηση εισβολής στην Κύπρο, όπως έπραξαν στις αρχές Ιουνίου του 1964. Σε περίπτωση πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δήλωσαν ότι δεν έχουν πρόθεση παρέμβασης. Η θέση των ΗΠΑ συνοψίσθηκε στην εξής διατύπωση: “Οι ΗΠΑ θα πράξουν παν το δυνατόν, για να αποθαρρύνουν τουρκική ενέργεια, αλλά δεν θα την παρεμποδίσουν δυναμικά”. Τέλος, οι ΗΠΑ ξεκαθάρισαν ότι η λύση η οποία θα εξευρεθεί θα πρέπει να διασφαλίζει την ασφάλεια της Τουρκίας. Ταυτόχρονα όμως να μην αποτελεί πλήρη νίκη είτε της Τουρκίας είτε της Ελλάδας»[4]

«Σχέδιο Άτσεσον 1
Στη διάρκεια των συνομιλιών ο Άτσεσον υπέβαλε το πρώτο σχέδιο λύσης του Κυπριακού, το οποίο μεταξύ άλλων προέβλεπε τα εξής:
1.Σε αντάλλαγμα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, η Ελλάδα θα προέβαινε σε ορισμένες παραχωρήσεις προς την Τουρκία σύμφωνα με τις παρακάτω εισηγήσεις:
          Α. Παραχώρηση τμήματος της Κύπρου προς την Τουρκία με πλήρη κυριαρχία
Β. Το τμήμα αυτό θα εχρησιμοποιείτο από την Τουρκία ως στρατιωτική βάση με δικαίωμα να αναπτύσσει σε αυτό στρατεύματα ξηράς, θάλασσας και αέρος
Γ. Ο χώρος αυτό ουσιαστικά έπρεπε να είναι μεγάλος, για να μπορεί να αναπτύσσεται οικοδόμηση εγκαταστάσεων και για τη διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων και επιχειρήσεων
Δ. Ως τέτοιος χώρος προτάθηκε η χερσόνησος της Καρπασίας.
2.Καθορισμός ειδικών περιοχών οι οποίες θα περιλάμβαναν τουρκοκυπριακή πλειοψηφία και οι οποίες θα απολάμβαναν ειδικού διοικητικού καθεστώτος με ευρείας έκτασης αρμοδιότητες. Το συντονισμό των αρμοδιοτήτων θα αναλάμβανε Κεντρική Τουρκοκυπριακή Διοίκηση, η οποία θα είχε την έδρα της στο τουρκοκυπριακό τμήμα της Λευκωσίας
3.Οι ειδικές εγγυήσεις των μειονοτικών δικαιωμάτων θα εξασφαλίζονταν σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης»[5]


«Η εμπλοκή των ΗΠΑ στις συνομιλίες αποσκοπούσε στην εξεύρεση λύσης εντός των νατοϊκών πλαισίων, με προφανή στόχο αφενός μεν να μη διαταράσσονται οι σχέσεις ανάμεσα σε δύο χώρες μέλη (Ελλάδα και Τουρκία), ικανοποιώντας ταυτόχρονα αλλά προσωρινά τα αιτήματα και των δύο, αφετέρου δε την απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ώστε να αποτραπεί μία ενδεχόμενη αύξηση της σοβιετικής επιρροής στην Κύπρο»[6]
«Οι πραγματικές προθέσεις του Άτσεσον επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια από τον ίδιο, όταν τον Οκτώβριο του 1966 δήλωσε: “Η καλύτερη λύση για το πρόβλημα της Κύπρου είναι η διχοτόμηση. Και σας λέγω πως, αν είχα στη διάθεσή μου τον έκτο στόλο, θα μπορούσα να το λύσω ακόμα και αύριο [...]»[7]

Η τουρκική προετοιμασία την οποία οι εθνικόφρονες της εποχής έκαναν ότι δεν έβλεπαν
«Η Τουρκία επιχείρησε σταδιακά να ανατρέψει τα παραπάνω πλεονεκτήματα τα οποία απέκτησε η Κύπρος, αξιοποιώντας τις ακατανόητες, προδοτικές και μειοδοτικές ενέργειες των κυβερνήσεων των αποστατών στην Ελλάδα και ιδιαίτερα της χούντας, που ακολούθησε.»[8]

«Ανέπτυξε στρατιωτικές δυνάμεις στα παράλια απέναντι από την Κύπρο (39η Μεραρχία) και ενίσχυσε μεθοδικά και συστηματικά τον αποβατικό της στόλο. Για σκοπούς αποφυγής στρατιωτικού ελέγχου την 39η Μεραρχία την έθεσε εκτός ΝΑΤΟ.
Ενίσχυσε σημαντικά το δίκτυο κατασκοπίας σε βάρος της ΕΦ, ιδιαίτερα στις επαρχίες Λευκωσίας, Αμμοχώστου και Κερύνειας. Τούρκοι πράκτορες, κυρίως αξιωματικοί του Τουρκικού Στρατού με διάφορες ιδιότητες, εισέρχονταν στα στρατόπεδα της ΕΦ, παρακολουθούσαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις και οργάνωναν μεθοδικά την επικείμενη στρατιωτική ενέργεια. Από τα μέσα Ιουνίου του 1974 είχε αποσταλεί μεγάλος αριθμός Τούρκων αξιωματικών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Κερύνειας, με προφανή στόχο τη συγκέντρωση πληροφοριών, καθώς και την καθοδήγηση των τουρκικών δυνάμεων κατά το στάδιο της απόβασης. Κάποιοι από αυτούς συνελήφθησαν μετά την έναρξη της εισβολής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του Μ. Γεωργίτση στη Βουλή των Ελλήνων, αλλά και από καταθέσεις αριθμού μαρτύρων οι οποίοι προσήλθαν στην επιτροπή. Επιπλέον, την ίδια περίοδο αυξήθηκε σημαντικά και ο αριθμός των μυστικών πρακτόρων που διέθεταν οι ΗΠΑ στην Κύπρο (κατάθεση Χρ. Φύσα, 13.12.2010)»[9]

«Δυστυχώς, η κυπριακή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα αποτροπής των ενεργειών κατασκοπίας. Η στρατιωτική ηγεσία ενδιαφερόταν για την ανατροπή του Μακαρίου, ενώ η ΚΥΠ ήταν υποχρεωμένη να διαθέτει σημαντικές δυνάμεις για την παρακολούθηση των ενεργειών της ΕΟΚΑ Β’ και της ΕΦ»[10]

«Από τον Απρίλιο του 1974 το κλιμάκιο της ΚΥΠ/Ε στην Κερνύνεια ενημέρωνε αρμοδίως όλες τις προϊστάμενες υπηρεσίες (ΓΕΕΦ, ελληνική πρεσβεία, ΑΕΔ, ΚΥΠ/Ε στην Αθήνα) για ασυνήθιστες δραστηριότητες του Τουρκικού Στρατού στα παράλια απέναντι από την Κύπρο. Οι δραστηριότητες περιλάμβαναν αποβατικές ασκήσεις όλων των συνταγμάτων της 39ης Μεραρχίας, μετακίνηση δυνάμεων στην περιοχή Μερσίνας, απαγόρευση μετακίνσης των αξιωματικών χωρίς έγκριση, εφοδιασμό των μονάδων με υλικά εκστρατείας κ.ά. Όμως κανένας δεν ανησυχούσε και κανένας δε ζήτησε περαιτέρω διερεύνηση»[11]

«Ο διοικητής του 230ου Συντάγματος Πεζικού συνταγματάρχης Νεζίχ Σιράλ αναφέρει στις αναμνήσεις του για το 1974 τα εξής: “Τελικά στις 25 Μαΐου 1974 οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις τέθηκαν σε επιφυλακή. Ανακλήθηκαν οι άδειες. Στο σύνταγμα και στη μεραρχία και σε κάποιες μονάδες κλήθηκαν πίσω οι στρατιώτες οι οποίοι υπηρετούσαν στη διοίκηση. Πήραμε μέτρα κατά της κατασκοπείας και για την ασφάλεια. Περιορίσαμε τις επισκέψεις για τους στρατιώτες. Στις 18 Ιουνίου του 1974 κάναμε ασκήσεις με το Τάγμα Ελικοπτέρων του 2ου Σώματος Στρατού. Στις 19 και 20 Ιουνίου κάναμε όλη μέρα ασκήσεις για τη φόρτωση εφορδίων και βαρέος εξοπλισμού»[12]



«Στην κατάθεσή του στη Βουλή των Ελλήνων (3.7.1986) ο τότε Α/ΓΕΕΦ στρατηγός Γ. Ντενίσης ανέφερε ότι από τις  αρχές Ιουλίου τόσο το ΓΕΕΦ όσο και το ΑΕΔ και η ελληνική κυβέρνηση γνώριζαν για τις απειλές της Τουρκίας για εισβολή στην Κύπρο»[13]

«Στις 17 Ιουλίου 1974 και ώρα 20.30 η ΙΙ ΑΤΔ με απόρρητο σήμα, με αριθμό Φ.100/21, προς ΓΕΕΦ/2ον ΕΓ-3 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: “Συλληθφέντες σήμερον αναρχικοί Ε/Κ οίτινες κατέφυγον αρχικώς εις θύλακα Λεύκας ανέφερον ότι Τ/Κ ποιμήν επληροφόρησεν αυτούς περί επεμβάσεως της Τουρκίας εντός 24ώρου. Περί 11.00 ώραν σήμερον Τ/Κ πρόσφυγες επανεγκατασταθέντες εις μικτόν χωρίον Περιστερώνα Μόρφου μετεκόμισαν εις αμιγή Τ/Κ χωρία». [14]


«Με άκρως απόρρητο (ΕΧ) σήμα στις 19 Ιουλίου 1974 και ώρα 23.10 η ελληνική πρεσβεία στη Λευκωσία ενημερώνει το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας για τα εξής: “Κλιμάκιον ΚΥΠ γνωρίζει ημίν εξής. Κατά πληροφορίας παρασχεθείσας αυτώ υπό ΓΕΕΦ, 5 τουρκικά πλοία πλέουν εις απόαστασιν 12 μιλίων βορείως ακρωτηρίου Αποστόλου Ανδρέου. Ταύτα ακολουθούνται υπό 10 σκαφών αποβατικής δυνάμεως άτινα πλέουν 28 έως 30 μιλίων βορείως αυτού ακρωτηρίου. ΓΕΕΦ δεν ανησυχεί»[15]

«Από το Μάρτιο του 1973 ο Βρετανός στρατιωτικός ακόλουθος στη Βρετανική Υπάτη Αρμοστεία της Λευκωσίας Στόκερ, από πληροφορίες που είχε συλλέξει από συναδέλφους του που υπηρετούσαν στην Άγκυρα, είχε ενημερώσει την ηγεσία του ΓΕΕΦ με κάθε λεπτομέρεια για τους τουρκικούς σχεδιασμούς, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργούσε ο Τουρκικός Στρατός σε περίπτωση εισβολής. Οι πληροφορίες είχαν διαβιβασθεί στο ΑΕΔ για διασταύρωση, αλά σε καμιά περίπτωση δε φαίνεται να είχαν αξιολογεί σοβαρά και ορθολογιστικά.»[16]

«Συγκεκριμένα, το ΓΕΕΦ/2ον ΕΓ/ΙΙΙ με έγγραφό του ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1973 προς ΑΕΔ/2α ΜΕΟ, αναφέρει σχετικά με την επίσκεψη Στίκερ στο ΓΕΕΦ στις 27 Μαρτίου 1973 τα ακόλουθα:
“Εν αρχή ανέφερεν ότι βάσει της παλαιάς εκτιμήσεως η Τουρκία ανεμένετο να ενεργήση αποβατικήν ενέργειαν εις τας βορείας ακτάς της νήσου, να κινηθή εκ Βορρά προς Νότον, συνενούμενη μετά του  Τ/Κ θύλακος Λευκωσίας, συγχρόνως δε να ανακόψη την κυρίαν αρτηρίαν Αμμοχώστου-Λευκωσίας/
Η απειλή έναντι της Νήσου αυξάνει συνεχώς.
Μία ενδεχόμενη εισβολή της Τουρκίας εις την νήσο φορνεί ότι θα πραγματοποιηθή βασικώς διά αερομεταφερομένων τμημάτων και αλεξιπτωτιστών, τα δε πλοία θα χρησιμοποιηθούν διά την μεταφοράν των όπλων υποστηρίξεως και Μονάδων, και άτινα θα αφιχθούν μετά τινάς ημέρας από τας πραγματοποιήσεως της εισβολής.
Ο χρόνος αποβιβάσεως των ανωτέρω μέσων εις την ακτήν (Λιμένα) κυμαίνεται μεταξύ 5-7 ημερών μετά την εισβολήν. [...]»[17]


«Η όποια λοιπόν πραξικοπηματική ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακρίου συνιστούσε πρόκληση-πρόσκληση προς την Τουρκία. Θα έπρεπε λοιπόν να είχαν ληφθεί πρόσθετα και επαρκή μέτρα αποτροπής αυτού του ενδεχομένου, όπως η ενίσχυση των θέσεων της ΕΦ στις ακτές της Κερύνειας κατά προτεραιότητα και της Αμμοχώστου δευτερευόντως, η δημιουργία ισχυρής αντιαεροπορικής άμυνας, καθώς και η μεταφορά πρόσθετων ενισχύσεων από την Ελλάδα»[18]

«Στο σχετικό μνημόνιο, ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 1972, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο Κ. Παναγιωτάκος υπέδειξε στο συνομιλητή του τα εξής: Πάντα τα ανωτέρω οδήγησαν την ελληνικήν κυβέρνησιν εις το συμπέρασμα ότι βασική προϋπόθεσις διά διαρκή και δικαία εν Κύπρο λύσιν είναι η απομάκρυνσις του Μακαρίου από της πολιτικής σκηνής.
Ανταπαντώντας ο Τουρκμέν ανέφερε τα εξής: Άποψις των τουρκικών κυβερνήσεων ήτο ανέκαθεν ότι ο Μακάριος ήτο εναντίον πάσης λογικής και παραδεκτής υπό των δύο χωρών μας λύσεως του Κυπρικαού. Αλλ’ ότι η μέχρι τούδε πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων δεν επέτρεπε την απομάκρυνσιν του Μακρίου. Τώρα όμως, ότε από κοινού κατεστρώθη μακροπρόθεσμος πολτική των χωρών μας, υφίσταται υπαλλακτική λύσις και διάφοροι δυνατότητες. Ιδία δε διότι αι λύσεις αύται χαίρουν και της υποστηρίξεως των συμμάχων μας». [19]

«Την Παρασκευή, 19 Ιουλίου, είχαν κορυφωθεί οι φήμες για ενδεχόμενη τουρκική εισβολή. Τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία αναφέρονταν στις προτεοιμασίες που λάμβαναν χώρα στη Μερσίνα και στον επικείμενο απόπλουν του τουρκικού στόλου. Η χούντα στην Αθήνα, αλλά και η πραξικοπηματική ηγεσία στη Λευκωσία δεν ανησυχούσαν και δε λάμβανα μέτρα αντιμετώπισης μιας τέτοιας ενδεχόμενης ενέργειας.»[20]



«Ενώ το ΓΕΕΦ είχε ενημερωθεί για τις προετοιμασίες οι οποίες λάμβαναν χώρα στο ναύσταθμο της Μερσίνας, καθώς και για τον απόπλουν του τουρκικού αποβατικού στόλου με κατεύθυνση την Κύπρο, δόθηκαν οι ακόλουθες εντολές (ευρίσκονται στα έγγραφα τα οποία παρέδωσε στην επιτροπή η ΔΙΕΦ), υπογεγραμμένες από τον ταξίαρχο Μ. Γεωργίτης, ηγέτη του πραξικοπήματος:
-          Κλήθηκε η Ι ΑΤΔ (Αμμοχώστου) το απόγευμα της 19ης Ιουλίου να εξασφαλίσει την ασφαλή αναχώρηση της ΕΛΔΥΚ στα πλαίσια της συνήθους αντικατάστασής της (ΑΣ 37/181000-7-74). Τελικά, το άγημα της ΕΛΔΥΚ αναχώρησε με το αρματαγωγό ΛΕΣΒΟΣ στις 5.30 μ.μ. Στις 20 Ιουλίου 1974, στις 2.00 μ.μ., το πλοίο έπλευσε στην Πάφο και αποβίβασε το άγημα. Εκτέλεσε δε βολές πυροβολικού εναντίον στόχων στον τουρκοκυπριακό θύλακα της Πάφου
-          Ζητήθηκε η αποχώρηση των δυνάμεων της ΕΦ που βρίσκονταν στην Πύλη Πάφου και η παραμονή δύναμης από 1 αιωματικό και 8 οπλίτες (ΑΣ 38/181130-7-74)
-          Με κατεπείγον σήμα (ΑΣ 45/191400-7-74) τροποποιήθηκε η διάταξη των δυνάμεων ως εξής: Να αποσυρθεί ο λόχος του 241 από την περιοχή ΣΟΠΑΖ. 23 ΕΜΑ να παραμείνουν 2 Τ-34 στο αεροδρόμιο, 2 Τ-34 στις Κεντρικές Φυλακές, η υπόλοιπη ΕΜΑ να συγκεντρωθεί στην περιοχή Χίλτον. 286 ΜΤΠ να παραμείνει στο ΓΣΠ. 21 ΕΑΝ να παραμείνουν 5 Μάρμον και 2 ερπυστριοφόρα στο Προεδρικό, 4 Μάρμον στο ΓΕΕΦ, 2 BRT στο αεροδρόμιο, η υπόλοιπη μονάδα στο Στρατόπεδο Καποτά (BMH)
-          Me to AS/49/19****-7-74 καθορίστηκε η διάταξη των τριών Μοιρών Καταδρομών με έναρξη εφαρμογής το πρωί της 20ης Ιουλίου. Η νέα διάταξη καθόριζε οι ΜΚ να ευρίσκονται τοποθετημένες στο ΓΕΕΦ, ΡΙΚ, Προεδρικό, Κεντρικές Φυλακές, κυβερνητικά κτίρια, Στρατόπεδο 31 ΜΚ στην Αθαλάσσα, αεροδρόμιο και δύναμη 50 ανδρών της 33 ΜΚ στο Μπέλλαπαΐς [...][21]

«Οι σταθμοί ραδιοεπισήμανσης (ραντάρ) του Ναυτικού και της Αεροπορίας κατέγραφαν την πορεία των δύο νηοπομπτών του τουρκικού στόλου και στην αίθουσα επιχειρήσεων της Διοίκησης Ναυτικού στο ΓΕΕΦ διαμορφώθηκε ξεκάθαρη άποψη ότι ο χώρος απόβασης ήταν οι ακτές της Κερύνειας (κατάθεση Κρίστη Ασημένου, 27.8.2009, σελ 44)
[...]  Τα πολυβολεία και τα πολυβολεία στην ακτογραμμή της Κερύνειας δεν απανδρώθηκαν»[22]

«Οι δύο τορπιλάκατοι της ΕΦ οι οποίες βρίσκονταν ελλιμενισμένες στο λιμανάκι της Κερύνειας παρά το κάστρο δεν αξιοποιήθηκαν στην αντιμετώπιση της απόβασης. Σύμφωνα με την κατάθεση του Κρίστη Ασημένου, ανθυποπλοιάρχου, που υπηρετούσε στην αίθουσα επιχειρήσεων του ΓΕΕΦ, οι εντολές που δόθηκαν ήταν να εξέλθουν για αναγνώριση της τουρκικής νηοπομπής, παρά την αντίθετη άποψη του επικεφαλής της δύναμης να ενεργήσουν με διαφορετικό τρόπο.  [...]»[23]

«Ακόμα και όταν είχε πια εκδηλωθεί η τουρκική απόβαση, η πραξικοπηματική ηγεσία του ΓΕΕΦ καθησύχαζε τους επικεφαλής των διαφόρων τμημάτων και μονάδων της ΕΦ πως πρόκειται για ασκήσεις εκφοβισμού και εντυπώσεων.»[24]




«Ο Αρχηγός Ναυτικού Πέτρος Αραπάκης στην κατάθεσή του στη Βουλή των Ελλήνων, αλλά και στο βιβλίο που κυκλοφόρησε με τίτλος «Το τέλος της σιωπής» (εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2000), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής:
[..] Τα δύο σύγχρονα υποβρύχια ΓΛΑΥΚΟΣ και ΝΗΡΕΥΣ, τα οποία έπλεαν στις 19 Ιουλίου στην περιοχή της Ρόδου, με εντολή του Αρχηγού Ναυτικού να προσβάλουν τον τουρκικό αποβατικό στόχο σε περίπτωση εισβολής στην Κύπρο, κλήθηκαν με εντολή του ΑΕΔ Γρ. Μπονάνου να επιστρέψουν στη βάση τους»[25]
Ο Μ. Γεωργίτσης στην κατάθεσή του στη Βουλή των Ελλήνων (2.7.1986) ανέφερε τα εξής: Όταν στις 13 Αυγούστου επέστρεψα στην Αθήνα, πληροφορήθηκα από επιτελείς ότι ο Μπονάνος τους είχε πει: «Να τους αφήσουμε τους Τούρκους για λόγους τιμής-γοήτρου να ακουμπήσουν κάπου στην περιοχή της Κερύνειας»[26]




[1] Πόρισμα για το Φάκελο της Κύπρου, Βουλή των Αντιπροσώπων, σελ 107
[2] Οππ, σελ 29-30
[3] Οππ, σελ 30
[4] Οππ, σελ 34-35
[5] Οππ, σελ 35
[6] Οππ, σελ 38
[7] Οππ
[8] Οππ, σελ 111
[9] Οππ
[10] Οππ, σελ 112
[11] οππ
[12] οππ
[13] οππ
[14] Οππ, σελ 113
[15] Οππ, σελ 113-114
[16] Οππ, σελ 114
[17] οππ
[18] Οππ, σελ 115
[19] Οππ, σελ 115-116
[20] Οππ, σελ 116
[21] Οππ, σελ 117
[22] Οππ, σελ 118
[23] Οππ, σελ 119
[24] Οππ
[25] Οππ, σελ 120
[26] οππ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου