21 Μαρ 2014

Η έκθεση του International Crisis Group που «εξαντλείται» στην νοσταλγία των δυο κρατών, και οι έρευνες που μάλλον δείχνουν έξοδο από την ιστορική αιχμαλωσία



Το International Crisis Group εξέδωσε στις 14 Μαρτίου έκθεση που αφορά στην Κύπρο με τον τίτλο Μοιρασμένη Κύπρος: Συμβιβαζόμενοι με μια ατελή πραγματικότητα (Divided Cyprus: Coming to Terms on an Imperfect Reality)[1]. Τα στοιχεία για την έκθεση συλλέχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου (2013) με συναντήσεις στη Λευκωσία (βόρεια και νότια της πράσινης γραμμής), την Άγκυρα, την Αθήνα, τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον, με στόχο να απαντηθούν νέα έρωτήματα.[2]

Αρχικά, στην έκθεση περιγράφεται ένα σύντομο ιστορικό αναφορικά με την πορεία των διαπραγματευτικών διαδικασιών από το 1977. Άξιοι αναφοράς είναι οι λόγοι, που όπως αναφέρεται, επηρέασαν τις διαπραγματεύσεις της προηγούμενης διακυβέρνησης, θεωρώντας ότι ο Χριστόφιας άρχισε τη διαδικασία, αργά, το 2010, ο Ντερβίς Έρογλου αντικατέστησε τον Μεχμέτ Αλή Ταλάτ και διέκοψε τη διαδικασία λόγω της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε. τον Ιούλιο του 2012 και την οικονομική κρίση (partly due to the March 2013 Greek Cypriot fiscal meltdown). Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η έκθεση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι δύο κοινότητες απομακρύνθηκαν ιδιαίτερα.

Όσον αφορά στο έγγραφο συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν μεταξύ 2008-2012, θεωρείται ότι μετά τη δημοσιοποίησή του στα κυπριακά ΜΜΕ, αναφέρεται ότι ούτε απορρίφθηκαν, ούτε έτυχαν αποδοχής, ενώ χαρακτηρίζονται μεταξύ άλλων περίπλοκες που προωθούν την αρχή «τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί, αν δεν έχουν όλα συμφωνηθεί». Ενδιαφέρον προκαλεί η θέση ότι ο Αναστασιάδης φαίνεται να αλλάζει το στόχο προς μια πιο χαλαρή ομοσπονδία, ένα σενάριο το οποίο φαίνεται να αποδέχεται η τουρκοκυπριακή πλευρά.

Επιπρόσθετα, χαρακτηρίζει τις συναντήσεις των Υπουργών Εξωτερικών Τουρκίας και Ελλάδας με τους διαπραγματευτές των δύο κοινοτήτων ως ένα σημαντικό βήμα, επισημαίνοντας ότι ο ελληνοκύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος, μετά την ανακοίνωση της επανέναρξης των συνομιλιών είχε κατηγορήσει την τουρκική πλευρά για αδιαλλαξία. Επ’ αυτού, η έκθεση συμπεραίνει ότι οι νέες διαπραγματεύσεις για μια «χαλαρή ομοσπονδία» δεν κρύβουν την απουσία συναίνεσης στο νέο στόχο, ούτε την απουσία του νέου περιεχομένου, ιδιαίτερα αφού οι Ελληνοκύπριοι παραμένουν «εγκλωβισμένοι στο  σκεπτικισμό τους για τις προθέσεις της Τουρκίας».

Η καταγραφή του πλαισίου στην έκθεση
Σύμφωνα με την έκθεση, την τελευταία τετρακονταετία έχει δοκιμαστεί κάθε μέθοδος διαπραγμάτευσης για επανένωση του νησιού και τίποτα δεν απέδωσε. Το μόνο που δεν έχει δοκιμαστεί, ίσως, είναι η παράδοση της διαδικασίας σε γυναίκες οι οποίες αποκλείονται σχεδόν εντελώς από την ανάληψη ενεργού ρόλου. Οι χιλιάδες συναντήσεις περιλάμβαναν όλων των ειδών ηγέτες από επιχειρηματίες μέχρι θρησκευτικούς, που ήταν είτε υπέρ, είτε κατά ενός συμβιβασμού σε διάφορους συνδυασμούς και χρησιμοποιώντας μια δήλωση του Κουντρέτ Οζερσάϊ, οι δύο πλευρές έμαθαν τη θέση της άλλης απ’ έξω κι ανακατωτά. Σε αυτές τις συναντήσεις εξαντλήθηκαν όλες οι μέθοδοι για λύση στο πλαίσιο της βάσης των Ηνωμένων Εθνών. Θεωρεί ότι η ομοσπονδία δεν αποτελεί την πρώτη επιλογή κανενός στο νησί, αφού οι ε/κ υποστηρίζουν σθεναρά ένα ενωμένο κράτος, το οποίο απορρίπτεται από τους περισσότερους τ/κ. Όπως αναφέρεται, η τ/κ κοινή γνώμη υποστηρίζει τη λύση των δύο κρατών, η οποία απορρίπτεται από τους ε/κ που είναι έντονα αντίθετοι στη διχοτόμηση, αλλά ταυτόχρονα με αυτό τον τρόπο απορρίπτουν τα περισσότερα στοιχεία της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδία, ενώ η πλειοψηφία και στις δύο πλευρές δεν επιθυμεί το διαμοιρασμό εξουσίας με την άλλη πλευρά. Συνεπώς, η φόρμουλα που προβάλλεται είναι η δεύτερη καλύτερη λύση και για τις δύο κοινότητες, αυτή της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, παρόλο που, όπως προβάλλεται, παρατηρείται σε δημοσκοπήσεις ότι η τάση είναι η καταψήφιση μιας λύσης στη βάση ομοσπονδίας[3].

Όσον αφορά στην επανέναρξη των συνομιλιών μετά την κατάληξη σε Κοινό Ανακοινωθέν, το Crisis Group International  επικαλούμενο τη μαρτυρία πολλών εμπλεκομένων (insiders) καταλήγει στο ότι η διαδικασία αντικρίζεται κυνικά, εστιάζοντας στη μαρτυρία πρώην υπουργού της τουρκικής κυβέρνησης, ο οποίος αναφέρει ότι το πλαίσιο βασίζεται στη μη λύση και ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν τις δύο πλευρές περισσότερο από όσο θέλουν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, και κυρίως ότι «κάποιος πρέπει να τους ταρακουνήσει». Προς αυτή την κατεύθυνση παρατίθεται μαρτυρία ε/κ ακαδημαϊκού, ο οποίος υποστηρίζει ότι η προσπάθεια επανένωσης υποθάλπεται για χρόνια: «πρακτικά κάθε φόρμουλα που θα μπορούσε να συλληφθεί έχει δοκιμαστεί... κάθε απόπειρα για ‘επίλυση’ του προβλήματος του νησιού έχει αποτύχει».

Τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, ονομάζονται στην έκθεση Μέτρα Απώλειας Εμπιστοσύνης (Measures of Lost Confidence). Υποστηρίζεται ότι και οι δύο κοινότητες επιθυμούν διακαώς μιας μορφής λύση, αλλά δεν πιστεύουν ότι η ομοσπονδία μπορεί να συμφωνηθεί ή εφαρμοστεί[4], αφού η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι έντονη και οι δύο πλευρές φοβούνται την επικυριαρχία τους από την άλλη πλευρά. Γι’ αυτό το λόγο, η ηγεσία των δύο κοινοτήτων επικεντρώνονται σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης για την προώθηση της ομοσπονδιακής επανένωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται αναφορά και στο θέμα των Βαρωσίων και στην νομιμοποίηση του αεροδρομίου Τύμπου, αλλά και στο απευθείας εμπόριο με ανταλλαγή την απόσυρση τουρκικών στρατευμάτων, όπως και στην προσφορά της Τουρκίας για παροχή νερού τόσο στους τ/κ όσο και στους ε/κ, αφού ο αγωγός τίθεται σε εφαρμογή το 2014[5].

Θεωρείται ότι παρά τις δηλώσεις ότι τα έσοδα από το φυσικό αέριο θα διατεθούν προς όφελος και των δύο κοινοτήτων, εντούτοις χρησιμοποιείται με τρόπο ο οποίος εμβαθύνει περαιτέρω το διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων. Η επιθετική στάση της Τουρκίας ενδυνάμωσε τους φόβους των ε/κ για στρατιωτική της επέμβαση, ενώ η συνεχής παρουσία τουρκικών αντισεισμικών σκαφών προκαλεί δυσφορία. Οι τ/κ πρότειναν όπως το θέμα των υδρογονανθράκων συζητηθεί σε ομάδα εργασίας, αλλά οι ε/κ αρνήθηκαν και δεν ενθουσιάζονται με την ιδέα της πιθανότητας ότι το μερίδιο των τ/κ θα χρησιμοποιηθεί για να αντισταθμίσει/ αποζημιώσει ε/κ περιουσίες. Όπως αναφέρεται, οι ε/κ εάν προτίθενται να χρησιμοποιήσουν την ανεύρεση υδρογονανθράκων για εξεύρεση λύσης, τότε θα έπρεπε να τους [ τους τ/κ] είχαν εμπλέξει από την αρχή. Η επιλογή αγωγού μέσω Τουρκίας που προωθείται από τουρκικές εταιρείες, θεωρείται ως μια εφική λύση και ίσως η πιο συμφέρουσα.[6]

Με τον υπότιτλο «Μια διένεξη που έχεις μερικώς λυθεί», ακολουθεί ο ισχυρισμός ότι παρά την πολιτική ρητορική, έχει ήδη πραγματοποιηθεί μια αργή, αλλά σταθερή και ντε φάκτο ομαλοποίηση του στάτους κβο μέσα από μια μορφή ‘λύσεις’ δύο κρατών. Κανένας νεκρός από το 1996 και ‘μόνο’ 10 από το 1974, οι αγνοούμενοι της περιόδου 1963-1974 ταυτοποιούνται και το 2013 και οι δύο πλευρές ακύρωσαν τις στρατιωτικές τους ασκήσεις. Στην πράσινη γραμμή μόνο μερικοί αμμόσακκοι και φυλάκια, αλλά χωρίς οριστική επίσημη λύση δεν θα ήταν σοφό να μετακινηθούν 860 στρατιώτες και 69 αστυνομικοί της UNFICYP. Κύπριοι και πολίτες άλλων χωρών μπορούν να διασχίσουν τα οδοφράγματα εύκολα. Οι δύο πλευρές συνεργάζονται εδώ και αρκετό διάστημα για το αποχετευτικό σύστημα και σε περίπτωση επειγόντων περιστατικών υπάρχει άμεση ανταπόκριση, όπως στην περίπτωση των διακοπών ηλεκτροδότησης ή στην περίπτωση της πετρελαιοκηλίδας [στην περιοχή Καρπασίας]. Η ΤΔΒΚ μπορεί να μην αναγνωρίζεται από κανένα πέραν από την Τουρκία, αλλά δεν παύει από το να διατηρεί ένα αερολιμένα, εξίσου απασχολημένο με το Διεθνές Αεροδρόμιο Λάρνακας και πολλές χιλιάδες ε/κ το χρησιμοποιούν, αφού οι διεθνείς συνδέσεις μέσω Κων/ λης είναι συνήθως πιο ταχείς και φθηνότερες από τη Λάρνακα ή μέσω Αθήνας. Μπορεί οι ε/κ να προσπαθούν να διαχειριστούν ακόμα τα συναισθήματά τους για την Τουρκία, αλλά δεν ισχύει πλέον το ίδιο για τις Τουρκικές Αερογραμμές για τις οποίες εργάζονται μισή ντουζίνα ε/κ πιλότοι.


Ένα επιχείρημα κτισμένο στην «εξάντληση»




Η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς της έκθεσης, περιγράφεται με τη λέξη «εξάντληση». Οι αντιφάσεις της ρητορικής των πολιτικών, η απόσταση μεταξύ των δύο κοινοτήτων, το γεγονός ότι πλέον πολύ λίγοι μιλούν και τις δύο γλώσσες και κατ’ επέκταση η αυξανόμενη ανάγκη μεταφραστών στα διάφορα επίπεδα των διαπραγματεύσεων, αφού η χρήση των αγγλικών επιβραδύνει τις διαδικασίες, η μείωση του αριθμού όσων διασχίζουν τα οδοφράγματα και η μείωση του αριθμού τ/κ που προσφεύγουν στο σύστημα υγείας της ΚΔ προβάλλονται ως τα επιχειρήματα γι΄αυτή την πραγματικότητα και εξάντληση, για την οποία αποπειράται να επιχειρηματολογηθεί στην έκθεση και για να καταλήξει στην αναγκαιότητα εξεύρεσης ‘εναλλακτικής’ λύσης, πέραν αυτής της ΔΔΟ, επειδή σύμφωνα με έγγραφο της Υπηρεσίας Ερευνών του Κογκρέσου των ΗΠΑ, οι αποτυχίες του 2004 και 2008-2012 οδήγησαν κάποιους παρατηρητές να αμφισβητούν κατά πόσο μπορεί να επιτευχθεί κάποια λύση ή κατά πόσο, παρά τη ρητορική, η διατήρηση του στάτους κβο ή η διχοτόμηση μπορεί να είναι λιγότερο επιθυμητή, αλλά αναπόφευκτη και για τις δύο πλευρές. Υιοθετώντας την άποψη του James Ker Lindsay ότι ένα νέο κράτος των τ/κ στην Ε.Ε. θα μπορούσε να θεωρηθεί η καλύτερη εφικτή λύση, ιδιαίτερα όσον αφορά στη βιωσιμότητα και σταθερότητα, αν και όχι δίκαια από την ε/κ οπτική, η οποία υποστηρίζεται περαιτέρω από άρθρο του William Chislett ότι αφού τα δυο μέρη καλύτερα να συμφωνήσουν ‘σε ένα φιλικό διαζύγιο’ παρά να εξαναγκαστούν σε ‘ένα νέο ανεφάρμοστο γάμο’,  η έκθεση καταλήγει ότι κάτι τέτοιο δεν συζητείται εύκολα, τουλάχιστον δημοσίως, από ε/κ και κάτι τέτοιο δεν είναι η σημερινή πολιτική της Τουρκίας, που πιστεύει ότι οι ε/κ δεν μπορούν να αποδεκτούν κάτι άλλο. Παρόλα αυτά, αναγνωρίζεται ότι η ό,ποια βιώσιμηλύση θα χρειαστεί την υποστήριξη και των δύο κοινοτήτων και την έγκρισή της σε δημοψήφισμα. Και το διαζύγιο ή αυτή η ‘εναλλακτική πρόταση’ στοιχειοθετούνται με το επιχείρημα ότι οι πολιτικοί δεν πηγαίνουν πέρα από λαϊκιστικά ή συναισθηματικά κριτήρια, αλλά και το γεγονός ότι υπάρχουν σημάδια ότι οι ε/κ, διαμορφωτές κοινής γνώμης και απλός κόσμος, είναι ανοικτοί σε νέες ιδέες, από τη συνομοσπονδία μέχρι τη διχοτόμηση, παρόλον ότι ο φόβος της αντίδρασης της κοινής γνώμης την κρατά για ιδιωτική κατανάλωση. Ένας άλλος λόγος που προβάλλεται, ώστε η προτεινόμενη ‘επιλογή’ να περιληφθεί στο γενικότερο σκεπτικό για λύση, είναι η κατάρρευση της οικονομίας και η τραπεζιτική κρίση του Μάρτη 2013 που οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι η Κύπρος χρειάζεται να επανεφεύρει τον εαυτό της, μιας και το χρέος των 10 δις και το προηγούμενο ρωσικό δάνειο των 2.5 δις έχουν πιθανώς καλύψει τα οποιαδήποτε έσοδα που πιθανώς προκύψουν από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων του οικοπέδου της Αφροδίτης. Η έκθεση επικαλείται ότι η εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία αποτελεί τον πιο γρήγορο και ασφαλή, αλλά και κερδοφόρο τρόπο για οικονομικά οφέλη από την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου μέσω ενός αγωγού του Ισραήλ, της Κύπρου και της Τουρκίας ή του Ισραήλ και της Τουρκία που θα είναι έτοιμος μέχρι το 2017, αν η Λευκωσία κινηθεί άμεσα και προτού οι εταιρείες διερευνήσουν άλλες επιλογές.

Τα πιο πάνω θεωρούνται οι λόγοι για τους οποίους οι ε/κ διατηρούν την ελπίδα τους, ενώ οι τ/κ τη χάνουν, ιδιαίτερα μετά τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων του σχεδίου Αννάν. Η ελπίδα των τ/κ θεωρείται ότι μπορεί να αναπτερωθεί με τη δημιουργία ενός τ/κ κράτους υπό την ευθύνη της Ε.Ε, φτάνει οι τ/κ να μπορούν να αποδείξουν τη βιωσιμότητά του με την υιοθέτηση του acquis και την ανεξάρτητη από την Άγκυρα λειτουργία του.

Η Άγκυρα από την πλευρά της, θα προωθήσει, με αυτό τον τρόπο, την ενταξιακή της πορεία και θα απεγκλωβιστεί από τα δεινά που της έχουν προκαλέσει οι πολιτικές της στην Κύπρο από το 1955, που επηρέασαν τις διμερείς της σχέσεις ακόμα και με τον κύριο σύμμαχό της, τις ΗΠΑ. Για να το καταφέρει, θα χρειαστεί να μειώσει τους φόβους των ε/κ που τη βλέπουν ως ιστορικό εχθρό και σημερινή απειλή. Η Αθήνα, από την άλλη, θεωρείται πιο συντηρητική και από τους ε/κ στη συζήτηση αυτής πρότασης, που έτσι κι’ αλλιώς θα χρειαστεί τη μακρόχρονη εγγύηση της εφαρμογής της από τα Η.Ε., τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Και ενώ θεωρεί η έκθεση, ότι διεθνείς πιέσεις έρχονται από διάφορες πλευρές προς την Κύπρο (π.χ. Ρωσία, Η.Ε, Τουρκία, ΗΠΑ, Ε.Ε.) για κατάληξη των συνομιλιών σε λύση (της μορφής που συζητείται στη βάση της ΔΔΟ), καταλήγει ότι ιδιωτικά ευρωπαίοι επίσημοι και των Η.Ε. φαίνονται ανοικτοί στην ιδέα που προβάλλεται στην έκθεση αυτή.

Η εισήγηση για λύση «δυο κρατών»




Η πρόταση της έκθεσης για λύση δύο κρατών προβάλλεται ως νέα ευρωπαϊκή λύση παρόλον ότι αναγνωρίζεται ότι ξεκάθαρα έχει απορριφθεί η μονομερής απόσχιση [μέσω του Κοινού ανακοινωθέντος του Φεβρουαρίου 2014] με την επανέναρξη των συνομιλιών. Θεωρείται ότι η από κοινού συναίνεση για τη δημιουργία δύο ξεχωριστών κρατών θα πρέπει να είναι η έσχατη λύση, αφού το Crisis Group καθοδηγείται από το τί ρεαλιστικά θα ήταν η καλύτερη διακυβέρνηση (προβάλλοντας ως πιθανό μοντέλο την περίπτωση Σλοβακίας και Δημοκρατίας της Τσεχίας, αφού υπάρχει γενικότερη αντίσταση διεθνώς στη δημιουργία νέων κρατών) που δεν θα οδηγούσε στο ξέσπασμα βίας. Πιθανή αποφυγή αυτού θα μπορούσε, σύμφωνα πάντα με την έκθεση, να επιτευχθεί μέσα από διακανονισμό για επιστροφή περιουσιών στη βάση συζήτησης του περιουσιακού, το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγκάθια στις συνομιλίες, αφού τα θέματα διακυβέρνησης και διαμοιρασμού εξουσιών έχουν ήδη συζητηθεί εκτεταμένα, όπως φαίνεται στο έγγραφο συγκλίσεων των συνομιλιών για το 2008-2012. Ως κύριο, στην ουσία, επιχείρημα για τη λύση δύο κρατών προβάλλεται το ότι για μια οποιαδήποτε λύση/ διευθέτηση/κατάληξη, θα υπάρξει και για τις δύο πλευρές οικονομικό όφελος, ιδιαίτερα αφού οι οικονομίες των δύο κοινοτήτων είναι ήδη χωριστές. Χρησιμοποιείται ξεχωριστό νόμισμα, ενώ οι συναλλαγές διαμέσου της πράσινης γραμμής είναι μικρές σε αριθμό και με πτωτική τάση. Αντίθετα, η λύση δύο κρατών με αυτόματη σύνδεση του τ/κ αναγνωρισμένου πλέον κράτους με την Ε.Ε., θα ανάγκαζε τη χρήση ενιαίου νομίσματος, του ευρώ, και την ύπαρξη κοινών κανονισμών, αυτών της Ε.Ε.

Υποστηρίζεται, επίσης, ότι μια λύση δύο κρατών θα ‘έλυνε’ και το θέμα παραμονής των εποίκων – ένα ακόμα ακανθώδες ζήτημα για τις συνομιλίες - αφού πλέον οι τ/κ θα χρειαζόταν να θέσουν όρια, ώστε να μην καταστούν μειονότητα και να δημιουργούνται χάσματα με τους φτωχότερους και με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο μετανάστες από την Τουρκία. Ταυτόχρονα, θα λυνόταν, ‘αυτόματα’ και το θέμα των εγγυήσεων – άλλο ένα ακανθώδες ζήτημα –αφού το νέο τ/κ κράτος θα μπορεί να διασφαλίσει την προστασία του αν το επιθυμεί με μια διακρατική συμφωνία με την Τουρκία. Η μοναδική περιπλοκότητα που βλέπει η έκθεση είναι η ευρωπαϊκή πολιτότητα.

Τα μεθοδολογικά προβλήματα και κενά της έκθεσης
Ενώ το Crisis Group επικαλείται σ’ ολόκληρη την έκθεσή του, αλλά και στην ιστοσελίδα του ότι οι προτάσεις του βασίζονται σε έρευνα πεδίου και πολιτική ανάλυση, εντούτοις, σε κανένα σημείο της υπό εξέταση έρευνας δεν παρουσιάζεται συγκεκριμένα η μεθοδολογία και το δείγμα της έρευνας πεδίου, ώστε να ενισχυθεί η επιστημονικότητά της. Κάθε επιχείρημα που προβάλλεται για να στηρίξει την πρόταση για λύση δύο κρατών απορρέει από τη δήλωση ενός ή δύο συνεντευξιαζομένων, χωρίς να αντιπαραβάλλεται η αντίθετη άποψη και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο καταρρίπτεται αυτή η αντίθεση. Ίσως γι’ αυτούς τους λόγους να βρίθει λογικών σφαλμάτων και αυτό ακριβώς το οποίο κατακρίνεται στην έκθεση «η συναισθηματική αντίδραση». Στην προσπάθεια να αποφευχθεί, αυτό, από δική μας πλευράς, αντιλαμβανόμαστε ότι ουσιαστικά η ίδια η έκθεση αυτοαναιρεί την ουσία της πρότασής της.

Καταρχήν, γίνεται αντιληπτό ότι η συγκεκριμένη πρόταση αντιβαίνει το πλαίσιο συζητήσης λύσης υπό τα Η.Ε, αφού ακριβώς για σαράντα και πλέον χρόνια ως βάση λύσης συζητείται η ΔΔΟ. Επομένως, οι οποιεσδήποτε συνομιλίες για λύση δύο κρατών χρειάζονται τη σύμφωνη γνώμη, όχι μόνο των δύο κοινοτήτων, αλλά και των Η.Ε, που επίσης αναγνωρίζεται ότι δεν είναι ευνοϊκά προς τη δημιουργία νέων κρατών. Η συναίνεση την οποία επικαλείται ως αναγκαία για τέτοια κατάληξη έστω και για συζήτηση, αναγνωρίζεται επίσης ως ανύπαρκτη σχεδόν, τόσο στο επίπεδο των αξιωματούχων, όσο και στο επίπεδο της κοινής γνώμης, πέραν από μεμονωμένες και περιστασιακές αναφορές, των οποίων το πλαίσιο δεν περιγράφεται ώστε να διαφανεί η εγκυρότητα, αλλά και η λογική τους ως πολιτική θέση και όχι ως συναισθηματική έξαρση που προέκυψε από τη συζήτηση ενός ζητήματος που προκαλεί φόρτιση σε κάθε εμπλεκόμενο. Η μέθοδος που φαίνεται να ακολουθείται  στην έκθεση για κάθε δύσκολο θέμα  όσον αφορά στις συνομιλίες για εξεύρεση λύσης είναι αυτή του ότι ‘δεν λύνεται, κόβεται’ – πονάει χέρι, κόβει χέρι, χωρίς να στοιχειοθετεί λογικά ή επιστημονικά και χωρίς στην ουσία να «κόβει» έστω το ζήτημα. Πέραν τούτου, αγνοούνται παντελώς βασικές αρχές της επίλυσης διαφορών όπως η δικαιοσύνη, η αποκατάστηση της αλήθειας και των συνθηκών και η οικοδόμηση δράσεων και συνεργειών για βιωσιμότητα της προτεινόμενης λύσης των δύο κρατών.

Το πιο τραγελαφικό ίσως επιχείρημα, είναι η συναίνεση για μια τέτοια κατάληξη με την επίκληση του σχεδίου Αννάν ως απόρριψη της λύσης ομοσπονδίας, άρα ως επιλογή τίθεται πλέον τη διχοτόμηση. Εάν η λύση ΔΔΟ, η οποία καλύπτει την ανάγκη των ε/κ για μιας μορφής ενιαίου κράτους (όπως αναγνωρίζεται στην έκθεση) και την ανάγκη των τ/κ για μιας μορφής αυτονομίας χρειάστηκε πέραν τον σαράντα χρόνο για να μπορεί να αρθρωθεί έστω στο δημόσιο λόγο, η περίπτωση μιας λύσης δύο κρατών, πόσο χρόνο θα χρειαστεί να εμπεδωθεί στις συνειδήσεις αυτών που όπως αναγνωρίζεται θα χρειαστεί να επικυρώσουν και εφαρμόσουν τη λύση; Ενδεικτικά να αναφερθούν μόνο κάποια στοιχεία από το Κύπρος 2015, του οποίου οι έρευνες χρησιμοποιούνται συχνά για να αποδείξει την έλλειψη επιθυμίας της κοινής γνώμης για λύση στη βάση της ΔΔΟ[7]:

Και όμως οι εμπειρικές έρευνες, πέρα από τις εκθέσεις «εξάντλησης», δείχνουν μια αντίθετη εικόνα και τάση
Το επίπεδο επιθυμίας για να παράξει αποτέλεσμα η διαδικασία καταγράφει ποσοστό 68% ανάμεσα στους ε/κ και 65% ανάμεσα στους τ/κ, έστω και αν συγκρούεται με τα ποσοστό που καταγράφονται για την ελπίδα ότι η διαδικασία θα παράξει αποτέλεσμα (65% ε/κ και 69% έχουν μικρές ελπίδες). Γενικοτερα, ωστόσο, μια σειρά από πρόσφατες έρευνες καταγράφουν μια σαφή θέση για τη λύση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.

Παρόλον ότι, στην έκθεση του Crisis Group καταγράφονται πρόσφατα στοιχεία από δηλώσεις ή συνεντεύξεις που πραγματοποίησε (ακόμα και του Φεβρουαρίου 2014), εντούτοις φαίνεται να μην αξιοποιούνται τα αποτελέσματα ερευνών που πραγματοποιήθηκαν λίγους μήνες πριν τη δημοσιοποίηση της εν λόγω έκθεσής του και που σχετίζονται άμεσα με την προτεινόμενη λύση ως την πιο εφικτή και κυρίως καταγράφουν την πρόθεση όσων θα ψηφίσουν σε ένα δημοψήφισμα για να επικυρώσουν την ό,ποια λύση όπως είναι λ.χ. τα αποτεμεσματα της ερευνας «Κυπρος 2015] την οποία συχνά επικαλείται το Crisis Group στην έκθεσή του, αποσπασματικά:


Τον Οκτώβριο του 2013, ο Φιλελεύθερος δημοσίευσε τα αποτελέσματα δημοσκόπησης για το Κυπριακό σύμφωνα με τα οποία το 74% [των ε/κ] απορρίπτει τη λύση δύο κρατών και το 87% [των ε/κ] πιστεύει στην ειρηνική συμβίωση των δύο κοινοτήτων[8]. Ανάλογα είναι και τα αποτελέσματα της έρευνας «Κύπρος 2015».

Ταυτόχρονα με την έκθεση του International Crisis Group δημοσιοποιείτο και άλλη μια έκθεση, αυτή τη φορά του PRIO με τίτλο «Το μέρισμα από την ειρήνη στην Κύπρο»[9] η οποία παρουσιάστηκε στις Βρυξέλες[10]. Σύμφωνα με αυτή, που επικεντρώνεται στην οικονομική πλευρά μιας πιθανής λύσης (που δεν βασίζεται στα δύο κράτη), η λύση του κυπριακού θα επιδράσει σημαντικά στην ανάκαμψη της οικονομίας σε όλους τους τομείς. Από ότι καταδεικνύεται από την ανοικοδόμηση της Αμμοχώστου και τυχόν εδαφικές αναπροσαρμογές επωφελείται κυρίως ο οικοδομικός τομέας, αλλά και ο εμπορικός με το άνοιγμα της τουρκικής αγοράς και του τουριστικού ρεύματος, φέροντας ως παράδειγμα το τέμενος Χαλά Σουλτάν στη Λάρνακα. Η οικονομική αυτή έρευνα, με ορίζοντα 20 χρόνια, υποστηρίζει ότι μια λύση του Κυπριακού θα αναχαιτίσει και την αυξανόμενη ανεργία που παρατηρείτε και στις δύο κοινότητες του νησιού, δίνοντας νέα ώθηση και στους ρυθμούς ανάπτυξης, αφού θα μειωθούν επιπλέον και τα κόστη άμυνας.

Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που μπορεί να εξαχθεί είναι η αναγκαιότητα λύσης του Κυπριακού. Εμφανώς, η μορφή της επηρεάζει τόσο τα ποσοστά αποδοχής της και κατ΄επέκταση την επικύρωση, αλλά και τη βιωσιμότητά της, όσο και την επιρροή της όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο (παρά το ότι φαίνεται να υπάρχει εστίαση στο συγκεκριμένο), αλλά σε πολιτικό και κυρίως κοινωνικό επίπεδο. Αναμφίβολα το τελευταίο είναι αυτό που θα δώσει την ώθηση μακροπρόθεσμα, όχι μόνο της οικονομικής σταθερότητας, αλλά κυρίως των κοινωνικών επιδιώξεων για αποκατάσταση των προνοιών κοινωνικού κράτους και εργασιακών και ταξικών σχέσεων που επηρεάζονται άμεσα από την υφιστάμενη κατάσταση και το μνημόνιο. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο ενδιαφέρον σε μια έρευνα και τη συνεπακόλουθη έκθεσή της, κάτι το οποίο φαίνεται να μην είναι αρκετά ελκυστικό στις δομές που ασχολούνται με το κυπριακό και το ενδεχόμενο λύσης του.






[1] 229-divided-cyprus-coming-to-terms-on-an-imperfect-reality.pdf
[2] Το International Crisis Group εξέδωσε επτά εκθέσεις μεταξύ 2006 και 2011
[3] Ως πηγή χρησιμοποιείται δημοσκόπηση του προγράμματος Cyprus 2015, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2012.
[4] Για να υποστηρικτεί αυτός ο ισχυρισμός, επικαλείται έρευνα του Cyprus 2015
[5] Επικαλείται συνέντευξη τουρκοκύπριου πολιτικού που δόθηκε στο International Crisis Group το Φεβρουάριο του 2014.
[6] Εστιάζεται κυρίως σε δηλώσεις των Matt Bryza και Erdal Aksoy της Turcas και σε άθρο του πρώτου που τιτλοφορείτε “Eastern Mediterranean Natural Gas: potential for historic breakthroughs among Israel, Turkey, and Cyprus”, Turkish Policy Quarterly, vol. 12, no. 4, winter 2013.
[7] Από την έκθεση «Επιλύοντας το Κυπριακό: Ελπίδες και Φόβοι» - http://seedsofpeace.eu/research/cyprus-peace-process/reports
[10] Η έκθεση του PRIO δεν έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του και δεν έχει δημοσιοποιηθεί ολόκληρη για να μπορεί να τύχει της ίδιας παρουσίασης με αυτής του International Crisis Group


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου