9 Μαΐ 2014

Ευρωεκλογές: θα τα καταφέρει ο ΔΗΣΥ να επιπλεύσει συγκυριακά στηριζόμενος στην αποχή για να συγκαλύψει τη δυσφορία; [και οι στρατηγικές του καρτέλ των ΜΜΕ]



Ο ΔΗΣΥ από ρόλο ηγεμονεύων στην αντιπολίτευση σε αυξανόμενη κυβερνητική απομόνωση πολιτικά και κοινωνικά:  και πώς κατάφερε μέχρι τώρα να μετοπίζει τις ευθύνες του, και του τραπεζιτικού λόμπι το οποίο εκπροσωπεί, με τη βοήθεια των ΜΜΕ
Ο τελευταίος χρόνος ήταν μια περίοδος όπου ο ΔΗΣΥ βρέθηκε από ηγεμονεύων μιας συμμαχίας όλων των κομμάτων, και της συντριπτικής πλειοψηφίας των ΜΜΕ, εναντίον της Αριστεράς, σε μια απομόνωση μετά την κατάκτηση της εκτελεστικής εξουσίας. Στις αρχές του 2013, ακόμα και οι ιστορικοί του αντίπαλοι, σε σχέση με το κυπριακό, προτίμησαν την αποχή παρά τη στήριξη Μαλά, διευκολύντας τον Ν. Αναστασιάδη να κερδίσει – ο οποίος παρά τη στήριξη από την πλειοψηφία των ΜΜΕ, δεν κατάφερε να πάρει έστω και την πλειοψηφία των οπαδών του ΔΗΚΟ που τον στήριξε από τον πρώτο γύρο. Αυτή, όμως, η ευνοϊκή θέση έχει σαφώς διαβρωθεί στους τελευταίους 12 μήνες. Αρχικά, η κυβέρνηση Αναστασιάδη βρέθηκε μπροστά σε μια απρόσμενη -για τους ίδιους- λαϊκή αντίδραση για το κούρεμα, το οποίο, όπως είναι πια σαφές, η κυβέρνηση είχε συμφωνήσει προκαταβολικά και ήλπιζε να το περάσει το σαββατοκύριακο της αποκριάς – κάτι ανάμεσα σε μικρό οικονομικό πραξικόπημα μέσα από εκβιασμό  και τη θεραπεία σοκ. Μέχρι τις αρχές του Απρίλη, φάνηκε ότι κατάφερε να ελέγξει την λαϊκή οργή μέσα από τα ΜΜΕ, τα οποία και λόγω συμφερόντων των ιδιοκτητών τους, παρέμειναν πιστά στην κυβέρνηση. Έτσι, ξεκίνησαν σε συνεργασία με το κυβερνητικό επικοινωνιακό επιτελείο μια νέα σειρά επιθέσεων εναντίον της αριστεράς ανάλογης υστερίας όπως το 2011 – έτσι μέσα από το θέαμα της επιτροπής Πική έγινε προσπάθεια - με την ενεργό συμμετοχή των δυο μεγάλων εφημερίδων, Φιλελευθέρου και Πολίτη και όλων των τηλεοπτικών καναλιών- να μετατοπιστεί η ευθύνη για το κούρεμα και για την κρίση στην προηγούμενη κυβέρνηση και όχι στις τράπεζες, αφού η μόνη που απέμεινε κηρύχθηκε από το κατεστημένο -και τα ΜΜΕ που εξαπέλυσαν για το χατίρι του εκστρατεία αλλαγής στην Κεντρική για να μπορεί το τραπεζικό κεφαλαίο να την ελέγχει και πάλι. Τώρα πια η αριστερά ήταν ο στόχος μόνη της – ενώ προηγουμένως τουλάχιστον ήταν και το Δημόσιο και οι συντεχνίες. Μια από τις βασικές παραμέτρους ήταν φυσικά και η συγκάλυψη της υπόθεσης Λούτσιου, που τεκμηρίωνε, όχι μόνο ότι η κυβέρνηση ήξερε, αλλά και ότι ο περίγυρος της, και μερίδα της αστικής τάξης, συμπεριφεροταν ήδη προνομιακά. Η επιτροπή Πική κατάρρευσε ουσιαστικά, όταν αποκαλύφθηκε τον Αύγουστο το κόλπο που είχε κάνει η κυβέρνηση – είχε διορίσει τον κ. Πική και τους άλλους της επιτροπής και έτσι ντε φάκτο δεν μπορούσαν, ακόμα και αν ήθελαν, να τη διερευνήσουν. Φυσικά και το ήξερε ο κ. Ιωνάς και ο κ. Αναστασιάδης. Όταν το ανακάλυψαν τα ΜΜΕ στράφηκαν εναντίον του Πική, ο οποίος έτσι και αλλιώς είχε γελοιοποιηθεί με την άγνοια του και την αστεία δουλοπρέπεια, με την οποία προσπάθησε να συγκαλύψει την γκάφα του να αποδεχθεί το διορισμό για να ερευνήσει και τον πρόεδρο, ενώ δεν μπορούσε. Ένας δικαστής με ευρωπαϊκές περγαμηνές πιανόταν να μην ξέρει καν τους σχετικούς νόμους. Παττιχάρης, όπως έγραψε μεταφορικά ο κ. Μιχαηλίδης στο Φιλελεύθερο. Όμως, τα ΜΜΕ συνέχισαν την επίθεση σε δεύτερο θέμα, το οποίο είχε ξεκινήσει ο Χάσικος σαν προσωπική βεντέτα γιατί δεν πουλήθηκε χωράφι της οικογένειάς του στη Δρομολαξια -διότι είναι και από οικογένεια επιχειρηματιών γης ο επικεφαλής του κτηματολογίου- και το μετέτρεψε σε διαδικασία δαιμονοποίησης της ΣΥΤΑ -άρα και των ημικρατικών που η κυβέρνηση ήθελε να ιδιωτικοποιήσει- αλλά και της αριστεράς. Τελικά, όταν η κυβέρνηση χρειάστηκε την αριστερά το Φεβρουάριο του 2014, οι κατηγόριες εναντίον του ενός στελέχους του ΑΚΕΛ αποσύρθηκαν και για τον άλλο υποβαθμίστηκαν,  ενώ η μια από τις κυβερνητικές εφημερίδες, ο Πολίτης, δημοσιοποίησε κασέτες που έδειχναν τη συναλλαγή που στήθηκε «για να δώσει τον Κιττή» ο Λίλλης.

Όπως παρά την πειθήνια στάση των ΜΜΕ, το κοινό και οι κομματικοί μηχανισμοί κινούνται σαφώς μακριά από τον ΔΗΣΥ. Πρώτα άρχισε να απομακρύνεται η εΕΔΕΚ, ενώ η Συμμαχία Πολιτών είχε από την αρχή, μάλλον, μια κριτική στάση απέναντι στον κ. Αναστασιάδη. Όταν το Δεκέμβριο κέρδισε ο ν. Παπαδόπουλος την ηγεσία του ΔΗΚΟ, ήταν σαφές ότι υπήρχε σε εξέλιξη μια διαδικασία αποστασιοποίησης από την κυβέρνηση.

Οι αιτίες της αυξανόμενης απομόνωσης του ΔΗΣΥ ήταν και οικονομικές και πολιτικές του κυπριακού. Όσον αφορά στο κυπριακό, ο κ. Αναστασιάδης είχε λίγο πολύ υποσχεθεί σχεδόν τα πάντα -για αυτό ίσως υποσχόταν με τόση άνεση ότι δεν θα γίνει κούρεμα- ελπίζοντας ότι, όταν έρθει η ώρα, οι αντιδράσεις θα είναι τυπικές. Η έκρηξη του Μάρτη τρομοκράτησε το προεδρικό – αλλά και οι επιπτώσεις ήταν δραματικές. Ουσιαστικά, ο πρόεδρος που εκλέξαν οι τράπεζες τις οδήγησε στο τέλος της περιόδου που κυριαρχούσαν. Η μια έκλεισε και η άλλη προσπαθεί να επιβιώσει στον αναπνευστήρα. Αλλά πριν καν κοπάσει η οργή για εκείνη την αθέτηση δεσμεύσεων, άρχισαν οι διαδικασίες για το κυπριακό – όπου το θέμα βρίσκεται σε εξέλιξη και έχει φτάσει σε κάποιο στάδιο, ήδη, έτσι και αλλιώς με την προηγούμενη κυβέρνηση. Ο κ. Παπαδόπουλος και γιατί ένιωθε ότι ξαναξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις με όρους που το κόμμα έχει διαφωνίες, αλλά και γιατί καταλάβαινε ότι για να διαμορφώσει την προεδρία του, έπρεπε να βγει από την σκιά του ΔΗΣΥ. Τότε αντιμετώπισε για πρώτη φορά, μετά από καιρό, μια ομοβροντία από μεριδα των ΜΜΕ – και ιδιαίτερα της δεξιάς που τον καλοκρατούσε από το 2010, όταν συνεργαζόταν μαζί με τοΔΗΣΥ στην επιτροπη οικονομικών. Αλλα ο κ. Παπαδοπουλος απέδειξε ότι έχει γερές προσβάσεις – στο συγκρότημα ΔΙΑΣ, στο Φιλελεύθερο, στον Αντένα και στο Μέγα. Πάντως, αντίστοιχα δίκτυα έχει και το προεδρικό – το οποίο έχει  επιπροσθετα τον Πολίτη και την Αλήθεια σαν φιλικά έντυπα.

Η αποστασιοποίηση, όμως, δεν είναι μόνο θέμα των κομμάτων. Στην κοινωνία υπάρχει ένα είδος δυσφορίας, το οποίο εκφράζεται με τη διόγκωση των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας –το Δεκέμβρη για πρώτη φορά το πλήθος που διαμαρτυρόταν, επέστρεφε στα μεγέθη της προηγούμενης άνοιξης. Την επόμενη περίοδο, οι κινητοποιήσεις των εργαζόμενων στους ημικρατικούς απειλούσαν, ουσιαστικά, να προκάλεσαν απώλεια πλειοψηφίας της κυβέρνηση  και στον οικονομικό τομέα.

Σε αυτό το πλαίσιο – των διευρυνόμενων συμπτωμάτων διαπλοκής και αυθαιρεσίας της δεξιάς στην εξουσία – αρχής ένα υπάρχει και ένα είδος κριτικού σχολιασμού σε μερικά ΜΜΕ.


Οι τάσεις και οι δημοσκοπήσεις

Οι δημοσκοπήσεις στην Κύπρο (όχι μόνο, αλλά είναι και κάπως υπερβολικό το στήσιμο εδώ πέρα) έχουν δυο διαστάσεις – από τη μια μετρούν τις τάσεις σε μια συγκυρία, ενώ από την άλλη χρησιμοποιούνται για να κατασκευάσουν κλίμα. Ήδη από το περασμένο φθινόπωρο, στη διαμάχη για την ηγεσία του ΔΗΚΟ, αλλά και στην προσπάθεια του προεδρικού να φτιάξει κλίμα, οι δημοσκοπήσεις φάνηκαν να παίζουν έντονα το δεύτερο ρόλο. Τότε, εμφανίστηκε και η εταιρεία Pulse που εμφανώς έδινε στη δημοσιότητα αποτελέσματα που βόλευαν όσους πλήρωναν για αυτές.

Πέρα από αυτήν τη διάσταση, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν τάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσκόπηση του ΡΙΚ είναι συνήθως πιο κοντά στα δεδομένα – αν και με το νέο καθεστώς του ΡΙΚ, ακόμα και εκεί είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι δεν υπήρξε κάποιο fixing στο τελικό αποτέλεσμα. Τα ευρύτερα, όμως, δείγματα έχουν μια σταθερότητα, η οποία μάλλον δεν βολεύει την κυβέρνηση, οπότε η δημοσιοποίηση τους είναι μάλλον προϊόν της κατάστασης, όπως διαμορφώνεται.
Στα ευρύτερα αποτελέσματα καταγράφονται 3 τάσεις:
  1. Μια σαφής καχυποψία για τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς θεσμούς και το ίδιο το ευρώ με ποσοστά άνω του 50%
  2. Μια επίσης σαφής τάση για απόρριψη της κυβέρνησης και της πολιτικής της, η οποία φτάνει στα 60%+.
  3. Μια μέχρι στιγμής τάση είτε για αποχή και ευρύτερη καχυποψία για διάφορους θεσμούς – λ.χ. για πρώτη φορά η καχυποψία για τα ΜΜΕ έφτασε τα 60%, ενώ η μη εμπιστοσύνη για τις τράπεζες έφτανε το 88%.  Η αποχή ή η  αδιευκρίνιστη ψήφος ευνοεί σαφώς το Συναγερμό, ο οποίος είναι ένα κόμμα, το οποίο επανήλθε στην εξουσία μετά από 10 χρόνια, άρα έχει ακόμα απόθεμα καλής θέλησης από το κοινό του, αλλά και είναι και ένα κόμμα του οποίου η ουσιαστική συνεκτική ιδεολογία είναι το ρουσφέτι και η προνομιακή μεταχείριση. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόσχεση ότι το ρουσφέτι /προνομιακή μεταχείριση για το χώρο της δεξιάς -και όσους συναλλάσσονται μαζί του- θα…λειτουργεί, ενώ η διαπλοκή, η διαφθορά κλπ, δεν θα  ενοχλήσουν ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους της δεξιάς που έτσι και αλλιώς τα αναμένουν αυτά.

Με αυτά τα δεδομένα, τα αποτελέσματα εκείνης της δημοσκόπησης κατέγραφαν τις εξής τάσεις όσον αφορά στα κόμματα:
  1. Ο Συναγερμός έχει μια άνετη συσπείρωση, η οποία τον προκρίνει να είναι πρώτο κόμμα
  2. Το ΑΚΕΛ, το οποίο είχε δεχθεί μια άνευ προηγούμενου επικοινωνιακή επίθεση από το 2011, αλλά και μετά το 2013 όταν ακόμα και το ΡΙΚ έγινε σχεδόν πλήρως «συναγερμικό», φάνηκε να αυξάνει τη συσπείρωσή του. Το πρόβλημα του ΑΚΕΛ ήταν ανέκαθεν να βρει τρόπους να περάσει το μήνυμα του με δεδομένο ότι δέχεται μια συνεχή επίθεση από τα ΜΜΕ. Ακόμα και αυτήν την άνοιξη που είναι σαφές ότι δικαιώνεται πολλαπλά -και στο κυπριακό η κυβέρνηση της δεξιάς ακολουθεί ανάλογη πολιτική με την προηγούμενη, αλλά και στην έκθεση της επιτροπής θεσμών επιβεβαιώνεται η θέση της αριστεράς για τις ευθύνες του τραπεζιτικού τομέα- η στάση της πλειοψηφίας των ΜΜΕ εξακολουθεί να είναι εχθρική ή προκατελειμμένη.
  3. Το ΔΗΚΟ δέχθηκε μια επίσης σχετικά έντονη επίθεση με το Δεκέμβρη-Γενάρη, όταν ο Ν. Παπαδόπουλος αποφάσισε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση. Τα ποσοστά που δείχνουν ότι το κόμμα θα πάρει τελικά γύρω στο 12%, δείχνουν ότι η νέα ηγεσία άντεξε την επίθεση και «κρατά» το κόμμα. Ένα ανάλογο ποσοστό είχε πάρει το ΔΗΚΟ και στις ευρωεκλογές του 2009, αλλά πήρε σχεδόν 16% στις βουλευτικές που ακολούθησαν. Ο κ. Παπαδόπουλος βέβαια σε αντίθεση με το ΑΚΕΛ έχει τις δικές του προσβάσεις στα ΜΜΕ – ελέγχει μερίδα της αρχισυνταξίας στο Φιλελεύθερο και έχει σαφές προσβάσεις και στον συγκρότημα Δίας, αλλά και στις δυο άλλες ιδιωτικές τηλεοράσεις – το Μέγα και τον Αντένα.
  4. Η συμμαχία ΕΔΕΚ - Οικολόγων είναι σχετικά ευνοημένη στις αντιπαραθέσεις στα ΜΜΕ. Συνήθως, η αντιπαράθεση ελάχιστα εστιάζεται σε αυτούς -εκτός αν υπάρχει θέμα για το κυπριακό- έτσι έχουν την άνεση να ρίχνουν ρητορικές βολές χωρίς αντεπιθέσεις. Έχουν, επίσης, σαφή προνομιακή μεταχείριση σε μια σειρά μέσων. Αναμένεται, σε αυτό το πλαίσιο, να πάρουν ένα ποσοστό 9-10%. Η μεγαλύτερη τους ανησυχία, που ίσως και να ώθησε στην συνεργασία ΕΔΕΚ-Περδίκη  είναι η απειλή από τη Συμμαχία του κ. Λιλλήκα, η οποία αναμένεται στο μέλλον να συμμαχήσει με το ΔΗΚΟ, αλλά προς το παρών κάνει συλλογή ψήφων διαμαρτυρίας, καθώς ο Λιλλήκας το παίζει «αριστερά» σε σχέση με την Ευρώπη και τα οικονομικά - και δεξιά σε σχέση με το κυπριακό. Αλλά και εκεί με ένα είδος κυπροκεντρισμού που μπορεί να πουλήσει γενικότερα.
  5. Η εμφάνιση μικρών σχηματισμών είναι κάτι που εμφανίστηκε από το 2004, αλλά φέτος υπάρχει και η καινοτομία της συμμετοχής των τ/κ. Υπάρχουν, σε αυτό το πλαίσιο, δυο μικροί αριστεροί σχηματισμοί – η δικοινοτική πρωτοβουλία ελληνοκυπρίων και τουρκοκύπριων που ελπίζει να εκφράσει και μέρος της ριζοσπαστικής αριστεράς και το τ/κ σοσιαλιστικό κόμμα. Ο κ. Σ. Λεβέντ κατεβαίνει επίσης σαν αριστερός. Από εκεί και πέρα φαίνεται να στήθηκε και ένα είδος κεντροδεξιού ψηφοδελτίου διαμαρτυρίας, το «μήνυμα ελπίδας» – οι περισσότεροι, ανκαι όχι όλοι, φαίνονται να έχουν καταγωγή από την κεντροδεξιά. Και σίγουρα η εστίαση είναι σε μεγάλο βαθμό και οικονομική και αφορά την αντίθεση στην απόφαση για το κούρεμα όπως κωδικοποιείται και στο προεκλογικό τους σύνθημα για «κούρεμα» ποσοστών.

Η στρατηγική της αποχής- από πάνω και από τα κάτω;
Η γενικότερη  στρατηγική των ΜΜΕ που πρόσκεινται στον ΔΗΣΥ είναι σχετικά απλή – αφού ξέρουν πια από τις δημοσκοπήσεις ότι η κατασκευασμένη φούσκα του περασμένου φθινοπώρου έχει εξαντληθεί και η κυβέρνηση δεν έχει απόθεμα ούτε δεξαμενές άντλησης στήριξης, θέλουν να εξασφαλίσουν ένα έστω και παραπλανητικό ποσοστό για να το περιφέρουν σαν είδος αποδοχής – μέχρι το επόμενο στάδιο. Αυτή η στρατηγική μπορεί να πετύχει μόνο αν ο ΔΗΣΥ  έχει ψηλή συσπείρωση και χαμηλή συσπείρωση τα άλλα κόμματα. Οπότε η προβολή της αποχής έχει μια διπλή διάσταση – από τη μια θα αφήσει ένα μεγάλο μέρος του κοινού χωρίς να εκφραστεί και θα μπουν για να το χρησιμοποιούν οι των ΜΜΕ, αναλόγως του πως του βολεύει λες και είναι εκφραστές του, ενώ στο βαθμό που θέλουν να βοηθήσουν τον ΔΗΣΥ θα τον ενισχύσουν, αν υπάρχει μεγαλύτερη αποχή για το ΑΚΕΛ και τους το ΔΗΚΟ, από ότι για τον ΔΗΣΥ.

Για την αριστεράμ το σκηνικό είναι κάπως πιο περίπλοκο. Κατ’ αρχήν μια μερίδα της αριστεράς έχει μια βαθιά καχυποψία για την Ε.Ε. – κάτι το οποίο φαίνεται να είναι διάχυτο και άρα θα μπορούσε να ωθήσει και σε συνειδητή αποχή. Γενικότερα, η αριστερά φαίνεται να έχει δυο τάσεις – και ίσως τα μικρά σχήματα, ιδιαίτερα η Δικοινοτική Συνεργασια «Δρασυ-eylem- να καταγράψουν μια κάποια αρχική εμφάνιση στα ποσοστά ανάμεσα σε αυτές τις δυο τάσεις. Η μια η τάση είναι η ψήφος στο ΑΚΕΛ ως στήριξη του ιστορικού χώρου της Αριστεράς που σήκωσε πολιτικά το φορτίο της αντιπαράθεσης τα προηγούμενα χρόνια. Η άλλη τάση προς αποχή εκφράζει και την ευρύτερη τάση αμφισβήτησης των θεσμών και ιδιαίτερα των ευρωπαϊκών. Σε μια ανάλυση του Μπωντριγιάρντ είχε παρατηρήσει ότι οι «επιτηρούμενες μάζες» από την εξουσία, έχουν μια τάση να διαφεύγουν – και  να εκπλήσσουν ακόμα και μέσα από τη διάψευση των δημοσκοπήσεων ή με την αμφισημία της αποχής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου