16 Μαΐ 2014

Ένα ακόμα σκάνδαλο των «καλύτερων τραπεζιτών» που έριξαν την κυπριακή οικονομία στην κρίση και το μνημόνιο με το κουτσούφλημά τους: η «επέκταση» της Τράπεζας Κύπρου στη Ρουμανία [από την έρευνα της επιτροπής Θεσμών]

΄

«Η Επέκταση της Τράπεζας Κύπρου στη Ρουμανία το 2008-2009 και [η] εξαγορά της Uniastrum το 2008 ... Απ’ ότι φαίνεται υπήρχε ένας μη υγιής ανταγωνισμός όπου οι τράπεζες επεκτείνονταν πέραν των δυνατοτήτων τους και των ικανοτήτων τους. Αυτός ουσιαστικά είναι και ο λόγος που φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, διότι οι επεκτάσεις που έκαναν τόσο εκτός Κύπρου όσο και στην Κύπρο ήταν τέτοιες που δημιούργησαν αυτό το τεράστιο contingent liability για το κράτος και υποχρέωσαν το κράτος να προχωρήσει σε συνομολόγηση προγράμματος ..[..]»[1] Αυτό καταγράφεται στη Συμπληρωματική Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα «Η Λειτουργία των θεσμών του χρηματοπιστωτικού συστήματος», ως επεξήγηση των λόγων για τους οποίους συμπεριλήφθηκε στους όρους εντολής της Alvarez & Marsal η διεξαγωγή έρευνας για την επέκταση της Τράπεζας Κύπρου στο εξωτερικό. Το συγκεκριμένο απόσπασμα περιλαμβάνεται στην εισαγωγή του θέματος για την επένδυση της Τράπεζας Κύπρου στην Banca Transilvania [αγορά 10% περίπου].

Όταν οι προύχοντες της τράπεζας θεωρούσαν μέρος της δουλειάς το να παίζουν στα σύνορα του νομικά επιτρεπτού – και να καταλήγουν και στα δικαστηρια - υπήρχε προφανώς ο κ. Πόλυς
Για την επέκταση της Τράπεζας Κύπρου και την επένδυση στην Banca Transilvania,  ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της πρώτης, κ. Α. Ηλιάδης σχολίασε ότι η σχέση με μια μεγάλη τράπεζα – αφού είχε ήδη προηγηθεί επέκταση καταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου στη Ρουμανία – «θα έφερνε πελατεία στο offshore business στην Κύπρο .. [θα] διοχετεύαμε και τις εμπορικές σχέσεις και τις τουριστικές σχέσεις Κύπρου-Ρουμανίας μέσα απ’ αυτήν την περισσότερη παρουσία, χωρίς να έχουμε μεγάλη επένδυση»[2]. Και συνεχίζει με τρόπο που φαίνεται να δυσφορεί σχετικά με την έρευνα για την επένδυση στην Banca Transilvania «Δηλαδή από τα €2,5 δις που έχει κεφάλαιο η τράπεζα δεσμεύονται τα €5 εκατομ. Δηλαδή ήταν μια επένδυση €5 εκατομ. ουσιαστικά κεφαλαίου, του 2%ο. Είναι δυνατόν ποτέ κανείς να υποθέσει ότι το 2%ο επηρέασε την κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας; Γιατί λοιπόν πληρώσαμε τόσα λεφτά, για να ασχοληθούμε με την Banca Transilvania; Γιατί είχε δικαστική υπόθεση πίσω; Μα, η Τράπεζα Κύπρου έχει πάρα πολλές δικαστικές. Αν θυμάστε και την Aremis Soft και ένα σωρό άλλα πράγματα, που θα μπορούσε ... και είναι φυσικό. Η φύση της δουλειάς και οι πράξεις μπορεί να αμφισβητηθούν πολλές φορές και να καταλήξει κάτι στο δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει την υπόθεση και καταλήγει αν η τράπεζα είχε δίκαιο ή αν δεν είχε δίκαιο.[3]» Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, όντως, να θεωρείται «φυσικό», επενδύσεις της τράπεζας να καταλήγουν στο δικαστήριο. Όπως επίσης ενδιαφέρουσα είναι και η λογική που προβάλλεται «γιατί να πληρώσουμε τόσα λεφτά» για τη διενέργεια έρευνας για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, κατά πόσον δηλαδή ήταν νομότυπες, ενώ δεν προβάλλεται η ίδια λογική και για τα όσα ξοδεύονται για τις υποθέσεις της τράπεζας που καταλήγουν στο δικαστήριο, κάτι το οποίο μάλιστα θεωρείται και «φυσικό».

Το ιστορικό της επένδυσης στην Banca Transilvania
Για την επενδυτική πορεία της Τράπεζας Κύπρου προς την Banca Transilvania καταγράφεται ότι η εταιρεία που ιδρύθηκε το 1994 και εδραιώθηκε ως μια από τις καλύτερες τράπεζες τις Ρουμανίας, το 2008 χρειάστηκε περαιτέρω χρηματοδότηση. Επομένως, προέβει σε εντοπισμό στρατηγικών επενδυτών, μεταξύ των οποίων ήταν και η Τράπεζα Κύπρου. Η Τράπεζα Κύπρου επεδίωκε την απόκτηση μεριδίου πέραν του 10%, κάτι το οποίο ερχόταν σε σύγκρουση με το καταστατικό της Banca Transilvania, σύμφωνα με το οποίο «απαγόρευε  σε ξένους επενδυτές να αποκτήσουν μερίδιο στην τράπεζα πέραν του 10%». Εξαιτίας τούτου, η Τράπεζα Κύπρου απέσυρε το ενδιαφέρον της, τουλάχιστον επίσημα.  Ανεπίσημα, όμως, και σύμφωνα με ηλεκτρονική αλληλογραφία, η Τράπεζα Κύπρου εξακολούθησε να ενδιαφέρεται για απόκτηση ποσοστού μέχρι και 20%. Κάτι το οποίο τεκμηριώνεται και σε «εσωτερικό άτυπο έγγραφο που διανεμήθηκε στα μέλη του Τμήματος Συγχωνεύσεων και Εξαγορών της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο σκιαγραφούσε ένα μηχανισμό που προέβλεπε για την αγορά μεριδίου 20% της Banca Transilvania μέσω ενός ή περισσότερεων εκ των ιδρυτικών προσώπων της και την αλλαγή του καταστατικού της για να καταστεί δυνατή η αγορά του μεριδίου 20% της Banca Transilvania[4]». Παρατηρείται, εδώ, ένα παρόμοιο μοτίβο με την περίπτωση της Uniastrum. Δηλαδή μια επιμονή για αυτή την επένδυση, για την οποία επιμονή δεν διαφαίνονται οποιαδήποτε εύλογα στοιχεία που να τη στηρίζουν. Στην περίπτωση, δε, της Banca Transilvania και σύμφωνα με τα πιο πάνω, φαίνεται και μια διάσταση μεταξύ της επίσημης θέσης της Τράπεζας Κύπρου, που ήταν η απόσυρση του ενδιαφέροντος για την επένδυση, με μια ανεπίσημη θέση που παρουσιάζεται ξαφνικά και συνδέεται με την επιμονή κάποιων. Οι δύο θέσεις έρχονται σε σύγκρουση, με αποτέλεσμα ένα «γιατί» να αιωρείται ανάμεσα στο «πώς προέκυψε η ανεπίσημη θέση», αλλά και το «ποιών ήταν η ανεπίσημη θέση» και «με ποιά δικαιοδοσία» είχαν αυτή τη θέση, αφού προφανώς δεν πρόκεται για χαμηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας, όπως οι ταμίες για παράδειγμα. Επιπρόσθετα ερωτήματα δημιουργούνται με την προσπάθεια που καταβάλλεται στο εσωτερικό άτυπο έγγραφο, που στην ουσία αποτελεί απόκρυψη της πραγματικής ιδιοκτησίας μετόχων και προσπάθεια παραπλάνησης ή επηρεασμού, κάτι το οποίο καταγράφεται ευθαρσώς «οι μηχανισμοί που σύμφωνα με το πιο πάνω άτυπο έγγραφο φαίνεται να δημιουργήθηκαν για την απόκρυψη της πραγματικής ιδιοκτησίας των μετοχών της Banca Transilvania που αγοράζονταν για λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου ενδεχομένως να ευθύνονται για τον περιορισμό της αύξησης της τιμής των μετοχών της εν λόγω τράπεζας, αφού το επενδυτικό κοινό στη Ρουμανία δεν ήταν ενήμερο για το ενδιαφέρον της Τράπεζας Κύπρου να αγοράσει μερίδιο επί της ρουμανικής τράπεζας.[5]»
Τελικά επικράτησε η ανεπίση θέση και εφαρμόστηκε με τα ακόλουθα μέσα:
«1.Μέσω της συνομολόγησης συμφωνίας με ένα εκ των ιδρυτών της Banca Transilvania να αγοράσει μετοχές της εν λόγω τράπεζας τις οποίες στη συνέχεια θα πωλούσε στην Τράπεζα Κύπρου σε προσυφμωνημένη τιμή
2.Μέσω της παροχής προνομικών δανείων σε εταιρείες ιδιοκτησίας των ιδρυτών της Banca Transilvania, με αντάλλαγμα να αγοράσουν μετοχές της τράπεζας τις οποίες αργότερα θα πωλούσαν στην Τράπεζα Κύπρου
3. Μέσω της παροχής τραπεζικού δανείου σε υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος, ενεργώντας ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της, θα αγόραζε από την αγορά μετοχές της Banca Transilvania[6]»
Ίσως τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επένδυση της Τράπεζας Κύπρου στην Banca Transilvania, να απαντούν στο ερώτημα του κ. Ηλιάδη για τους λόγους που προέβη η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στη διερεύνηση των διαδικασιών που ακολουθούθηκαν. Θα μπορούσε ίσως να επεκταθεί για να εξηγήσει κατά πόσο αυτός είναι ο συνηθισμένος και ενδεδειγμένος τρόπος για να προβαίνει μια τράπεζα σε επέκταση και επενδυτικές δραστηριότητες. Ή ακόμα πώς εμπλάκηκε ένας εκ των ιδρυτών της Banca Transilvania να συνομολογήσει συμφωνία για αγορά μετοχών που θα μεταπωλούσε στην Τράπεζα Κύπρου και εάν ήταν αυτό σε γνώση των υπόλοιπων ιδρυτών. Και αλήθεια, με ποιό αντάλλαγμα, τόσο ο ένας εκ των ιδρυτών της Banca Transilvania, όσο και ο υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου θα αγόραζαν μετοχές της Banca Transilvania για λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου. Και τελικά, ποιοί, πώς και πόσο επωφελούνταν από όλο αυτό.

Μια ακόμα ύποπτη διαδικασία δανείων με αμφίβολες εξασφαλίσεις και ύποπτη επιμονή μερικών για να προχωρησεί το ντηλ…
Ο κλήρος για τον ένα εκ των ιδρυτών της Banca Transilvania, έπεσε στον κ. Ciorcila, ο οποίος πρότεινε τη δέσμευση μετοχών του στην εν λόγω τράπεζα, όπως και μετοχές του στη δικής του ιδιοκτησία Banca Casternet Ltd και Dodworth Ltd, καθώς και άλλης μιας εταιρείας, ως εξασφαλίσεις για δάνεια που αιτήθηκε με προβαλλόμενο σκοπό την αποπληρωμή δανείου του στην Alpha Bank. Το δάνειο αυτό εγκρίθηκε από τους Κυπρή, Σιαρλή, Ηλιάδη και Καρυδά. “Σύμφωνα με την έκθεση της Alvarez & Marsal η αξία των μετοχών που προσφέρονταν ως εξασφάλιση όχι μόνο δεν κάλυπτε το ποσό του εν λόγω δανείου, αλλά αποτελούσε επίσης χαμηλότερη εξασφάλιση για την Τράπεζα Κύπρου από αυτή που προνοείτο στα αρχικά δάνει του κ. Ciorcila. Υπό το φως των πιο πάνω η Alvarez & Marsal καταγράφει στην έκθεσή της την εκτίμηση ότι η έγκριση του εν λόγω δανείου θα εξέθετε την Τράπεζα Κύπρου σε περαιτέρω ζημιά που δεν θα μπορούσε να καλυφθεί, στην περίπτωση μη πληρωμής του εν λόγω δανείου. ...[..] Σε μεταγενέστερο σημείο της Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 2009, επισημαίνει η Alvarez & Marsal, αναφέρεται επίσης ότι το δάνειο που είχε συνάψει ο κ. Ciorcila  με την Alpha Bank καθίστατο πληρωτέο τον Οκτώβριο του 2009 και ότι η αυστηρή στάση της εν λόγω τράπεζας ήταν ασύμβατη με τη στάση της Τράπεζας Κύπρου (που ήταν πιο ανεκτική με τον εν λόγω πελάτη) και ότι εμμέσως επηρέαζε τη θέση της ως προς τα δάνεια καθιστώντας τη δομή των δανείων του ομίλου του κ. Ciorcila μεταξύ των δυο τραπεζών ως μη λειτουργήσιμη[7]»
Το σχέδιο ακολουθήθηκε κατά γράμμα. Αφού το δάνειο του κ. Ciorcila εγκρίθηκε, έστω και με ανεπαρκείς εξασφαλίσεις (δάνεια ύψους 59 εκατομμυρίων ευρώ με εξασφαλίσεις λίγο πέραν των 37 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή ποσοστό εξασφαλίσεων 63%) και ασύμβατη στάση της Τράπεζας Κύπρου, ήρθε η στιγμή του διακανονισμού με πρόταση εκ μέρους του κ. Ciorcila για πώληση των μετοχών του στην Banca Transilvania, η αξία των οποίων εν τω μεταξύ είχε μειωθεί σε σημείο που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί διαδικασία εκποίησής τους, κάτι στο οποίο δεν προέβει η Τράπεζα Κύπρου. Αντίθετα, η Τράπεζα Κύπρου προχωρούσε τη διαδικασία για αναδιάρθρωση των δανείων του κ. Ciorcila, όπως προέβλεπε η σχετική συμφωνία που περιλάμβανε και  αποδέσμευση υποθηκευμένων περιουσιακών του στοιχείων με αντάλλαγμα την έμμεση πώληση του 15% του μετοχικού του κεφαλαίου – όπως και του κ. Silaghi – της Banca Transilvania. Οι όροι της αναδιάρθρωσης του δανείου περιλάμβαναν μη καταβολή δόσεων για τα πρώτα τρία από τα δέκα χρόνια, δυνατότητα σταθεροποίησης του επιτοκίου και πιθανότητα περαιτέρω αποδέσμευσης εγγυήσεων. Η Τράπεζα Κύπρου, θα προέβαινε σήμερα σε αντίστοιχες διευθετήσεις για δάνεια πληγέντων πελατών της από τη δική της κρίση ή μήπως η συγκεκριμένη τακτική αφορά μόνο επιλεκτικά σε στελέχη άλλων τραπεζών, που συμβάλουν στην υλοποίηση ανεπίσημων θέσεων και εμμονών επέκτασης;

Τελικά, οι Ρουμανικές αρχές άρχισαν να υποψιάζονται – έρευνα για «πιθανή χειραγώγηση της αγοράς». Πού να ξέρουν ότι το έθιμο εδώ στην Κύπρο ανθίζει ατιμώρητο από το 1999;
Με την ένταξη και του κ. Silaghi στην ομάδα, προχώρησε και η διαδικασία για τροποίηση του καταστατικού της Banca Transilvania, ώστε να επιτρέπεται σε ξένο επενδυτή, και στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Τράπεζα Κύπρου, να κατέχει πέραν του 10% του μετοχικού κεφαλαίου. Το σχέδιο πρόλαβαν τα γεγονότα, αφού διετάχθει έρευνα από πλευράς των ρουμανικών αρχών «αναφορικά με πιθανή χειραγώγηση της αγοράς». Οι στόχοι του κ. Ηλιάδη για πελατεία στο offshore business στην Κύπρο και ενίσχυση των εμπορικών και τουριστικών σχέσεων Κύπρου-Ρουμανίας, θα μπορούσε να επιτευχθεί με την παραχώρηση από πλευράς Κύπρου των ευρημάτων για το θέμα της Έκθεσης Alvarez & Marsal στη Ρουμανία, ειδικά τα αποσπάσματα που αφορούν στο σχέδιο μεταξύ Τράπεζας Κύπρου και την αλληλογραφία και προσχέδια συμφωνίας με τους κ. Ciorcila και Silaghi, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου σύμφωνα με πληρεξούσιο που του είχε παραχωρήθει από τους κ. Ηλιάδη και Κυπρή. Όμως, το πόρισμα των ρουμανικών διωκτικών αρχών, κατέδειξε τελικά τη χειραγώγηση της αγορά και γενικότερη συνέργεια των μερών, ούτως ή άλλως.

Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου δεν περιλαμβάνεται ούτε η αναδιάρθρωση των δανείων του ομίλου Ciorcila, ούτε και οι εξασφαλισθείσες μετοχές της Banca Transilvania, και εννοείται ούτε ο τρόπος με τον οποίο εξασφαλίστηκαν με προμήθεια προς τον κ. Ciorcila 15% ανά μετοχή, αλλά ούτε και αν κάτι αντίστοιχο συνέβη και στην περίπτωση των στελεχών της Τράπεζας Κύπρου που προώθησαν με τόσο ζήλο τη συγκεκριμένη «επένδυση». «Η Alvarez & Marsal αναφέρει στην έκθεσή της ότι οι ανώτεροι διευθυντές είχαν ήδη ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για την αγορά μεριδίου πέραν του 5% του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω τράπεζας, προτού αποταθούν στο διοικητικό συμβούλιο για έγκριση της επένδυσης, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό την εξουσία και το σκοπό του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας[8]» Και όταν αυτό συνέβη, τί έκανε το διοικητικό συμβούλιο; Απλώς υιοθέτησε την παράκαμπψη της εξουσίας του και είπε «μπράβο» στους ανώτερους διευθυντές που εμπλάκηκαν; Επίσης, τί έκανε το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου, όταν δύο υπάλληλοι της τράπεζας που διοικούσε κατηγορήθηκαν από τις ρουμανικές αρχές μαζί με τους κ. Ciorcila και Silaghi για χειραγώγηση της αγοράς; Το νυν διοικητικό συμβούλιο προχώρησε στην ενημέρωση των ρουμανικών αρχών για την αλληλουχία γεγονότων που προέκυψε με την έκθεση της Alvarez & Marsal και τώρα πλέον καταγράφεται σε έρευνα του κοινοβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Ως επίλογο να παραθέσουμε το σχόλιο του κ. Ηλιάδη στην επιτροπή θεσμών σε συνεδρία της ημερομηνίας 24 Σεπτεμβρίου 2013. Μετά τα όσα καταγράφηκαν πιο πάνω, τα σχόλια δικά σας:
«Τώρα, για το γενικότερο πρόβλημα που σας απασχολεί, επειδή με ρωτήσατε και την περασμένη φορά που ήμουν εδώ, κύριε πρόεδρε, έκατσα και προβληματίστηκα πώς θα μπορέσω να το πω απλά, για να μπορέσει να είναι ξεκάθαρο το πώς επηρέασε η επέκταση της τράπεζας στο εξωτερικό την ίδια την πορεία της τράπεζας των τελευταίων δέκα χρόνων. Έκατσα και έβαλα τα πράγματα κάτω και είδα ότι ουσιαστικά από το 2004 το ΑΕΠ της Κύπρου ήταν 12,9%, €13 δις το 2004. Το 2008 έφτασε στο 17,5%. Αυτό σημαίνει ένα 34% αύξηση. Αν πάμε στους επιμέρους τομείς, θα δείτε ότι διψήφιο ποσοστό επέκτασης είχαν κάποιοι συγκεκριμένοι τομείς, που ήταν το offshore business ουσιαστικά, ήταν η δικηγορία, οι τράπεζες και η λογιστική... Και ο δεύτερος τομέας ήταν η δευτερογενής κατοικία, η οποία επίσης έφερε και πολλά έσοδα. Τα έσοδα στα ταμεία της κυβέρνησης από €80 εκατομ. βγήκαν πάνω από €1 δις το χρόνο απλώς με μεταβιβάσεις. Λοιπόν, όλα αυτά τα έσοδα αύξησαν το ΑΕΠ. Είδα επίσης τις προβλέψεις για το 2014. Οι προβλέψεις για το 2014 υπολογίζουν ότι θα είναι σε πραγματικούς όρους πάλι στα €13 δις το ΑΕΠ της Κύπρου. Ε, τι πάθαμε; Ουσιαστικά επιστρέφουμε στο 2004 [...][9]»






[1] Συμπληρωματική Έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα «Η Λειτουργία των θεσμών του χρηματοπιστωτικού συστήματος», Μάϊος 2014, σελ 137
[2] Οππ, σελ 138
[3] οππ
[4] Οππ, σελ 142
[5] Οππ, σελ 142-143
[6] Οππ, σελ 143
[7] Οππ, σελ 145
[8] Οππ, σελ 155
[9] Οππ, σελ 160

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου