31 Μαΐ 2014

Ανάλυση των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών: η ανθεκτικότητα του ΑΚΕΛ και η αποτυχία των επιθέσεων εναντίον του, η πλειοψηφική αποστασιοποίηση από την Ε.Ε., η συσπείρωση του ΔΗΣΥ ως κυβέρνηση μειοψηφίας, και η παράδοξη ενδυνάμωση του Τασσικού μετώπου [μια στατιστική και ιστορική-ρητορική ανάλυση πλαισίου]



Οι αμήχανοι δημοσιογράφοι μπροστά σε ένα αποτέλεσμα που δεν ταίριαζε με το σενάριο που είχαν ετοιμάσει
Μετά την ανακοίνωση των exit polls και των πρώτων αποτελεσμάτων το βράδυ των ευρωεκλογών, υπήρχε μια αυξανόμενη αμηχανία στους δημοσιογράφους, που είχαν αναλάβει τις τηλεοπτικές συζητήσεις για το εκλογικό αποτέλεσμα – η αποχή ήταν κάτι το οποίο ανέμεναν, αλλά φάνηκε ότι ανέμεναν και συγκεκριμένα ποσοστά για τα κόμματα, και φαίνονταν να είχαν ένα «ποίημα» έτοιμο για απαγγελία. Ομοιόμορφο, όπως άλλωστε φάνηκε και από την επιλογή των παρουσιαστών: Ο κ. Καρεκλάς στο ΡΙΚ, ο οποίος είχε αποδείξει την νομιμοφροσύνη του στην νέα κυβέρνηση, ο κ. Τσουρούλης, ο οποίος εκφράζει την γραμμή του κόμματος του ΔΗΣΥ, και ο κ. Μυλωνάς, ο οποίος προσπαθούσε να καλύψει και το απορριπτικό κέντρο. Υπήρχε και στόχος και εστίαση. Και οι 3 ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν το σενάριο «φταίνε οι πολιτικοί» και να καταλήξουν στο «στόχο», όπως προδιαγραφόταν από τις προεκλογικές εστιάσεις της πλειοψηφίας των ΜΜΕ. Ο κ. Καρεκλάς, μάλιστα, είχε αρχίσει να υψώνει και το δάκτυλο για να ξεκινήσει το κήρυγμα, όταν διαφάνηκε το πρώτο πρόβλημα – ο «στόχος» δεν προσφερόταν. Το ποσοστά του ΑΚΕΛ, το οποίο ήταν εμφανώς ο στόχος, ήταν σαφώς πολύ πιο ψηλά από ότι προέβλεπαν όλες ανεξαιρέτως οι δημοσκοπήσεις προεκλογικά – ενώ του έδιναν ποσοστά από 13% μέχρι 19%, με κέντρο βάρους το 15%, ξαφνικά τα exit polls  έδειχναν πάνω από 24% και τα αποτελέσματα το έβγαζαν ακόμα πιο ψηλά. Αυτή η διάψευση οδηγούσε και σε μια δεύτερη διάψευση του σεναρίου πάνω στο οποίο ήλπιζαν να κτίσουν οι δημοσιογράφοι τη ρητορική τους – ότι θα έχανε την μια έδρα το ΑΚΕΛ και θα την έπαιρνε, είτε ο ΔΗΣΥ[1], είτε η Συμμαχία Πολιτών. Όταν οριστικοποιήθηκε ότι το ΑΚΕΛ θα διατηρούσε τη δεύτερη έδρα, η αμηχανία ήταν πια έκδηλη. Ο Μυλωνάς βιάστηκε να διαψεύσει το Λουκαΐδη του ΑΚΕΛ, όταν του θύμισε αιχμηρά τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις. Ο Ορεινός,-σχολιαστής δημοσκοπήσεων του Σίγμα- προσπαθούσε κάπως απελπισμένα να εξηγήσει ότι, αν γινόταν κάτι άλλο - αν ψήφιζαν περισσότεροι τον ΔΗΣΥ κατά το «αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν..» κλπ - θα είχε δίκαιο, όταν πρόβλεπε ότι θα έπαιρνε την έδρα ο ΔΗΣΥ. Τα ίδια προέβλεπε και το πρωί η εφημερίδα του κ. Χάσικου. Η διάψευση ήταν εκεί.

Οπότε, μετά από εκείνη τη ψυχρολουσία, η έμφαση στράφηκε σε δυο άλλες κατευθύνσεις – στο ποσοστό αποχής, και στα ποσοστά του ΔΗΚΟ. Διότι στις προεκλογικές ρητορικές των πρωτοσέλιδων, η υπόσχεση ήταν ότι, μετεκλογικά, θα υπήρχαν «αλλαγές» στον πολιτικό χάρτη, και «ανατροπές». Η επίθεση εναντίον του ΑΚΕΛ απέτυχε και η επόμενη έμφαση ήταν να εμφανιστεί κρίση στο ΔΗΚΟ. Ο Τσουρούλης διέκοπτε συνεχώς τον Μάρκο Κυπριανού, προσπαθώντας να υποβάλει ότι θα έπρεπε να έχει κρίση το ΔΗΚΟ. Όμως και εκεί τα δεδομένα δεν βοηθούσαν – διότι το σχεδόν 11% του ΔΗΚΟ, δεν ήταν και δραματικά διαφορετικό από το 12%, που είχε πάρει επί Καρογιαν το 2009. Και τελικά, υπήρχε σαν μπόνους για τον νέο ηγέτη του ΔΗΚΟ ότι κέρδισε την έδρα ένας σύμμαχός του. Οπότε, η έμφαση στράφηκε σε μια γενικόλογη αοριστολογία για την αποχή, η οποια αγωνιζόταν να αποφύγει το οφθαλμοφανές – ότι οι κύπριοι πολίτες είχαν απορρίψει την Ε.Ε., μέσα από τις εκλογές νομιμοποίησής της. Αυτό λέγεται, έτσι και αλλιώς σε όλη την Ευρώπη, όταν είναι χαμηλά τα ποσοστά. Αλλά το τοπικό «ποίημα», και οι επιλεγμένοι παρουσιαστές, είχαν σαφή στόχο να το λογοκρίνουν όπως φάνηκε.[2] Ακόμα και το πρόβλημα - ή και σκάνδαλο- του αποκλεισμού 30,000 τ/κ, δεν εμφανίστηκε στις συζητήσεις. Όπως πέρασε ασχολίαστο και το ότι τα ΜΜΕ είχαν έμμεσα υποψηφίους -με πιο κλασσική περίπτωση τον Πολίτη - οι οποίοι απέτυχαν.  Και τελικά, ήταν το υπεράνω κριτικής, από τα ΜΜΕ, σχήμα των ΕΔΕΚ-Περδίκη που κινδύνευσε να χάσει την έδρα, αντί το ΑΚΕΛ. Αλλά αυτά δεν λέγονται. Μόνο ο κ. Βενιζέλος στο Φιλελεύθερο, την επομένη, είχε μια αξιοσημείωτα καλή (σε σύγκριση με τα προηγούμενα κείμενά του) ανάλυση – αλλα ο πρωτοσέλιδος τίτλος επέμενε στο προκατασκευασμένο «ποίημα». Στον Πολίτη, η απογοήτευση ήταν εμφανής. Όχι μόνο απέτυχε η εκστρατεία της εφημερίδας εναντίον της αριστεράς, αλλά και οι υποψήφιοι της εφημερίδας απέτυχαν, επίσης. Μέχρι και ο Στυλιανίδης, με τόση προβολή, εκλέγηκε οριακά.

Ερμηνεύοντας την αποχή: Η απόρριψη της Ευρώπης, την οποία λογόκριναν τα ΜΜΕ



Αλλά, ξαφνικά, μετά το εκλογικό σοκ για τα ΜΜΕ προσπάθησαν να μειώσουν τη σημασία του αποτελέσματος και να εστιάσουν στην αποχή. Είναι γεγονός ότι αν δεν ψηφίσει ένα σημαντικό ποσοστό, τότε υπάρχει ένα, ενδεχομένως, μεροληπτικό δείγμα – εκείνοι οι οποίοι ψηφίζουν -και οι ομάδες που για κάποιο λόγο κινητοποιούν τους ψηφοφόρους τους- έχουν πλεονέκτημα. Και σε αυτή την περίπτωση ήταν εμφανές ότι τα ψηλά ποσοστά του ΔΗΣΥ ήταν προϊόν ενός μη αντιπροσωπευτικού δείγματος – η εκστρατεία των ΜΜΕ για αποχή, ωφέλησε τον ΔΗΣΥ, ο οποίος ως κόμμα που ήρθε στην εξουσία μετά από 10 χρόνια και προβάλλει, εμφανώς, την υπόσχεση ρουσφετιού στους οπαδούς του, θα είχε σε αυτό το στάδιο συσπείρωση. Πέρα όμως από αυτό, το εκλογικό δείγμα έχει σαφώς στοιχεία αντιπροσωπευτικότητας, όταν λάβει κανείς υπόψη τις ιδιομορφίες της περίστασης – όπως στην περίπτωση των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ, οι οποίοι φαίνονταν και στις προεκλογικές δημοσκοπήσεις να είναι οι πιο αποφασισμένοι να ψηφίσουν. Για να φανεί, όμως, το τί λέει το δείγμα, θα πρέπει να συγκριθεί με δυο άλλα στοιχεία – με ανάλογες εκλογικές αναμετρήσεις ιστορικά - λ.χ. άλλες ευρωεκλογές - αλλά και με άλλες ανάλογες εκλογές, όπως οι τοπικές – όπως είναι οι βουλευτικές και οι προεδρικές. Αν δει κάποιος την αποχή, σε αυτό το πλαίσιο, τότε τα στοιχεία είναι ενδιαφέροντα.

Αποχή στις ευρωεκλογές
2004
28%

2009
40.6% -αρχικά είχε ανακοινωθεί 41.12%
Άνοδος της αποχής κατά 12.6%
2014
52-53%[3] -χωρίς τους τ/κ ψηφοφόρους, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονταν στο δείγμα στις προηγούμενες εκλογές
Άρα μια αύξηση της αποχής 12-13%, ανάλογη της προηγούμενης.


Άρα, αν δει κάποιος τα ποσοστά της αποχής ιστορικά, όλη η φιλολογία για απόρριψη των πολιτικών που κατασκεύασαν τα ΜΜΕ, δεν έχει στατιστική βάση. Το 2009, δεν υπήρχε το υποτιθέμενο σημερινό κλίμα και όμως, η αποχή είχε αυξηθεί ανάλογα. Ουσιαστικά,  η αποχή είναι μεγαλύτερη στις ευρωεκλογές από το 2004, και αυξάνεται κάθε φορά με ανάλογα σταθερά ποσοστά. Αυτή τη φορά, ουσιαστικά, έφτασε το ευρωπαϊκό μέσο όρο, γύρω στο 43%. Και στην Ε.Ε., είναι σαφές γιατί δεν ψηφίζουν οι πολίτες στις ευρωεκλογές – οι αιτίες αποδίδονται στην ίδια την Ε.Ε. Αυτό που βλέπουμε στην Κύπρο είναι, ουσιαστικά, το τέλος της Ευρωπαϊκής ταύτισης, η οποία προωθήθηκε έντονα πριν την ένταξη. Τότε στις δημοσκοπήσεις εμφανιζόταν ένα ποσοστό γύρω στο 24% να διαφωνεί με την ένταξη – παρά την ομοφωνία των κομμάτων. Αυτή η ταύτιση άρχισε να σπάζει πρώτα πολιτικά, την περίοδο 2004-2009, όταν οι ελληνοκύπριοι συνειδητοποίησαν ότι η Ε.Ε. δεν ήταν ένα club το οποίο θα τους ευνοούσε – σε σχέση λ.χ. με το κυπριακό. Και σήμερα, προφανώς, μετά τις αντιπαραθέσεις στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα το 2012 και την επιβολή του κουρέματος -έστω και του δευτέρου- το 2013, η απόρριψη της Ε.Ε. είναι και σαφής και εξηγήσιμη. Απλώς, τα ΜΜΕ τη λογοκρίνουν – όπως λογόκριναν και την πραγματικότητα της Ε.Ε. το 2004 και του ευρώ το 2008.

Μια σύγκριση με ανάλογα εκλογικά ποσοστά σε τοπικές εκλογές επιβεβαιώνει ότι, ουσιαστικά, η απόρριψη αφορά την Ε.Ε. – στις τοπικές εκλογές οι κύπριοι πολίτες μπορεί να αύξησαν το ποσοστό αποχής, αλλά παραμένουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία εμπλεκόμενοι στη διαδικασία της επιλογής των πολιτικών.

Αποχή από τοπικές εκλογές
2006 [βουλευτικές]
11%

2011 [βουλευτικές]
21%
Η άνοδος 10% είναι μεν ανάλογη των ευρωεκλογών, αλλά τα ποσοστά είναι δραματικά διαφορετικά – αντί 40% εδώ έχουμε 21%
2013 [προεδρικές]
16% [πρώτο γύρο] 18% [δεύτερο γύρο – σε αυτό το γύρο υπήρχε μεγάλη αύξηση του λευκού και του άκυρου. Δηλαδή, οι πολίτες πήγαν στις εκλογές και εξέφρασαν την ό,ποια άποψή τους με άλλο τρόπο από τη ψήφιση των 2 υποψηφίων
Στις προεδρικές η αποχή μειώθηκε μάλιστα σε σύγκριση με τις βουλευτικές του 2011.
Ήταν, όμως, πιο χαμηλή σε σχέση με τις προεδρικές του 2008 όπου  η αποχή ήταν 10.38% στον πρώτο γύρο και 9.16% στον δεύτερο.

Οπότε, σε αυτό το πλαίσιο, ενώ οι οπαδοί του ΔΗΣΥ, οι οποίοι είναι και ιδεολογικά πιο φιλοδυτικοί, αλλά και οι υποστηρικτές του μνημονίου, είχαν κίνητρο να ψηφίσουν, πολλοί άλλοι, οι οποίοι θεωρούν πια την Ε.Ε. αντίπαλο, υπεύθυνη για τα προβλήματα, ή τη βλέπουν με καχυποψία, είχαν κάθε λόγο να μην ψηφίσουν για να την νομομιμοποιήσουν ή να σπαταλήσουν τον χρόνο τους. Το ότι τα ΜΜΕ προσπαθούσαν να αποφύγουν αυτό το εύκολα ερμηνεύσιμο γεγονός, ήταν αστείο. Διότι η απόρριψη της Ε.Ε., και του ευρώ, ή μια ευρύτερη καχυποψία πια απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς καταγράφεται επίσης και στο ευρωβαρόμετρο και στη δημοσκόπηση του ΡΙΚ του Απρίλη, η οποία πλησίασε κάπως τα μετεκλογικά αποτελέσματα.


Όταν τα ΜΜΕ αδυνατούν να παραδεχθούν την ήττα των θεαμάτων και των δημοσκοπήσεών τους: αν μετά από τόσες επιθέσεις εναντίον του ΑΚΕΛ,  το κόμμα παίρνει 27%, τότε πόσα θα πάρει σε άλλο κλίμα;



Από το περασμένο καλοκαίρι, οι δημοσκοπήσεις επέμεναν ότι το ποσοστό του ΑΚΕΛ ήταν γύρω στο 15%. Μετεκλογικά, μπορεί να λένε ότι ήταν, χωρίς ανάγωγη – αλλά οι  αριθμοί για τα μικρότερα κόμματα αποδείκτηκαν, τελικά, να ήταν κοντά στα πραγματικά τους ποσοστά. Ακόμα και όταν πλησίαζαν οι εκλογές, μόνο η δημοσκόπηση του ΡΙΚ τον Απρίλιο έβγαλε το ΑΚΕΛ με ποσοστά πάνω από 20%. Αλλά ακόμα και οι ανάγωγες, δεν το έβγαζαν με περισσότερο από 24% και κάτι. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι υπήρχε «κρυμμένη ψήφος», ότι οι αριστεροί ψηφοφόροι δεν δήλωναν τις προθέσεις τους. Επειδή, όμως, ανάλογα έγιναν και πριν τις προεδρικές -εκεί έδιναν στο ΑΚΕΛ ποσοστά γύρω στο 19-21% και με κάποια ανάγωγη μέχρι το 24%- είναι σαφές ότι θα μπορούσαν οι εκτιμήσεις να είχαν σταθμιστεί ανάλογα. Όλα τα ΜΜΕ, όμως ,επέμεναν να προβάλουν επιδεικτικά, και αναπόφευκτα μάλλον σκόπιμα, χαμηλά ποσοστά για την αριστερά, τα οποία αν συνδυαστούν με τη μονοδιάστατη ρητορική επίθεση εναντίον του ΑΚΕΛ είχαν, λογικά, ως εμφανή στόχο την καλλιέργεια κλίματος «αυτοεπαληθευόμενης προφητείας». Απέτυχαν και ήταν το δεύτερο φιάσκο των ΜΜΕ, μετά τις προεδρικές – διότι εκεί, όχι μόνο πήρε σχεδόν 27% ο κ. Μαλάς, αλλά έφτασε και σχεδόν το 43% στο δεύτερο γύρο. Ποσοστά αδιανόητα για όσα πρόβαλλαν οι δημοσκοπήσεις των ΜΜΕ. Είναι πιθανό ότι οι αρκετές δημοσκοπήσεις ήταν πειραγμένες σκόπιμα σε σχέση τουλάχιστον με το ΑΚΕΛ.

Όπως σωστά παραδέχθηκε ο κ. Βενιζέλος, τη Δευτέρα μετά τις εκλογές, το ΑΚΕΛ τελικά απέδειξε ότι όχι μόνο μπόρεσε να αντισταθεί στις επιθέσεις [«συγκράτησε  δυνάμεις»] αλλά έχοντας διατηρήσει τα ιστορικά του ποσοστά, 27%,  σε περίοδο, είτε κρίσης, είτε επιθέσεων (μέσα της δεκαετίας 1980, Ευρωεκλογές 2004, πρώτος γύρος προεδρικών 2013) και με τους ψηφοφόρους του να επιλέγουν την αποχή, παρά την μετακίνηση, σύμφωνα ακόμα και με τις εχθρικές για την αριστερά δημοσκοπήσεις, δημιουργούνται, πια, τα δεδομένα «επιστροφής» του κόμματος στα ιστορικά του ποσοστά. Διότι, όπως παρατηρήθηκε και στο προεκλογικό σχόλιο στη Δ.Α., η αριστερά έχει τους πιο ευρωσκεπτικιστές ψηφοφόρους, οι οποίοι θα ήταν πιθανό να αδιαφορήσουν για ένα οργανισμό, ο οποίος, είτε δεν τους ενδιαφέρει, είτε τον θεωρούν εχθρικό. Άρα και το ότι η αριστερά πήρε αυτά τα ποσοστά, είναι και είδος συσπείρωσης. Διότι με εξαίρεση το 2009, ανάλογα ποσοστά είχε πάρει και το 2004, όταν αντιμετώπιζε εσωτερική κρίση, λόγω του δημοψηφίσματος, αλλά και όταν στις πρώτες ευρωεκλογές οι αριστεροί που αμφισβητούσαν την Ευρώπη επέλεξαν την αποχή.

Για να κατανοηθεί, ωστόσο, η επιτυχία της ανθεκτικότητας του ΑΚΕΛ θα πρέπει να τοποθετηθεί στο ιστορικό πλαίσιο. Από το Μάρτιο του 2013, όταν απορρίφθηκε το πρώτο μνημόνιο που προνοούσε τη μεταφορά των ζημιών των τραπεζών σε όλη την κοινωνία, ο ΔΗΣΥ σε συνεργασία με τη συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ εξαπέλυσε μια συνεχή εκστρατεία εναντίον της αριστεράς – και του ΑΚΕΛ ως κόμμα, αλλά και της ευρύτερης ντε φάκτο και εν δυνάμει αριστεράς, όπως εκφράζεται από τις κινητοποιήσεις και τις διεκδικήσεις ενάντια στη λιτότητα και στο μνημόνιο.

Ο αρχικός φαινομενικός στόχος ήταν, βέβαια, η μετατόπιση των ευθυνών μέσα από τη ρητορική του «φταίνε οι προηγούμενοι». Όμως, όσο προχωρούσε ο χρόνος ήταν εμφανές ότι η επίθεση είχε και δυο άλλες διαστάσεις – τις αντιστάσεις στο μνημόνιο, αλλά και τη θέση της κυπριακής αριστεράς -ταξικά, αλλά και γεωπολιτικά:
  1. Οι αντιστάσεις στο μνημόνιο και στις προσπάθειες της κυβέρνησης να προωθήσει ταξικές πολιτικές, που να ευνοούν το κεφάλαιο, είναι φανερό ότι έχουν βαθιές ρίζες. Η απόρριψη του πρώτου κουρέματος είναι ένα τεκμήριο του τί μπορεί να συμβεί, εν δυνάμει, ανά πάσα στιγμή. Αλλά και μετά από το σοκ που καλλιέργησαν εν μέρει τα ΜΜΕ μετά το Μάρτιο του 2013, είναι σαφές από το τέλος εκείνου το χρόνου άρχισαν και πάλι να γεμίζουν οι δρόμοι και να αυξάνονται οι πιέσεις ενάντια στις κυβερνητικές πολιτικές –  παρά τις προσπάθειες των ΜΜΕ να τις παρουσιάσουν σαν σχεδόν «φυσικά» αναπόφευκτες. Με δεδομένο ότι το ΑΚΕΛ ακόμα και όταν εξ’ ανάγκης διαπραγματευόταν το μνημόνιο, επέμενε στις δύσκολες/σκληρές διαπραγματεύσεις και μετά επέμενε και επιμένει στην πίεση προς την τρόικα, ήταν και είναι σαφές ότι η κυβέρνηση, αλλά και όσοι θεωρούν το μνημόνιο ως ευκαιρία επαναδιαπραγμάτευσης των ταξικών σχέσεων, θέλουν να εμφανίσουν τη στάση του ΑΚΕΛ σαν μη αποδεχτή. Για αυτό οι επιθέσεις ενάντια στην προηγούμενη κυβέρνηση, όπως εμφανίστηκαν με το θέαμα Πική, δεν ήταν μόνο τελετουργικές στα πλαίσια της εναλλαγής εξουσίας – είχαν ως στόχο να δαιμονοποιηθεί η αντίσταση με τη ρητορική ότι η «καθυστέρηση», άρα η αντίσταση και η διαπραγμάτευση, ήταν πρόβλημα από μόνο του, όπως και η υπεράσπιση του Δημοσίου και των εργατικών δικαιωμάτων – με τη ρητορική «όλοι φταίμε». Έτσι, αν τελικά κατάφερναν να μειωθούν αισθητά τα ποσοστά του ΑΚΕΛ, η ρητορική του ηγεμονικού λόγου θα ήταν ότι «οι πολίτες δεν εγκρίνουν» τη στάση του – και κατά συνέπεια την αντίσταση. Θα έπρεπε, δηλαδή, το ΑΚΕΛ να αποστασιοποιηθεί από τις κινητοποιήσεις και οι αντιδράσεις στην τρόικα, τη λιτότητα και την ταξική προκατάληψη της κυβέρνησης, να εμφανίζονται σαν περιθωριακές.
  2. Το παραδοσιακό μπλοκ εξουσίας θα ήθελε μια άλλη αριστερά – μια πιο προσαρμοσμένη στα δεδομένα της παραδοσιακής ελίτ. Είναι η λογική που εξέφραζαν από το 2009 μέσω του Αβέρωφ ότι το ΑΚΕΛ δεν συμπαθεί τις τράπεζες, δεν είναι φιλικό με το κεφάλαιο. Θα ήθελε, δηλαδή, το τοπικό κεφάλαιο να ακολουθούσε και το ΑΚΕΛ, η πολιτικά μαζική κυπριακή αριστερά το παράδειγμα του Γιωργάκη στο ΠΑΣΟΚ, του Μπλερ στη Βρετανία, του Σριέντερ στη Γερμανία. Να προωθήσει, δηλαδή, μόνη της νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οι οποίες να γίνουν έτσι αποδεκτές καθολικά, χωρίς μαζική αμφισβήτηση στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, αφού «τις προώθησε η ίδια η αριστερά», η ιστορική παράταξη της εργατικής τάξης. Αυτός ήταν ο ρητορικός στόχος που ηττήθηκε και απέτυχε. Αυτό ήταν εν μέρει και ο λόγος του ταξικού μίσους για το Δ. Χριστόφια – ακριβώς γιατί δεν έγινε Γιωργάκης. Υπήρχε και μια άλλη διάσταση, την οποία εξέφρασε έντονα ο Πολίτης – η άρνηση της Αριστεράς να γίνει ένα πειθήνιο φιλοδυτικό κόμμα, αναπόφευκτα προκάλεσε και προκαλεί τη δυσφορία και ξένων συμφερόντων και ντόπιων εκφραστών.

Η πύρρεια «νίκη»: Η συσπείρωση της δεξιάς και η αποκάλυψη ότι η δεξιά είναι μια κυβέρνηση μειοψηφίας
Ο ΔΗΣΥ κατάφερε να επιπλεύσει. Το ποσοστό του 37.7%, το οποίο εξασφάλισε είναι ίσως το ψηλότερο που πέτυχε μέχρι τώρα– αν και βέβαια κατέβηκε σε συνεργασία με ότι απέμεινε από το ΕΥΡΩΚΟ. Γενικότερα, το ποσοστό συγκρίνεται και με ποσοστό των ευρωεκλογών του 2009 [35+%], αλλά και το ανάλογο ποσοστό που πήρε ο Γ. Κληρίδης όταν, πια, απομονωμένος κατέβηκε στις εκλογές του 2003. Όμως, σε εκείνες τις περιπτώσεις ο ΔΗΣΥ είχε κάποιες εφεδρείες /δεξαμενές από όπου μπορούσε να αντλήσει ψήφους. Αντίθετα, σε αυτήν την περίπτωση ο ΔΗΣΥ είναι αυξανόμενα απομονωμένος και φαίνεται να αντλεί από τις εφεδρείες του – κατά την έκφραση του κ. Γαλανού το 1993 «εξαντλεί την πεζίνα του». Κάτι ανάλογο είχε κάνει και το 1998, όταν εξαγόρασε ουσιαστικά μια σειρά στελεχών του ΔΗΚΟ μαζί με τα κυκλώματα που επηρέαζαν.  Αν είναι σωστή η εκτίμηση ότι το ψηλό ποσοστό βασίστηκε και στη ψηλή συσπείρωση και άρα τη ψήφο των οπαδών του, τότε αυτό που φάνηκε είναι και η απομόνωσή του, το όριο των δεξαμενών του. Διότι στις πιο έγκυρες δημοσκοπήσεις -του ευρωβαρόμετρου και του ΡΙΚ[4] - είναι σαφές ότι ο ΔΗΣΥ και η κυβέρνηση έχουν απέναντι τους ένα ποσοστό άνω του 60%. Και αυτό φάνηκε να επιβεβαιώνει και η κάλπη. Μπορεί ο ΔΗΣΥ να ποντάρει στη στήριξη του ΑΚΕΛ για το κυπριακό, όμως το χάσμα ανάμεσα στην κυβέρνηση και στη μάζα της αριστεράς φαίνεται να διευρύνεται μέρα με την μέρα. Και οι υστερικές επιθέσεις που οργάνωναν, είτε ο υπουργός εσωτερικών (με τη Δρομολαξιά και το Λίλλη) είτε το επικοινωνιακό επιτελείο με τον Πολίτη (με το θέαμα της focus σαν μετατόπιση), οδηγούν αυξανόμενα την αριστερά σε ολομέτωπη διαφοροποίηση με πίεση από τα κάτω προς την ηγεσία. Παράγεται, δηλαδή, μάλλον το αντίθετο από αυτό που ήλπιζαν οι διοργανωτές των εκστρατειών ενάντια στην Αριστερά – αντί να της κάνουν μάθημα συμπεριφοράς, μάλλον προκαλούν πίεση από τα κάτω για διαφοροποίηση που πλησιάζει το σημείο anybody but them.

Μπορεί το κυπριακό να είναι ακόμα σημείο όπου διατηρείται μια κάποια σύγκλιση της αριστεράς με την κυβέρνηση, αλλά τα εσωτερικά αποτελέσματα προτίμησης των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ, όπως και φιάσκο με τη συμμετοχή των τουρκοκύπριων -το οποίο προκλήθηκε και πάλι από την ανάγκη να καλοπιαστούν οι απορριπτικοί του κόμματος - αν προχωρήσει η κατάσταση προς κάποιας μορφή λύσης, το κυβερνών κόμμα θα αντιμετωπίσει και εσωτερικές πιέσεις και ενδεχομένως εντάσεις.[5] Το σαφές ψηλό ποσοστό της κ. Θεοχάρους που εκφράζει και τη σκεπτικιστική, αν όχι απορριπτική πτέρυγα στο εσωτερικό του ΔΗΣΥ, όπως και το χαμηλό ποσοστό του Στυλιανίδη -το πάλευε μέχρι το τέλος με το Χριστοφόρου σύμφωνα με ότι μεταδιδόταν- παρά το ότι είχε τη στήριξη του προεδρικού, είναι δείγμα του σκεπτικισμού της βάσης του κόμματος. Από την άλλη, η στήριξη του κεφαλαίου από τον ΔΗΣΥ περνά μέχρι στιγμής με ανοχή και από την λαϊκή δεξιά, αλλά και το ΔΗΚΟ. Όμως, ο ηγέτης του ΔΗΚΟ φαίνεται να προχωρά σταδιακά σε αποστασιοποίηση, που αργά ή γρήγορα θα φέρει και δυσκολίες στο οικονομικό πρόγραμμα και στις επιδοτήσεις μερίδων του κεφαλαίου. Διότι ο κ. Παπαδόπουλος εκφράζει και διαφορετικές πτέρυγες του κεφαλαίου - ο ίδιος λ.χ. δεν θα έκλεινε με τόση ευκολία τη Λαϊκή Τράπεζα για να διατηρήσει την Τράπεζα Κύπρου.
Και φυσικά, πόσο θα μπορεί να επιδοτείται με υποσχέσεις ρουσφετιού η λαϊκή δεξιά είναι ένα ακόμα ανοικτό ζήτημα.

Για αυτό οι επιθέσεις ενάντια στην προηγούμενη κυβέρνηση, όπως εμφανίστηκαν με το θέαμα Πική, δεν ήταν μόνο τελετουργικές στα πλαίσια της εναλλαγής εξουσίας – είχαν ως στόχο να δαιμονοποιηθεί η αντίσταση με τη ρητορική ότι η «καθυστέρηση», άρα η αντίσταση και η διαπραγμάτευση, ήταν πρόβλημα από μόνο του, όπως και η υπεράσπιση του Δημοσίου και των εργατικών δικαιωμάτων – με τη ρητορική «όλοι φταίμε». Έτσι, αν τελικά κατάφερναν να μειωθούν αισθητά τα ποσοστά του ΑΚΕΛ, η ρητορική του ηγεμονικού λόγου θα ήταν ότι «οι πολίτες δεν εγκρίνουν» τη στάση του – και κατά συνέπεια την αντίσταση. Θα έπρεπε, δηλαδή, το ΑΚΕΛ να αποστασιοποιηθεί από τις κινητοποιήσεις και οι αντιδράσεις στην τρόικα, τη λιτότητα και την ταξική προκατάληψη της κυβέρνησης, να εμφανίζονται σαν περιθωριακές.



Ο άλλος χαμένος: Τα ΜΜΕ είχαν υποψήφιους – οι οποίοι απορρίφθηκαν από το κοινό που ψήφισε τελικά
Η προσπάθεια των ΜΜΕ να εστιάσουν στους «πολιτικούς» έκρυβε και μια παραπλάνηση – ότι υπήρχαν πολιτικοί που είχαν στηριχθεί από αυτά. Κατ’ αρχήν αν κάποιος ήθελε να τιμωρήσει κάποια κόμματα, ή όλα τα κόμματα, τότε το πιο εύκολο ήταν να ψηφίσει κάποιο νέο σχηματισμό. Και η εφημερίδα Πολίτης στήριξε έμμεσα δικό του ψηφοδέλτιο με τους Μικελλίδη και Λεβέντ – αρθρογράφους και αρκετά προβεβλημένους από την εφημερίδα. Αγνοήθηκαν.

Η άλλη εξόφθαλμη περίπτωση που στηρίχθηκε από τα ΜΜΕ ήταν ο κ. Περδίκης, ο οποίος είχε και έχει προνομιακή μεταχείριση από τα ΜΜΕ, και η ΕΔΕΚ η οποία αφέθηκε τελείως στο απυρόβλητο και η ίδια προσπάθησε να προβάλει τον εαυτό της σαν η δήθεν πολιτική δύναμη που δεν «έφαγε» κλπ. Ήταν αστείο για ένα κόμμα που στηρίχθηκε από τον Μ. Καντάφι, αλλά στο χαρούμενο κόσμο των κυπριακών ΜΜΕ, η επιλεκτική λογοκρισία είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Αλλά, παρά την προβολή, την αποφυγή κριτικής κοκ, η συμμαχία ΕΔΕΚ-Περδίκη βρέθηκε, τελικά, μια αναπνοή πριν την απώλεια της έδρας από το νέο σχήμα του Λιλλήκα.

Και η Συμμαχία Πολιτών αντιμετωπίστηκε σαν υπεράνω  - έτσι, ο Πολίτης που έψαχνε ό,τι περιουσιακό στοιχείο είχε και δεν είχε ο κ. Λιλλήκας το 2013, όταν απειλούσε τον υποψήφιο του έκδοτη του, τον κ. Αναστασιάδη, αυτήν τη φορά είχε σχεδόν άνετη πορεία κάλυψης της εφημερίδας – και του έκανε και πάσα την κατασκευή της υπόθεσης focus. Αλλά, ούτε το σενάριο «ούτε ΑΚΕΛ, ούτε ΔΗΣΥ» που λάνσαρε υπόγεια ο κ. Λιλλήκας, με τη βοήθεια του Πολίτη, έπαιξε. Προφανώς, το κοινό αγνόησε πλήρως και την εκστρατεία των ΜΜΕ για κατεύθυνση της ψήφου. Ο θυμός του Πιν λ.χ. στο Φιλελεύθερο τη Δευτέρα γιατί δεν «ψήφισαν» οι πολίτες αντικατόπτριζε και το θυμό του εκπροσώπου της Συμμαχίας το προηγούμενο βράδυ. Υπήρχε μια έξυπνη υπόγεια εκστρατεία για να μειωθεί το ποσοστό του ΑΚΕΛ και να χάσει έδρα – η δεξιά ήλπιζε να πάει στον ΔΗΣΥ, το κεντρώο απορριπτικό μπλοκ στα ΜΜΕ φάνηκε να σπρώχνει προς Λιλλήκα. 

Ο αχταρμάς του Κέντρου έχει δομή; Επιβίωση και σταθεροποίηση του Ν. Παπαδόπουλου και διάχυση του τασσικού Μετώπου
Η αδυναμία των ΜΜΕ και των αρχισυντακτών αναλυτών τους να δουν τα δεδομένα, πίσω από τα σενάρια που ήθελαν να προβάλουν οι ιδιοκτήτες τους, ήταν έκδηλο και στην περίπτωση του Ν. Παπαδόπουλου. Ήταν εμφανές ότι τα κυκλώματα του ΔΗΣΥ ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τις ευρωεκλογές για να ανοίξουν και πάλι θέμα ελέγχου του ΔΗΚΟ. Όμως, τελικά το σχεδόν 11% ήταν αξιοπρεπές ποσοστό με βάση και τις προηγούμενες ευρωεκλογές, αλλά και το γεγονός ότι όντως οι οπαδοί του ΔΗΚΟ είχαν σχεδόν σίγουρη την έδρα. Με βάση όμως και την σχεδόν εξώφθλαμη ενθάρρυνση για αποχή των δηκοϊκων - ή μετακίνηση στον ΔΗΣΥ- εκ μέρους των φιλοσυναγερμικών ΜΜΕ αλλά, όπως λέγονταν, και της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, ο κ. Παπαδόπουλος ήταν δίπλα κερδισμένος – όχι μόνο κράτησε το βασικό όγκο του κόμματός του, αλλά εξέλεξε και ευρωβουλευτή από την παράταξή του. Το ότι μετακινεί το κόμμα σταθερά προς την αντιπολίτευση είναι, πια, εμφανές από τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι υπάρχει ένα συμπαγές ποσοστό απόρριψης της κυβέρνησης που αρθροίζει όλες τις τάσεις των κομμάτων πλην του ΔΗΣΥ.


 Το επιπρόσθετο στοιχείο που και πάλι λογοκρίθηκε -για διαφορετικούς λόγους από τη δεξιά και από τους απορριπτικούς – οι μεν δεν θέλουν να το παραδεχθούν, οι δε να το δηλώσουν δημόσια- όμως είναι το γεγονός ότι το Τασσικό  μέτωπο έχει, πια, δυο σχήματα - το ΔΗΚΟ και την Συμμαχία Πολιτών- τα οποία ξεπερνούν το 17%. Και το απορριπτικό μέτωπο ως σύνολο πλησιάζει το 25% του κ. Λιλλήκα. Άρα το τασσικό μέτωπο είναι, πια, ο κυρίως κορμός του κέντρου. Οι άλλες τάσεις του ΔΗΚΟ πρέπει, πια, να κινηθούν σε αυτό το νέο πλαίσιο: τα οργανωτικά δεδομένα είναι διαφορετικά. Ο Μάρκος Κυπριανού εμφανίστηκε το βράδυ των εκλογών, κράτησε αποστάσεις, αλλά δεν έδωσε την ευκαιρία, που σχεδόν εκλιπαρούσαν μερικοί δημοσιογράφοι, για να κατασκευάσουν θέμα. Ο κ. Κάρογιαν και η Α. Κυριακίδου εμφανίστηκαν την επομένη επικριτικοί μεν, αλλά με αδύναμα ακόμα επιχειρήματα. Διότι ο κ. Κάρογιαν ναι μεν πήρε ψηλό ποσοστό στις βουλευτικές, αλλά σαφώς δεν μετέφερε ούτε καν το μισό ΔΗΚΟ στον πρώτο γύρο των προεδρικών – ενώ στις προηγούμενες ευρωεκλογές πήρε ανάλογα ποσοστά. Η κριτική της κ. Κυριακίδου είναι κάπως πιο συνεπής, αφού εστιάζει στον απορριπτισμό της νέας ηγεσίας του ΔΗΚΟ. Αλλά και οι δυο, και ενδεχομένως άλλοι της εσωτερικής αντιπολίτευσης, δεν έχουν ακόμα διαμορφώσει ένα λόγο που να εξηγεί γιατί είναι ενάντια στον κ. Παπαδόπουλο. Το ισχυρό τους χαρτί, η διαφοροποίηση στα οικονομικά, φαίνεται να χάνεται, καθώς η θέση τους φαίνεται να είναι η έμμεση ταύτιση με την κυβέρνηση. Αν λ.χ. διαφοροποιούνταν με σαφήνεια στο θέμα των ημικρατικών, θα μπορούσαν να απευθυνθούν σε εκείνο το μέρος του κέντρου που αισθάνεται να απειλείται από τον νεοφιλευθερισμό των πολιτικών του μεγάλου κεφαλαίου. Αλλά άφησαν, ουσιαστικά, αυτό το πεδίο στον Ν. Παπαδόπουλο, ο οποίος κατάφερε σε ένα χρόνο να μετακινηθεί από δικηγόρος των τραπεζών σε υποστηρικτή της σκληρής διαπραγμάτευσης του μνημονίου, χωρίς ουσιώδη εσωτερική αντιπολίτευση. Και με δεδομένο ότι η θέση του στο κυπριακό στηρίζεται σε θέσεις των ιδρυτών του κόμματος, έχει άνεση να κινείται ρητορικά χωρίς ουσιαστική αντιπολίτευση. Διότι το επιχείρημα ότι το ΔΗΚΟ πρέπει να είναι εξουσία, δεν πείθει. Αντίθετα, έκανε και εκτός εξουσίας και δεν του βγήκε σε κακό – ξανακέρδισε την εξουσία, όπως το 1998-2003. Αλλά και τώρα είναι ντε φάκτο ρυθμιστής στη Βουλή. Και ταυτόχρονα οικοδομεί ένα πόλο του κέντρου με ανοιχτές προοπτικές προς την υπόλοιπη αντιπολίτευση.

Το ότι εκφράζονται ανησυχίες στην ΕΔΕΚ, δεν είναι τυχαίο. Μπορεί να πει κάποιος ότι και η ΕΔΕΚ πλήρωσε τη σιγουριά ότι θα βγάλει ευρωβουλευτή. Αλλά αυτό είναι μόνο η μια πλευρά του νομίσματος. Είναι σαφές ότι ο Λιλληκας πλησιάζει, όχι μόνο σε ποσοστά, αλλά και σε ρητορική τους οπαδούς του χώρου της ΕΔΕΚ. Και επιπλέον η ΕΔΕΚ πληρώνει, συνήθως, την εικόνα ότι συνεργάζεται με τη δεξιά. Αμέσως μετά την αποτυχημένη συγκυβέρνηση με τον ΔΗΣΥ το 1998, στις εκλογές του 2001 η ΕΔΕΚ έπαθε τέτοια καθίζηση, που αναγκάστηκε να απαλλάξει ακόμα και τον ιστορικό της ηγέτη. Επανήλθε το 2006, όταν ήταν πια στο γνώριμο περιβάλλον της συμμαχίας των «δημοκρατικών δυνάμεων», με την ΕΔΕΚ να το παίζει ρητορικός αγώνας  εκ του ασφαλούς. Σήμερα, η ΕΔΕΚ έχει θεσμικό ρόλο, αυτό του προέδρου της βουλής – και τον απέκτησε με το χέρι της δεξιάς. Αυτό μπορεί να μην το τονίζει η αριστερά, αλλά σαφώς είναι εκεί και παίζει έμμεσα μαζί του ο Λιλλήκας που αναπαράγει ανάλογη ρητορική με την ΕΔΕΚ του παρελθόντος.

Τα νέα σχήματα και οι παραδοσιακοί μικροί: το Μήνυμα, το Δράσυ/ Eylem, το κίνημα για την προστασία των ζώων, το ΕΛΑΜ
Πέρα από τις ατομικές παρουσίες, τα πιο ενδιαφέροντα σχήματα, τελικά, τα οποία άντλησαν ψήφους που πλησίασαν το 1% ήταν 3 – το Μήνυμα Ελπίδας που πήρε 2+%, το Δράσυ-eylem και το Κίνημα για την προστασία των ζώων που πλησίασαν το 1%. Το Μήνυμα Ελπίδας αν και στηρίχθηκε και είχε προβολή, τελικά, δεν απέδωσε όσα επενδύθηκαν πάνω του. Ο κ. Πλατής είναι μια ενδιαφέρουσα μορφή, αλλά το όλο ψηφοδέλτιο τελικά δεν έπεισε ως κάτι περισσότερο από συλλογή προσώπων ή γνωστών από το θέαμα. Αντίθετα, τα άλλα δυο σχήματα είχαν ενδιαφέρουσα παρουσία, ίσως και γιατί εκφράζουν τη δυναμική ενός ευρύτερου χώρου. Το Δράσυ-Eylem ήταν ιστορικά και το πρώτο δικοινοτικό ψηφοδέλτιο, αλλά και μια πρώτη κίνηση του χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς – ή μέρους της. Το ότι η παρουσία τους στις εκλογές δεν έγινε σε ανταγωνισμό με το ΑΚΕΛ είναι ίσως εκφραστικό της τοπικής αριστερής κουλτούρας, που είναι λιγότερο ανταγωνιστική από άλλες χώρες.[6] Το Κίνημα για την προστασία των ζωών ήταν, επίσης, αξιοσημείωτη παρουσία ακριβώς γιατί, όπως και το Δράσυ Eylem, δεν είχαν προβολή. Το ότι πήρε και ψήφους τουρκοκυπρίων είναι αξιοσημείωτο. Αλλά, γενικότερα, τέτοιες κινήσεις, οι οποίες δημιουργούν συνθήκες απόδρασης των οικολογικών ακτιβιστών από το περιχαρακωμένο και θεαματικό προσωπογενές σχήμα του Περδίκη είναι αξιοσημείωτες.
Από την ακρα δεξιά το ΕΛΑΜ  άντλησε ψήφους, αλλά δεν φάνηκε  να έχει μια γερή και διευρυνόμενη βάση – η οποία σε συνθήκες αποχής θα μπορούσε να του αποδώσει ψηλό ποσοστό. Μάλλον έχασε και ψήφους προς Συμμαχία Πολιτών. Γενικά μάλλον αποτυχημένη μπορεί να θεωρηθεί η κάθοδος της ακροδεξιάς με δεδομένο ότι έχει, πια, αρκετά χρόνια ιστορία. Θα μπορούσε, όμως, στο μέλλον να γίνει χώρος υποδοχής δεξιών ψήφων προς τα ακροδεξιά. Αν και υπάρχουν και άλλα σχήματα.




[1] Αυτό θα ήταν βέβαια το τέλειο σενάριο νομιμοποίησης για την κυβέρνηση – αλλα δεν βγήκε.
[2] Το ότι υπήρχε σαφώς ψηλό ποσοστό απόρριψης η αμφισβήτησης της Ε.Ε. δεν ήταν άγνωστο- φαινόταν και στις δημοσκοπήσεις του ευρωβαρομέτρου αλλα και εκείνης του ΡΙΚ. 
[3] Στον Φιλελεύθερο του Σαββάτου 31/5 υπήρχε αναφορά σε αποχή 52.7%. Αρχικά ανακοινώθηκε ότι το ποσοστό αποχής ήταν 57.63%. Διευκρινίστηκε ότι συγκρίσιμο με προηγούμενες εκλογές ποσοστό -δηλαδή χωρίς τους τ/κ ψηφοφόρους-ήταν 53.44%. Άρα μείωση 4.19%. Ακολούθως, με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ο Γενικός Έφορος άλλαξε κατά 1% το ποσοστό συμμετοχής-αποχής – έτσι η αποχή, με τους τ/κ, μειώθηκε σε 56.03%. Άν αφαιρεθεί το ποσοστό των τ/κ, που ανακοινώθηκε αρχικά, το ποσοστό της αποχής μπορεί  να ήταν 51.84%.
[6] Το άλλο αριστερό σχήμα, το Σοσιαλιστικό κόμμα πήρε γύρω στους 300 ψήφους αλλα η μη δημοσιοποίηση αναλυτικών στοιχείων για την κατανομή των τ/κ ψηφοφόρων δεν επιτρέπει σχόλια για αν ήταν δικοινοτική ψήφος η όχι,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου