4 Απρ 2014

Γιατί ξεκίνησαν την εκστρατεία μετατόπισης και λογοκρισίας της έκθεσης της επιτροπής θεσμών για την οικονομία και τις τράπεζες: Τελικά, είχαν ευθύνες οι τράπεζες ε;


Η έκθεση της επιτροπής Θεσμών βρέθηκε αρκετές φορές στο στόχαστρο. Τώρα που ολοκληρώνεται είναι σαφές ότι θα προσπαθήσει και πάλι η πλειοψηφία των ΜΜΕ να την υποβαθμίσουν. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο Γ. Περδίκης αποφάσισε να εμφανιστεί ως άτομο που δημοσιοποιεί δεδομένα – είναι ο ίδιος άνθρωπος που δεν κατάφερε ποτέ να αρθρώσει μια λέξη για τη σύγκρουση συμφερόντων στην Βουλή, όταν άτομα με συμφέροντα στην Λαϊκή, έπαιρναν τις τότε αποφάσεις. Επειδή η  διαδικασία στην επιτροπή θεσμών υπήρξε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες, δημοσιεύουμε σήμερα μια πρώτη μερική ανάγνωση του προσχεδίου της έκθεσης και θα επανέλθουμε.

Στην έκθεσή της για την οικονομία, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως αναφέρεται ή μάλλον αναγνωρίζεται ότι
«Τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τα τελευταία χρόνια στα κυπριακά οικονομικά δρώμενα και συνεχίζονται έως σήμερα και κυρίως η κορύφωσή τους την άνοιξη του 2013, δεν ήταν δυνατό να μην απασχολήσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, καθώς είχαν ως αποτέλεσμα τον ανεξίτηλο στιγματισμό τη[ς] σύγχρονης κυπριακής ιστορίας σε όλες της τις εκφάνσεις». Διευκρινίζεται ότι το πρώτη μέρος αποτελεί την προκαταρκτική έκθεση για τα θέματα που εξετάστηκαν μέχρι τις  31 Ιουλίου 2013, ξεκινώντας από τις 10 Ιουλίου 2012  που χαρακτηρίζεται κατ’ επανάληψη ως εμπιστευτική. Η επιτροπή ξεκαθαρίζει ότι προχώρησε σε αυτή την έρευνα στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού ελέγχου για πολιτικές απόψεις και κριτική πράξεων ή παραλείψεων της εκτελεστικής εξουσίας και να διαπιστώσει αδυναμίες του συστήματος αλλά και πολιτικές ευθύνες [και όχι ποινικές αφού αυτό αποτελεί αρμοδιότητα της Γενικής Εισαγγελίας της οποίας οι έρευνες προχωρούσαν παράλληλα με στόχο τις δικαστικές προσαγωγές]


Ως χρονικό ορόσημο θεωρείται η 25η Ιουνίου 2012, οπόταν και κατατέθηκε το επίσημο αίτημα της Κυπριακής Δημοκρατίας για στήριξη. Ανάμεσα στους λόγους που οδήγησαν στην αυτεπάγγελτη εξέταση από τη εν λόγω επιτροπή, συγκαταλέγονται οι καταγγελίες/ παράπονα πολιτών όσον αφορά στο θέμα των αξιογράφων, τα τραπεζικά επιτόπια και χρηματοπιστωτικά ζητήματα. Επισημαίνεται ότι η αρχική πρόθεση αφορούσε την εξέταση ζητημάτων «της λειτουργίας των θεσμών που συνθέτουν το κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα», επικεντρώνοντας στο θέμα των αξιογράφων. Λόγω των γεγονότων του Μαρτίου 2013, όντας δραματικά και με ραγδαίες εξελίξεις, η επιτροπή αποφάσισε στη διεύρυνση της εξέτασης και στη διαφοροποίηση του περιεχομένου της.

Προβλήματα
Ανάμεσα στα προβλήματα που παρουσιάστηκαν κατά την εξέταση, επισημαίνεται η προστασία δεδεμένων προσωπικού χαρακτήρα και σύμφωνα με την γνωμοδότηση του σχετικού επιτρόπου η Επιτροπή μπορούσε να εξετάσει μεριμνώντας «κατάλληλα για τη μη δημοσιοποίησή τους». Ως εκ τούτου ορισμένα πρόσωπα ενδεχομένα να είχαν δυσμενείς επιπτώσεις, γι’ αυτό το λόγω συνεδρίες διεξάγωντο κεκλεισμένο των θυρών ή όπως έκρινε η επιτροπή. Δημοσιεύματα αντίθετα με το πνεύμα της διερεύνησης και τη δέσμευση των μελών της για αντικειμενικότητα, δυσχέρεναν επίσης το έργο. Άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίστηκε υπήρξε η προσέλευση εμπλεκομένων για να καταθέσουν όντας στο εξωτερικό (είτε πολίτες της ΚΔ, είτε άλλων χωρών), ενώ ο τεράστιος όγκος εγγράφων που συγκεντρώθηκε μετά από υποβολές και καταθέσεις υπομνημάτων ή άλλοσπως χρειαζόντα επίπονη κωδικοποίηση και ταξινόμηση και απετέλεσε διαδικασία ιδιαίτερα χρονοβόρα. Η ατέρμονες νέες εξελίξεις και η πίεση της κοινής γνώμης για ενημέρωση, δεν βοήθησαν την επιτροπή για ολοκλήρωση στα [αρχικά] χρονικά πλαίσια που είχε θέσει.

Πηγές ενημέρωσης
Η επιτροπή ενημερωνόταν από προφορικές καταθέσεις, δηλώσεις και έγγραφα που κατατίθεντο κατά τις συνεδριάσεις. Ταυτόχρονα εξασφάλισε αριθμό εγγράφων από το τελευταίο ΔΣ της Λαϊκής (κατατέθηκαν εμπιστευτικά) – τα τελευταία αποτελούν τεκμήρια σε υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου

Ενημέρωσης έτυχε η επιτροπή και από έγγραφα που κατατέθηκαν από βουλευτές άλλης επιτροπής, από την αλληλογραφία της (και του Προέδρου της βουλής) με εμπλεκόμενους, από υπομνήματα που θεώρησαν ότι έπρεπε να συμβάλου και από επίσημες ανακοινώσεις και έγγραφα που δημοσιεύτηκαν στην Κύπρο και στο εξωτερικό.

Θέματα των οποίων η καταρχήν εξέταση ολοκληρώθηκε

 Αξιόγραφα κεφαλαίου: Όπως συνάγεται από την επιτροπή, η Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή Τράπεζα «προέβαιναν κατά καιρούς, τα τελευταία χρόνια σε εκδόσεις αξιογράφων κεφαλαίου με σκοπό την ενίσχυση των πρωτοβάθμιων κεφαλαίων τους»[1]. Όμως, «τα αξιόγραφα κεφαλαίου αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, υποχρεώσεις των τραπεζών και η αποπληρωμή τους ακολουθεί σε προετεραιότητα την αποπληρωμή των υποχρεώσεων προς τους καταθέτες και άλλους πιστωτές και περιλαμβάνονται στα Βασικά Ίδια Κεφάλαια των τραπεζών. Πρόκειται για κινητές αξίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και οι κάτοχοι θεωρούνται δανειστές των τραπεζών και κατά συνέπεια επενδυτές». Συνεπώς, διαφαίνεται από αυτή τη διαπίστωση, οι Τράπεζες έχουν υποχρέωση στην αποπληρωμή αφού οι καταθέτες θεωρούνται δανειστές των τραπεζών. Οι ίδιες οι τράπεζες, ενημέρωσαν την επιτροπή ότι «στην όλη διαδικασία πώληση [αξιογράφων] εμπλέκετο εξειδεικευμένος σύμβουλος και εν ολίγοις παραδέχθηκαν ότι «πιθανώς να έγιναν λάθη ή παραλείψεις από πλευράς των τραπεζών». Επιπρόσθετα, «ο εκπρόσωπος της Λαϊκής Τράπεζας ενημέρωσε την επιτροπή ότι για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει τους συμφωνημένους τόκους των αξιογράφων κεφαλαίου». Συνεπώς, ουσιαστικά ο εκπρόσωπος της Λαϊκής Τράπεζας παραδέχεται ότι εκκρεμούν οφειλόμενα στους κατόχους αξιογράφων (περίπου 2500 άτομα, από τους οποίους 1142 άτομα είναι μικροκαταθέτες κάτω των 50.000 ευρώ, 826 άτομα με καταθέσεις 50.000-100.000 ευρώ, 831 άτομα με αξιόγραφα αξίας 100.000-500.000 ευρώ, 104 άτομα με αξιόγραφα αξίας 500.000 – 1 εκατομμύριο και 58 άτομα με καταθέσεις πέραν του 1 εκατομμυρίου). Ανάμεσα στους όρους για την έκδοση αξιογράφων φαίνεται να περιλαμβάνεται και αυτός για «αναστολή καταβολής τόκων σε περίπτωση που η τράπεζα δεν ικανοποιεί την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια, όπως ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ή σε περίπτωση που η εκδότρια τράπεζα είναι αφερέγγυα. Επιπροσθέτως των πιο πάνω όρων έκδοσης, οι εκδόσεις των μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) του 2011 και των δύο τραπεζών περιλάμβαναν όρο υποχρεωτικής ακύρωσης καταβολής του τόκου υποχρεωτικής καταβολής του τόκου και υποχρεωτικής μετατροπής των αξιογράφων κεφαλαίου σε μετοχές, σε προκαθορισμένη τιμή, με μονομερές δικαίωμα της τράπεζας, για τις περιπτώσεις που μια τράπεζα δεν ικανοποιεί την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια ή είναι αφερέγγυα».[2]

Όσον αφορά στη διάθεση των αξιογράφων (των οποίων 25% καλύπτεται από θεσμικούς επενδυτές και το 75% από ιδιώτες, ενώ οι μικροκάτοχοι με αξιόγραφα μέχρι 100.000 ευρώ ανέρχονται στο 92% του συνόλου προέρχονται από την Τράπεζα Κύπρου   και κατέχουν το 28%, ενώ για τη Λαϊκή ανέργονται στο 71% του συνόλου και κατέχουν 18%). Όπως αναφέρεται στη σχετική νομοθεσία για Παροχή Επενδυτικών Συμβούλων, προβλέται ότι τα πρόσωπα [τα οποία επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες] «ενεργούν δίκαια, ώστε να εξυπηρετούν στον καλύτερο βαθμό τα συμφέροντα των επενδυτών παρέχουν στους επενδυτές ή υποψήφιους επενδυτές κατάλληλες και εκτενείς πληροφορίες που να μην είναι παραπλανητικές..»[3]

Τα συμπεράσματα που καταγράφονται όσον αφορά στις καταγγελίες για τα αξιόγραφα, «από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι οι υποψήφιοι κάτοχοι δεν είχαν μελετήσει τα ενημερωτικά δελτία που εξέδιδαν οι τράπεζες και ότι οι συμβουλές που φαίνεται να έπαιρναν δεν προέρχονταν από εκγεκριμένους συμβούλους»[4] αφού όπως φαίνεται από τα στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς «στα ενημερωτικά δελτία των αξιογράφων κεφαλαίου αναφέρονταν ρητά τα συγκεκριμένα ρίσκα (αναστολής τόκων, μη πληρωμή τόκων σωρευτικά, αόριστη διάρκεια, προτεραιότητα σε περίπτωση εκκαθάρισης τράπεζας), τα οποία ουσιαστικά δημιούργησαν το πρόβλημα και τις αντιδράσεις των κατόχων αξιογράφων»[5]




Στο πλαίσιο της ταυτόχρονης μελέτης του θέματος και από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, μετά από επώνυμες καταγγελίες με συγκεκριμενα στοιχεία εναντίων των τραπεζών για των πρακτικών που ακολουθήθηκαν στην προώθηση της διάθεσης των αξιογράφων κεφαλαίου, η ολοκληρωση της έρευνας στις 17 Οκτωβρίου 2012 που απεστάλει τόσο στη Βουλή όσο και στις υπό έρευνα τράπεζες, κατέδειξε ότι υπήρξαν συγκεκριμένες παραβάσεις και γι’ αυτό το λόγο κλήθηκαν να υποβάλουν επεξηγήσεις. «Το συμπέρασμα στις εν λόγω επιστολές ήταν ότι εκ πρώτης όψεως διεφάνη ότι οι λόγω τράπεζες είχαν εμπλακεί σε διαδικασίες και πρακτικές προώθησης της διάθεσεης των αξιογράφων κεφαλαίου οι οποίες συνίσταντο στην παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του Νόμου και της Οδηγίας. Αυτό εσυνάγετο, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι οι τράπεζες οργανωμένα προσέγγιζαν είτε τους πρώην κατόχους χρεογράφων είτε τους πρώην  κατόχους αξιογράφων ή καταθέτες ή μετόχους, τηλεφωνικώς ή με προσωπικές επαφές και έδιδαν σε αυτούς μεροληπτική κυρίως πληροφόρηση και όχι αντικειμενική...»[6]

Η Τράπεζα Κύπρου ενημερώθηκε με επιστολή στις 17 Οκτωβρίου 2012 ότι «είχε εμπλακή σε διαδικασίες και πρακτικές προώθησης της διάθεσης των αξιογράφων κεφαλαίου.., οι οποίες συνίσταντο στην παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής χωρίς να έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του Νόμου και της σχετικής Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου» και κλήθηκε αν το επιθυμούσε να  υποβάλει σχόλια. Η Τράπεζα Κύπρου με επιστολή των νομικών της συμβούλων στις 19 Νοεμβρίου 2012, αλλά και στις 14 Μαρτίου 2013 μετά από επιθεώρηση του διοικητικού φακέλου υπέβαλε προτάσεις. Η Έκθεση ειδικού ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας για την Τράπεζα Κύπρου επιβεβαίωσε τα πιο πάνω. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για τη Λαϊκή Τράπεζα, αφού υπήρξαν επακριβώς οι ίδιες διαπιστώσεις. Η Λαϊκή Τράπεζα υπέβαλε τα σχόλιά της με επιστολή στις 13 Νοεμβρίου 2012 και αργότερα ζήτησε επιθεώρηση ειδικού φακέλου. Οι διαπιστώσεις που προκύπτουν μετά την έκθεση ειδικού ελέγχου για τη Λαϊκή Τράπεζα είναι ταυτόσημες με αυτές για την Τράπεζα Κύπρου. Ότι δηλαδή οι πρακτικές που εφαρμόστηκαν δεν ικανοποιούσαν τις πρόνοιες της νομοθεσίας ή της Οδηγίας.






[1] Μέρος Α, σελ. 13
[2] Μέρος Α, σελ. 17
[3] Οππ. Σελ. 22
[4] Οππ.  Σελ, 24
[5] Οππ
[6] Οππ. Σελ. 32

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου