25 Απρ 2014

Τί καταγράφηκε για τα σκάνδαλα των Αξιογράφων, της αγοράς των ελληνικών ομολόγων, των δανείων της Μαρφίν – και πώς τελικά λογοκρίθηκαν τα τεκμήρια για το τί έγινε στο Γιούρογκρουπ, και για τους «πολιτικά εκτεθειμένους» λογαριασμούς στο Λονδίνο

-τί καταγράφει η έκθεση της επιτροπής Θεσμών


Στο δεύτερο μέρος του προσχεδίου της έκθεσης της κοινοβουλευτικής επιτροπής θεσμών περιλαμβάνεται η Συμπληρωματική Έκθεση για το θέμα «Η Λειτουργία των Θεσμών του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (Αυτεπάγγελτη εξέταση με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως)». Η δεύτερη φάση της διαδικασίας, που καταγράφεται στη συμπληρωματική έκθεση, είχε μια ουσιαστική διαφορά που αφορούσε στο ότι ήταν ανοικτή και η πρόσβαση στα ΜΜΕ (εκτός από ορισμένες περιπτώσεις), ενώ το πρώτο στάδιο είχε διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Όπως παρατηρείται στην ίδια την έκθεση, για πολλά ζητήματα προέκυπταν νέαν δεδομένα, με αποτέλεσμα οι παράμετροι που έχρηζαν εξέταση να αυξάνονται ολοένα. Πέραν τούτου, αριθμός προσώπων που είχαν κληθεί για να καταθέσουν, δεν το έπραξαν ή δεν κατέστη εφικτό να το πράξουν, περιλαμβανομένων και προσώπων με ιδιότητες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας κατά την υπό εξέταση χρονική περίοδο. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στον πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Αθανάσιο Ορφανίδη, στον εκτελεστικό αντιπρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Marfin Popular Bank κατά το 2006-2011, Ανδρέα Βγενόπουλο, στο διευθύνοντα σύμβουλο της Marfin Popular Bank, Ευθύμιο Μπουλούτα, σ πρώην μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής του ομίλου Marfin, Δημήτρη Σπανοδήμο και στον ελλαδίτη εφοπλιστή Μιχάλη Ζολώτα.

Κάποιοι δεν ήθελαν να πουν την αλήθεια και κάποιοι δεν κατέθεσαν στοιχεία – ανάμεσα σε άλλα, τί σύμπτωση, και για το Γιούρογκρουπ του Μαρτίου 2013
Επιπρόσθετα, η επιτροπή παρατήρησε επιφυλακτικότητα από εμπλεκόμενα μέρη για να καταθέσουν συγκεκριμένα στοιχεία και σχημάτισε «τεκμηριωμένα ισχυρή άποψη... αναφορικά με την ανακρίβεια και την αναλήθεια που χαρακτηρίζει ορισμένα από τα κατατεθέντα σε αυτή στοιχεία»[1]. Το τελευταίο, προφανώς, αποτελεί ξεκάθαρη παραδοχή ότι ορισμένα άτομα, τα οποία παρουσιάστηκαν ενώπιον της επιτροπής, ηθελημένα ή μη, προσπάθησαν να την παραπλανήσουν με ανακριβή ή/ και αναληθή στοιχεία. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα, ώστε να παρέμβει η Γενική Εισαγγελία; Ιδιαίτερα αφού το θέμα συνεχίζεται στην έκθεση ως ακολούθως: «Είναι γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις η επιτροπή σχημάτισε δικαιολογημένα την εντύπωση πως τα πρόσωπα που βρίσκονταν ενώπιόν της κατά τη συζήτηση του θέματος δεν επιθυμούσαν την πλήρη, αληθινή και δίκαιη παρουσίαση των γεγονότων που διαδραματίστηκαν σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα ή τουλάχιστον δε συνέβαλαν αποφασιστικά και αποτελεσματικά, όπως αναμενόταν, στην όσο το δυνατό ακριβέστερη διακρίβωσή τους.»[2]

Οι ανατριχιαστικές περιγραφές συνεχίζονται και παρατίθεται ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Ειδικότερα, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα παρέμεινε το αίτημα της επιτροπής όπως της κατατεθούν τα πρακτικά των επίμαχων συνόδων του Eurogroup του Μαρτίου 2013, το οποίο υποβλήθηκε κατ’ επανάληψη στις συνεδρίες της προς του λειτουργούς και το γενικό διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά και με επιστολές αρχικά της γενικής διεύθυνσης της Βουλής προς τον εν λόγω γενικό διευθυντή με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 2013 και έπειτα του προέδρου της επιτροπής προς τον αρμόδιο υπουργό με ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 2014. Η απάντηση του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών στην πρώτη επιστολή περιορίστηκε στη διαβίβαση των δηλώσεων του Eurogroup που αφορούσαν τις ζητηθείσες συναντήσεις, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε άλλη πληροφόρηση σε σχέση με τις εργασίες της ομάδας του Eurogroup, όπως πρακτικά ή άλλα σχετικά έγγραφα, είναι άκρως απόρρητα και δε δημοσιοποιούνται, ενώ η απάντηση του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 13 Φεβρουαρίου 2014 επισήμανε στη Βουλή ότι «[...] το Υπουργείο Οικονομικών δεν κατέχει πρακτικά των συνόδων του Eurogroup, αλλά ούτε και τηρούνται πρακτικά σε αυτές τις συνόδους» σημειώνοντας περαιτέρω ότι «[...] οι σύνοδοι του Eurogroup πραγματοποιούνται κεκλεισμένων των θυρών και είναι εμπιστευτικές. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο 14 της Συνθήκης της Λισσαβόνας το Eurogroup είναι ανεπίσημος θεσμός στον οποίο καθορίζεται η πολιτική κατεύθυνση χωρίς όμως να λαμβάνονται σε αυτό νομοθετικές ή άλλες επίσημες αποφάσεις. Αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται στις Συνόδους του Συμβουλίου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων (ECOFIN). Μέρος των Συνόδων του ECOFIN είναι προσβάσιμες στο κοινό και στα ΜΜΕ μέσω ηλεκτρονικής αναμετάδοσης και ηλεκτρονικού αρχείου.» Ακολούθως, η επιτροπή με επιστολή του προέδρου της προς τον Υπουργό Οικονομικών ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2014 κάλεσε τον Υπουργό Οικονομικών όπως καταθέσει σε αυτή το σύνολο της αλληλογραφίας του υπουργείου με το Eurogroup για την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2012 και της 15ης Μαρτίου 2013, το οποίο όμως μέχρι σήμερα δεν της έχει διαβιβαστεί.[3]»

Οι ίδιοι άνθρωποι που καλούν το λαό να κάνει θυσίες, να σφίξει τα δόντια και να υπομένει τα όσα του επιβάλλουν, αρνήθηκαν την πληροφόρηση αυτού του λαού, τον παραπλάνησαν και τον παραπλανούν, τον εμπαίζουν ακόμα και σε επίσημη γλώσσα και μέσα από δημοκρατικούς θεσμούς, όπως η βουλή. Τελικά, ποιός είπε στην κοινοβουλευτική επιτροπή θεσμών την αλήθεια; Ο γενικός διευθυντής του υπουργείου οικονομικών ότι η πληροφόρηση για τις εργασίες του Eurogroup, άρα τα πρακτικά και άλλα έγγραφα, «είναι άκρως απόρρητα και δε δημοσιοποιούνται» ή  ο υπουργός οικονομικών, ο οποίος ισχυρίζεται ότι δεν τηρούνται πρακτικά στις εργασίες του Eurogroup, ως ανεπίσημος θεσμός; Και εάν όντως δεν τηρούνται πρακτικά στις συνεδρίες του ως ανεπίσημος θεσμός το Eurogroup που δεν λαμβάνει επίσημες αποφάσεις, άρα και δεσμευτικές προς τα κράτη μέλη – τουλάχιστον χωρίς την επικύρωσή τους από το ECOFIN, γιατί κάθε φορά που τρέχει να περάσει κάτι η κυβέρνηση από τη βουλή προβάλλει ως επιχείρημα (εκτός από τη δόση της τρόικας) την εκάστοτε συνεδρία μπαμπούλα του Eurogroup; Κατά τ΄άλλα τα καθεστωτικά ΜΜΕ, όταν διέρρευσε η έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής θεσμών το μόνο «μεπτό» και «άτοπο» που εντόπισαν ήταν τα ΧΧΧ. Δηλώσεις όπως οι πιο πάνω μόνο την οργή και την κατακραυγή μπορούν να προκαλέσουν, αφού αποτελούν την επιτομή του εμπαιγμού της κοινωνίας από πολιτικάντηδες και όχι πολιτικούς, από καρεκλοκένταυρους και όχι δημόσιους λειτουργούς. Ταυτόχρονα, όμως, δηλώσεις όπως η πιο πάνω καταδεικνύουν το μέγεθος της φθοράς και διαφθοράς, της διαπλοκής και το μέγεθος της ευθύνης όσων συνέβαλαν στα όσα διαδραματίστηκαν το Μάρτη του 2013, αλλά και στη σημερινή κατάσταση που έφεραν τον τόπο και το λαό. Είναι εμφανές πλέον ότι πάρα πολλοί, έχουν πολλά για τα οποία να φοβούνται, πολλές καρέκλες τρίζουν και πολλά κεφάλια δεν στέκονται καλά στους ώμους που τα στηρίζουν – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Θυμάστε τότε που λογόκριναν το θέμα με τα «πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα» και τους λογαριασμούς τους στο Λονδίνο; Τελικά, τα κατάφεραν – ο κατάλογος λογοκρίθηκε και για τις αρμόδιες υπηρεσίες.. και κατά τα άλλα ήταν απλώς μερικοί λογαριασμοί από τα φοιτητικά χρόνια…
Συνεχίζοντας την ανάγνωση της έκθεσης, οι εκπλήξεις δεν σταματούν. Ενώ διαπιστώθηκε ότι με τη διερεύνηση συγκεντρώνονταν στοιχεία που «θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα σε κυβερνητικές υπηρεσίες για περαιτέρω έρευνα και διαπίστωση παραπτωμάτων», όπως ο ηλεκτρονικός κατάλογος των αποσύρσεων χρηματικών ποσών από τα κυπριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ο κατάλογος της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με τους λογαριασμούς της στο παράρτημα Λονδίνου, η διαβίβασή τους προσέκρουε σε παραβίαση διατάξεων του περί της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου. Τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα του δεύτερου καταλόγου δεν μπορούσαν καν να διαβιβαστούν στο Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ο οποίος τα ζήτησε με επιστολή, λόγω προνοιών στον Κανονισμό της Βουλή, αφού χαρακτηρίστηκε ως εμπιστευτικός, όταν υποβλήθηκε στην επιτροπή. Και η πρόνοια του σχετικού νόμου «Νοείται έτι περαιτέρω ότι η μεταγενέστερη επεξεργασία δεδομένων για σκοπούς των αναγκών της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της άμυνας της Δημοκρατίας ή της δημόσιας ασφάλειας ή της διερεύνησης, διακρίβωσης και δίωξης ποινικών αδικημάτων δε θεωρείται ασυμβίβαστη με τους σκοπούς για τους οποίους έχουν αρχικά συλλεχθεί τα δεδομένα[4]» δεν διασφάλιζε τη δυνατότητα διαβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων; Ή μήπως η οικονομική καταστροφή του τόπου δεν περιλαμβάνεται στην ασφάλεια της Δημοκρατίας, τη δημόσια ασφάλεια ή τη διερεύνηση, διακρίβωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων που ΔΕΝ θεωρείται ασυμβίβαστη;

Για το σκάνδαλο των αξιογράφων
Για τα αξιόγραφα, αυτά που καταγράφονται στη Συμπληρωματική Έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής θεσμών είναι η επιβεβαίωση ότι τεκμηριώθηκε πως η Λαϊκή έλαβε ανεπαρκή μέτρα με αποτέλεσμα την εμπλοκή της στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά παράβαση των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου. Ως εκ τούτου, η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, βάσει του εν λόγω νόμου, νομιμοποιείται «να επιβάλει στην τράπεζα κυρώσεις, το ύψος των οποίων δύναται να ανέλθει στα €2.450.000 για τις παραβάσεις που έχουν διαπιστωθεί.[5]» Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, αποφάσισε να μην επιβάλει κυρώσεις λόγω της επερχόμενης εκκαθάρισης της Λαϊκής. Όσον αφορά στην Τράπεζα Κύπρου και την παραβίαση διατάξεων του Νόμου και της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων, οι διαπιστώσεις καταγράφονται στη σελίδα 15 της Έκθεση για το θέμα «Η Λειτουργία των Θεσμών του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (Αυτεπάγγελτη εξέταση με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως) και η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου νομιμοποιείται να επιβάλει κυρώσεις. Και πάλι, η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου δεν προχώρησε στην επιβολή κυρώσεων, αφού όπως αναφέρεται «η ΚΤΚ θεωρεί ότι οι νέοι μέτοχοι της τράπεζας δεν έχουν υποχρέωση να υποβληθούν σε κυρώσεις οι οποίες προέρχονται από λανθασμένες πρακτικές του παρελθόντος». Το συγκεκριμένο επιχείρημα μόνο τραγικό μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού ολόκληρος ο κυπριακός λαός – μέτοχος ή μη, καταθέτης ή μη – υπέστη τις συνέπειες, άρα κυρώσεις, μιας τραπεζικής κρίση στη βάσει λανθασμένων πρακτικών του παρελθόντος, χωρίς να έχει τη δυνατότητα επιλογής ή κατανόησης και όπως δείχνουν τα πράγματα αποτελεί έρμαιο ενός κυκεώνα νέας πιθανής τραπεζικής κρίσης – λόγω των πιθανών νέων αναγκών της Τράπεζας Κύπρου. Η μοναδική επίπτωση που είχε η συγκεκριμένη τράπεζα, παρά τις παραβάσεις της, ήταν το «συμβολικό διοικητικό πρόστιμο.. αναφορικά με την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου του έτους 2009, ύψους €500 ευρώ για κάθε παραβίαση. Το πρόστιμο ανήλθε στις €4.000 και ήταν πληρωτέο εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημερομηνία της απόφασης[6]», το οποίο και αποπληρώθηκε υπό διαμαρτυρία. Συγκριτικά, ο μέσος Κύπριος, χρεώθηκε από την τραπεζική κρίση με το ποσό των €23.000 περίπου, και εξαναγκάζεται στην αποπληρωμή του χωρίς διαμαρτυρία και χωρίς δικαίωμα ανάκλησης και χωρίς κανένα «συμβολισμό».

Για το σκάνδαλο της αγοράς των ελληνικών ομολόγων: Τελικά, οι επιμέρους ευθύνες έχουν και όνομα και καταγεγραμμένο ρόλο
Ενώ η κοινοβουλευτική επιτροπή θεσμών αποφάσισε όπως οι επενδύσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε κυβερνητικά ομόλογα δεν εξεταστεί, λόγω δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν μεταξύ της Cyprus Popular Bank και της Ελληνικής Δημοκρατίας, τακτική που ακολουθήθηκε και στην έκθεση της Alvarez & Marsal για τον ίδιο λόγο, εντούτοις στη συμπληρωματική έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής καταγράφονται ενδιαφέρουσες πληροφορίες με στοιχεία που προέρχονται και από την Alvarez & Marsal. Ενώ το 2007, οι επενδύσεις σε ομόλογα του ελληνικού κεφαλαίου δεν ξεπερνούσαν τα 500 εκατομμύρια, το 2009 και μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 2012, οπόταν και αποφασίστηκε από το Europgroup  ανταλλαγή για απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, παρατηρείται διαφοροποίηση. Σε γραφική παράσταση που φαίνεται στη σελίδα 20 της συμπληρωματικής έκθεσης της κοινοβουλευτικής επιτροπής θεσμών, παρατηρείται μέχρι τον Απρίλη του 2010 αλματώδης αύξηση σε σημείο που να φθάνουν σχεδόν τα 2.500,000,000 και που περίπου διατηρήθηκε μέχρι τον Αύγουστο του ιδίου χρόνου, οπόταν αρχίζει να σημειώνεται μείωση. Η χρονική περίοδος είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού τότε ο Πρώτος Γενικός Διευθυντής του Συγκροτήματος, Γιάννης Κυπρής, ανακοίνωνε την πώληση ΟΕΔ [Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου] αξίας 1,7 δις με μείωση της έκθεσης της τράπεζας σε ελληνικά ομόλογα, ενώ «την ίδια ακριβώς μέρα η εν λόγω τράπεζα άρχισε την επαναγορά τέτοιων ομολόγων[7]». Καταγράφεται, επίσης, ότι σύμφωνα με την έκθεση της Alvarez & Marsal, “παρά το γεγονός ότι τον Απρίλιο του 2010 τα ΟΕΔ είχαν υποβαθμιστεί στο επίπεδο «σκουπίδια», το Μάιο του 2010 η Επιτροπή ALCO προχώρησε στην αύξηση του ορίου επενδύσεων για τα εν λόγω ομόλογα στα €2,3 δις.... Συνεπώς, διαφαίνεται ότι τόσο οι αριθμοί όσο και οι χειρισμοί που ανακοινώθηκαν από το πιο πάνω αναφερόμενο στέλεχος της τράπεζας απείχαν από τα όσα καταδεικνύονται από τα πιο πάνω στοιχεία[8]».


Σημειώνεται, δε, ότι για τις αγοραπωλησίες ομολόγων, το διοικητικό συμβούλιο δεν ενέκρινε την αγορά ομολόγων, αφού δεν ήταν δική του αρμοδιότητα, όπως σημειώνεται σε επιστολή που απεστάλη στην κοινοβουλευτική επιτροπή. Η συγκεκριμένη αρμοδιότητα, σύμφωνα με την Alvarez & Marsal, είχε εκχωρηθεί στην Επιτροπή Διαχείρησης Κινδύνου του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία επιφόρτισε τη συγκεκριμένη ευθύνη στο Executive Risk Committee και την Επιτροπή ALCO, που ευθυνόταν, επίσης, για τη διαχείριση του κινδύνου αγοράς. Επομένως, για κάποιο λόγο που κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει απόλυτα, παρά μόνο να υποθέτει, ακολουθήθηκε η λογική «ο κάττος, την κάτταν, τζι’ η κάττα τα καττούθκια», δημιουργώντας σκιές αργότερα και δη κατά την περίοδο διερεύνησης των πεπραγμένων που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση, ώστε δεν καθίσταται δυνατή η διασαφήνιση του τίς πταίει. Παρόλα αυτά, όπως αναφέρεται στην συμπληρωματικής έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής θεσμών, «Η έκθεση Alvarez & Marsal επισημαίνει ότι οι μηχανισμοί άμυνας της τράπεζας δε λειτούργησαν, ενδεχομένως διότι δεν εφαρμόζονταν πιστά οι εν λόγω διαδικασίες ή διότι τύγχαναν παράκαμψης». Ενδεικτικά αναφέρεται:
  • «Ο κ. Ηλιάδης, Κυπρής, Καρυδάς και Χατζημιτσής ήταν όλοι μέλη της Executive Risk Committee, καθώς επίσης και της Επιτροπής ALCO, ενώ ο κ. Ηλιάδης ήταν επίσης μέλος και της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνου του Διοικητικού Συμβουλίου (Board Risk Committee). Παρ’ όλο που ο κ. Καρυδάς δεν ήταν μέλος της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνου του Διοικητικού Συμβουλίου, παρευρισκόταν σε όλες τις συνεδρίες του οργάνου κατά τα έτη 2009-2010. Οι κ. Καρυδάς και Χατζημιτσής, που δεν ήταν επίσης μέλη της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνου του Διοικητικού Συμβουλίου (Board Risk Committee), παρευρέθηκαν μόνο σε δύο συνεδρίες της εν λόγω επιτροπής. Στην έκθεση της Alvarez & Marsal επισημαίνεται ότι η συμμετοχή των ανώτερων στελεχών της τράπεζας σε όλα τα σημαντικά όργανα στρατηγικής και διαχείρισης κινδύνου τόσο σε εκτελεστικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο διοικητικού συμβουλίου δημιουργούσε σύγκρουση συμφερόντων που οδήγησε στις ζημιές που υπέστη η τράπεζα από τις επενδύσεις της σε ΟΕΔ. Χαρακτηριστικά, στην εν λόγω έκθεση σχολιάζεται ότι η διττή ιδιότητα του κ. Καρυδά ως Group General Manager Risk Management και Group General Manager Markets καθιστούσε παραβίαση της βέλτιστης πρακτικής και πιθανή δημιουργία σύγκρουσης συμφέροντος, παρ’ όλο που ο κ. Καρυδάς σχολίασε ότι ο ρόλος του στο Τμήμα Διαχείρισης Κινδύνου δεν αποτελούσε σύγκρουση συμφέροντος, αφού ήταν καθαρά διοικητικός, κάτι που προέκυψε, διότι ο επικεφαλής του εν λόγω τμήματος της τράπεζας είχε μετατεθεί στην Ελλάδα. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι μια εκ των σοβαρών αδυναμιών του συστήματος εταιρικής διακυβέρνησης της τράπεζας αναφορικά με τις επενδύσεις της σε ΟΕΔ, ήταν η επικράτηση των ανώτερων στελεχών και συγκεκριμένα:
-          Η δυνατότητά τους να δίδουν προφορικές εντολές στο Treasury για την διενέργεια επενδύσεων χωρίς να υπάρχει απαίτηση για γραπτή αιτιολόγηση και στοιχειοθέτηση των εν λόγω εντολών, προτού αυτές εκτελεστούν,
-          η καταγραφή στα πρακτικά των συνεδριών μόνο των αποφάσεων που λαμβάνονταν, χωρίς να γίνεται αναφορά στις συζητήσεις που προηγούνταν,
-          η συμμετοχή των δύο ανώτερων εκτελεστικών συμβούλων κ. Ηλιάδη και Καρυδά σε όλες τις συναντήσεις εκτός από αυτές του Εσωτερικού Ελέγχου (που αποτελούσε την τελευταία γραμμή άμυνας της τράπεζας), ενδεχομένως για να έχουν ιδία γνώση και επιρροή επί των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνονταν.»[9]
Τελικά, οι επιμέρους ευθύνες έχουν και όνομα και καταγεγραμμένο ρόλο. Και αυτό συνεχίζεται με την ουσιαστική παραδοχή των εμπλεκομένων, αφού ο κ. Καρυδάς επιβεβαίωσε ότι «η εκποίηση των ελληνικών ομολόγων αποφασίστηκε από τον ίδιο σε συνεννόηση με τον κ. Χρ. Πατσαλίδη, μετά από ενημέρωση του τότε Διευθύνοντος Συμβούλου της τράπεζας κ. Ανδρέα Ηλιάδη[10].» Και η κοινοβουλευτική επιτροπή θεσμών καταγράφει ότι «ο πιο πάνω οίκος [Alvarez & Marsal]  έτυχε παραπλάνησης από άλλα στελέχη της ίδιας τράπεζας». Επομένως, ποιά ήταν τα στελέχη της τράπεζας που παραπλάνησαν τον οίκο Alvarez & Marsal και για ποιό λόγο έπραξαν κάτι τέτοιο; Μήπως για να καλύψουν δική τους ένοχη εμπλοκή; Ή μήπως κάτι τέτοιο δεν υφίσταται και απλώς αποτελεί ισχυρισμό ώστε να «φκουν κούππες άπαννες» όσοι καταγράφονται στην έκθεση του οίκου να έχουν ευθύνες; Ακόμα και στην έκθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 2012 [Πόρισμα Αναφορικά με την Επένδυση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ)] γίνεται αναφορά σε ενδεχόμενη παραβίαση της νομοθεσίας λόγω μή διενέργειας απομειώσεων των ΟΕΔ στους ετήσιους λογαριασμούς της  τράπεζας[11].

Κι όμως, υπάρχει και συνέχεια. Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου «επήρεν χαπάρι» το 2010 και ο κ. Πουλλής «ζήτησε με επιστολή του, ημερομηνίας 1ης Μαρτίου 2010, πληροφορίες από την τράπεζα αναφορικά με τη στρατηγική επενδύσεών της σε ΟΕΔ. Η τράπεζα και η διοίκησή της δεήθηκε να απαντήσει γραπτώς δύο χρόνια μετά, το Φεβρουάριο του 2012. Ενδιάμεσα, «διαφάνηκε ότι υπήρξε προφορική συνεννόηση μεταξύ του τότε Διοικητή της ΚΤΚ κ. Ορφανίδη, του κ. Πουλλή και της τράπεζας πως η τελευταία δε θα προέβαινε σε άλλες αγορές ΟΕΔ. Η εν λόγω υπόσχεση, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο κ. Πουλλής δεν τηρήθηκε, αφού οι αγορές σε ΟΕΔ από την τράπεζα συνεχίστηκαν μέχρι τον Απρίλιο του 2010 [12]». Από το πιο πάνω συνάγεται ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου, το κόσμημα του στέμματος της στο βωμό του οποίου θυσιάστηκε ο λαός της, λειτουργούσε σαν ένα απλό καθημερινό και παραδοσιακό μπακάλικο, μιας άλλης εποχής. Ή μήπως όχι;

Τα δάνεια της Μαρφίν
Όσον αφορά στη Marfin Εγνατία και το δανεισμό (MIG και Εφοπλιστές), σε επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε ότι «η τράπεζα αναλάμβανε αυξημένους πιστωτικούς κινδύνους», όπως αναφέρεται ο κ. Μιχάλης Στυλιανού, εκπρόσωπος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, σε επιστολή ημερομηνίας 6 Ιουλίου 2009 που απέστειλε στον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο του ομίλου MPB, κ. Ευθύμιο Μπουλούτα. Οι αυξημένοι πιστωτικού κίνδυνοι συνίσταντο στη μεγάλη διάρκεια με αποπληρωμή στη λήξη, στις ανεπαρκείς εξασφαλίσεις και στην υψηλή συγκέντρωση σε συγκεκριμένο επιχειρηματικό όμιλο. Ειδικότερα, καταγράφεται ότι «ο όμιλος παρουσίαζε ένα υψηλού κινδύνου προφίλ με έμφαση στην επενδυτική τραπεζική και σε χρηματιστηριακές δραστηριότητες που παρουσιάζουν αυξημένους κινδύνους, ειδικά εν μέσω της τρέχουσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης[13]». Η συγκέντρωση σε αριθμό κινδύνων, σύμφωνα με τις βασικές διαπιστώσεις, μπορεί να χαρακτηριστεί με ένα αρκτικόλεξο: MIG, αφού αφορά στη συμμετοχή για αύξηση κεφαλαίου της MIG, χορηγήσεις, κυρίως προς τον όμιλο MIG, με ευνοϊκή μεταχείριση σε αρκετές περιπτώσεις, δάνεια για επενδυτικούς σκοπούς προς τον όμιλο MIG, περιλαμβανομένων και «σημαντικών παρατυπιών στη συμπλήρωση των συμβατικών εγγράφων των δανείων και εξασφαλίσεων[14]».  Για το συγκεκριμένο κεφάλαιο, από που ν’ αρχίσει κανείς; Στο ότι το πρόγραμμα αποπληρωμής χορηγήσεων για αγορά μετοχών προέβλεπε την καταβολή μόνο των τόκων, στο ότι για αρκετούς πιστούχους που ήταν εταιρείες δεν υπήρχαν στοιχεία για την οικονομική τους κατάσταση, στο ότι δεν καλύφθηκε το άνοιγμα εξασφαλίσεων για κάλυψη μετοχών; Να μεταφέρουμε απλώς τα όσα καταγράφονται, λοιπόν, για να μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα χωρίς τη δική μας παρέμβαση και να διευκρινιστεί ότι ναι, η αναφορά γίνεται για εκατομμύρια και όχι στραγάλια ή βότσαλα:


«Όμιλος MIG:
(α) χρηματοδότηση ύψους €30 εκατομ. Για αγορά μετοχών της κυπριακής εταιρείας «Cyprus Tourism and Development Ltd” (ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου Hilton)
(β) χρηματοδότηση ύψους €28,5 εκατομ. Για αγορά μετοχών της κυπριακής εταιρείας «Christis Dairies”
(γ) χρηματοδότηση ύψους €19 εκατομ. Για αγορά μετοχών της ΛΗΤΩ Συμμετοχών Α.Ε
(δ) χορήγηση προς τη «Vivartia” ύψους €4 εκατομ. για επενδυτικούς σκοπούς χωρίς εξασφαλίσεις και
(ε) χρηματοδότηση €220 εκατομ προς το Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών «Υγεία» Α.Ε για επενδυτικούς σκοπούς και κεφάλαιο κίνησης με εξασφάλιση ισόποση κατάθεση
...Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στο πόρισμα καταδεικνύουν σε όλες τις περιπτώσεις κάποιου είδους σύνδεση των πιο πάνω επιχειρήσεων [γίνεται αναφορά στον όμιλο Φράγκου, τον όμιλο Βενιάμη, τον όμιλο Κούμπα, τον όμιλο Πηλαδάκη, την IRF European Finance Investments Ltd,τη  Eurohellenic Α.Ε και το Φρέρη Στέλιο] με τον όμιλο MIG»[15]. Το ίδιο πόρισμα καταλήγει σε παραλείψεις από πλευράς της διοίκησης της τράπεζας, παραβάσεις της οδηγίας MiFID, σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ συγκεκριμένου μέλους του διοικητικού συμβουλίου που παρείχε ταυτόχρονα και νομικές υπηρεσίες, και παρατηρήσεις που περιλαμβάνουν μεταξύ πολλών άλλων τον Τομέα Αξιολόγησης Κινδύνου Αγοράς και τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου. Η κοινοβουλευτική επιτροπή θεσμών, επισημαίνει ότι όσα προέκυψαν το 2009 και αναφέρονται πιο πάνω, ίσχυαν και πολύ αργότερα, εδραιώνοντας ουσιαστικά για την τράπεζα ένα προφίλ υψηλού κινδύνου, με τα επενδυτικά δάνεια να είναι ένα πρόβλημα που οξύνθηκε σημαντικά και να δημιουργεί ανησυχητική κατάσταση. Σημαντικός αριθμός πελατών αδυνατούσε να αποπληρώσει τις επισφαλείς απαιτήσεις και η τράπεζα καλείτο να συμμορφωθεί άμεσα με τις υποδείξεις της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, αφού «το σύνολο των χρηματοδοτήσεων ανήλθε στα €542 εκατομ. εκ των οποίων τα €133 είναι ανεξασφάλιστα. Η οικονομική κατάσταση του ομίλου MIG έχει επιδεινωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Παρά ταύτα ο όμιλος MIG εξακολουθεί να τυγχάνει προνομιακής μεταχείρισης από την τράπεζα λόγω της ειδικής σχέση που έχουν οι δύο οργανισμοί[16]» Η ειδική σχέση στοιχειοθετείται με παραδείγματα στην έκθεση έκτασης μερικών σελίδων, κάτι το οποίο θα παρουσιαστεί εκτενέστερα σε επόμενο τεύχος.






[1] Συμπληρωματική Έκθεση για το θέμα «Η Λειτουργία των Θεσμών του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (Αυτεπάγγελτη εξέταση με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως), σελ 5
[2] οππ
[3] οππ, σελ 5-6
[5] Συμπληρωματική Έκθεση για το θέμα «Η Λειτουργία των Θεσμών του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (Αυτεπάγγελτη εξέταση με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως), σελ 13
[6] Οππ. σελ 16-17
[7] Οππ, σελ 21
[8] οππ
[9] Οππ, σελ 24-25
[10] Οππ, σελ 30
[11] Οππ, σελ 35
[12] Οππ, σελ 36
[13] Οππ, σελ 42
[14] Οππ, σελ 44
[15] Οππ, σελ 45-46
[16] Οππ, σελ 48-49

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου