25 Απρ 2014

Πώς φτάσαμε στην 21η Απριλίου 1967

Μάριος Θρασυβούλου         


Το τέλος του εμφυλίου το 1949 βρίσκει τον νικητή ελληνικό στρατό με ψηλό κύρος και αυτοπεποίθηση. Το κλίμα της εποχής τον διαποτίζει φυσιολογικά με έντονο αντικομουνισμό. Ο εθνικισμός, παράλληλα, δεν έπαψε ποτέ να είναι βασικό του γνώρισμα. Μέσα στον στρατό συνυπάρχουν, από τη μια η αφοσοίωση στο φιλοδυτικό-αντικομουνιστικό μπλοκ και από την άλλη ο αλυτρωτισμός. Μια λανθάνουσα περιφρόνηση στους αστικούς θεσμούς και στον κοινοβουλευτισμό υπάρχει επίσης από μέρους του στρατού και που σταδιακά εξελίσσεται σε φανερή εχθρική στάση, μέσα από την αδυναμία  του κρατικού και  του κοινοβουλευτικού ελέγχου στις στρατιωτικές διεργασίες και μέσα από τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια εμφανίζεται με το τέλος του εμφυλίου και ο ΙΔΕΑ, μια οργάνωση μεσαίου βαθμού αξιωματικών. Ακραία αντικομουνιστική και μόνιμα καχύποπτη με τη δημοκρατία και με τις «νόμιμες» λύσεις, η οργάνωση αυτή δυναμώνει και αποκτά μεγάλη επιρροή στον στρατό λόγω των επιτελικών θέσεων που κατείχαν τα στελέχη της. Τα στελέχη αυτά, είτε στον στρατό, είτε αποσπασμένα στην ΚΥΠ/Ε, φυσιολογικά ανέπτυξαν σχέσεις με το κλιμάκιο της CIA στην Ελλάδα στα πλαίσια του κοινού ιδεολογικού-αντικομουνιστικού αγώνα. Ο ΙΔΕΑ δεν ελέγχεται όμως από τη CIA και τις ΗΠΑ. Οργανώνεται και δρα αυτόνομα  με τα αντιδραστικά αντανακλαστικά που τον χαρακτηρίζουν. Το 1951 κινητοποιείται συνωμοτικά υπέρ του Παπάγου, ενώ το 1956 προετοίμαζε πραξικόπημα λόγω της αυξημένης δύναμης που παρουσίασε στις εκλογές η Αριστερά. Οι Αμερικανοί στην Ελλάδα δεν έλεγχαν τον ΙΔΕΑ, αλλά ούτε είχαν λόγο να τον πολεμήσουν. Τον έβλεπαν σαν μια οργάνωση, όπως και άλλες φυσικά, που θα αποτελούσαν χρήσιμη εφεδρεία σε τυχόν απειλή από τους κομουνιστές. Μέσα στον έντονο ιδεολογικό παροξυσμό του Ψυχρού Πολέμου κάθε κίνηση ενάντια στον κομουνισμό ήταν ευπρόσδεκτη από τους Αμερικανούς.
Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι μέλη της CIA είχαν δικές τους ατζέντες και ξεχωριστά πάρε δώσε  είτε με παραστρατιωτικές οργανώσεις, είτε με το παλάτι, είτε με τμήματα του ελληνικού κατεστημένου. Εξάλλου, πλείστες φορές παρουσιάστηκε διχογνωμία μεταξύ της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα που έκφραζε την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και μελών του κλιμακίου της CIA που είχε εν μέρει αυτονομηθεί και παγιώσει ιδιοτελή συμφέροντα.  Όμως, οι ΗΠΑ γενικά θεωρούσαν αναγκαία τη διατήρηση της συνεργασίας στρατού και παλατιού ως τον μοναδικό δρόμο για διασφάλιση της συμμαχικής σύμπνοιας. Όπως αναγκαία επίσης θεωρούσαν τη συναίνεση των δύο αυτών θεσμών με τα κόμματα του Κέντρου και της Δεξιάς ώστε να διασφαλιστεί η διατήρηση ενός υγιούς αστικού πολιτικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, της σταθερότητας της συμμαχικής Ελλάδας.

Στα 1963 η κυβέρνηση Καραμανλή δεν δείχνει ικανή να συνεχίσει μετά από οκταετή θητεία. Η λαική δυσαρέσκεια και οι συχνές συγκρούσεις του Καραμανλή με το  περιβάλλον του παλατιού κάνουν ακόμα και τους Αμερικανούς να ευνοούν την αλλαγή. Δεν είχαν πρόβλημα να προσεταιριστούν κανένα κόμμα και κανένα πολιτικό φτάνει να διασφαλιζόταν η σταθερότητα στη χώρα. Η νίκη όμως της Ένωσης Κέντρου και η εκλογή του Γ.Παπανδρέου στην πρωθυπουργία τον χειμώνα του 1964 ξυπνούν προσδοκίες στην κοινωνία. Έχοντας τη λαική υποστήριξη, ο Γ.Παπανδρέου προωθεί μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στοχεύοντας στον εκσυγχρονισμό του κράτους. Δεν έπαψε να είναι ένας συντηρητικός πολιτικός ο Παπανδρέου, αλλά οι αλλαγές σε συνάρτηση με το αλλαγμένο κλίμα στους πολίτες θορύβησαν το κατεστημένο της οικονομίας, του στρατού και του παλατιού, βλέποντας να απειλούνται τα συμφέροντά τους. Εδώ, αρχίζουν να ανησυχούν οι ΗΠΑ , κυρίως για το μέλλον του παλατιού, το οποίο παλάτι  ταυτίστηκε με το μετεμφυλιακό κράτος και ως εκ τούτου, ήταν για τους Αμερικανούς ένας θεσμός που γι’ αυτούς έκφραζε την  πίστη  προς τη Δυτική Συμμαχία.

Το παλάτι, με τον πολύ νέο και αλαζονικό Κωνσταντίνο που μόλις τον Μάρτη του 1964 έγινε βασιλιάς λόγω του θανάτου του πατέρα του Παύλου, οξύνει τη σύγκρουση με την κυβέρνηση του Γ.Παπανδρέου με ξεκάθαρο στόχο τον έλεγχο του στρατεύματος. Ήταν καθαρό ότι η υπόσταση και το μέλλον ακόμα του παλατιού θα περνούσε δια μέσου του ελέγχου του στρατού. Οι ΗΠΑ δεν ενθαρρύνουν το παλάτι για βιαστικές κινήσεις που θα είχαν το στοιχείο του ρίσκου. Διαβλέπουν όμως ότι υπάρχει μια επικίνδυνη ριζοσπαστικοποίηση των πολιτών, μια αύξηση της επιρροής της ΕΔΑ και μια ρευστότητα στο εσωτερικό της Ένωσης Κέντρου που ευνοούσε τον «αριστερό» Ανδρέα.

Στο κρίσιμο 1965 έχουμε την όλο και πιο οξυμένη σύγκρουση παλατιού και Γ.Παπανδρέου για τον έλεγχο του στρατού, ποικίλες και αντικρουόμενες τάσεις εντός του στρατού (φιλοβασιλικές, αυτόνομες αντιβασιλικές κλπ),  σοβαρές αντιθέσεις εντός της Ένωσης Κέντρου και μια ριζοσπαστικοποιημένη κοινωνία με αυξημένη επιρροή της ΕΔΑ. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που βγήκε στο φως ακολούθως, ήταν πιο πολύ μια υπόθεση που είχε να κάνει με τα ιδιαίτερα συμφέροντα που υπήρχαν μέσα στον στρατό και η ανησυχία, κύρια των συντηρητικών κύκλων του, για τυχόν επιβολή της κυβέρνησης πάνω στον θεσμό και του αναπόφευκτου πλήγματος αυτών των συμφερόντων. Η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ που στοχοποιούσε άμεσα τον Ανδρέα Παπανδρέου και έμμεσα τον πρωθυπουργό πατέρα του, ήρθε να δέσει στη συνέχεια με το θέμα της παύσης του φιλοβασιλικού υπουργού Άμυνας Γαρουφαλιά από τον πρωθυπουργό και της άρνησης του παλατιού να δεχτεί αυτή την εξέλιξη. Το θεσμικό αδιέξοδο που έφερε η διαφωνία πρωθυπουργού και βασιλιά οδήγησε στην παραίτηση της δημοφιλούς κυβέρνησης στα μέσα του Ιούλη του 1965. Τα Ιουλιανά, όπως ονομάστηκε η περίοδος μετά την παραίτηση και που κράτησαν πάνω από δύο μήνες, κατέδειξαν τις πολλές και κρίσιμες αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος. Η αποστασία βουλευτών της Ένωσης Κέντρου, πέραν από ιδιοτελή συμφέροντα που πιθανόν να υπήρχαν, είναι μια ένδειξη τού πόσο ριζωμένοι ήταν στις συνειδήσεις του πολιτικού κόσμου οι κατεστημένοι θεσμοί του στρατού και του παλατιού. Οι βουλευτές αυτοί προτίμησαν να συγκρουστούν με το κόμμα τους και τον πρωθυπουργό παρά με τον βασιλιά και τον στρατό. Ήταν όμως και μια εσωτερική μάχη κυριαρχίας απέναντι στην πλευρά του πρωθυπουργού και κατ’ επέκταση  της δυναμικής παρουσίας του Ανδρέα Παπανδρέου.  Οι αποτυχημένες προσπάθειες του παλατιού ώστε να συγκροτηθούν κυβερνήσεις από τους αποστατούντες της Ένωσης Κέντρου δείχνει από τη   μια τη λειψή κοινοβουλευτική δημοκρατία της περιόδου αυτής ένεκα του καθοριστικού ρόλου του παλατιού και από την άλλη, την αστάθεια της χώρας που επενεργούσε και στη συμπεριφορά κομμάτων και πολιτικών. Τα Ιουλιανά δείχνουν ακόμα και τον βαθμό ριζοσπαστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας που εκφράστηκε με μαχητικές διαδηλώσεις κάτω από τη σημαία της Ένωσης Κέντρου και της ΕΔΑ.

Οι Αμερικανοί στην Ελλάδα έχουν αυτή την περίοδο ένα δευτερεύων ρόλο. Πιο πολύ ακολουθούν τα γεγονότα παρά τα καθορίζουν. Είχαν πληροφορίες για επικείμενο πραξικόπημα του παλατιού και των στρατηγών και έδειχναν να προτιμούν κάτι τέτοιο που θα τερμάτιζε την επικίνδυνη αστάθεια και που προοπτικά θα προετοίμαζε ίσως τη συγκρότηση μιας ισχυρής κυβέρνησης της Δεξιάς. Σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι οι ΗΠΑ προτιμούσαν μια χούντα παρά μια κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου με ισχυρή επιρροή του Ανδρέα Παπανδρέου και με φιλοαριστερές τάσεις, αλλά σαφώς προτιμούσαν μια ισχυρή κυβέρνηση μέσω της κοινοβουλευτικής οδού, παρά μια χούντα.

Όλη αυτή την περίοδο, η δυσφορία στα σπλάχνα του ελληνικού στρατού μεγαλώνει, κύρια στα πιο ακραία, φανατικά τμήματά του. Στα μυαλά δεκάδων μεσαίων αξιωματικών που προέρχονται από την παραστρατιωτική οργάνωση του ΙΔΕΑ, αυτή η μακρά περίοδος κυβερνητικής και κοινωνικής αστάθειας που κράτησε από τον Ιούλιο του 1965 ως τον Απρίλη του 1967, ωρίμασε η σκέψη για δράση.  Η φασιστική νοοτροπία τους και η περιφρόνηση στο κοινοβούλιο και στους δημοκρατικούς θεσμούς, η απογοήτευση από το  οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο της  χώρας που κατέστρεψαν τη χώρα και που διέψευσαν τις  προσδοκίες τους, η άρνησή τους να δεχτούν τη σχέση εξάρτησης του στρατού με το  παλάτι, η εμμονή τους να αποκαταστήσουν το «κύρος» της Ελλάδας, του στρατεύματος και του δικού τους ως βαθμοφόρων,  ο φόβος των κομουνιστών, έπαιξαν ρόλο στην απόφαση για το πραξικόπημα. Το πραξικόπημα της 21ης  Απριλίου του 1967 ήταν η «εκδίκηση» του πιο αντιδραστικού κομματιού του στρατού και το οποίο γεννήθηκε, ανδρώθηκε και γιγαντώθηκε μέσα στη μετεμφυλιακή, στρεβλή εποχή. Ένα πραξικόπημα που έπιασε στον ύπνο τον λαό, τα κόμματα, το παλάτι, την ηγεσία του στρατού και τους Αμερικανούς.



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου