5 Ιουλ 2014

Αφιέρωμα Ο Ρολάνδος Κατσιαούνης και η εποχή του

Του Αντρέα Παναγιώτου


Το έργο του Ρολάνδου Κατσιαούνη αποτελεί ένα νευραλγικό σημείο μετάβασης στην κυπριακή ιστοριογραφία.  Μέχρι την εμφάνιση της εργασίας του, η κυπριακή ιστοριογραφία ήταν διχασμένη ανάμεσα σε δυο ιστορικές παραδόσεις και μια εναλλακτική ερμηνεία, η οποία όμως δεν ήταν, αυστηρά μιλώντας, ιστοριογραφική.

Το πλαίσιο στο οποίο εμφανίστηκε η εργασία του Ρολάνδου: οι εθνικές αφηγήσεις και η «ύποπτη» ξένη εμπειρική έρευνα
Οι δυο υπάρχουσες ιστοριογραφικές παραδόσεις ήταν η εθνική αφήγηση -οι δυο τοπικές εθνικές αφηγήσεις, και στην περίπτωση του έργου του Ρολάνδου, η ελληνοκυπριακη- και οι δυτικές αφηγήσεις. Η ε/κ εθνική αφήγηση ήταν, και είναι, μια αποσπασματική επιλογή τεκμηρίων με εμφανή στόχο τη δικαιολόγηση εθνικών, κοινοτικών ή και πολιτειακών επιλογών. Από την άλλη πλευρά, οι δυτικές αφηγήσεις με κύριο άξονα την Ιστορία του Χιλλ βασίστηκαν περισσότερο σε εμπειρικές έρευνες και κατέγραφαν τουλάχιστον όλα τα τεκμήρια - και το τοπικά λογοκρινόμενο. Όμως, σε αυτήν την αφήγηση υπήρχε σε διάφορους βαθμούς και μια προσπάθεια εμφάνισης της δυτικής ευρύτερα ηγεμονίας σαν την θετική κατάληξη της πορείας της ιστορίας.

Η νεωτερική ερμηνεία της ιστορίας από την οπτική γωνία της Κύπρου -αντί από αυτές των αφηγήσεων από δυνάμεις και δυναμικές που ήθελαν να την ελέγχουν- απέμεινε κατά συνέπεια στις κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες από την δεκαετία του 1960, καταγράφουν, ουσιαστικά, μια εναλλακτική ερμηνεία, που έχει τοπική έμφαση, αλλά και η οποία ερμηνεύει τα τεκμήρια με βάση κοινώς/διεθνώς αποδεκτούς κανόνες επιστημονικής μεθοδολογίας. Η σημασία του έργου του P. Loizos, σε αυτό το πλαίσιο, ήταν καθοριστική – και ήταν μια από τις επιρροές στο έργο του Ρολάνδου. Όπως και η εργασία του Π. Κιτρομηλίδη– ιδιαίτερα την δεκαετία του 1970 και 1980 - ο οποίος εστίαζε και στην ιστοριογραφία. Στο χώρο της τοπικής ιστοριογραφίας, και της οργάνωσης του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, θα μπορούσε κάποιος να αναφέρει τις εργασίες του Θ. Παπαδόπουλου και του Κ. Κύρρη σαν σημαντικές μετατοπίσεις.[1] Ενώ είναι ακόμα αιχμάλωτες της δικαιολόγησης του έργου τους με βάση τη ρητορική ή και τις σκοπιμότητες της κυρίαρχης εθνικής ιδεολογίας, εντούτοις σηματοδοτούν μια νευραλγική μετακίνηση μεθοδολογικά. Προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν όλα τα στοιχεία -και να χρησιμοποιήσουν τα διαθέσιμα αρχεία[2] - και να αναπτύξουν νέους τρόπους ερμηνείας. Η δουλειά του Κύρρη για τις δικοινοτικές σχέσεις είναι ίσως η πιο γνωστή, η οποία αντιμετώπισε επιθέσεις, αλλά ταυτόχρονα εξέφραζε και το κλίμα επίσημης, πια, «επαναπροσέγγισης» μετά το 1974. Αλλά η αναφορά του στις απομυθοποιητικές διαστάσεις της ελίτ -ιδιαίτερα του αρχιεπίσκοπου Κυπριανού- των αρχών του 19ου αιώνα, ήταν αρκετή για να σοκάρει. Και τον ίδιο, ενδεχομένως, αφού φρόντισε το τέλος του κειμένου να καταφύγει σε έννοιες, όπως «εθνική ζηλοφθονία» για να επανεντάξει την αφήγηση στο εθνικά ορθό.[3]


Όταν ένας ιστορικός δεν φοβάται τις απειλές, αναζητά τεκμήρια, βρίσκει factoids και το δημοσιοποιεί: αποκαλύπτοντας το μύθο πίσω από την ενωσιολογία του «προαιώνιου πόθου»
Ο Ρ. Κατσιαούνης δεν τα πολυκατάφερνε σε αυτό το παιχνίδι της αυτολογοκρισίας και της αυτοδικαιολόγησης. Το βιβλίο του για την Διασκεπτική λ.χ. καθυστέρησε να εκδοθεί, λόγω της πίεσης να αφαιρέσει την αναφορά στους κύπριους Χίτες και στο πως ουσιαστικά συνεργάζονταν το 1948 με τους βρετανούς στην καταστολή των απεργιών. Δεν υποχώρησε. Στο παιχνίδι των μικρών ακαδημαϊκών απολαύσεων, ο Ρολάνδος έχασε. Και ίσως επειδή ακριβώς, είχε μια κλασική αισθητική, αυτό τον πίκραινε – ένα αίσθημα αδικίας, και ανάρμοστου θα πρέπει να το ένοιωθε για την στάση απέναντι του. Παρέμεινε ένας ερευνητής στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, και στο πανεπιστήμιο φρόντισαν να τον αποκλείσουν. Θα είναι και αυτό ένα τεκμήριο στο μέλλον για το πώς διάφοροι θεσμοί προωθούσαν ακόμα και στον επιθανάτιο ρόγχο της ηγεμονικής ιδεολογίας του χθες, τη λογοκρισία ως μηχανισμό ελέγχου. Και ο δημόσιος λόγος δεν ήταν καλύτερος – όταν τόλμησε ως ακαδημαϊκός, να πει την αλήθεια για τους τουρκοκύπριους αγνοούμενους, έγινε στόχος επίθεσης. Και όμως, τελικά  μέσα από εκείνη την αντιπαράθεση, αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ακόμα και οι αντίπαλοί του, τα δεδομένα – ότι τελικά είχαν και οι τουρκοκύπριοι αγνοούμενους. Η μικροπρέπεια, όμως, των επιθέσεων ήταν μνημειώδης και πρέπει κάποτε να καταγραφεί, επίσης, για να υπάρχει ως τεκμήριο μιας εποχής, όπου το να πεις το ιστορικά τεκμηριωμένο, ήταν «ύποπτο».

Αλλά ο Ρολάνδος είχε δυο κριτήρια αξιολόγησης – και το άμεσο και το μακροχρόνιο, όπως οφείλει ένας ιστορικός που θέλει να αναμετρηθεί με ανάλογους της εποχής του στο παγκόσμιο - και όχι μόνο του χωρκού του. Και όπως άλλωστε αρμόζει σε ένα μαρξιστή, που βλέπει τη δικαίωση ως ιστορική διαδικασία. Ενώ στην ιδιωτική ζωή ήταν ένας ευγενικός και μειλίχιος άνθρωπος, στο δημόσιο λόγο του μπορούσε να μεταμορφωθεί σε αιχμή που σόκαρε. Δεν ήταν τόσο οι λέξεις του – ήταν η αδίστακτη αποφασιστικότητα, με την οποία άρθρωνε το λογοκρινομενο. Ένα από τα σημεία που μάλλον δεν του συγχώρησαν ποτέ, όσοι εκπρόσωποι του εθνικού λόγου είχαν διαβάσει την εργασία του, και όσοι «οπαδοί» άκουσαν από αυτούς για τον «κίνδυνο»,  πρέπει να ήταν η ιστορική αποκάλυψη, στο μνημειώδες έργο του για την κυπριακή κοινωνία στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, ότι ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος δεν είχε ζητήσει ένωση, όταν υποδέχτηκε του βρετανούς το 1878. Αυτό το υποτιθέμενο «γεγονός» επαναλαμβανόταν συνεχώς, όποτε προέκυπτε κάτι ως αναφορά στο θέμα της ένωσης για να δικαιολογήσει τη θέση ότι «η ένωση ήταν προαιώνιος πόθος». Αυτή η θέση είναι ιστορικά ανόητη, αν εξεταστεί με συγκριτικά κριτήρια. Κανένας λαός, καμία κοινότητα, δεν έχει προαιώνιους πόθους σε ένα κοσμικό επιστημονικό πλαίσιο. Είναι για αυτές τις περιπτώσεις που υιοθετήθηκε στις κοινωνικές επιστήμες η έννοια των «αφηγήσεων» – ως μορφές λόγου που δίνουν νόημα σε μια εποχή, αλλά η ανάλυση τους θα  πρέπει να γίνεται συγκριτικά και αποστασιοποιημένα. Στην ε/κ ιστοριογραφία, ωστόσο, αυτό το factoid/γεγονίδιο, όπως ονόμαζε ο Maier τα «κατασκευασμένα γεγονότα» που γίνονταν πιστευτά μέσα από την επανάληψη, έγινε ένα είδος θεμελιακού «γεγονότος». Γιατί είναι σημαντικό αυτό το γεγονός ή γεγονίδιο; Διότι είναι μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το κενό που υπάρχει πριν το 1878 σε σχέση με κάτι που να μοιάζει με «ενωτικό κίνημα» - κάτι που, ας πούμε, υπήρχε στην Κρήτη. Ενώ αντίθετα στην Κύπρο, μετά τις ταξικές εξεγέρσεις του 1804 και 1833, δεν υπήρξαν άλλες – και ιδιαίτερα ενωτικές. Ο λόγος της απουσίας δεν είναι δύσκολο να ανιχνευτεί, βλέποντας τα δεδομένα στα πλαίσια των στοιχείων που έχουμε διαθέσιμα σήμερα. Κοιτάζοντας την ευρύτερη ιστορία, όπως το κατέγραψε και ο Θ. Παπαδόπουλος στην «Κρίση της κυπριακής συνειδήσεως», η Κύπρος ιστορικά δεν άνηκε σε ελληνικό Βασίλειο στην αρχαιότητα και από τις αρχές της πρώτης χιλιετηρίδας ακολούθησε άλλη θεσμική και ιστορική πορεία από τον βυζαντινό χώρο, όπου οικοδομήθηκε τον 19ο αιώνα το νεωτερικό ελληνικό κράτος. Και όπως κατέγραψε και ο Π. Κιτρομηλίδης η ιδεολογία του ελληνικού εθνικισμού διαχύθηκε και στην Ελλάδα μέσα από μια έντονη αντιπαράθεση με την κοσμοθεωρία της ρωμιοσύνης – της χριστιανικής ορθοδοξίας. Και ο Α. Βαρνάβα πρόσφατα τεκμηρίωσε ότι ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος άνηκε στην τάση των «Ρωμιών», παρά στο αναδυόμενο, τότε, ρεύμα του ελληνικού εθνικισμού. Και όσοι ασχολήθηκαν ξέρουν ότι πίσω από το πρώτο κυπριακό αρχιεπισκοπικό του 20ου αιώνα [το 1900-10] βρισκόταν η τοπική διαμάχη ρωμιοσύνης-ελληνικού εθνικισμού με όλες τις αλληγορίες για «μασόνους», «εισαγόμενους ρήτορες», «εθνικόφρονες» και «διαλλακτικούς», κοκ.. Σε αυτά τα πλαίσια, αν ο Σωφρόνιος έκανε αναφορά το 1878 στην ένωση, θα ήταν ενδιαφέρον γιατί το έκανε, αφού τέτοιο κίνημα δεν υπήρχε ακόμα στην Κύπρο, και ο ίδιος δεν προσανατολιζόταν σε αυτό. Αλλά στην υπάρχουσα βιβλιογραφία αυτό που έπρεπε να διερευνηθεί, αν τελικά υπήρχε τεκμήριο ότι είπε κάτι τέτοιο ο αρχιεπίσκοπος, εθεωρείτο δεδομένο – όπως και τόσα άλλα πριν και μετά το 74 -από τα τ/κ θύματα των συγκρούσεων, τους αγνοούμενους κλπ.

Ο Ρολάνδος το διερεύνησε, όπως όφειλε να κάνει ως σοβαρός ιστορικός. Δεν βρήκε κανένα τεκμήριο, παρά το ότι αναφορές για την κάθοδο των βρετανών και τις ομιλίες των κληρικών υπάρχουν και σε εφημερίδες του εξωτερικού, αλλά και σε αρχεία. Αυτό που τεκμηριώνει ο Ρολάνδος είναι πως κατασκευάστηκε το γεγονιδιο. Ο Σωφρόνιος δεν το είπε το 1878, και μετά τον θάνατο του, το 1900, κατασκευάστηκε «η αναφορά του αρχιεπίσκοπου» στην ένωση, και έγινε πιστευτή χωρίς τεκμήριο. Ακόμα και η ερώτηση για το αν ηταν τεκμηριωμένο γεγονός ήταν ύποπτη. Αλλά ο Ρολανδος είχε κληρονομήσει και από την εμπειρία του σαν παιδί στο Βαρώσι που άκουγε αλήθειες που μετά εξαφανίζονταν από το δημόσιο λόγο -όπως οι 32 εξαφανισμένοι/χασιμιοί τουρκοκύπριοι του Μάη του 1964- αλλά και από την παιδεία του ως ιστορικός με έμφαση την αγγλοσαξονική εμπειρική τεκμηρίωση, ένα πάθος για τα τεκμήρια. Και για αυτό υπέβαλε τους μύθους που κατασκευάζονταν και κληρονομούνταν ως δεδομένη «ιστορική αλήθεια» στον έλεγχο της απόδειξης. Και αυτό προφανώς για ορισμένα θέματα, ήταν ενοχλητικό ακριβώς γιατί ήταν απομυθοποιητικό.

Το πάθος για τα τεκμήρια και ο αγώνας για ανοιχτά αρχεία
Αυτό το πάθος για τα τεκμήρια δεν αφορούσε μόνο συγκεκριμένα θέματα. Όπως παρατήρησε ο Β. Πρωτοπαπάς: «Θα θυμάμαι πάντα με συγκίνηση τη μεγάλη του προσπάθεια ως προέδρου της συμβουλευτικής επιτροπής, αν και καταπονημένος από την επάρατη νόσο, για να σπάσουν κατεστημένες αντιλήψεις στη λειτουργία του Κρατικού Αρχείου προς όφελος των ερευνητών, της έρευνας και της αλήθειας.»

Αυτή η επιμελής επιστημονική στάση ήταν χαρακτηριστική της δουλειάς του. Και όσοι τον γνώρισαν ή δούλεψαν μαζί του είχαν έντονα την αίσθηση μιας αρμονίας που στηρίζεται σε εμπειρικά τεκμήρια – ένα είδος κλασικής αισθητικής με αδίσταχτη εμπειρική έμφαση. :
«Ήταν ένας επιμελής συγγραφέας που δύσκολα έπαιρνε την απόφαση να σταματήσει τις διορθώσεις και να παραδώσει το κείμενο. Η τελειομανία του ήταν, θεωρώ, ένας συνδυασμός της αυστηρότητας με την οποία αναζητούσε την ακρίβεια αλλά και της κλασικής του αισθητικής που θεωρούσε ότι το κάθε κείμενο θα έπρεπε να είναι απόλυτα ισοζυγισμένο και ισορροπημένο μέχρι την τελευταία λέξη – “να μην ρέμπει τίποτα”.»[4]

Ένα paradigm shift: από την Κύπρο σαν κλωνάρι και κόρη σε αναζήτηση μητριάς, στην ανάλυση της κυπριακής εμπειρίας σαν ανάλογης άλλων κοινωνιών με τις ιδιομορφίες του αποικιακού πλαισίου – ποιά ήταν η δική μας γαλλική επανάσταση, και η ανάλογη μετάβαση στην νεωτερικοτητα;
Όμως η ενδελεχής τεκμηρίωση δεν ήταν η μόνη, ή η κυρίαρχη διάσταση της συνεισφοράς του Ρολάνδου – η πιο σημαντική διάσταση ήταν, και είναι, η δημιουργία ενός νέου ερμηνευτικού πλαισίου για την κυπριακή ιστορική εμπειρία το οποίο διασταυρώνει τη χρήση των τεκμηρίων χωρίς λογοκρισία, με τα αναλυτικά εργαλεία των κοινωνικών επιστημών. Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο του “Labour, Society and Politics in Cyprus during the second half of the nineteenth century” θα παραμείνει ως οριακό σημείο αλλαγής παραδείγματος/paradigm shift. Αυτή η εργασία που καλύπτει το τέλος της οθωμανικής περιόδου και την πρώτη περίοδο της βρετανικής, ακολουθεί τα βήματα του E. P. Thompson και του E. Hobsbawm και τα εφαρμόζει δημιουργικά σε ένα αποικιακό πλαίσιο. Για πρώτη φορά, η τεράστια πλειοψηφία των κυπρίων ιθαγενών των λαϊκών τάξεων, απέκτησε φωνή – και όχι μόνο καταγράφηκαν οι εμπειρίες της αλλά και τοποθετήθηκαν ως ένας από τους πρωταγωνιστές. Τέθηκαν τα λογοκρινομενα ερωτήματα από τη δική τους πλευρά. Η βασική θέση του Κατσιαούνη είναι νευραλγική και θα είναι αναπόφευκτα η βάση πάνω στην οποία θα διεξαχθούν οι σοβαρές συζητήσεις για την κυπριακή νεωτερική ιστορία στο μέλλον: υποστηρίζει ότι μετά από τις εξεγέρσεις των αρχών του 19ου αιώνα, η πλειοψηφία των κυπρίων είχε εξασφαλίσει ένα καθεστώς προστασίας και μικρό-ιδιοκτησίας στην οικονομική σφαίρα και ότι αυτό το καθεστώς ανατράπηκε με την κάθοδο των βρετανών. Ο λόγος δεν ήταν η κακή πρόθεση του νέου αποικιακού κυβερνήτη, αλλά η διάχυση των καπιταλιστικών σχέσεων στην καθημερινή ζωή. Η περιγραφή που κάνει μέσα από αποσπάσματα του τότε αστικού τύπου ενάντια στις λαικές τάξεις, και την ίδια την παρουσία τους στον αστικό δημόσιο χώρο, είναι από τα πρώτα εντυπωσιακά τεκμήρια για τις προσπάθειες λογοκρισίας σε ένα βιοπολιτικο επίπεδο. Ο ένας σχολιαστής λ.χ. εισηγείτο την επαναφορά του μαστιγώματος, ενώ άλλος ήθελε την τιμωρία για μη-αρμόζουσα γλώσσα.

Ο Ρολάνδος, όμως, δεν έκανε ιστορική ανάλυση με απλοϊκά σχήματα άσπρου μαύρου. Το ερώτημα του δεν ξεκινούσε από μια έτοιμη απάντηση -λ.χ. να ανακαλύψει κάτι κακό για τους βρετανούς-  αλλά είχε ως στόχο να ερμηνεύσει την μεταμόρφωση από την παραδοσιακή στην μοντέρνα κοινωνία. Σε αυτό το πλαίσιο, κάνει μια εξαιρετική συγκριτική εισήγηση – ότι η περίοδος 1878 -1910 -με το τέλος του αρχιεπισκοπικού- σηματοδοτούν μια περίοδο ανάλογη της γαλλικής επανάστασης. Έτσι, η απώλεια των λαϊκών στρωμάτων στις οικονομικές σχέσεις-και σε ένα είδος συγκριτικής αυτονομίας που είχαν εξασφαλίσει- συμβάδιζε με την απόκτηση θεωρητικών, έστω, πολιτικών δικαιωμάτων – και την χρήση αυτών των δικαιωμάτων στο αρχιεπισκοπικό του 1900-10. Έτσι ακόμα και ο εθνικισμός, τον οποίο απομυθοποίησε, αποκτά σε αυτό το πλαίσιο την ιστορική του θέση, σαν φορέας συλλογικής ιδεολογίας της συμμαχίας των νεωτεριστών ενάντια στους παραδοσιακούς στην πολιτική σφαίρα. Αλλά το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι η δημιουργική ερμηνευτική στάση – αν και σαφώς μαρξιστής στη μεθοδολογική του ανάγνωση των ταξικών σχέσεων, ο Ρολάνδος δεν αναπαράγει ένα απλό σχήμα για τον νεωτερικο ρήγμα. Αντίθετα, η ιστοριογραφική του ανάλυση ξεκινά από την εμπειρία και των λαϊκών στρωμάτων και αναλύει το σημείο του ρήγματος ως μια πολυσύνθετη στιγμή, παρά ως ένα σκηνικό είτε θετικής προόδου, είτε «άσπλαχνης αποικιακής εκμετάλλευσης». Όπως θα έλεγε και ο Βέμπερ, ο Ρολάνδος έθετε τα ερωτήματα του, με βάση τις δικές του ευαισθησίες, αλλά η ανάλυση του ακολουθούσε μια μεθοδολογία που δεν προσπαθούσε να εξυπηρετήσει για να αποκτήσει την εύνοια της εξουσίας. Το κριτήριο του ήταν μια κλασική μορφή του επιστημονικά ορθού ως του τεκμηριωμένου και του συγκριτικά αναλυμένου.

Ένας μαρξιστής της εποχής του
Η  δουλειά του, σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί μια σύνθεση της παράδοσης που δημιούργησαν ήδη οι κοινωνικές επιστήμες σε σχέση με την κυπριακή ιστοριογραφία.  Η ταξική ανάλυση του Ρολάνδου είναι εμπνευσμένη από το Μαρξισμό. Η εργασία του για τη Διασκεπτική είναι εκφραστική σε αυτό το πλαίσιο. Είναι μια αυστηρά εμπειρική έρευνα, η οποία όμως καταφέρνει ταυτόχρονα να κωδικοποιεί μέσα από έγγραφα και  άρθρα από τη Δημόσια Σφαίρα ένα περίπλοκο καμβά ταξικών και κοινωνικών σχέσεων. Και ερμηνεύει τις στιγμές μετάβασης από το ανοικτό περιβάλλον της δεκαετίας του 1940 στο κόσμο των εθνικών συγκρούσεων την δεκαετία του 1950. Η μεθοδολογία της χρήσης των τεκμηρίων και της αντιπαραβολής των διαθέσιμων κρατικών αρχείων από την μια, με τις συζητήσεις στη Δημόσια Σφαίρα από την άλλη, είναι ίσως από τις πιο γόνιμες που είχαμε μέχρι στιγμής. Και παρά το ότι μπορεί να πει κάποιος ότι η μεθοδολογική του αφετηρία είναι σαφώς επηρεασμένη από το βρετανικό εμπειρισμό, το σύνθετο αποτέλεσμα στην ανάλυση της μετάβασης στην νεωτερικοτητα, είναι σαφώς διαλεκτικό –  ως αποτέλεσμα παρά ως προβαλλόμενη αρχική μεθοδολογία. Και σε αυτό, όπως παρατήρησε και Ν. Τριμικλινιώτης, έχει πια καθιερώσει τη μαρξιστική ανάλυση σαν αντίστοιχος του Κορδάτου στην ελληνική ιστοριογραφία.

Όταν όλα τα κείμενα του Ρολάνδου τοποθετηθούν σε μια σειρά τότε θα διαφανεί και μια εντυπωσιακή ιστορική συνοχή. Είναι ένα έργο από τα οποίο μάθαμε όλοι πολλά – και είναι ένα μέτρο προσφοράς με το οποίο θα πρέπει να αναμετρηθεί πια η εργασία που θα ακολουθήσει.  Παρά το ότι είναι γεγονός ότι άφησε πολλά από τα σχέδια του ημιτελή, εντούτοις η ταξική, κοινωνική και εν μέρει πολιτισμική ιστορία που ξεκίνησε έχει ήδη ένα περίγραμμα – ξεκινά από τις πρώτες μορφές οικοδόμησης μιας ντόπιας αστικής τάξης,[5] παρακολουθεί τις μεταμορφώσεις σε όλο το κοινωνικό σώμα κατά την μετάβαση στην νεωτερικότητα, εστιάζει στην Επιτροπή για την Αυτονομία στο μεσοπόλεμο,[6] καλύπτει μετά το σημείο μετάβασης γύρω από την Διασκεπτική. Από το αρχείο του θα φανεί και ο αγώνας του να ερμηνεύσει την ιστορία του ΑΚΕΛ, αλλά και τα μετά-αποικιακά φαινόμενα. Η μη δημοσίευση εργασιών από αυτό το μέρος της εργασίας του είναι ενδιαφέρουσα.[7] Διότι αναπόφευκτα θα πρέπει να τοποθετηθεί και αυτό το πλαίσιο στην ευρύτερη ιστορική εξέλιξη.

Ο θάνατος του στέρησε την νεώτερη γενιά ερευνητών από ένα ζωντανό αρχείο. Όμως, το υπάρχον γραπτό αρχείο που διατηρούσε, και η κατάληξη του οποίου τον απασχολούσε έντονα πριν το τέλος, είναι ένα θέμα το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και να λειτουργήσει με πρόσβαση για τους ερευνητές. Ακριβώς γιατί το έργο του είναι και το νέο θεωρητικό πλαίσιο που άνοιξε, αλλά και ο αγώνας του για ενδελεχή τεκμηρίωση. Και αυτά είναι μια συλλογική πια κληρονομιά.





[1] Μια επίσης σημαντική εργασία στο χώρο του ερμηνευτικού πλαισίου ήταν σαφώς εκείνη του Κ. Γραικού, ο οποίος πρόσφερε μια πρώτη μορφή μαρξιστικής ερμηνείας της κυπριακής ιστορίας – και μάλιστα σε εκλαϊκευμένη μορφή.
[2] Όσον αφορά στην αρχειακή δουλειά, θα πρέπει επίσης να αναφερθούν οι πολύ σημαντικές εργασίες του Γιωργαλλίδη για τη βρετανική περίοδο στις αρχές του 20ου αιώνα. Αρκετά ενδιαφέρουσες και απομυθοποιητικές, αλλά εγκλωβισμένες στην αγγλική γλώσσα σαν ογκώδεις τόμοι απρόσιτοι στο ευρύ κοινό.
[3] Κώστας Κύρρης. 1984. Ανατομία του Οθωμανικού Καθεστώτος στην Κύπρο 1570-1878. Στο Η Ζωη στην Κύπρο τον ΙΗ και ΙΘ Αιώνα.. Λευκωσία: Εκδ. Δήμου Λευκωσίας. Το βασικό περιεχόμενο του κειμένου είχε δημοσιευτεί αρχικά στον Κυπριακό Λόγο το 1976 και εκδόθηκε σε μικρό βιβλίο στα αγγλικά σαν μέρος της προσπάθειας της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά το 1974 να στηρίξει το επιχείρημα ότι ήταν το αποτέλεσμα της κοινής εμπειρίας και των δυο κοινοτήτων. Ακολούθως την δεκαετία του 1980 παρουσίασε τις απόψεις του στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο από όπου έγινε και η σχετική έκδοση. Η παρουσίαση ωστόσο προκάλεσε αντιδράσεις -και λόγω της αναφοράς στις κοινές δικοινοτικές εξεγέρσεις, αλλά και λόγω της απομυθοποίησης του αρχιεπισκόπου Κυπριανού- και καταγράφηκε στο περιοδικό «Εντός των Τειχών.» Θα ήταν όντως ενδιαφέρουσα μια σύγκριση του αρχικού κειμένου του 1976 με το τελικό μια δεκαετία μετά. Άλλο ακραατήριο ίσως, και άλλη ρητορική.
[4] http://nekatomata.blogspot.com/2014/07/blog-post.html
[5] Ρολάνδος Κατσιαούνης. 1990. Οι Καταβολές της Επιτροπής Κυπριακής Αυτονομίας. Πρώτο Διεθνές Συμπόσιο Κυπριακής Μετανάστευσης. Λευκωσία
[6] Rolandos Katsiaounis. 1997. The European Presence in Cyprus during the Seventeenth and Eighteenth Centuries. Επετίρηδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XXIII, σς. 223-244.
[7] Η τελευταία δημόσια παρέμβαση του αφορούσε την περίοδο μετά το 1974, όταν υπέδειξε ποιό ήταν το πλαίσιο της αντιπαράθεσης τότε, για τον κ. Κληρίδη, ενώ από ότι φαίνεται η τελευταία του ολοκληρωμένη εργασία αναμένεται να δημοσιευτεί. Είχε προγραμματιστεί και μια παρουσίαση του στις αρχές Ιουλίου για την ιστοριογραφία του κυπριακού. Είχε συμμετάσχει ως σύμβουλος στην έρευνα για τον φάκελο της Κύπρου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου