9 Μαΐ 2014

Η υπόθεση και το σκάνδαλο της Uniastrum




Η εκδοχή και παραδοχή του κ. Ηλιάδη
Μεταξύ των άλλων ζητημάτων, η τελική, πλέον, έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, εστιάζει και στην επέκταση των κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό. Στην έκθεση καταγράφεται παραδοχή του πρώην Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας Κύπρου, κ. Α. Ηλιάδη, ότι η τράπεζα δεν προχώρησε σε «φυσιολογικό τρόπο επέκτασης» [αναφερόμενος ειδικά για τη Ρωσία στην οποία η τράπεζα μπήκε το 2007], ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά «αν μία τράπεζα είναι με ένα πόδι, κάποια στιγμή – και το απέδειξε η κρίση – θα σκόνταφτε, αν δεν είχε βάση καταθέσεων»[1]. Σύμφωνα με τον κ. Ηλιάδη, τα βήματα της τράπεζας προς αυτή την κατεύθυνση και χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την περίπτωση της Uniastrum, η τράπεζα βασιζόταν στις συμβουλές των ελεγκτών της (JP Morgan,  White & Case, Ernst & Young) και των εσωτερικών νομικών συμβούλων, τους κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου. Ο κος. Χ. Παντζιαρής, πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου, αναφερόμενος στην περίπτωση της Uniastrum, χαρακτήρισε τον έλεγχο που προηγήθηκε ως «ενδελεχή οικονομικό, νομικό και λετουργικό έλεγχο, ο οποίος ήταν λεπτομερέστατος και διήρκησε πάρα πολύ χρόνο»[2] . Παρά τη δήλωση Ηλιάδη για το σκουντούφλημα, ο εκπρόσωπος της JP Morgan, προφανώς, διαφωνούσε, αφού χαρακτήρησε «ελκυστικό πολλαπλασιαστή εξαγοράς» το 3 τοις χιλίοις και η κίνηση χαρακτηρίστηκε ως «εξαιρετικό επίτευγμα εξαγοράς». Μάλιστα, φαίνεται να περιχάρησε η Τράπεζα Κύπρου, αφού ήταν ο πρώτος τραπεζικός οργανισμός σε Κύπρο και Ελλάδα που προχώρησε στην εξαγορά ρωσικής τράπεζας[3]. Ήταν την ίδια χρονιά [2008] που τόσο οι Standard & Poors, όσο και ο οίκος Fitch είχαν αξιολογήσει αρνητικά την πιστοληπτική ικανότητα της Ρωσίας με εκτιμήσεις για επιδείνωση των κεφαλαιαγορών της χώρας. Επιπρόσθετα, ο κος Ηλιάδης εξήγησε ότι πέραν από την επέκταση και την προοπτική κερδοφορίας, ανάμεσα στους λόγους εξαγοράς της Uniastrum ήταν το δίκτυο το οποίο διατηρούσε και κυρίως το ότι οι καταθέσεις ήταν περισσότερες των χορηγήσεων (μη φανταστείτε κάτι συνταρακτικό αφού οι καταθέσεις ανέρχονταν στο 1 δις περίπου και οι χορηγήσεις κοντάς στις 900 χιλιάδες) και το ότι εκείνη την περίοδο η Uniastrum είχε λάβει το βραβείο Best Russian Brand στον τραπεζιτικό τομέα. Η Uniastrum κατέληξε να έχει περισσότερες χορηγήσεις από καταθέσεις, όταν στις ήδη υπάρχουσες μεταφέρθηκαν και τα δάνεια της Bank Kipra, «ένα μεγάλο stock», με τη μεταφορά της διαχείρισης των καταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου στη Ρωσία στην Uniastrum.

Τα ύποπτα σημεία διαπλοκής
Σχεδόν πείθει ο κύριος Ηλιάδης. Κοιτάζοντας, λίγο όμως κάτω από το χαλί, διαπιστώνεται ότι ήταν ο ένας εκ των τριών διαπραγματευτών για την εξαγορά της Uniastrum, με τους άλλους δύο εξ’ αυτών να είναι οι κ. Κυπρής και Χατζημιτσή. Αυτό αναφέρεται στην έκθεση της Alvarez &  Marsal. Για την επαρκή πληροφόρηση της Τράπεζας Κύπρου, όσον αφορά στην εξαγορά ή επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας εξάγορας της Uniastrum προσλήφθηκε ο οίκος Ernst & Young, ο οποίος σύμφωνα με την έκθεση της Alvarez & Marsal, κατέδειξε μεταξύ άλλων ότι οι μέτοχοι της Uniastrum ήταν ταυτόχρονα και ανώτερα στελέχη της «και συνεπώς διέθεταν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τη λειτουργίας της, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη χορήγηση δανείων»[4]. Άλλα χαρακτηριστικά ευρήματα είναι τα ακόλουθα:
-       «Δεν ήταν καθαρή η έκθεση της τράπεζας σε συναλλαγές με πρόσωπα συνδεδεμένα με τους μετόχους
-       Το χαρτομφυλάκιο επιχειρηματικών δανείων την 31η Δεκεμβρίου περιλάμβανε σημαντική συγκέντρωση χορηγήσεων σε Οντότητες Ειδικού Σκοπού (Special Purpose EntitiesSPEs) με ασαφή ή μη δηλωμένο σκοπό, όπως αρμενικές οντότητες και συνδεδεμένα πρόσωπα
-       Στις οικονομικές καταστάσεις του 2006, η Uniastrum παρουσίαζε σημαντικό κενό στη βραχυπρόθεσμη ρευστότητά της ύψους €42 εκατομ., που αυξήθηκε σε €177 εκατομ. την 31η Δεκεμβρίου 2007
-       Υπήρχαν σημαντικές αδυναμίες στη διαδικασία χορήγησης δανείων, συμπεριλαμβανομένης της ανεπαρκούς ανάλυσης της οικονομικής κατάστασης των δανειστών
-       Γύρω στο τέλος του έτους  2007, είκοσι πέντε από τα σαράντα τρία υποκαταστήματα της τράπεζας παρουσίαζαν ζημιές
-       Η αύξηση στην πραγματική αξία (equity) της Uniastrum κατά €64 εκατομ. το 2006 οφειλόταν στην επανεκτίμηση των ακινήτων που αγόρασε ένα συδεδεμένο σε αυτήν μέρος
-       Γινόταν ανεπίσημη καταβολή ποσοστού μέχρι και 40% των μισθών του προσωπικού της Uniastrum, ώστε η τράπεζα να μην επωμίζεται την ανάλογη φορολογία
-       Η συνολική καθαρή αξία των αμοιβαίων κεφαλαίων της Uniastrum, σημείωσε πτώση της τάξης του 659% την περίοδο Δεκεμβρίου 2007-Σεπτεμβρίου 2008
-       Υπήρχε αρνητική εικόνα στον τύπο αναφορικά με τα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η Uniastrum, ενώ παράλληλα διαπιστώθηκε ότι η σχετική άδεια της τράπεζας είχε ανασταλεί για δύο εβδομάδες το Δεκέμβριο του 2008[5]»


Και παρά τα προβλήματα κάποιοι επέμεναν και πίεζαν [«ύποπτα»;] – αποκρύπτωνας στοιχεία και σπρώχνοντας προς τη συμφωνία;
Όλα αυτά δεν έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου; Αντ’ αυτού, δημιουργήθηκε λογαριασμός Escrow [όπου δεσμεύτηκε ποσό από την εξαγορά της τράπεζας] στον οποίο κατατέθηκε ποσό που κάλυπτε το 60% των δανείων και ποσό που αφορούσε τα αμοιβαία κεφάλαια της Uniastrum. Πέραν τούτου, η έκθεση με τα ευρήματα της Ernst & Young δεν υποβλήθηκε ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου, ώστε να ληφθεί υπόψη κατά τη συνεδρία έγκρισης της εξαγοράς της Uniastrum, όπως ούτε και τα ακόλουθα, παρά μόνο την προηγούμενη της συνεδρίας, με αποτέλεσμα μέλη να διαμαρτυρηθούν για έλλειψη επαρκούς χρόνου μελέτης των εγγράφων και της δέουσας εξέτασής τους:
-       «Το 1/3 των συνολικών εισπράξεων από προμήθειες και δικαιώματα της τράπεζας προέρχονταν από συναλλαγές μέσω της εταιρείας Unistream [εταιρεία μεταφοράς χρημάτων που ίδρυσε η Uniastrum και που ανεξαρτητοποιήθηκε το 2006, αφότου εξασφάλισε ξεχωριστή άδεια τραπεζικών εργασιών και στην οποία μεταφέρθηκαν στοιχεία ενεργητικού της Uniastrum, όπως γραφεία, σημεία εξυπηρέτησης, συμφωνίες αντιπροσώπευσης και υπάλληλοι]
-       Έγινε πρόταση από τον οίκο Ernst & Young όπως υπογραφούν επίσημες συμφωνίες με τη Unistream προς διασφάλιση των συμφερόντων της Τράπεζας Κύπρου
-       Το εύρημα ότι οι μέτοχοι της Uniastrum έλεγχαν ή είχαν στην ιδιοκτησία τους πολλές άλλες εταιρείες και συνεπώς ότι είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις αποφάσεις της τράπεζας, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τις χορηγήσεις
-       Είκοσι πέντε από τα σαράντα τρία υποκαταστήματα της Uniastrum ήταν ζημιογόνα για την τράπεζα»[6]
Μετά από ερώτηση βουλευτή προς τον κ. Ηλιάδη, αυτός σημείωσε ότι όντως μετά  την κατάρρευση της Lehman Brothers υπήρξε προβληματισμός για την επαναδιαπραγμάτευση και την αγορά της Uniastrum, κάτι που φάινεται στις εκτενείς συζητήσεις του Δ.Σ., και η τιμή επαναδιαπραγματεύτηκε 2-3 φορές, ενώ η δεσμευμένη κατάθεση για αντιμετώπιση τυχόν κινδύνων [λογαριασμός Escrow] αυξήθηκε από 60 εκατομ. σε 197 εκατομ. για την αντιμετώπιση τυχόν κινδύνων.

Για τον ίδιο λόγο, η Τράπεζα Κύπρου ζήτησε τη νομική συμβουλή της White & Case, αναφορικά με τους όρους αγοράς. Η τελευταία διαπίστωσε ότι παρόλον ότι δεν υπήρχε ρητή αναφορά για υπαναχώρηση από τη συμφωνία, η Τράπεζα Κύπρου ενδεχομένως να μπορούσε να επικαλεστεί πρόνοιες της συμφωνίας για το σκοπό αυτό και προέτρεψε την Τράπεζα Κύπρου όπως ζητήσει επιπρόσθετη νομική συμβουλή από Βρετανούς δικηγόρους. Η Τράπεζα Κύπρου δεν υιοθέτησε το τελευταίο, ενώ η έκθεση της White & Case, όπως και στην περίπτωση της έκθεσης της Ernst & Young,  δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου, με αποτέλεσμα να μην τεθεί ως επιλογή η υπαναχώρηση -όπως αναφέρθηκε από τον κ. Χατζημιτσή στην κοινοβουλευτική επιτροπή θεσμών- και το δ.σ. να κρίνει ότι μια τέτοια κίνηση θα είχε αρνητικές επιπτώσεις για τη φήμη της Τράπεζας που δύσκολα θα διαχειριζόταν, ενώ η επιλογή επαναδιαπραγμάτευσης δεν τέθηκε ποτέ ως επιλογή σύμφωνα με τον κ. Κυπρή.

Και ο κ. Πολυβίου τάχθηκε με την ομάδα που ήθελε να προχωρήσει το ντηλ, παρά τα οικονομικά δεδομένα και τις συμβουλές των νομικών και ελεγκτικών οίκων


Επιπρόσθετα, το δικηγορικό γραφείο Χρυσαφίνης και Πολυβίου, σε αντίθεση με τους προαναφερθέντες νομικούς και ελεγκτικούς οίκους, «κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτίμησε ότι η αλλαγή στο οικονομικό περιβάλλον δεν αποτελούσε αιτία για τερματισμό της συμφωνίας αφού δεν επήλθαν ουσιαστικές αλλαγές στη λογαριασμός Uniastrum, και ότι η προσπάθεια υπαναχώρησης από τη συμφωνία ενδεχομένος να οδηγούσε σε πολυετή δικαστική διαμάχη[7]». Με αυτά συμφώνησε ο κ. Ηλιάδης και όπως αναφέρει ο κ. Καρυδάς, το μοναδικό άτομο το οποίο υποστήριξε την επιλογή υπαναχώρησης από τη συμφωνία ήταν το μέλος του δ.σ. κ. Ξενοφώντος.

Το αποτέλεσμα της εξαγοράς της Uniastrum ήταν η άμεση υποβάθμιση της Τράπεζας Κύπρου από τον οίκο Fitch με εκφραστική αναφορά ότι «η πρόσφατη εξαγορά της Uniastrum έχει αρνητικές επιπτώσεις στο προφίλ κινδύνου του ομίλου. Ο οίκος θεωρεί την τιμή και το χρόνο της εξαγωράς ως δυσμενή, έπειτα από τη σοβαρή επιδείνωση της αγοράς αξιών της Ρωσία που επηρέασε δυσμενώς την αξία και την προοπτική της Uniastrum[8]»

Επιπρόσθετα, όπως αναφέρεται στην Επιτροπή ALCO της Τράπεζας Κύπρου, η τελευταία είχε δανείσει τον Αύγουστο του 2008 την Uniastrum με το ποσό των 740 εκατομ. ρουβλίων, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής θεσμών από την Alvarez & Marsal, η Bank Kypra, δηλαδή η ρωσική της Τράπεζας Κύπρου, αγόρασε, όπως φαίνεται, δάνεια της Uniastrum για 60-80 εκατ. ευρώ, που τα πώλησε πίσω στην τελευταία, πριν από τη συγχώνευση με την Bank Kypra. «.. τα εν λόγω δάνεια φαίνεται να αγοράστηκαν από τον κ. Εργατούδη της Τράπεζας Κύπρου Ρωσίας κατ’ εντολή του κ. Χατζημιτσή, ενώ η εν λόγω συναλλαγή φαίνεται να εγκρίθηκε από την Εκτελεστική Επιτροπή Δανείων (Executive Loans Committee) στις 30 Οκτωβρίου 2008. .. Σύμφωνα με την Alvarez & Marsal, ο εν λόγω υπαλληλος  [της Uniastrum] ανάφερε ότι συζήτησε το θέμα με τον κ. Χατζημιτσή της Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος του είπε ότι, αν η τράπεζα δεν προέβαινε στην αγορά των εν λόγω δανείων, η συμφωνία εξαγοράς της Uniastrum θα εγκαταλειπόταν. Σχετική με το θέμα είναι επίσης η αναφορά του κ. Καρυδά, ο οποίος φαίνεται να ανάφερε στην Alvarez % Marsal ότι η Uniastrum χρειαζόταν, κεφάλαια, για να επιβιώσει πριν την εξαγορά της από την Τράπεζα Κύπρου, όπως και όλες οι άλλες ρωσικές τράπεζες που αντιμετώπιζαν προβλήματα ρευστότητας[9]». Και τελικά, το ύψος της οικονομικής στήριξης που πρόσφερε η Τράπεζα Κύπρου στην Uniastrum είναι άγνωστο, όπως άγνωστο είναι κατά πόσο γνώριζε γι’ αυτό το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, «όπως επίσης ότι δεν είναι γνωστό κατά πόσο η εν λόγω βοήθεια που έλαβε η Uniastrum προ της εξαγοράς της δυνατό να ενέπιπτε στην ερμηνεία της ουσιαστικής δυσμενούς αλλαγής για σκοπούς τερματισμού της συμφωνίας εξαγοράς της τράπεζας[10]»

Και ο Ορφανίδης έβλεπε και δεν.. έκανε ή έκανε τα στραβά μάτια
Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου κατά την εξέταση της αίτησης της Τράπεζας Κύπρου για εξαγορά της Uniastrum εντόπισε θέματα κακής εταιρικής διακυβέρνησης, υψηλό ποσοστό δανείων χωρίς ξεκάθαρο σκοπό, κακή κερδοφορία της τράπεζας, δυσκολία στην κεφαλαιακή επάρκειά της, ανεπίσημη πληρωμή ποσοστού μέχρι και 40% του μισθού του προσωπικού για αποφυγή πληρωμής φόρου – άρα ουσιαστικά κλοπή από το κράτος. Ο εκπρόσωπος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος προχώρησε στη διερεύνησεη και σε αυτές τις διαπιστώσεις ήταν ο κ. Πουλλής, ο οποίος παρόλα αυτά συνόδευσε την έκθεσή του με την έγκριση της εξαγοράς της τράπεζας Uniastrum από την Τράπεζα Κύπρου, καταγράφοντας ότι η τιμή εξαγοράς στα 371 εκατομ., ευρώ όχι μόνο δεν θεωρήθηκε υπερβολικά ψηλό, αλλά ελκυστικό σε σχέση με παρόμοιες εξαγορές. Στην επιχειρηματολογία του κ. Πουλλή για να στηρίξει την έγκριση της εξαγοράς και την ανάλογη εισήγησή τους προς τον τότε διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, περιλαμβανόταν το σχετικά χαμηλό κόστος, το ότι η αγορά της Ρωσίας ήταν αναπτυσσόμενη, το ότι είχαν αναγνωριστεί τα προβλήματα της Uniastrum και διασφαλίστηκε η αντιμετώπισή τους, το ότι η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας δεν προέβη σε αρνητικές αναφορές και το ότι το μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου, δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από αυτή την εξαγορά.

Παρά τις διαπιστώσεις, αλλά και την εισήγησή του, ο κ. Πουλλής, στη συνέντευξή του στην Alvarez & Marsal, ανέφερε ότι υπήρχε πιθανότητα μεταβολής της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για την εξαγορά της Uniastrum, ενώ δεν θεώρησε ότι η κατάρρευση της Lehman Brothers ήταν ιδιαίτερα σχετική, αφού οι κυπριακές τράπεζες δεν επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Για το ίδιο θέμα, η Alvarez & Marsal καταγράφει ότι «έλαβε εμπιστευτικές πληροφορίες για παράνομες πληρωμές και δωροδοκίες που αφορούσαν την εξαγορά της εν λόγω τράπεζας [Uniastrum]. Ειδικότερα, η Alvarez & Marsal, αναφέρει ότι οι εν λόγω φήμες αφορούσαν την ισχυριζόμενη πληρωμή €50 εκατομ. από τα έσοδα της εξαγοράς της Uniastrum σε πέντε πρόσωπα. Στην έκθεσή της η Alvarez & Marsal αναφέρει ότι δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώση τις εν λόγω φήμες, παρά τη διεξαγωγή συνεντεύξεων με μεγάλο αριθμό προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των πωλητών της εν λόγω τράπεζας και των αξιωματούχων της Τράπεζας Κύπρου. Η Alvarez & Marsal επισημαίνει ότι, παρ’ όλο που ζητήθηκαν οι καταστάσεις των προσωπικών λογαριασμών των δύο μετόχων της Uniastrum, για σκοπούς διακρίβωσης κατό πόσο έγιναν οποιεσδήποτε παράνομες πληρωμές από τους εν λόγω λογαριασμούς, εντούτοις τα εν λόγω πρόσωπα αρνήθηκαν να τις παραδώσουν[11]»

Εύλογα ερωτήματα ή πόσα στοιχεία χρειάζονται για να δει κάποιος ένα στημένο παιχνίδι
Με βάση τα πιο πάνω εγείρονται διάφορα εύλογα και κυρίως σοβαρά ερωτήματα:
-       Για ποιό λόγο δεν τέθηκαν όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία ενώπιον του δ.σ. της Τράπεζας Κύπρου;
-       Αφού υποβλήθηκαν στοιχεία ενώπιον του δ.σ. μόνο μια μέρα πριν από την επίμαχη συνεδρία του με αποτέλεσμα, όπως σημειώνεται, τις διαμαρτυρίες για έλλειψη χρόνου εξέτασής του, για ποιό λόγο δεν αναβλήθηκε η συγκεκριμένη συνεδρία ώστε να μελετηθούν επαρκώς πριν τη λήψη απόφασης;
-       Για ποιό λόγο και βάσει ποιών κριτηρίων η Τράπεζα Κύπρου αποφάσισε την υιοθέτηση της εισήγησης Χρυσαφίνη & Πολυβίου, ενώ παραγνώρισε τη γνωμάτευση της White & Case, και κατ’ επέκταση πέταξε ουσιαστικά στον κάλαθο των αχρήστων τα κονδύλια που δόθηκαν για το σκοπό αυτό τόσο στην τελευταία, όσο και στην περίπτωση της Ernst & Young;
-       Αφού, το θέμα υπαναχώρησης από τη συμφωνία δεν τέθηκε, πώς αναφέρεται η περίπτωση του κ. Ξενοφώντος, ως το μόνο μέλος του δ.σ. το οποίο τάχθηκε υπέρ αυτής της επιλογής;
-       Αφού το θέμα επαναδιαπραγμάτευσης σύμφωνα με τον κ. Κυπρή, δεν τέθηκε ποτέ ως επιλογή, πώς προχώρησε η Τράπεζα 2-3 φορές προς αυτή την κατεύθυνση, όπως ανέφερε ο κ. Ηλιάδης ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής θεσμών;
-       Ποιός φέρει την ευθύνη για την ετοιμασία των όρων της συμφωνίας χωρίς ρήτρα υπαναχώρησης, που αποτελεί πάγια πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις και μάλιστα με συγκεκριμένες πρόνοιες και προϋποθέσεις ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των εμπλεκομένων μερών;
-       Ποιό ήταν το σκεφτικό ώστε μια τράπεζα, να προχωρεί σε επέκταση και εξαγορές εν μέσω οικονομικής κρίσης και μάλιστα πιο έντονα σε περιοχές, όπως λόγου χάρη η Ελλάδα, από τις οποίες υπήρχε άμεση εξάρτηση και σχέση με την Κύπρο, αντί να επικεντρώνεται στη διατήρηση του στάτους της;
-       Οι κύριοι, ο οποίοι προχωρούσαν σε διαπραγματεύσεις και ως ανώτερα διευθυντικά στελέχη, προφανώς, είχαν σε γνώση τους τις πληροφορίες τόσο της Ernst & Young, όσο και της White & Case, αλλά λόγω της φύσης της εργασίας τους, πιθανώς ή τουλάχιστο αυτό θα έπρεπε, να ενημερώνονται για τις αξιολογήσεις των διαφόρων οίκων, για ποιό λόγο δεν τους έλαβαν σοβαρά υπόψη;
-       Τί ωθούσε τους κυρίους Καρυδά, Χατζημιτσή και Κυπρή να επιμένουν τόσο στην εξαγορά της Uniastrum, ώστε να προβαίνουν ακόμα και σε αγορά δανείων της και επαπώλησή της;
-       Γιατί ο κ. Πουλλής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου στήριξε με εισήγησή του την εξαγορά της Uniastrum από την Τράπεζα Κύπρου ενώ είχε καταλήξει σε τόσο αρνητικές διαπιστώσεις;
-       Η Γενική Εισαγγελεία θα καλέσει τους μετόχους της Uniastrum να υποβάλουν τις καταστάσεις των προσωπικών τους λογαριασμών για να διαπιστωθεί αν όντως οι φήμες για δωροδοκία που καταγράφονται στην έκθεση της Alvarez & Marsal ευσταθούν;
-       Για τον ίδιο σκοπό, η Γενική Εισαγγελεία θα καλέσει τους τρεις διαπραγματευτές, να υποβάλουν τις καταστάσεις των προσωπικών τους λογαριασμών για να διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στην επιμονή τους για εξαγορά της Uniastrum από την Τράπεζα Κύπρου, παρά τις αρνητικές εκθέσεις της White & Case και της Ernst & Young






[1] Τελική Έκθεση Επιτροπής Θεσμών για τη Λειτουργία των θεσμών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, Συμπληρωματική Έκθεση, σελ 114
[2] Οππ, σελ 115-116
[3] Οππ, σελ 117
[4] Οππ, σελ 121
[5] Οππ, σελ 121-123
[6] Οππ 124-125
[7] Οππ, σελ 128
[8] Οππ, σελ 129
[9] Οππ, σελ 131
[10] οππ
[11] Οππ, σελ 135-136

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου