21 Ιουν 2014

Ένα φάντασμα πλανιέται στα σύνορα Ανατολής-Δύσης από την Ουκρανία μέχρι το Ιράκ: η κρίση των συνόρων ως σύμπτωμα του τέλους της δυτικής ηγεμονίας και της ανάδυσης ενός πολυπολικού κόσμου, όπου οι τοπικοί παίκτες είναι πολλαπλοί και συχνά ασύμμετροι


Τη βδομάδα που πέρασε οι εξελίξεις στο Ιράκ και την Ουκρανία έμοιαζαν να κινούνται παράλληλα – οι εμπλεκόμενοι ήταν βέβαια δραματικά διαφορετικοί, αλλά μια σειρά στοιχεία ήταν δεδομενα και στις δυο περιπτωσεις. Τα σύνορα, είτε είναι κρατικά, είτε γεωπολιτικά γίνονται πια ρευστά. Οι μέχρι πρόσφατα δυτικοί ηγεμόνες βρίσκονται σε αμηχανία, καθώς οι κινήσεις τους προκαλούν μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις που δεν  φαίνονται να μπορούν να ελέγξουν. Και φαίνεται επίσης ότι στο ρευστό πεδίο που διαμορφώνεται διάφοροι τοπικοί παίκτες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Από το Ιράκ στην Ουκρανία: τοπικές εξεγέρσεις, διεθνείς παίκτες και τα ρευστά σύνορα
Ας πάμε στα γεγονότα. Στο Ιράκ η προέλαση του ISIS φάνηκε να μειώνεται σε ρυθμό, αλλά αυτό είναι ίσως και αποτέλεσμα του ότι ουσιαστικά το Ιράκ που κατοικείται πλειοψηφικά από σουνίτες, έχει πλέον αυτονομηθεί. Οι μάχες γινόταν λίγο βορεια της Βαγδάτης και εστιάστηκαν στο έλεγχο του διυλιστηρίου στο Μπάιτζι. Όμως, οι αντάρτες κατάφεραν να καταλάβουν μια σειρά από άλλες πόλεις και κοινότητες και η δυναμική του όλου φαινομένου φαίνεται να αποκτά μια ευρύτερη διάσταση. Κατ’ αρχήν, τα σουννιτικά ΜΜΕ στο Ιράκ, αλλά και στα εμιράτα απέφυγαν να τονίσουν την ηγεσία του ISIS στις μάχες προτιμώντας, αντίθετα, όρους όπως «επαναστάτες από τις φυλές», «σουνίτες μαχητές» κλπ. Και οργανωτικά φαίνεται ότι μαζί με τους ένοπλους του ISIS συμμετέχουν στις μάχες, αλλά και στη διαδικασία κατάληψης του βόρειου και δυτικού Ιράκ διάφορες σουννιτικές οργανώσεις – η έμφαση εκτός από το ISIS, εστιάζεται στο δίκτυο του Μπαάθ υπό την ηγεσία του Ντουρί, φίλου και συνεργάτη του Σαντάμ, αλλά και ομάδων αξιωματικών -τέτοιες ομάδες είχαν ανακοινωθεί από τις πρώτες μέρες τις πτώσης της Βαγδάτης το 2003. Σε μια χαρακτηριστική περιγραφή για τις διαστάσεις που έλαβε το φαινόμενο ο P. Cockburn, ο οποίος παρακολουθεί τα γεγονότα στο Ιράκ από το 2003, περιέγραψε πως, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, μια ομάδα 100 ισλαμιστών μπήκε στην Hibhib  μια πόλη βόρεια της Βαγδάτης, και σε σύντομο διάστημα βρέθηκαν 2000 ένοπλοι, καθώς  άντρες όλων των ηλικιών προθυμοποιήθηκαν να πάρουν τα όπλα.
Με αυτήν την έννοια το ISIS εμφανίστηκε στρατιωτικά σαν η αιχμή του δόρατος μιας κυοφορούμενης εξέγερσης της σουννιτικής κοινότητας.


Από την άλλη πλευρά, ο πρωθυπουργός Ν. Μαλίκι, βρίσκεται στο επίκεντρο των επικρίσεων για την διάσταση που πήρε η σουνιτική εξέγερση λόγω της στάσης του, αλλά και της διαφθοράς που χαρακτηρίζει τη διοίκηση του – λέγεται λ.χ. ότι ο «ιρακινός στρατός» που ουσιαστικά εξαφανίστηκε μπροστά στην προέλαση μερικών εκατοντάδων ισλαμιστών, λειτουργούσε πρακτικά σαν μια μηχανή μιζών και ρουσφετιού, όπως την διαμόρφωσε αρχικά ο κατοχικός αμερικανικός στρατός με το subcontracting: ένας αξιωματικός λ.χ. μπορεί να διαχειρίζονταν χρήματα για 600 στρατιώτες – αν είχε όμως μόνο 200 στρατιώτες, τότε θα μπορούσε να ιδιοποιηθεί τα υπόλοιπα.
Πάντως, έγιναν κινήσεις για να στηριχθεί η κυβέρνηση από την σιητική κοινότητα, ιδιαίτερα καθώς η προέλαση των σουνιτών ισλαμιστών πλησιάζει τη Βαγδάτη. Όμως, ίσως, το πιο ενδιαφέρον να είναι η γεωπολιτική γύρω από την νέα μορφή της ιρακινής κρίσης. Στη Δύση, υπάρχει μια συζήτηση για τις ευθύνες της εισβολής του 2003. Αλλά ο Ομπάμα φαίνεται απρόθυμος να επέμβει ακόμα, παρά την έκκληση, όπως δημοσιεύτηκε, του Μαλίκι να βοηθήσουν οι ΗΠΑ με αεροπορικές επιθέσεις. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι υποψιάζονται -ή το θεωρούν δεδομένο- ότι πίσω από την επέλαση των ισλαμιστών βρίσκονται οι μυστικές υπηρεσίες των εμιράτων, ιδιαίτερα της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίες θεωρείται ότι βοηθούν την εξέγερση ως αντίβαρο στο ευρύτερο κλίμα κρίσης και αμφισβήτησης -μαζί με την ήττα στη Συρία- το οποίο προσπαθούν να ελέγξουν. Και, εμφανώς, την ευρύτερη εξέγερση των σουνιτών στηρίζουν τα ΜΜΕ των εμιράτων – και σε αυτό το σημείο το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να διαφοροποιούνται, όπως στις διαμάχες για την Μουσουλμανική Αδελφότητα σε Αίγυπτο και Λιβύη. Άρα μια απότομη κίνηση των ΗΠΑ απλώς θα βραχυκυκλώσει τις τοπικές σχέσεις των αμερικανών σε μια ασαφή περίοδο. Από την άλλη το Ιράν, φαίνεται - ή έτσι φημολογείται- ότι έχει στείλει αξιωματούχους για να οργανώσουν ότι απέμεινε από τον ιρακινό "στρατό του Μαλίκι", αλλά δήλωσαν ότι θα εμπλακούν με τις ΗΠΑ σε μια από κοινού προσπάθεια, αν υπάρξει συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Πάντως, οι αμερικανοί φάνηκαν απρόθυμοι να ξανά-εμπλακούν χωρίς ανταλλάγματα και για τους ίδιους – αυτοί άλλωστε διόρισαν αρχικά τον Μαλίκι το 2006 όταν οργάνωσαν τον εμφύλιο για να αποδυναμώσουν την αντίσταση, και μετά έχασαν και πάλι τον έλεγχο. Σήμερα οι ΗΠΑ, ειρωνικά επικαλούνται τα δικαιώματα της σουνιτικής κοινότητας την οποία δαιμονοποιούσαν πριν, αλλά από την άλλη δεν μπορούν να εμφανιστούν και ως αντίπαλοι των σιητών – ιδιαίτερα σε μια συγκυρία που προσπαθούν να ανοίξουν διάλογο με το Ιράν. Οπότε, ο Ομπάμα πρόσφερε «βοήθεια» σε συμβούλους, αλλά άφησε και να διαρρεύσει ότι οι ΗΠΑ θα ήθελαν απομάκρυνση του Μαλίκι.
Όμως, εδώ το αποφασιστικό χαρτί το κρατά το Ιράν και οι τυπικοί ηγέτες των σιητών. Ενδέχεται λ.χ. να επιστρέψει και πάλι ο Σαντρ, ηγέτης μιας αντί-αμερικανικής λαϊκής τάσης των σιητων.

Και όλα αυτά είναι, βέβαια, η συνέχεια της αποτυχημένης προσπάθειας ανατροπής της κυβέρνησης της Συρίας – τα σουνιτικά εμιράτα επενδύουν τώρα στην σουνιτική κοινότητα, την οποία πρόδωσαν το 2003, όταν πρόσφεραν τα εδάφη τους ως βάση για την αμερικανική εισβολή.


Στα βορειοδυτικά, στην Ουκρανία, είχαμε μια σειρά συμβολικών και πραγματικών εξελίξεων. Η πρώτη θεαματική κίνηση ήταν η κατάρριψη αεροπλάνου του ουκρανικού στρατού που μετέφερε στρατιώτες για τις μάχες στην ανατολική Ουκρανία. Η κατάρριψη ήταν επιβεβαίωση ότι οι εξεγερμένοι έχουν και πυραύλους – μετά την θεαματική επίδειξη των τανκς λίγες μέρες προηγουμένως. Σε αυτό το κλίμα, στο Κίεβο οργανώθηκε ακόμα μια τελετή μίσους, αλλά η εκδήλωση έξω από τη ρωσική πρεσβεία προσέλκυσε μόνο μερικές εκατοντάδες. Ανάμεσα τους και ο νεοδιόριστος υπουργός εξωτερικών που αποκάλεσε τον Πούτιν “fucker” κατά την αγγλόφωνη μετάφραση – αν και είναι πιθανό η ακριβής λέξη να ήταν άλλη/παραπλήσια αφού στα ελληνικά αποδόθηκε διαφορετικά. Τις επόμενες μέρες, ακολούθησε μια αψιμαχία για το θέμα του φυσικού αερίου και η Gazprom ανακοίνωσε την διακοπή της παροχής φυσικού αερίου στην Ουκρανία χωρίς προπληρωμή. Σε εκείνο το κλίμα, προέκυψαν και "ιρακινές στιγμές" – έγιναν εκρήξεις σε αγωγούς φυσικού αερίου και η κυβέρνηση του Κιέβου τις απέδωσε σε «τρομοκράτες». Τέτοιες επιθέσεις ήταν καθημερινές τα πρώτα χρόνια της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ και τώρα ουσιαστικά η μάχη είναι και πάλι για τον έλεγχο της ροής του πετρελαίου. Ακολούθησε μια σχεδόν εν ψυχρώ δολοφονία δυο ρώσων, ενός δημοσιογράφου και ενός εικονολήπτη, οι οποίοι συνόδευαν μια ομάδα προσφύγων οι οποίοι πήγαιναν στη Ρωσία. Η κορύφωση της έντασης, αν και σε σαφώς συμβολικό ακόμα επίπεδο σε σύγκριση με το Ιράκ, ακολουθήθηκε από μια τηλεφωνική συζήτηση Πούτιν – Ποροσένκο και ο νέος πρόεδρος στο Κίεβο ανακοίνωσε δυο μέτρα κατευνασμού της Ρωσίας – απέλυσε τον υπουργό εξωτερικών που εξύβρισε τον Πούτιν, και ανακοίνωσε ότι θα κηρυχθεί μονομερής εκεχειρία. Βέβαια, η ανακοίνωση ήταν δομημένη έτσι ώστε να καλύπτει και την εθνικιστική πτέρυγα στο Κίεβο – μιλούσε ακόμα για κατάθεση οπλών. Ακολούθησε την επόμενη μια ανταλλαγή πτωμάτων στην περιοχή του Ντόνεσκ, ενώ στα βόρεια ανακοινώθηκε ότι ξέσπασε μια μεγάλη μάχη με εμπλοκή "χιλιάδων" και από τις δυο πλευρές.[1] Η Ρωσία παράλληλα επανέφερε την ρητορική της προστασίας των κατοίκων των ανατολικών περιοχών κατηγορώντας το Κίεβο για «γενοκτονία». Στην ανακοίνωση των εισηγήσεων για την «ειρήνη»,  ο Ποροσένκο έκανε υποχωρήσεις και άμεσες και έμμεσες – όπως την υπόσχεση για μη διορισμό κυβερνητών από το Κίεβο και υποσχέσεις για αποκέντρωση κλπ. Όπως, όμως, δήλωσε και ένας εκπρόσωπος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνεσκ, η πρόταση για αφοπλισμό δεν έχει νόημα – «Δηλαδή μας ζητούν να δώσουμε τα όπλα, και αφού είμαστε άοπλοι να μας επιτεθούν;». Το ότι υπάρχει σε εξέλιξη μια διαδικασία είναι γεγονός – το ότι η Ρωσία είναι ο βασικός συνομιλητής -πολιτικά, οικονομικά- είναι το δεδομένο. Το πώς θα διαμορφωθούν οι εσωτερικές δυναμικές και στο δυτικό στρατόπεδο, είναι ένα ανοικτό ζήτημα. Διότι όταν καταλαγιάσει η ένταση τα δεδομένα των οικονομικών σχέσεων της Ουκρανίας -και του κόστους της δυτικής προσάρτησης- όπως και οι εντάσεις για την ιστορική μνήμη, αλλά και την αντιπαράθεση φασιστών και αντιφασιστών είναι γεγονότα που δεν θα εξαφανιστούν εύκολα. Είναι βαθιές μνήμες και μελλοντικές γραμμές ρήξης – αυτό που ονομαζόταν σαν «κοινό» στην ουκρανική εμπειρία σμικρύνεται, όπως έγινε και στο Ιράκ, και η εμπειρία του συνόρου εσωτερικεύεται στην κοινωνία. 

Όταν τα σύνορα γίνονται ρευστά, είναι και ένα σύμπτωμα κρίσης ηγεμονίας
Η εμπειρία των συνόρων ως μια γραμμή απόλυτου διαχωρισμού, όπου το κράτος κάθε χώρας είχε απόλυτη κυριαρχία στο εσωτερικό του, είναι σαφώς μια νεωτερική-δυτική έννοια που πηγάζει ιστορικά από τη συνθήκη της Βεστφαλίας.

Αυτό το καθεστώς δεν ήταν μόνο ζήτημα αυστηρών συνόρων – συνεπαγόταν και διαδικασίες ομοιογενοποίησης του πληθυσμού εντός των συνόρων με στόχο την κατασκευή εθνικών ταυτοτήτων και νομιμοποίησης του κράτους ως έκφραση του έθνους. Αυτή η αρχή του σεβασμού των συνόρων, ωστόσο, ήταν βασικά μια δυτική θέση. Οι μεγάλες δυνάμεις -οι χριστιανικές δηλαδή – οι δυτικές συν η Ρωσία- δεν είχαν κανένα πρόβλημα να επιβάλουν στην παρακμάζουσα οθωμανική αυτοκρατορία καθεστώτα «προστασίας» διαφόρων ομάδων που παραβίαζαν, ουσιαστικά, την κυριαρχία της. Έτσι, η Ρωσία ανέλαβε να προστατεύει τους ορθόδοξους, ενώ οι βρετανοί με διάφορα προσχήματα έκαναν επεμβάσεις, όπου βόλευε, όπως λ.χ. στην Αίγυπτο το 1882 με τη δικαιολογία ότι σκοτώθηκαν ευρωπαίοι πολίτες από άραβες. Ανάλογο καθεστώς επιβλήθηκε και στην άλλη μεγάλη αυτοκρατορία υπό παρακμή τότε – την Κίνα.



Όταν οι μη δυτικοί λαοί ξεσηκώθηκαν -από το μεσοπόλεμο, μετά τη ρωσική επανάσταση, αλλά ιδιαίτερα μετά το 1945- εναντίον της δυτικής ηγεμονίας, εν μέρει την πολέμησαν με τα πολιτικά της όπλα – κατασκευάζοντας έθνη δηλαδή, και απαιτώντας σεβασμό στα σύνορα ως έκφραση της κυριαρχίας/ανεξαρτησίας. Έτσι λ.χ. όταν τελικά το Βιετνάμ ολοκλήρωσε την πιο σημαντική νίκη, ενάντια στην τότε αήττητοι υπερδύναμη, τις ΗΠΑ, αμέσως μετά εμπλάκηκε σε συνοριακές διάφορες με την κατά τα άλλα συντροφική ιδεολογικά χώρα, την Κίνα. Τα σύνορα, όμως, δεν ήταν καθολικά αποδεκτά, αφού σε διάφορους χώρους βιώνονταν και ως αποικιακά κατάλοιπα. Όπως στην Αφρική. Αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο στον αραβικό κόσμο, όπου οι σημαντικές ιδεολογίες του περασμένου αιώνα, ο αραβισμός και ο ισλαμισμός προσπάθησαν με διάφορους τρόπους και ρητορικές να δημιουργήσουν μορφές και δίκτυα ενοποίησης. Όπως και οι ρητορικές της επανάστασης στη λατινική Αμερική.

Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε νέες μορφές αμφισβήτησης των συνόρων – που δείχνουν ότι η περίοδος της κρίσης της αμερικανικής ηγεμονίας που ξεκίνησε από την δεκαετία του 1970, τείνει πια να εξελιχθεί σε γενικευμένη κρίση μετά και την αποτυχία της στρατιωτικής επιχείρησης σε Αφχανισταν και Ιράκ. Αξίζει να θυμηθεί κάποιος ότι η Δύση, ως σύνολο, έθεσε το θέμα των συνόρων, με τη ρητορική του "στρατιωτικού ανθρωπισμού"[2] – της επέμβασης για υπεράσπιση, υποτίθεται, των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Παρά την επικάλυψη η ρητορική δεν είχε ιδιαίτερες διάφορες από την αποικιακή λογική του 19ου αιώνα  η οποία εκφραζόταν με την ρητορική του «white man's burden» η του «εκπολιτισμού των αγρίων». Στα τέλη του 20ου αιώνα, η αρχή της δυτικής επέμβασης στο όνομα του «καλού» εφαρμόστηκε στο Κόσοβο και την Γιουγκοσλαβία το 1999. Από τότε, ωστόσο, η αμφισβήτηση των συνόρων έχει πάρει πια διάχυτες διαστάσεις.


Η Δύση επέμενε στο σενάριο των επεμβάσεων και στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, αλλά η αποτυχία της -είτε οι αμερικανοί μόνοι τους, είτε με άλλη δυτική βοήθεια- οδήγησαν σε δυο συμπτώματα: τη διάχυση μορφών αντιπαράθεσης, όπου οι διάφοροι παίκτες στο παγκόσμιο σύστημα χρησιμοποιούν ενθαρρύνουν κλπ διάφορους τοπικούς παίκτες ή αναλαμβάνουν την ντε φάκτο προστασία τους. Η Ρωσία, καθώς αναδύεται ως μεγάλη δύναμη, απλώς εφάρμοσε το σενάριο παραβίασης των υπαρκτών συνόρων στην περίπτωση της Κριμαίας, υιοθετώντας μια ιστορική δικαιολόγηση - η οποία αξίζει να σημειωθεί έγινε ευρέως αποδεκτή και κατανοητή- και επικαλούμενη την έκτακτη ανάγκη για προστασία του τοπικού πληθυσμού από το πραξικόπημα. Και εμφανώς, λειτουργεί και ως προστάτης των ρωσόφωνων που εξεγέρθηκαν στην ανατολική Ουκρανία. Όταν μια μεγάλη δύναμη που θέλει να είναι ηγεμονική, δεν μπορεί να επιβληθεί, τότε η κατασταση «κριση ηγεμονιας» σε ένα ηγεμονικό πόλεμο έγραψε ένας αναλυτής της ρεαλιστικής σχολής, ο Gilpin.[3] Αν οι αντίπαλοι είναι δυο, τότε η διαμάχη είναι σαφώς για την νέα ηγεμονία. Αν όμως είναι πολλοί[4], όπως σήμερα; Διότι στην Ουκρανία υπάρχει μια φαινομενικά διπολική αντιπαράθεση - Ρωσίας- Δύσης - αλλά αν εξετάσει κάποιος πιο προσεκτικά τα δεδομένα, υπάρχουν σαφώς διαφοροποιήσεις: η Δύση δεν είναι ενιαία, ενώ και στο τοπικό επίπεδο υπάρχουν τοπικοί παίκτες που έχουν μια δικιά τους δυναμική.


Αυτές οι διαφοροποιήσεις είναι ακόμα πιο έντονες στη Μέση Ανατολή. Εδώ το αίσθημα της αποτυχίας των ΗΠΑ και άρα της ανικανότητάς του να διαδραματίσουν ένα οποιοδήποτε ρόλο ηγεμόνα είναι ίσως πιο εκφραστικό στην αποτυχία τους να πείσουν έστω τον τοπικό τους σύμμαχο το Ισραήλ να κάνει μια κάποια υποχώρηση στο παλαιστινιακό. Είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διαδραματίσουν ένα ρόλο ηγεμόνα που παίρνει αποφάσεις και υπακούεται. Σε αυτό το πλαίσιο, τα τοπικά συμφέροντα αποκτούν κεντρική σημασία και τα τοπικά κράτη διεκδικούν επιρροές στο εσωτερικό των άλλων κρατών – το Ιράν προσβλέπει στους σιήτες, η Σαουδική Αραβία σε σαλαφιστές σουνίτες, κοκ. Και καθώς τα σύνορα γίνονται πιο ρευστά και ανοικτά, εμφανίζονται και νέοι παίκτες – οργανώσεις, κινήματα, δυναμικές που λειτουργούν με ένα ασύμμετρο τρόπο σε σχέση με τα κράτη, αλλά ουσιαστικά είναι εξίσου καθοριστικοί παράγοντες.

Συνομωσία ή συστημική κρίση;
Υπάρχει πίσω από όλα αυτά μια συνομωσία; Μάλλον αυτό το οποίο βλέπουμε είναι η διάχυση της κρίσης ηγεμονίας της Δύσης ως σύνολο και άρα την εμφάνιση μιας κατάστασης, όπου οι αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, αποκτούν νευραλγικό ρόλο, ενώ άλλοι περιφερειακοί παίκτες συμμαχούν και ανταγωνίζονται σε ένα "παιχνίδι" που δεν έχει για την ώρα εύκολο προγραμματισμό –  όλοι κινούνται για να μπορούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είναι προϊών αντικρουόμενων δυναμικών τις οποίες χειρίζονται καλύτερα όσοι έχουν την σχετική προετοιμασία και δυνατότητα. Όπως η κίνηση του Πούτιν με την Κριμαία στην περίπτωση του πραξικοπήματος του Φεβρουάριου στο Κίεβο. Στο  Ιράκ μπορεί ο ISIS να μην οργανωθιηκε άμεσα από την σαουδαραβικη μυστική υπηρεσία – και απλώς να εξοπλίζεται από δωρεές ιδεολόγων σεΐχηδων. Όμως, η όλη του πορεία είναι εκπληκτικά η ίδια με τους ταλεμπαν – και  εκείνη η εμπειρία κατέγραψε την αυτονομία των πακιστανικών μυστικών υπηρεσιών από τις αμερικανικές, αλλά και το γεγονός ότι το κατασκευασμένο προϊόν μπορεί να αυτονομηθεί. Όπως έκανε ο Μουλάς Ομάρ.


Τί μπορούν να κάνουν οι δυτικοί τώρα πια; Στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής, το θέμα μοιάζει με το «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα». Το σύστημα συμμαχιών - Τουρκία-Ισραήλ και Σαουδική Αραβία- δεν υπάρχει πια. Το «τέρας» του αμερικανού Φρανκεσταιν, ο ένοπλος ισλαμισμός -της ακραίας εκδοχής των εμιράτων- είναι πια αυτόνομος παίκτης. Όπως φάνηκε τους τελευταίους μήνες στη Φαλούτζα οι ισλαμιστές έχουν αναπτύξει σε τέχνη την μάχη στις πόλεις – το ίδιο έκαναν και στη Συρία, και στη Μισράτα της Λιβύης προηγουμένως, και άρα οποιαδήποτε επίθεση εναντίον τους, θα οδηγήσει σε ανάλογα αδιέξοδα. Μια σφαγή σουνιτών στο όνομα της καταστολής του ISIS θα εξοργίσει τον σουνιτικό κόσμο. Μια κατάρρευση της σιητικης κυβέρνησης στην Βαγδάτη θα εξοργίσει του σιητες. Ένας συμβιβασμός είναι πιθανός, αλλά η άμεση αλλαγή συνόρων δεν είναι για τωρα εφικτη. Κάθε αλλαγή προϋποθέτει και άλλες εν δυνάμει αλλαγές – και κανένας εμπλεκόμενος  δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει αυτό που εμφανίζεται ντε φάκτο, νομικό προηγούμενο με αλλαγές συνόρων. Αυτό που διαμορφώνεται, για την ώρα, είναι ένα καθεστώς ρευστών συνόρων, όπου οι μειοψηφίες δεν θα αποτελούν πια ντε φάκτο αποκλεισμένες κοινότητες. Αναπόφευκτα μοντέλα διακυβέρνησης όπως του Λιβάνου ή τα οποία διασφαλίζουν μειονότητες - κοινότητες σαν είδος πρώτο-κράτους, θα είναι ίσως η μεταβατική απάντηση στην παρούσα κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο και το κυπριακό μοντέλο, το οποίο βρίσκεται στα σύνορα της Μέσης Ανατολής και το οποίο ήταν ανέκαθεν υπόδειγμα συνοριακού σημείου-χώρου Ανατολής και Δύσης, ίσως να είναι ενδεικτικό των τάσεων. Το μέλλον είναι σαφώς αβέβαιο – ζούμε ένα είδος διάχυτου "πολεμου" -ψυχρού για τις μεγάλες δυνάμεις, Θέρμου στο τοπικό επίπεδο-  που θα κριθεί με τη διαμόρφωση ενός νέου παγκόσμιου και περιφερειακού συστήματος. Και οι δυναμικές πάντως φαίνονται να δείχνουν με σαφήνεια ότι η παρούσα χαοτική φάση, ολοκληρώνει πια, με ένα μεταβατικό καθεστώς ακυβερνησίας, το ολοκληρωτικό τέλος, μετά από ένα αιώνα περίπου, της δυτικής ηγεμονίας στην περιοχή της δυτικής Ασίας – Μέσης Ανατολής. Μέχρι και το Ισραήλ αναζητεί πια και άλλους σύμμαχους.

Στο βορειοδυτικό σύνορο, της Ουκρανίας, οι επιλογές είναι πιο ξεκάθαρες, καθώς εκεί οι περιφερειακές δυνάμεις αντιστοιχούν και σε παγκόσμιες δυνάμεις/πόλους. Το παιχνίδι των αμερικανών να συντηρήσουν μια επιρροή μέσω μερικών σύμμαχων στην ανατολική Ευρώπη, όπως η Πολωνία - η οποία μπήκε επίσης σε εσωτερική κρίση με διαρροή επικοινωνίας κυβέρνησης - κεντρικής τράπεζας για εκβιασμό επιχειρήσεων- είναι μια επιλογή – αν και η παρακμάζουσα επιλογή αν αναλογιστεί κάποιος την κατάσταση το 1999. Η άλλη επιλογή είναι η ανάδυση μιας ισχυρής κεντροευρωπαϊκής δύναμης γύρω από την Γερμανία – αλλά και αυτή η πιθανότητα υπονομεύεται από την κρίση -οικονομική αλλά και νομιμότητας- που προκάλεσε η μετατροπή του ευρωπαϊκού νότου σε πειραματόζωο λιτότητας κατά τα πρότυπα του τρίτου κόσμου. Η τρίτη πιθανότητα είναι η συνεργασία Ρωσίας – Γερμανίας. Ή ίσως και ένα νέο  μοντέλο ισορροπίας Ρωσίας-ΗΠΑ, αλλά με δεδομένο ότι το ενδιαφέρον της τελευταίας είναι πια στην Ειρηνικό ωκεανό. Ενδέχεται, δηλαδή, η πραγματική διαμάχη για την Ουκρανία να έχει να κάμει με τον δυτικό παίκτη – με τη Ρωσία να είναι η δεδομενη ανατολικη δύναμη. Η Ρωσία θα αναδύεται σαν ο βασικός παίκτης της ευρωασιαστικης ομοσπονδίας-συμμαχίας και θα επεκτείνεται η αύρα αλλα και τα συμφέροντα της. Το ότι υπάρχουν χιλιάδες στην Ουκρανία που είναι έτοιμοι να πολεμήσουν μέχρι θανάτου και για την αντίσταση στον φασισμό, αλλά και για την ρωσική ταυτότητα, είναι μια πραγματικότητα  της οποίας οι συνέπειες δεν έχουν γίνει ακόμα κατανοητές. Όπως και η προθυμία των Βαλκανίων -αλλά και χωρών όπως η Ουγγαρία- να ξανά-ανακαλύψουν στους ρώσους, τον αναγκαίο άλλο πόλο – και περιφερειακά και παγκόσμια. Σε αυτά τα πλαίσια, το σύνορο Ουκρανίας – Ρωσίας θα είναι αναπόφευκτα ρευστό. Η ανατολική Ουκρανία και μέρος της νότιας θα συνεχίσει μάλλον να έχει ανατολικές οικονομικές προεκτάσεις. Αυτό που μάλλον θα πρέπει να ανησυχεί τη Δύση - ή μέρος της- είναι η πιθανότητα μιας «επέλασης στο Κίεβο» σε λίγα χρόνια ανάλογης του τι γίνεται στο Ιρακ σημερα. Η επέλαση μπορεί να είναι και ειρηνική με την μορφή εκλογών και δημοψηφισμάτων, αλλά και στρατιωτική αν η καταστολή φτάσει σε επίπεδα Ιράκ. Κάθε εξέγερση, όπως εκείνες στη Φαλούτζα -η οποία ήταν η πρώτη ιρακινή πόλη που εξεγέρθηκε εναντίον των Αμερικανών- είναι και ένα σύμβολο που επαναλαμβάνεται και αποκτά μυθικές διαστάσεις, ακόμα και στην καταστολή.





[1] Τα στρατεύματα του Κιέβου εξαπέλυσαν επιθέσεις στα βόρεια «σύνορα», μπορεί να πει κάποιος της περιοχής της «Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνεσκ» - στην περιοχή του Σλαβυάνσκ και στην περιοχή της πόλης Κράσνι Λιμάν. Οι εξεγερμένοι εκεί έκαναν έκκληση στην Ρωσία. Αυτές οι επιθέσεις, όπως και στη Μαριούπολη την περασμένη βδομάδα, φαίνεται να εστιάζουν σε «συνοριακά σημεία», αλλά και ενδεχομένως σε σημεία με ύπαρξη στρατιωτικών - ή ναυτικών- βάσεων. 
[2] Όπως το έθεσε ο Τσόμσκι στοThe new military humanismLessons from Kosovo[1999]
[3] «Ηγεμονικός Πόλεμος και διεθνής αλλαγή» στο «Πόλεμος και αλλαγή στην διεθνή πολιτική» [2004]. Αθηνά: Ποιότητα.
[4] Η κρίση της ηγεμονίας παρατηρήθηκε αρχικά από αναλυτές με μαρξιστική έμφαση όπως ο Βαλλερστάιν και ο Αρρίγκι. Αλλά από τη δεκαετία του 1990 ανάλογες απόψεις εξέφραζαν και συντηρητικοί αμερικανοί, όπως ο Χάντιγκτον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου