16 Μαΐ 2014

Η επιστροφή των «ενόχων» στην Κεντρική τράπεζα: Το τραπεζιτικό λόμπι και το βαθύ κατεστημένο ανακτά και πάλι τον έλεγχο με διορισμένους, που θυμίζουν όλη την πορεία από το Χρηματιστήριο μέχρι τη «βολική» εποπτεία Ορφανίδη



«Ξεκίνησε ήδη στενή συνεργασία με τους δυο εκτελεστικούς διευθυντές Συρίχα και Κοιλιάρη, επαναφέρει με συμβόλαιο από την σύνταξη την πρώην ιδιαίτερα του Αθανάσιου Ορφανίδη, ενώ και η εκπρόσωπος τύπου άρχισε ξανά να ενημερώνει τους δημοσιογράφους. Κυρίως όμως η κ. Γιωρκάτζη πέτυχε να επανασυγκολλήσει τις σχέσεις της Κεντρικής με το Προεδρικό, αν κρίνουμε από τις συνεχείς επισκέψεις συμβούλων του Προέδρου της Δημοκρατίας στο γραφείο της
Σχόλιο στον Πολίτη την Κυριακή, 11/5/2014

Σύμφωνα με το δημοσίευμα στον Πολίτη της Κυριακής, λοιπόν, η νέα διοικητής της Κεντρικής επανέφερε στη θέση της, τη γραμματέα του Α. Ορφανίδη. Δεν μπορούσε να βρεθεί άλλη γραμματέας προφανώς – εκτός από το άτομο, που ξέρει όσα και ο σκληρός δίσκος του υπολογιστή, που πήρε μαζί του ο κ. Ορφανίδης για να αποφύγει, ενδεχομένως, την αποκάλυψη των σκανδάλων διαπλοκής κατά τη διάρκεια της θητείας του. Τώρα, προφανώς, θα επαναρχίσουν τα ίδια. Και το κείμενο, χωρίς ενδοιασμούς, ανέφερε ότι οι βασικοί παίκτες, τώρα, στην Κεντρική είναι οι κ. Κοιλιάρης και Συρίχας, ενώ η κ. Γιωρκάτζη έχει και συνεργασία με «σύμβουλους» από το προεδρικό. Η μετατροπή της Κεντρικής σε εξάρτημα του επικοινωνιακού επιτελείου του προεδρικού είναι από μόνο του ένα πρόβλημα με συνταγματικές διαστάσεις. Το δημοσίευμα το ίδιο αφήνει να νοηθεί ότι η έννοια ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας έχει ντε φάκτο καταργηθεί. Αν αυτοί που το έκαναν, δεν ήταν οι ίδιοι που φώναζαν γι’ αυτήν ακριβώς την ανεξαρτησία, όταν επικεφαλής ήταν ο κ.Ορφανίδης, ίσως να μην ήταν τόσο κραυγαλέο. Όμως, στα πλαίσια μια συνεχιζόμενης τραπεζιτικής κρίσης, η παράδοση της Κεντρικής σε άτομα τα οποία είχαν άμεση εμπλοκή στην πορεία προς την κρίση και τη χρεοκοπία - όχι της χώρας, αλλά των τραπεζών που οδήγησε στην οικονομική κρίση για ολόκληρη την κοινωνία - είναι εκφραστικό του τί γίνεται και τί προσπαθούν να κάμουν. Και το ότι αυτά συμβαίνουν, ενώ υποτίθεται θα γίνει προσπάθεια για διερεύνηση των ευθυνών των τραπεζιτών, είναι σύμπτωμα του πώς το θέαμα λειτουργεί για να μετατοπίζει τα θέματα.

Ποιοί είναι οι Κοιλιάρης και Συρίχας
Οι νέοι ισχυροί άντρες της Κεντρικής είναι, βέβαια, απογοητευμένοι – περίμεναν και οι δυο να διοριστούν επικεφαλής της Κεντρικής, μετά από τις υπηρεσίες τους στην κυβέρνηση με τη δημιουργία κλίματος εσωτερικού πολέμου ενάντια στον κ. Δημητριάδη, ώστε να αποκτήσει, τελικά, το προεδρικό τον έλεγχο της Κεντρικής. Προτιμήθηκε η κ. Γιωρκάτζη, ενδεχομένως, για να ρίξει στάχτη στα μάτια, αφού η ίδια ως Γενική Ελέγκτρια καλλιέργησε μέσω του Πολίτη - και των διαρροών για θεαματικά πρωτοσέλιδα που βόλευαν- την εικόνα κάποιας που «καταγγέλλει» τα κακώς έχοντα. Δεν πέρασαν πολλές βδομάδες για να αποκαλυφθεί ότι η κ. Γιωρκάτζη απλώς είναι υπάκουη ακροάτρια για το τί πρέπει να κάνει.

Οπότε, οι δυο εκτελεστικοί σύμβουλοι μαζί με ένα συμβούλιο, το οποίο είναι από μόνο του ύποπτο για δημόσια εξαγορά, αφού βρέθηκε στη μέση μιας οικονομικής κρίσης με αύξηση από 1.700 ευρώ σε 30.000 αντιμισθία,[1] για να προωθεί και πάλι τα συμφέροντα των τραπεζών. Διότι και οι δυο είναι πλήρως ταυτισμένοι με την πορεία που οδήγησε στο κραχ των τραπεζών, την άνοιξη του 2012. Ο μεν Κοιλιάρης ήταν ένα σημαντικό δημόσιο πρόσωπο στην κατασκευή της φούσκας του Χρηματιστηρίου το 1999, αφού ήταν το άτομο που έγινε γνωστό ότι πουλούσε τις μετοχές της εταιρείας του, τον Αύγουστο του 1999 – και δημιουργώντας και την εικόνα της προνομιακής πληροφόρησης, αλλά και παίζοντας με την κατασκευή της φούσκας για «μεγάλα κέρδη». Στο τέλος, ένα σημαντικό ποσό από τις αποταμιεύσεις των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων μεταφέρθηκε στις ανώτερες τάξεις και στις τράπεζες – που επίσης κερδοσκοπούσαν κατασκευάζοντας τις τιμές στο χρηματιστήριο. Εκείνο το σκάνδαλο, παρά το ότι διερευνήθηκε, δεν προχώρησε στη δικαιοσύνη. Και μάλιστα τελευταία ακούστηκε ότι από τη Γενική Εισαγγελία έγινε παραίνεση να αποσυρθεί ιδιωτική δικαστική υπόθεση για το θέμα. Και από τότε είχαν ξεκινήσει τα ΜΜΕ τη διαπλοκή με τις τράπεζες. Γιατί η φούσκα κατασκευάστηκε και με πρωτοσέλιδα εφημερίδων και φανταχτερές ειδήσεις στην τηλεόραση. Αλλά τότε, η καχυποψία για τα ΜΜΕ δεν υπήρχε. Τώρα, φτάνει το 60% και μέχρι και ο κ. Αναστασιάδης έπαιξε με αυτή τη γνώση, που είναι πια διάχυτη στην κοινή γνώμη. Αλλά, βέβαια, τα ΜΜΕ, και τα διαπλεκομενα συμφέροντα των ιδιοκτητών τους, δεν έχουν διερευνηθεί. Μια και μόνο υποψία ότι θα ζητούσε κάτι τέτοιο ο τέως διοικητής -το ανέφερε πρωτοσέλιδα το Πολίτης την άνοιξη του 2013- ήταν αρκετή για να ενταθεί η επίθεση εναντίον του.

Ο κ. Συρίχας είναι ακόμα πιο σκανδαλώδης παρουσία. Σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί, ο κ. Συρίχας υπήρξε βασικος σύμβουλος και του κ. Χριστοδούλου και του κ. Ορφανίδη. Των δυο διοικητών της Κεντρικής, δηλαδή, οι οποίοι επόπτευσαν την κατασκευή της φούσκας των ακινήτων - η οποία εκφράζεται σήμερα με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ντιβέλοπερς- αλλά και την απόλυτη ασυδοσία των τραπεζών την περίοδο 2008-11, όταν σε συνθήκες παγκόσμιας τραπεζιτικής κρίσης, έκαναν επεκτάσεις με ύποπτες αγορές τραπεζών στη Ρωσία και στη Ρουμανία και επένδυαν στα ελληνικά ομόλογα, ενώ άλλοι τα ξεφορτώνονταν. Ο κ. Συρίχας δεν μπορεί να μην ήξερε την υπόθεση της Uniastrum λ.χ. – όταν, δηλαδή, αγοράστηκε η ρωσική τράπεζα με σαφώς πολύ πιο μεγάλο ποσό από την αξία της. Με συνθήκες προμηθειών, που αλλού, μπορεί να διερευνούνται και σαν μίζες δηλαδή. Για την υπόθεση της Uniastrum λ.χ. -η οποία υποτίθεται είναι υπό διερεύνηση- υπήρχαν εκτιμήσεις ότι μια τέτοια αγορά θα προκαλούσε ζημιά - όπως και έγινε. Και η ζημιά είναι ανοιχτή μέχρι σήμερα. Αλλά πίεζαν διάφοροι από την τράπεζα -όπως ο κ.Πολυβίου, ο οποίος επίσης δεν διερευνήθηκε ούτε ο ίδιος, ούτε οι λογαριασμοί του ακόμα- αλλά την τελική απόφαση να επιτρέψει την αγορά την πήρε ο κ.Ορφανίδης – παρά τις διαμαρτυρίες του τότε υπουργού οικονομικών, του κ. Σταυράκη. Επίσης, ο κ.Συρίχας δεν μπορεί να μην ήξερε για τη μετατροπή της Εγνατίας σε παράρτημα της Λαϊκής – άρα επιτρέποντας τη διαρροή των κεφαλαίων της Λαϊκής στην Ελλάδα. Και φυσικά, δεν μπορεί να μην ήξερε ότι η απόφαση του κ. Ορφανίδη να «υποκλέψει», ουσιαστικά, το σκληρό δίσκο του υπολογιστή του έγινε για να συγκαλυφθούν ευθύνες και διαπλοκή. Άρα, η επιστροφή του κ. Συρίχα είναι σαφώς ένα νεύμα προς τις τράπεζες -ή ότι απέμεινε- ότι θα έχουν και πάλι τον έλεγχο – και στην ανάγκη σε βάρος του κοινού. Διότι αν σημαίνει κάτι η δίωξη του Χριστοδούλου για την υπόθεση Focus, αυτό έχει να κάνε με τη σχέση του Ζολώτα με τον Βγενόπουλο. Με την κάθοδο, δηλαδή, του τελευταίου στην Κύπρο το 2006. Και όμως, ο κ. Συρίχας ήταν και πάλι εκεί – δίπλα από τον κ. Χριστοδούλου. Και ο Συρίχας αμείβεται, ενώ ο Χριστοδούλου πάει σε μια θεαματική δίκη – για να ξεχαστούν τα υπόλοιπα και η διαμάχη του με τον έκδοτη του Πολίτη και την κατηγορία του Χριστοδούλου ότι έκανε φοροδιαφυγή.

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι εμπλεκόμενοι σε μια εσωτερική υπονόμευση της χώρας, εμφανίζονται μετά ως διαχειριστές - τα ίδια έγιναν και το 1974: από τον Σεργίδη στους Συρίχα-Κοιλιάρη;



Αυτή η επιστροφή των «ενόχων» ή έστω ατόμων που ταυτίστηκαν με τη δημιουργία της οικονομικής κρίσης, δεν είναι πρωτοφανής. Ανάλογα έγιναν και με το άλλο μεγάλο έγκλημα στην νεώτερη κυπριακή ιστορία, όταν κάποιοι υπονόμευσαν εσωτερικά τη χώρα με το πραξικόπημα του 1974. Τότε, συμβολικά τιμωρήθηκε ο Σαμψών και απολύθηκαν με αποζημιώσεις 62 άτομα – τα οποία, τί σύμπτωση, τα επαναπροσέλαβε μόλις ανέβηκε στην εξουσία το ΔΗΣΥ. Η πιο κραυγαλέα, όμως, περίπτωση έγινε πιο πριν – ο αξιωματικός του πραξικοπήματος, ο οποίος πίεζε το ιατρικό προσωπικό να αφήνουν τους αντιστασιακούς χωρίς περίθαλψη, ο κ. Σεργίδης, βρέθηκε λίγα χρόνια μετά να είναι βασικός παράγοντας στην κατασκευή του θεάματος των αγνοουμένων. Ένας άνθρωπος που μπορεί και να οδήγησε στη μη καταγραφή νεκρών, που θάφτηκαν ως αγνοούμενοι, θα τους διερευνούσε, υποτίθεται. Η παρουσία των κ. Συρίχα και Κοιλιάρη έχει αυτό το θλιβερό απόηχο. Η κωμική διάσταση είναι ότι το άτομο, το οποίο πρόβαλλε πριν λίγα χρόνια την περίπτωση Σεργίδη, ο κ. Μ. Δρουσιώτης,[2] κάνει ακριβώς το ίδιο σήμερα με όσους προωθούσαν τον Σεργίδη κάποτε – προωθεί τα άτομα που συμμετείχαν στη δημιουργία του προβλήματος και των σκανδάλων των τραπεζών σε θέσεις για να αναζητούν.. λύσεις στα προβλήματα που δημιούργησαν. Αλλά ο κ. Δρουσιώτης, όπως έδειξε με τα κείμενα του στον Πολίτη από το Σεπτέμβριο του 2012, είχε στρατευθεί από το τραπεζιτικό λόμπι για να τους προσφέρει υπηρεσίες στην παρεμπόδιση της διερεύνησης των σκανδάλων τους. Τότε, ο Δρουσιώτης έγραφε ότι η κριτική στις τράπεζες -και άρα διερεύνηση των σκανδάλων- θα έκανε κακό στην οικονομία.

Οπότε, η προσμονή ότι θα γίνει κάτι με τα τραπεζιτικά σκάνδαλα είναι ίσως υπερβολική. Ίσως μερικοί να ελπίζουν ακόμα σε μια κάποια συνέπεια του κ.Κληρίδη. Αλλά το σκηνικό, το οποίο κατασκευάζεται από όσους συμμετείχαν στο σκάνδαλο -όπως τα ΜΜΕ, τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία με τις πολιτικές διασυνδέσεις - είναι σαφές ότι θέλουν το θέμα να πέσει στα μαλακά. Η εστίαση του Πολίτη στη Focus, και την περασμένη Κυριακή του Φιλελευθέρου, είναι από αυτή την οπτική, κωμική. Διότι ο Ζολώτας δεν έκανε και τίποτα διαφορετικό από ότι έκαναν οι τράπεζες με τα ΜΜΕ – πλήρωσε για να αποκτήσει «καλό όνομα», «θετική εικόνα» κλπ. Αν, όμως, διερευνηθεί ο Ζολώτας, γιατί να μη διερευνηθούν τα οικονομικά του Πολίτη, του Φιλελευθέρου και των τηλεοπτικών καναλιών; Ίσως να είναι αυτές οι προεκτάσεις που οδηγούν το θέμα στο επαρχιακό δικαστήριο, αντί στο κακουργιοδικείο. Διότι υπάρχει και το θέμα που έθεσε ο Βγενόπουλος: αν είναι ύποπτος ο Ζολώτας, γιατί δεν είναι ο Λεπτός και όσοι χρηματοδότησε;

Τί πλήρωσε ήδη το τραπεζιτικό κεφάλαιο και τί απέδειξε το κοινό το Μάρτιο του 2013: η ήττα της ηγεμονίας του τοπικού κεφαλαίου και η βαθιά συνείδηση της συλλογικοτητας των πολιτών
Θα μπορούσε να θέσει κάποιος το ερώτημα, αν θα μείνει ατιμώρητο το έγκλημα των τραπεζών να ρίξουν την οικονομία στην κρίση – και μετά τη χώρα στο μνημόνιο. Διότι και σε αυτό το σημείο η σύγκλιση της συγκάλυψης είναι εμφανής και καταγεγραμμένη. Η Κύπρος υποχρεώθηκε να καταφύγει στο μηχανισμό στήριξης, ακριβώς όταν η Λαϊκή και ιδιαίτερα η Τράπεζα Κύπρου ήρθαν την τελευταία στιγμή και ζήτησαν άνω των 2 δις, γιατί δεν είχαν επαρκή κεφάλαια. Απέκρυβαν τις ζημιές τους, τους μηχανισμούς διαρροών κεφαλαίων στο εξωτερικό, και στο τέλος η Τράπεζα Κύπρου δημιούργησε ντε φάκτο μια κατάσταση, όπου προκάλεσε την υποβάθμιση των Fitch, που οδήγησε στο πάγωμα της ροής ρευστού από την ΕΚΤ. Έμοιαζε με ένα τραπεζιτικό πραξικόπημα για να σπρωχτεί η χώρα σε καθεστώς μνημονίου λιτότητας με επιτήρηση από την τρόικα. Διότι ήταν σαφές ότι η τότε κυβέρνηση δεν ήθελε ούτε την τρόικα, ούτε τη μονομερή λιτότητα για τις ζημιές των τραπεζών. Είναι αυτά ακριβώς τα γεγονότα των τελευταίων ημερών του Ιούνη του 2012, που προσπάθησε να συγκαλύψει ο Π. Πολυβίου -του οποίου το δικηγορικό γραφείο ήταν ένα από τα πιο ψηλά αμειβόμενα από τις τράπεζες- το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, προσπαθώντας να σταματήσει τη διερεύνηση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς.

Όμως, όπως άλλαξε την κοινωνία και το 74, παρά τη σχεδόν μηδαμινή τιμωρία των ενόχων, έτσι και το σκάνδαλο των τραπεζών, την περίοδο 2011-13, άλλαξε κάτι  δραματικά και μόλις τώρα η κοινωνία προσπαθεί να κατανοήσει που βρίσκεται και να οικοδομήσει το μέλλον. Αρχικά, η στάση της τότε κυβέρνησης, και της αριστεράς ευρύτερα, να εστιάζει στις τράπεζες, απέτρεψε τη συγκάλυψη. Ακολούθως, η διετής παρουσία του κ. Δημητριάδη, οδήγησε σε έρευνες και δημόσια συζήτηση που έθεσαν το πρόβλημα του τραπεζιτικού τομέα στη δημόσια σφαίρα, παρά τις προσπάθειες των εκπροσώπων του τραπεζιτικού λόμπι ανάμεσα στους δημοσιογράφους. Τελικά, οι τράπεζες «πλήρωσαν» (μερικά τουλάχιστον) για τις αμαρτίες τους το Μάρτιο του 2013. Ενώ είχαν καταφέρει να εκλέξουν τον ΔΗΣΥ και τον κ. Αναστασιάδη για να τους συγκαλύψει, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε μια αντίδραση των πολιτών που έδειχνε ένα είδος απρόσμενης «βαθιάς» κατανόησης του κόλπου που έστηναν κάποιοι. Έτσι, όταν ήρθε από το Γιούρογκρουπ, το σενάριο για καθολικό κούρεμα (που, όπως φάνηκε τελικά, το επεξεργαζόταν η κυβέρνηση, ο κ. Σαρρής, από πριν, και ενδεχομένως το ήξεραν και διάφορα ΜΜΕ  όπως ο Πολίτης) η μαζική αντίδραση ανάμεσα στις 16-19 Μαρτίου, οδήγησε την πολιτική ελίτ σε αναδίπλωση. Και τότε, η ευθύνη έπεσε πάνω στις ίδιες τις τράπεζες και τους μεγαλομετόχους που έβγαζαν τα κέρδη. Μέχρι σήμερα, οι εκπρόσωποι των τραπεζιτών μιλούν νοσταλγικά για το καθολικό κούρεμα. Το τί ακολούθησε μπορεί να ήταν άδικο για τη Λαϊκή και τους μέτοχούς της, και άρα και το κεφάλαιο που εκπροσωπεί, αφού εκείνη διαλύθηκε, αντί να γίνει το ίδιο και με την επίσης πολλαπλά ένοχη Τράπεζα Κύπρου. Όμως, η ραχοκοκαλιά του τραπεζιτικού κεφαλαίου που προσπαθούσε να αναδυθεί σε ηγεμονικό στην κυπριακή κοινωνία, έσπασε. Όπως έσπασε και ένα βαθύ κατεστημένο  μετά το 1974. Τώρα πια οι τραπεζίτες και τα λόμπι τους στην πολιτική και τα ΜΜΕ, εκλιπαρούν ξένους επενδυτές.

Η τοπική ελίτ, βέβαια, προσπαθεί μέσα από τα ΜΜΕ να καλλιεργήσει ένα κλίμα μετατοπίσεων. Αλλά, όπως έδειξε και ο Μάρτης του 2013, το κοινό μπορεί να διαθέτει ένα είδος βαθιάς συνείδησης, που αναδύεται απρόσμενα στις συγκυρίες που γίνονται αποκαλυπτικές. Αναπόφευκτα το θέμα των τραπεζών, αλλά και το πώς οδήγησαν την χώρα στην κρίση και την υπονόμευση θα επανέρχεται – και το θέμα δεν θα είναι μόνο οι τραπεζίτες, αλλά και το αόρατο βαθύ τους χέρι στα ΜΜΕ, που είναι σήμερα το τελευταίο όπλο που τους απέμεινε. Αλλά είναι ένα όπλο για το εσωτερικό – απο το εξωτερικό μοιάζει με εύκολα χειραγωγίσιμο μηχανισμό. Εξαγοράζεται εύκολα, μπορεί να πει κανείς. Η εσωτερική αντίσταση, αν και διαθέτει πια εναλλακτικούς μηχανισμούς πληροφόρησης, μέσω του ίντερνετ, δεν έχει εστιάσει ακόμα. Αλλά είναι μια πορεία που θα προχωρήσει, γιατί όταν ένα κοινό μάθει, έστω και για λίγο, στην «ελευθερία» -στην συνείδηση του τί έγινε και στη δυνατότητα παρέμβασης που έχει καθορίζει τις εξελίξεις- αναπόφευκτα, έγραψε και ο Μακιαβέλι πριν αιώνες, θα επιστρέφει σε εκείνη τη στιγμή ως αφετηρία του μέλλοντος.



[1] Πέρα από τους Κοιλιάρη και Συρίχα, το Συμβούλιο περιλαμβάνει και μια σειρά από άλλα άτομα με «ενδιαφέρουσες» συμπεριφορές: Ο κ. Πολυδωρίδης κατηγορήθηκε για ψευδή δήλωση την εποχή του Χρηματιστηρίου, ο κ. Κωσταντίνου άλλαξε απότομα στάση και ταυτίστηκε με την κυβέρνηση, όταν δόθηκε η αύξηση στις 30,000, ενώ ο κ. Ζένιος ξαφνικά αποφάσισε ότι η «σύγκρουση συμφερόντων» δεν αφορά τον ίδιο και έτσι δεν παραιτήθηκε από τη θέση του, ενώ είναι υποψηφίος του ΔΗΣΥ για τις ευρωεκλογές.
[2] Μ. Δρουσιώτης. 2000. 1619 Ενοχές. Λευκωσία: Αρχείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου