14 Ιουν 2014

Η Αλ Κάιντα του Ιράκ «προελαύνει» – Ή πώς η αμερικανική πολιτική κατασκεύασε τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό σαν απρόσμενη συνέπεια μιας κοντόφθαλμης τακτικής



Η είδηση ήταν παράδοξη – ανμκαι ακόμα πιο παράδοξο ήταν ότι ελάχιστοι εστίασαν στην αντίφαση: μισό εκατομμύριο άτομα, έλεγαν οι ανταποκρίσεις, έφευγαν από την Μοσούλη μετά την κατάληψή της από τον «στρατό» του ISIS [Ισλαμικού κράτους της Μεσοποταμίας και της Λεβαντίνης], και λίγο πιο κάτω, στην ίδια ανταπόκριση, αναφερόταν ότι οι μαχητές της οργάνωσης ήταν «εκατοντάδες». Το να φεύγουν εκατοντάδες χιλιάδες, μπροστά σε μερικές εκατοντάδες είναι εντυπωσιακό. Το ότι δεν το προσέχει, πια, ο κόσμος είναι ίσως εκφραστικό της εικόνας που διαμορφώθηκε για το Ιράκ, μετά από τόσα χρόνια ξηλώματος της κοινωνίας με αφετηρία την αμερικανική εισβολή του 2003. Το άλλο ενδιαφέρον είναι ότι οι ένοπλοι φαίνεται ότι ήρθαν από την έρημο της ανατολικής Συρίας – εκείνες δηλαδή της περιοχές, τις οποίες ελέγχουν οι ισλαμιστές, και τους οποίους τα δυτικά ΜΜΕ και οι κυβερνήσεις εμφάνιζαν μέχρι πρόσφατα σαν «αγωνιστές της ελευθερίας». Τώρα στην άλλη μεριά των συνόρων τους αποκαλούν «τζιχαντιστές». Οι χάρτες του Economist μέχρι πρόσφατα έδειχναν τις περιοχές της ανατολικής Συρίας, την έρημο έστω, σαν περιοχές που ελέγχουν οι «καλοί», για το δυτικό βλέμμα. Και τώρα ο πανικός.

1960 - Πως οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία μετέτρεψαν ένα συντηρητικό θρησκευτικό ρεύμα σε ένοπλο κίνημα βιαίας οπισθοδρόμησης για να αντιμετωπίσουν..τον κομμουνισμό και τη διεκδίκηση αυτονομίας του αραβικού κόσμου
Οι ευθύνες των δυτικών και ιδιαίτερα των αμερικανών για την εμφάνιση του ισλαμικού ρεύματος σαν ενός καλά εκπαιδευμένου στρατιωτικού μηχανισμού είναι τεράστιες – όχι μόνο γιατί οι αμερικανοί, και ιδιαίτερα οι μυστικές τους υπηρεσίες, συμμετείχαν ενεργά στον εξοπλισμό και την εκπαίδευση αυτών των ομάδων, αλλά πολύ χειρότερα γιατί η όλη αμερικανική πολιτική αντιστρατεύτηκε ενεργά κάθε προσπάθεια εκμοντερνισμου στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, με στόχο την καθήλωση αυτών των κοινωνιών σε ένα υποανάπτυκτο στάδιο, έτσι ώστε να ελέγχονται από την Ουάσιγκτον. Η πρώτη μορφή αυτής της επιλογής εμφανίστηκε ήδη από την δεκαετία του 1960, όταν οι αμερικανοί ταυτίστηκαν με τα εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία στην τότε διαμάχη του αραβικού κόσμου ανάμεσα στους κοσμικούς που εκπροσωπούσε ο Νάσερ και τους συντηρητικούς των εμιράτων. Οι αμερικανοί προτίμησαν καθαρά και ξάστερα τις κληρονομικές μοναρχίες και το απόλυτα πατριαρχικό καθεστώς από τις έστω και μπερδεμένες προσπάθειες εκμοντερνισμού όσων τις αμφισβητούσαν. Τα συμφέροντα του Ισραηλινού λόμπι ήταν μόνο μια παράμετρος – η πιο ουσιαστική ήταν ότι οι άραβες κοσμικοί που εμπνέονταν από τον Νάσερ εθνικοποιούσαν τη βιομηχανία πετρελαίου. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, όμως, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες προχώρησαν σε ένα ακόμα βήμα – την ενίσχυση ισλαμικών ρευμάτων, και τον εξοπλισμό τους για να αντιμετωπιστούν τα αντίστοιχα αριστερά ρεύματα. Το αποκορύφωμα αυτής της προσπάθειας που εξέφραζε μια σύγκλιση σε πρακτικό επίπεδο ανάμεσα στις αμερικανικές και τις σαουδαραβικές μυστικές υπηρεσίες ήταν η κατασκευή της ένοπλης αφγανικής ισλαμικής κίνησης ενάντια στην εκμοντερνιστική αριστερή κυβέρνηση την δεκαετία του 1980. Ο στόχος ήταν σαφής – και δεν ήταν μόνο των συντηρητικών στην αμερικανική γραφειοκρατία - και οι φιλελεύθεροι ταυτίστηκαν με αυτό το σενάριο: να δημιουργήσουν ένα Βιετνάμ για τους ρώσους. Σε αυτήν την ανάγκη της υπό αμφισβήτηση από τότε ηγεμονικής χώρας του δυτικού κόσμου, δεν υπήρχαν όρια ή προσχήματα. Το «τέρας» που κατασκεύασε ο Φρανκεστάιν των μυστικών υπηρεσιών γύριζε βαθιά στο παρελθόν – δολοφονούνταν γυναίκες δάσκαλοι, καιγόταν με ασίτ τα πρόσωπα γυναικών που αντιστέκονταν κοκ. Εκεί δημιουργήθηκε για πρώτη φορά η Αλ Κάιντα και εκεί ο Οσάμα Μπιν Λάντεν είχε την μεταμόρφωση του σαν προφήτη της ισλαμικής βίας. Ο ισλαμισμός ως ρεύμα δεν είναι προϊόν των αμερικανών – είναι προϊόν μιας αναβίωσης, που έχει να κάνει με τον ισλαμικό κόσμο. Ανάλογα κινήματα υπάρχουν και σε άλλα θρησκευτικά ρεύματα. Η διάφορα είνα ότι εδώ οι αμερικανοί επένδυσαν στις πιο πρωτόγονες μορφές, τις εξόπλισαν στρατιωτικά και κατασκεύασαν την υποδομή ενός πολέμου, που αργά ή γρήγορα θα τον έβρισκαν μπροστά τους. Αλλά οι σχεδιαστές της αμερικανικής πολιτικής δεν έχουν ιδιαίτερη ικανότητα πρόβλεψης – κινούνται με στόχο το άμεσο κέρδος, όπως και οι χρηματιστές. Εξού και τα συμπτώματα blowback – η επιστροφή, δηλαδή, των συνεπειών από τις πράξεις που προγραμματίζονται χωρίς ορίζοντα κατανόησης των, μεσοπρόθεσμων έστω, συνεπειών.


Όταν το blowback των συνεπειών της κατασκευής της Αλ Κάιντα ήρθε και βρήκε τις ΗΠΑ στις 11/9 του 2001, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες δεν μπορούσαν να παραδεχθούν τις ευθύνες, ενώ η πολιτική ηγεσία ήθελε να χρησιμοποιήσει τα πτώματα για να πολεμήσει…τους αντίπαλους των ισλαμιστών, για το πετρέλαιο και όχι μόνο


Και αν η εμφάνιση ενός στρατευμένου, ένοπλου και αυτόνομου ισλαμισμού δεν απασχόλησε ιδιαίτερα τις ΗΠΑ μέχρι το 2001, μετά την 11η Σεπτεμβρίου θα περίμενε κανείς ότι θα γινόταν, πια, κατανοητό ότι αυτό που επιχορηγούσε υπόγεια η CIA και οι Σαουδάραβες σύμμαχοι είχε αποκτήσει πια αυτόνομη δυναμική. Αλλά η αμερικανική πολιτική είναι και αυτή εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα συμμαχιών δεκαετιών που βαραίνουν πια σαν υποχρεώσεις – οι δυο βασικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή καθορίζουν το αδιέξοδο: από τη μια το Ισραήλ επιμένει να συμπεριφέρεται σαν αποικιακό ρατσιστικό κράτος, προκαλώντας την ισλαμική οργή, ενώ η Σαουδική Αραβία που συντηρεί τις πιο οπισθοδρομικές τάσεις, έχει τους τρόπους να χρηματοδοτεί τους ακραίους ισλαμιστές για να κάνουν την «δουλειά της». Έτσι, μετά τα αρχικό σοκ οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Αφγανιστάν για να βρουν δήθεν τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, ο οποίος όπως αποκαλύφθηκε τελικά ήταν προστατευόμενος των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών – οι οποίες είναι επίσης ένα δημιούργημα της αμερικανό-σαουδαραβικής φίλιας που απέκτησε αυτονομία. Όμως, ο στόχος της αμερικανικής ηγεσίας, ήταν να χρησιμοποιήσει τους νεκρούς και το συναισθηματισμό της 11ης Σεπτεμβρίου για να πετύχει ένα ευρύτερο σχέδιο – τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών. Ο στόχος ήταν το Ιράκ. Ένα αυταρχικό, μεν, καθεστώς, αλλά αποφασιστικό κοσμικό – το οποίο μάλιστα είχε πολεμήσει ενάντια στην επέκταση του σιητικού ισλαμισμού του Ιράν. Όμως, ο Σαντάμ επέμενε στην ανεξαρτησία του Ιράκ, είχε εθνικοποιήσει την ενεργειακή βιομηχανία και ήταν ο μεγάλος αντίπαλος στα μάτια των δυο συμμάχων των ΗΠΑ – του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας. Έτσι, έγινε η εισβολή και ακολούθησε η πιο τεκμηριωμένη οργανωμένη οπισθοδρόμηση μιας κοινωνίας. Οι ΗΠΑ προσπάθησαν, αρχικά, να επιβάλουν ένα αποικιακό καθεστώς, με δικό τους κυβερνήτη, που θύμιζε την περίοδο του μεσοπόλεμου μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά ξήλωσαν την κοσμική κοινωνία και προσπάθησαν να τη διαχωρίσουν σε θρησκευτικές ομάδες – ήταν εν μέρει το διαιρεί και βασίλευε, αλλά ήταν επίσης και μια βιαία επιστροφή της χώρας στο παρελθόν. Πρόσφατα λ.χ. ως αποτέλεσμα εκείνης της βιαίας καταστροφής του νεωτερικού Ιράκ, αποφασίστηκε ότι θα επιτρέπεται ο γάμος ανήλικων κοριτσιών, μέχρι και 9 ετών, με ενήλικους άντρες – που τις αγοράζουν από τους γονείς του. Η πρώτη αντίδραση της ιρακινής κοινωνίας την περίοδο 2003-06 ήταν μια εντυπωσιακή και αδυσώπητη αντίσταση, που ναυάγησε τα απλοικα σχέδια για αποικιακό καθεστώς. Το 2006, οι αμερικανοί προχώρησαν σε εντατικοποίηση του διαχωρισμού της ιρακινής κοινωνίας, ενθαρρύνοντας ενεργά τον εμφύλιο. Έτσι, η αντίσταση των προηγούμενων χρόνων που εμπνεόταν και στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό  στην υποδομή που είχε φτιάξει η κυβέρνηση του Μπαάθ, του Σαντάμ, αντικαταστάθηκε από την αιμοβόρα βία θρησκευτικών ομάδων. Σε εκείνο το πόλεμο κέρδισαν οι σιήτες. Και έτσι, οι αμερικανοί δεν μπόρεσαν πάλι να απολαύσουν έστω μια επιφανειακή νίκη. Με την νίκη των σιητών ο πραγματικός παίκτης στο Ιράκ έγινε το Ιράν – και έτσι σιγά σιγά άρχισε να δείχνει την πόρτα εξόδου στις ΗΠΑ. Η αποτυχία ελέγχου των πηγών ενέργειας ήταν πια γεγονός. Όμως, η καταστροφή που προκάλεσε η αμερικανική εισβολή δεν μετριόταν μόνο με τις εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τα εκατομμύρια των θυμάτων από ακρωτηριασμούς, φτωχοποιηση, προσφυγοποίηση κλπ. Τώρα πια το Ιράκ κυβερνιόταν από μια σιητική κυβέρνηση με εμφανείς τάσεις θρησκευτικής ταύτισης και μια αντιπολίτευση σουννιτών της οποίας η αδυναμία ενίσχυε πια τους ένοπλους ισλαμιστές.

Ο προηγούμενος μυθικός «ήρωας»/ηγέτης της Αλ Κάιντα στο Ιρακ ήταν ένας παλαιστινιακής καταγωγής ισλαμιστής, ο Ζαρκάουι, ο οποίος έγινε γνωστός για την βία την οποία πρόβαλε προκλητικά στα βίντεο του. Όμως η Αλ Κάιντα και οι ισλαμιστές έχουν ντε φάκτο και τη στήριξη των σαουδαραβικών υπηρεσιών. Έτσι, μετά από μια περίοδο υποχώρησης, οι ισλαμιστές επανήλθαν δυναμικά – με μια έμμεση, ντε φάκτο, αμερικανική βοήθεια και πάλι.

Αφού ξήλωσαν την κοσμική νεωτερική ιρακινή κοινωνία, το 2011 οι αμερικανοί έτρεξαν και πάλι στις υπόγειες συμμαχίες με τους ισλαμιστές στη Λιβύη και τη Συρία – για να εμποδίσουν μια ακόμα αραβική εξέγερση και να την μετατρέψουν σε οπισθοδρομική. Αλλά και οι συνέπειες επανήλθαν με ένα νεκρό αμερικανό πρέσβη στη Λιβύη και την επέλαση της Αλ Κάιντα στο Ιράκ



Η νέα δικαιολογία για συμμαχία ισλαμιστών – αμερικανικών υπηρεσιών ήταν οι αραβικές κινητοποιησεις το 2011. Αυτό που ξεκίνησε στην Τυνησία ως διαμαρτυρία ενάντια στη φτώχεια και εξελίχθηκε στην Αίγυπτο σε διαμαρτυρία ενάντια στον αυταρχισμό, φάνηκε να απειλεί και τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας – το επόμενο σημείο κινητοποιήσεων ήταν το Μπαχρέιν, όπου είναι η έδρα του αμερικανικού στόλου, αλλά και ένα εμιράτο με σιητική πλειοψηφία. Αμέσως οι αμερικανοί αναζήτησαν τους παλιούς σύμμαχους. Ξαφνικά, ξεχάστηκε η 11η Σεπτεμβρίου και τη Λιβύη και τη Συρία οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία, και το Κατάρ -που έχει δική του πτέρυγα ισλαμιστών- εξαπέλυσαν μια διεθνή επικοινωνιακή επίθεση και μια επί του εδάφους στρατιωτική -με βομβαρδισμούς στη Λιβύη- για να ανατρέψουν τα τελευταία κοσμικά καθεστώτα, που είχαν την καταγωγή τους στην περίοδο των αραβικών εξεγέρσεων της δεκαετίας του 1960. Στη Λιβύη τα κατάφεραν, ενώ στη Συρία απέτυχαν. Όμως, η νομιμοποίηση των ισλαμιστών ήταν γεγονός. Τώρα, η Λιβύη έχει γίνει το πεδίο από όπου τα δίκτυα των ισλαμιστών διακινούν όπλα στη βόρεια και κεντρική Αφρική, ενώ η Συρία έγινε ο χώρος, όπου επανοργανώθηκε η τοπική Αλ Καιντα, που φαίνεται να αυτονομήθηκε από την κεντρική και επανήλθε εντυπωσιακά με την κατάληψη της Μοσούλης ως ένα θέαμα που θυμίζει την προέλαση των ταλιμπάν τη δεκαετία του 1990. Ένα ακόμα επεισόδιο κατασκευασμένο από τις μυστικές υπηρεσίες -του Πακιστάν τότε- σε συνεργασία με το ισλαμικό κίνημα, που αποκτά πια και αυτόνομη δυναμική.

Οι συνέπειες τοπικά και γεωπολιτικά
Η Αλ Κάιντα δεν μπορεί να νικήσει εύκολα γιατί δεν έχει τους αριθμούς, αλλά όπως απέδειξε και στη Συρία και στη Φαλούτζα μπορεί να διεξάγει ένα πόλεμο στις πόλεις για μήνες ή για χρόνια. Είναι μια καταστροφική δύναμη που διεκδικεί εξουσία με βάση δυο παράγοντες – το φόβο που προκαλεί [για αυτό είναι και αδίστακτη στις πρακτικές της] αλλά και την οργάνωσή της. Ο νέος της ηγέτης Ιράκ φαίνεται να είναι εξαιρετικός στην οργανωτική δομή, και υπόγεια θα έχει την στήριξη μερίδων -τουλάχιστον- της σαουδαραβικής ελίτ, η οποία παίζει στο Ιράκ το πόλεμο με το Ιράν και ότι έχασε στη Συρία. Αλλα φημολογείται ότι έχει και την ανοχή μερίδων της σουνιτικης κοινότητας αλλα και της μπααθικης αντίστασης. Το τελευταίο δεν είναι τεκμηριωμένο λόγω των διαφορών τους, αλλα αν υπάρχει αμοιβαία ανοχή, θα φανεί.

Για την κυβέρνηση του Αλ Μαλίκι στη Βαγδάτη η όλη κατάσταση μοιάζει με «συνωμοσία» των αντίπαλων του, αλλά μερικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι μπορεί να την άφησε και ο ίδιος να εξελιχθεί έτσι. Η διακυβέρνησή του, εκτός από διεφθαρμένη, βασίστηκε στο διαχωρισμό και τον έμμεσο πόλεμο ενάντια στην σουννιτική κοινότητα ακριβώς γιατί οι πιο κοσμικές δυναμεις της θα μπορούσαν να συνεργαστούν με κοσμικούς στην σιητική κοινότητα.

Οι κούρδοι κινήθηκαν να αποκτήσουν έλεγχο του Κιρκούκ, αλλά και εκεί η διαμάχη θα είναι έντονη, ενώ οι θρησκευτικοί ηγέτες των σιητων έκαναν «κάλεσμα στα όπλα».

Το Ιράκ μετατρέπεται σε ρευστή συνοριακή ζώνη πάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου