28 Ιουν 2014

Ο διάλογος για την εκπαίδευση και η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας - συγκριτικές αναφορές στα πλαίσια του διάλογου για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση όσον αφορά στους εκπαιδευτικούς, την οργάνωση, την Ανώτερη εκπαίδευση και τα αναλυτικά προγράμματα



Στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας αναγνωρίζεται ως δέσμευση της κυπριακής κυβέρνησης η παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης σε όλα τα παιδιά με το όραμα να είναι «ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να ενθαρρύνει την ελεύθερη σκέψη σε δημοκρατικό πλαίσιο, την επένδυση σε παιδεία που είναι περιεκτική και επιτρέπει στα άτομα να αναπτυχθούν και να εκφράζονται, ενώ ταυτόχρονα παρέχει την ευκαιρία για δια βίου μάθηση». Το Υπουργείο Παιδείας ήδη εμπλέκεται σε μέτρα για εκσυγχρονισμό τα οποία συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, όσον αφορά την ενδυνάμωση της στρατηγικής, ηγεσίας και διαχείρισης. Όπως επισημαίνεται, οι προτάσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας κτίζονται στα θεμέλια του υφιστάμενου εκπαιδευτικού συστήματος της Κύπρου και στις ευκαιρίες που  προέρχονται από την ιδιότητά της ως μέλος της Ε.Ε.

Ως πρόκληση για τις μεταρρυθμίσεις, θεωρείται το ότι το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα βασίζεται κυρίως στο βρετανικό και ελληνικό, και σε μικρότερο βαθμό στο γαλλικό και γερμανικό μοντέλο. Οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες άρχισαν τα μέσα της δεκαετίας του 90 με μελέτη της Ουνέσκο σε συνεργασία με το Διεθνές Ινστιτούτο για Εκπαιδευτικό Προγραμματισμό (International Institute for Educational Planning – IIEP), που δημοσιεύτηκε το 1997. Αργότερα, το 2003, διορίστηκε η επιτροπή των 7 σοφών, που υπέβαλαν προτάσεις για comprehensive  μεταρρύθμιση. Η έκθεση που καταρτίστηκε και υποβλήθηκε τον Αύγουστο του 2004, ονομάστηκε «Δημοκρατική και Ανθρωπιστική Παιδεία σε ένα κυπρο-ευρωπαϊκό κράτος: Προοπτικές Ανοικοδόμησης και Εκσυγχρονισμού». Το εγχείρημα αυτό θεωρείται η πρώτη μεγάλη προσπάθεια για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ακολούθησε, η έκθεση για τον τομέα του εκπαιδευτικού συστήματος με τίτλο «Στρατηγικός Σχεδιασμός για την Εκπαίδευση: Μια συνεκτική Έκθεση του εκπαιδευτικού μας συστήματος». Θεωρείται ότι και οι τρεις πιο πάνω εκθέσεις εστιάζουν τα συμπεράσματά τους στους ίδιους πέντε πυλώνες: την αξιολόγηση, τις πολιτικές για τους εκπαιδευτικούς, την οργάνωση, την ανώτερη εκπαίδευση και τα αναλυτικά προγράμματα/ παιδαγωγική.

Επιχειρείται η αξιολόγηση, κατά κάποιο τρόπο, των προηγούμενων προσπαθειών για μεταρρυθμίσεις, αρχίζοντας από την απουσία θεσμοθετημένου συστήματος αξιολόγησης της εκπαίδευσης για τους μαθητές/ τριες, αλλά και εκπαιδευτικούς, διευθυντικά στελέχη, σχολεία και το σύστημα στο σύνολό του. Αυτό αναγνωρίζεται και στην έκθεση της Ουνέσκο και σε αυτή των 7 Σοφών, οπόταν και εφαρμόστηκε ο θεσμών των παγκύπριων εξετάσεων και διεθνής εκπαιδευτικές αξιολογήσεις τα αποτελέσματα των οποίων δεν αξιολογήθηκαν συστηματικά ώστε να βελτιωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Οι προτάσεις περιλάμβαναν ένα νέο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών που εστίαζε στα αποτελέσματα της μάθησης και σε συνεχή αξιολόγηση και έλεγχο της ποιότητας των σχολείων ειδικά και του εκπαιδευτικού συστήματος γενικά. Ως αποτέλεσμα το 2008 ιδρύθηκε το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης, το οποίο θεωρείται στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας ως ανεπαρκές αφού στελεχώνεται από αποσπασμένους/ες εκπαιδευτικούς, οι οποίοι θεωρείται ότι δεν διαθέτουν τα προσόντα για διεξαγωγή έρευνας (δεν διευκρινίζεται αν σε αυτό το αποτέλεσμα κατέληξαν μετά την εξέταση των βιογραφικών και ερευνητικής εμπειρίας των αποσπασμένων εκπαιδευτικών που στελεχώνουν το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης – τα βιογραφικά πάντως των ατόμων που στελεχώνου τον Κέντρο, δείχνουν ότι στην πλειοψηφία τους κατέχουν διδακτορικό, σε περιπτώσεις μάλιστα εξιδεικευμένο στην αξιολόγηση, και ερευνητικό έργο – βλ. http://www.pi.ac.cy/pi/index.php?option=com_content&view=article&id=608&Itemid=345&lang=el ) και δεν είναι ανεξάρτητος με προσβάσεις στη διαμόρφωση πολιτικής, αφού αποτελεί μέρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Όσον αφορά στις πολιτικές για τους/τις εκπαιδευτικούς θεωρείται ότι βασίζεται κυρίως στην αρχαιότητα με αποτέλεσμα να μη γίνεται η καλύτερη «χρήση» (επισημαίνεται ότι δεν χρησιμοποιείται ο όρος «αξιοποίηση» κάτι που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον- αποτελεί ίσως μια ένδειξη της προσέγγισης που ακολουθείται;) του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού. Το σύστημα προαγωγών χαρακτηρίζεται «ξεπερασμένο και μη παραγωγικό, αναπόσπαστο μέρος ενός συγκεντρωτικού γραφειοκρατικού συστήματος». Στην έκθεση των 7 σοφών είχε περιληφθεί πρόταση για ένα δικαιότερο, πιο διαφανές και αξιοκρατικό σύστημα και στην έκθεση της Ουνέσκο προτεινόταν όπως οι διαδικασίες αξιολόγησης των εκπαιδευτικών εστιάζει στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, αντί τις εκπαιδευτικές διαδικασίες. Βάσει αυτών, αναβαθμίστηκε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ώστε να παρέχει υποχρεωτικά και επιλογής εκπαιδευτικά προγράμματα για επαγγελματική ανάπτυξη και επιμόρφωση, περιλαμβανομένων και προγραμμάτων εξ’ αποστάσεως/ διαδικτυακών. Η κατάρτιση για τους/ τις εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανατέθηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και το 2008 εισήχθηκε πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίοι οι νέοι/ες εκπαιδευτικοί αναθέτονταν σε μέντορες σε όλες τις βαθμίδες τις εκπαίδευσης, ώστε να διασφαλίζεται ομαλή εισαγωγή των νέων εκπαιδευτικών. Επιπρόσθετα, παρήχθηκαν νέα αναλυτικά προγράμματα και σχετικό εκπαιδευτικό υλικό και εφαρμόστηκαν μαζικά εκπαιδευτικά σεμινάρια εκπαιδευτικών και διευθυντικών στελεχών. Το Μάη του 2012 είχε ανακοινωθεί το νέο πλάνο για το σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών και τον Οκτώβρη του 2013 ανακοινώθηκε η πρόθεση για διαβούλευση και διάλογο με τα εμπλεκόμενα μέρη, με στόχο ένα νέο σύστημα να αρχίσει την εφαρμογή του το 2015 και να αντικαταστήσει πλήρως το παλιό μέχρι το 2019, μετά από μια μεταβατική περίοδο τεσσάρων ετών, που να βασίζεται σε γραπτή εξέταση, τα ακαδημαϊκά προσόντα, την εμπειρία διδασκαλίας, τη χρονιά αποφοίτησης του πτυχιακού τίτλου και την υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά. Προφανώς, οι τελευταίες αυτές αναφορές, τουλάχιστον αναγνωρίζουν σε κάποιο βαθμό ότι η πορεία των μεταρρυθμίσεων προχώρησε σε αρκετά μεγάλο βαθμό, αφού στην ουσία καταλήγει στο παραπέντε της εφαρμογής και ένταξης στα σχολεία.

Όσον αφορά στην οργάνωση, θεωρείται ότι τα μειονεκτήματα συνοψίζονται στην απουσία ενός τμήματος για στρατηγικό σχεδιασμό και διαμόρφωση πολιτικής με αρμοδιότητα και τη συλλογή στοιχείων και αξιολόγηση και έλεγχο της ποιότητας εκπαίδευσης, την απουσία διατμηματικού συντονισμού και επικοινωνίας και τη στελέχωση του υπουργείου με αποσπασμένους/ ες εκπαιδευτικούς, αντί εμπειρογνωμόνων. Στην έκθεση των 7 σοφών αναγνωρίζεται ότι η δεν επιτυγχάνεται η συμμετοχή εμπλεκομένων μερών όπως οι σχολικές μονάδες, οι εκπαιδευτικοί, η κοινωνία των πολιτών στους μηχανισμούς λήψης απόφασης, οπόταν και προτεινόταν η δημιουργία Εκπαιδευτικού Συμβουλίου για να παρέχει συμβουλές στον εκάστοτε υπουργό για θέματα πολιτικής  (με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και μαθητών/ τριών, αλλά και των συνδέσμων γονέων), τη δημιουργία του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης, την αναβάθμιση του Παιδαγωγική Ινστιτούτου για την ανάπτυξη αναλυτικών προγραμμάτων και παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού και τη δημιουργία τμήματος εκπαίδευσης για το συντονισμό και την εφαρμογή των εκπαιδευτικών πολιτικών, όπως και την αναδιοργάνωση των τμημάτων του αρμόδιου υπουργείου, και τη δημιουργία ακαδημίας για τους/ τις σχολικούς διευθυντές/ ντριες. Παρόλο  ότι θεωρείται ότι λίγα από αυτά έχουν επιτευχθεί, θυμίζουμε τις παραδοχές που σημειώθηκαν πιο πάνω όπως καταγράφονται στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας και αφορούν στην αναβάθμιση του Παιδαγωγική Ινστιτούτου, τη διαμόρφωση των νέων αναλυτικών προγραμμάτων, την παραγωγή σχετικών εκπαιδευτικών εγχειριδίων και τη μαζική εκπαίδευση/ κατάρτιση εκπαιδευτικών. Υπενθυμίζεται δε ότι το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο λειτούργησε με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών, μαθητών/ τριών και συνδέσμων γονέων, όπως και τη δημιουργία του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης το οποίο κρίθηκε ως ανεπαρκές λόγω της στελέχωσης με αποσπασμένους/ νες εκπαιδευτικούς.

Η Ανώτερη Εκπαίδευση στην Κύπρο θεωρείται αρκετά «νεαρή»/ πρόσφατη με αναφορά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου το οποίο υποδέκτηκε τους/ τις πρώτους/ τες φοιτητές/ τριες το 1992, ενώ ακολούθησαν από τότε δύο δημόσια πανεπιστήμια (που ουσιαστικά πρόκειται για τρία: Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ανοικτό Πανεπιστήμιο και ΤΕΠΑΚ) και πέντε ιδιωτικά πανεπιστήμια. Μια από τις προκλήσεις που εντοπίζονται είναι η αξιολόγηση και το πλαίσιο διασφάλισης ποιότητας από τρία διαφορετικά σώματα: ΣΕΚΑΠ, ΚΥΣΑΤΣ και την Επιτροπή Αξιολόγησης Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, θεωρώντας ότι ο ρόλος και οι αρμοδιότητες δεν είναι πάντα ξεκάθαρος. Καταγράφεται ο στόχος που περιλαμβανόταν στην έκθεση των 7 σοφών για δημιουργία νέου μηχανισμού με την ενδυνάμωση του ΣΕΚΑΠ και ΚΥΣΑΤΣ, ώστε να ικανοποιηθούν και οι υποχρεώσεις της Κύπρου σύμφωνα με την Διακήρυξη του Βερολίνου, όπως και η μετατροπή των ιδιωτικών πανεπιστημίων σε μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που να περιλαμβάνουν και μαθήματα ανθρωπιστικών σπουδών πέραν των προγραμμάτων που προσφέρουν και είναι προσανατολισμένα στην αγορά. Ταυτόχρονα, περιλαμβάνεται η πρόταση για εθνική στρατηγική έρευνα και οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης που θα καθιστούν την Κύπρο σε περιφερειακό κέντρο  γνώσης και έρευνας. Σε έκθεση που καταρτίστηκε από το Υπουργείο Παιδείας το 2009 για την παραγωγή ενός σχεδίου ανάπτυξης των πανεπιστημίων και της έρευνας, εντοπίζονται προκλήσεις για την επίτευξη των πιο πάνω στόχων, μεταξύ άλλων την έλλειψη συντονισμού και την αύξηση των κονδυλίων για έρευνα. Προτείνεται όπως το Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας αναβαθμιστεί και μεταφερθεί από το Υπουργείο Οικονομικών στο Υπουργείο Παιδείας και τη δημιουργία επιτροπής ακαδημαϊκών με την αρμοδιότητα της πολιτικής για την ανώτερη εκπαίδευση. Αναγνωρίζεται, επίσης, στην έκθεση της Παγκόσμια Τράπεζας ότι ενώ καταρτίστηκε νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία  θα αυτονομούνταν τα πανεπιστήμια και τίθετο νέα λογοδοσία και μηχανισμοί διασφάλισης ποιότητας, εντούτοις δεν ψηφίστηκε, δημιουργήθηκε το Κυπριακό Γραφείο Διασφάλισης Ποιότητας και Accreditation στην Εκπαίδευση, το οποίο θα αντικαταστήσει τελικά τα ΣΕΚΑΠ, ΚΥΣΑΤΣ και την Επιτροπή Αξιολόγησης Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, αν και ακόμα αναμένεται ο διορισμός από πλευράς του Υπουργικού Συμβουλίου – σύμφωνα με τις εισηγήσεις του υπουργείου παιδείας - των μελών του διοικητικού του συμβουλίου που προβλέπεται να οκτώ μέλη να προέρχονται από την ακαδημαϊκή κοινότητα και πέντε μέλη από την κοινωνία των πολιτών.

Για τη δημιουργία νέων αναλυτικών προγραμμάτων, τα οποία θεωρήθηκαν ως κάτι αναγκαίο και από την έκθεση της Ουνέσκο και από αυτή των 7 σοφών, τον Αύγουστο του 2008  διορίστηκε επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την ανάπτυξη νέων αναλυτικών προγραμμάτων για τα δημόσια σχολεία, έχουν ως ένα από τους κύριους στόχους τη integrated continuum από την προδημοτική, δημοτική και μέση εκπαίδευση, συνεπώς να αντιμετωπιστούν τα μακροχρόνια προβλήματα της εκπαίδευσης. Μέχρι το Δεκέμβρη του 2008, η εν λόγω επιτροπή είχε υποβάλει τις εισηγήσεις της και το Φεβρουάριο του 2009, δημιουργήθηκαν είκοσι διαφορετικές επιτροπές από ακαδημαϊκούς και εκπαιδευτικούς για την ετοιμασία των νέων αναλυτικών προγραμμάτων για κάθε σχολικό μάθημα. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο τέλος της σχολικής χρονιάς 2009-2010, και τα νέα αναλυτικά προγράμματα τέθηκαν σε πιλοτική εφαρμογή σε όλα τα δημόσια σχολεία τη σχολική χρονιά 2011 – 2012. Για την εισαγωγή των νέων αναλυτικών προγραμμάτων, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο σχεδίασε και παρείχε προγράμματα κατάρτισης σε όλους/ ες τους/ τις εκπαιδευτικούς σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Σύμφωνα με την έκθεση της Παγκόσμια Τράπεζας, τα νέα αναλυτικά προγράμματα αναβαθμίστηκα και φέρνουν την οικογένεια πιο κοντά στην εκπαίδευση των παιδιών δίνοντας έμφαση και στο ρόλο των εξω-σχολικών δραστηριοτήτων, αν και η προδημοτική και η δημοτική εκπαίδευση τυγχάνουν ξεχωριστής διαχείρισης και η disparity μεταξύ γενικής και τεχνικής εκπαίδευσης παραμένει.


Παρά τις πιο πάνω παραδοχές μέσα από την καταγραφή και την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, θεωρεί ότι σημειώθηκε μικρή πρόοδος, κάτι το οποίο προκαλεί σύγχυση μέσα στην ίδια την έκθεση. Η μικρή πρόοδος και τα βήματα που καταγράφονται δεν συνδέονται. Επομένως, εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, πώς καθορίζεται η μικρή  ή μεγάλη πρόοδος, ή πιο στόχοι θεωρείται ότι έπρεπε να έπρεπε να είχαν επιτευχθεί. Σημειώνεται, ιδιαίτερα, η διαπίστωση ότι δεν εφαρμόστηκαν οι προτάσεις για μεταρρυθμίσεις, ενώ σε όλο το προηγούμενο μέρος της έκθεσης, περιγράφονταν ακριβώς οι εφαρμογές των προτάσεων – που δεν χρειάζεται να επαναληφθούν και πάλι εδώ. Η «μικρή πρόοδος» εντοπίζεται στην «κακή κρίση» αντιπροσωπευτική της έλλειψης δυνατοτήτων για εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και στην αντίσταση ορισμένων ομάδων με συμφέρον στη διατήρηση του στάτους κβο, στην οποία περιλαμβάνει και τις συνδικαλιστικές ομάδες των εκπαιδευτικών, όπως και τους/ τις επιθεωρητές/ τριες, αλλά και προσωπικό του Υπουργείου Παιδείας το οποίο μπορεί αν έχανε τις θέσεις εργασίας τους με την μεταρρύθμιση και τις αλλαγές των δομών του Υπουργείου.  Λαμβάνοντας υπόψη τα τελευταία, προφανώς η πρόοδος – με τον ό,ποιο επιθετικό προσδιορισμό – δεν μπορεί να μειωθεί, μιας και τουλάχιστον σε σημαντικές περιπτώσεις όπως το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο το οποίο περιλάμβανε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, και τα αναλυτικά προγράμματα τα οποία εφαρμόστηκαν για μια σχολική χρονιά σε όλα τα δημόσια σχολεία. Η διακοπή όλων αυτών δεν σημειώνεται πόσο πίσω μπορεί να πάρει τη δημόσια εκπαίδευση, ούτε και η πλήρης ακύρωσή τους, όπως οι προσπάθειες που καταβάλλονται.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου