14 Μαρ 2014

Τουρκοκύπριοι και οι «ιδρυτικές στιγμές» των δομών εξουσίας

ΝΜ


Εισαγωγικά
Στην περίπτωση της επιστημονικής μελέτης του Κυπριακού προβλήματος, η εξαίρεση στον κανόνα είναι η ανάδειξη των κοινωνιών και των δυναμικών τους, η ανάδειξη του ρόλου των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Είναι, δηλαδή, η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα της προσέγγισης του Κυπριακού, μόνο στη σφαίρα του «διεθνούς δικαίου» και με τρόπο που οι δύο κυπριακές κοινότητες (η κυπριακή κοινωνία στο σύνολό της) να παρουσιάζονται ως δύο αδιαφοροποίητα σύνολα και στατικά στο χρόνο. Τελικά, είναι αυτή η κυρίαρχη προσέγγιση που δεν αναγνωρίζει κανένα ρόλο στην κοινωνία και συνεπώς κανένα λόγο στην ίδια την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος. Εάν η κοινωνία και οι διαφοροποιήσεις της λείπουν από την εξίσωση του Κυπριακού προβλήματος, τότε νομοτελειακά θα “λείψουν”, θα απουσιάσουν και από την τελική κατάργησή του.

Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη αντιμετώπιση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, ιδιαίτερα στον ελληνόφωνο χώρο, επικεντρώνεται σε δύο αντιθετικές προσεγγίσεις: Από τη μια είναι η προσέγγιση μιας κοινότητας υποταγμένης στην «κατοχική ανυπαρξία», μιας κοινότητας χωρίς καμιά δράση, χωρίς κανένα λόγο και ρόλο. Ενός συνόλου που η ιστορία το έταξε απλώς να είναι μια προέκταση της τουρκικής επιθετικότητας. Από την άλλη, είναι η προσέγγιση που επιδιώκει να αντιμετωπίσει κριτικά τις κυρίαρχες ιστοριογραφίες, αλλά τελικά παρουσιάζει την Τουρκοκυπριακή κοινότητα ως ένα “μόνιμο θύμα” είτε των τουρκικών, είτε των ελληνοκυπριακών αυθαιρεσιών. Καταλήγει έτσι και πάλι στο ίδιο αποτέλεσμα: οι Τουρκοκύπριοι δεν είναι ποτέ δρώντας στην κυπριακή ιστορία, είναι απλώς το θύμα. Σε αυτή την προσέγγιση, θα μπορούσε κάποιος να εντάξει ακόμα μια υποκατηγορία: Αυτή που επίσης αγωνιά να επικρίνει τις κυρίαρχες ελληνοκυπριακές (και κάποτε ελληνικές) αναγνώσεις, αλλά που πέφτει στο λάθος να παρουσιάζει τις δύο κοινότητες πάντα σε μια «απόσταση», χωρίς καμιά προσπάθεια ρήξης, χωρίς κανένα αποτέλεσμα για ένα εναλλακτικό-κοινό όραμα. Αυτή η προσέγγιση με τη σειρά της, ενώ υπογραμμίζει ορθώς τα λάθη του ελληνοκυπριακού κατεστημένου, οδηγεί – άθελά της - την κυπριακή ιστορία στο αντιεπιστημονικό συμπέρασμα ότι «οι δύο κοινότητες ποτέ δεν έζησαν μαζί καλά».

Το κείμενο αυτό, δεν έχει στόχο να απαντήσει ή να αντιπαρατεθεί με τις προαναφερθείσες προσεγγίσεις του Κυπριακού προβλήματος ή της ιστορίας της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Κάτι τέτοιο απαιτεί μια ολοκληρωμένη έρευνα. Το κείμενο περιορίζεται στο να αναδείξει κάποιες από τις σύγχρονες δυναμικές της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με επίκεντρο τη σχέση της με τις δομές εξουσίας μετά το 1974, την εξελικτική αποξένωσή της από αυτές τις δομές, την απονομιμοποίηση που παράγεται και φυσικά την ενίσχυση και τα όρια της τουρκοκυπριακής εθνοκοινοτικής συνείδησης εξουσίας και ταυτότητας που παράγεται. Συνεπώς, περιορίζεται στο να υπογραμμίσει ότι η παρανομία του καθεστώτος στα βόρεια εδάφη της Κύπρου, επηρεάζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις συνειδήσεις των ανθρώπων και επομένως την αντίληψή τους για τη λύση του Κυπριακού προβλήματος, τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Το πλαίσιο της ιδεολογίας και της πολιτικής οικονομίας των χωριστών δομών
Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η εισβολή του 1974 σε συνδυασμό με την κορύφωση της διαδικασίας οικοδόμησης χωριστών δομών εξουσίας, τουλάχιστον σε ότι αφορά τους Τουρκοκύπριους, ήταν μια ιστορική συνέχεια από τη δυσάρεστη δεκαετία του 1960. Δηλαδή από τότε που κλεισμένοι σε θύλακες λόγω των διακοινοτικών ταραχών και υπό την καθοδήγηση της ΤΜΤ, δημιουργούσαν τους πρώτους θεσμούς μιας πρώϊμης κρατικής οργάνωσης. Όντως, πολύ εύκολα θα μπορούσαν να εντοπιστούν συνέχειες μεταξύ της προ και της μετά του 1974 εποχής. Όμως, είναι επίσης γεγονός ότι η εισβολή του 1974 και τα γεγονότα που ακολούθησαν – όπως η δημιουργία του τ/κ ομόσπονδου κράτους και της ΤΔΒΚ – φέρουν μαζί τους κάποια εντελώς νέα στοιχεία. Η ολοκληρωτική ανατροπή του κοινωνικού ιστού της Κύπρου και ο εδαφικός διαμελισμός είναι κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά εξέχουσας σημασίας σε σχέση με την μετέπειτα κοινωνικό-οικονομική ανάπτυξη της κοινότητας και την πορεία ιδεολογικής ηγεμονίας.


Με αυτό το σκεπτικό, ο απεγκλωβισμός της κοινότητας από τους θύλακες σηματοδότησε ένα περίεργο «σημείο μηδέν», μια νέα «ιδρυτική στιγμή», που θα αφορούσε την παρουσία και τη δραστηριοποίηση των Τουρκοκυπρίων σε ένα περιβάλλον «ελευθερίας» που δεν καθόρισαν οι ίδιοι, αλλά κυρίως ο τουρκικός στρατός. Η ιδεολογική ηγεμονία αυτής της «ιδρυτικής στιγμής» ή του νέου «κοινωνικού συμβολαίου» της κοινότητας χαρακτηρίστηκε, μεταξύ άλλων από τα εξής: 1) Δημιουργούσε ένα περιβάλλον νομιμοποίησης του διαμελισμού ως πράξη σωτηρίας της κοινότητας. Άλλωστε η τουρκική εισβολή ονομαζόταν «επιχείρηση ειρήνης και ευτυχίας». 2) Δημιουργούσε τις προϋποθέσεις επανακαθορισμού του εθνικισμού από τον Ντενκτάς, με τρόπο που να νομιμοποιείται η παρουσία ενός τουρκοκυπριακού λαού, ο οποίος χρειαζόταν το κράτος του. 3) Πιστοποιούσε ταυτόχρονα την παρουσία του Τουρκοκύπριου ηγέτη ως του εκπροσώπου του τουρκικού έθνους στην Κύπρο, αλλά και ως του εκπροσώπου ενός τμήματος του τουρκικού έθνους στην Άγκυρα. Έτσι όπως ο τότε πανίσχυρος τουρκικός στρατός καθόριζε την έννοια του έθνους. 4) Με τη σειρά του, ο επανακαθορισμός του εθνικισμού περιθωριοποιούσε όλες τις φυγόκεντρες δυναμικές που διεκδικούσαν ένα εναλλακτικό – κοινό κυπριακό όραμα λύσης. Καθόλου τυχαία η «ιδρυτική στιγμή», το 1983, χαρακτηρίστηκε από τις απειλές ότι η μη αποδοχή της ανακήρυξης κράτους, θα σήμαινε παρανομία κάποιων πολιτικών κομμάτων στο νέο πλαίσιο. 5) Δημιουργούσε ένα επιλεκτικό παρελθόν, μια επιλεκτική συλλογική μνήμη για τους Τουρκοκύπριους, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε τη βάση του κοινοτικού παρόν. Επομένως, δε δημιουργούσε ένα καλύτερο μέλλον, αλλά ένα παρόν που αναπαρήγαγε το παρελθόν της ελληνοκυπριακής ακροδεξιάς βαρβαρότητας και το σωτήριο ρόλο του τουρκικού στρατού.

Η πολιτική οικονομία του «σημείου μηδέν», βρήκε την Τουρκοκυπριακή κοινότητα σε ένα περιβάλλον ενός ιδιότυπου κρατικού καπιταλισμού. Το δεδομένο αυτό με τη σειρά του είχε τις εξής επιπτώσεις: 1) Η βιωσιμότητα και η νομιμοποίηση των κρατικών δομών εξαρτήθηκε από μια εξωτερική και μια εσωτερική διευθέτηση που αναπαράγονταν σε μια διαλεκτική σχέση. Συγκεκριμένα, η εξωτερική διευθέτηση ήταν η χρηματοδότηση του προϋπολογισμού των Τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα και ο πρωταγωνιστικός της ρόλος στη δημιουργία υποδομών, όπως το οδικό δίκτυο, το δίκτυο άρδευσης, οι τηλεπικοινωνίες και ο ηλεκτρισμός, σχολεία και νοσοκομεία. Η εσωτερική διευθέτηση ήταν η λειτουργία ενός συστήματος «πατρωνίας», ενός μεγάλου δικτύου πελατειακών σχέσεων που στο επίκεντρο είχε το διαμοιρασμό των ελληνοκυπριακών περιουσιών και των εμπορικών-επιχειρηματικών υποστατικών. Παράλληλα, το δίκτυο επεκτάθηκε στο διαμοιρασμό θέσεων ενός διευρυμένου δημόσιου τομέα που προέκυψε ως ανάγκη της κρατικής οικοδόμησης. Πάνω σε αυτό το πλέγμα εμφανίστηκαν οι κρατικές οικονομικές επιχειρήσεις και η γραφειοκρατία, δηλαδή τα δύο εμβληματικά στοιχεία του ιδιότυπου κρατικού καπιταλισμού. 2) Η κοινωνική διάρθρωση των Τουρκοκυπρίων αμέσως μετά τον πόλεμο του 1974, αντικατόπτριζε ακριβώς τη λειτουργία αυτών των δύο διευθετήσεων. Έτσι, οι Τουρκοκύπριοι βρέθηκαν σε ένα νέο στάδιο αποκοπής από την παραγωγική διαδικασία. Η δημοσιοϋπαλληλική πλειοψηφία εξαρτάται μέχρι και σήμερα από τη μηνιαία κρατική επιταγή, είτε πρόκειται για μισθό, είτε πρόκειται για σύνταξη, είτε για άλλα ωφελήματα. Για παράδειγμα. το 2006 ο αριθμός των νοικοκυριών ήταν 72 χιλιάδες, από τις οποίες οι 55 χιλιάδες έπαιρναν κρατική επιταγή, το 2011 τα νοικοκυριά που έπαιρναν κρατική επιταγή αυξήθηκαν περίπου στις 70 χιλιάδες. Σύμφωνα με άλλα στοιχεία του 2011, το 30.6% της απασχόλησης αφορά στην ευρύτερο δημόσιο τομέα. 3) Η εμπορική και η αδύνατη βιομηχανική ελίτ των Τουρκοκυπρίων, ανδρώθηκε μέσα από τις σχέσεις της με το κράτος και πιο συγκεκριμένα μέσα από το στενό κύκλο εξουσίας του Ντενκτάς, των βετεράνων της ΤΜΤ και του Κόμματος Εθνικής Ενότητας.

Αντιφάσεις και απονομιμοποίηση
Οι κρατικές δομές, η ιδεολογία και η πολιτική τους οικονομία, δημιούργησαν όντως τις προϋποθέσεις για περαιτέρω ενίσχυση της χωριστής τουρκοκυπριακής συνείδησης εξουσίας. Υπό μία έννοια ενίσχυσαν τις προοπτικές χωριστής χειραφέτησης της κοινότητας. Όμως, την ίδια στιγμή λειτούργησαν αντιφατικά. Η βαθιά οικονομική και πολιτική εξάρτηση από την Τουρκία, η αποκοπή από την παραγωγική διαδικασία, η αλλαγή της δημογραφικής σύνθεσης της κοινότητας και η παρανομία των δομών εξουσίας στο διεθνές πλαίσιο, ήταν τελικά παράγοντες που υπονόμευσαν την τουρκοκυπριακή εθνο-κοινοτική συγκρότηση και ταυτότητα. Οι Τουρκοκύπριοι δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν ότι η αυτοδιοίκηση τους ως αίτημα δεν υλοποιήθηκε. Η εξουσία την περίοδο μετά το 1974 δεν ήταν τουρκοκυπριακή, ενώ παράλληλα ήταν υπονομευτική του κυπριακού χαρακτήρα της κοινότητας. Έτσι, το οδόφραγμα του εδαφικού-γεωγραφικού διαμελισμού της Κύπρου, επιβεβαίωσε μόνο προσωρινά τον ενισχυμένο εθνοκοινοτισμό αφού πολύ σύντομα το ίδιο οδόφραγμα πιστοποιούσε τα όρια, τα εμπόδια και τους περιορισμούς της τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Υπό αυτή την έννοια, το οδόφραγμα στα όρια του οποίου εμφανίστηκαν οι ολοκληρωμένες αλλά παράνομες δομές εξουσίας, εμπόδιζε εκ νέου την ανάδειξη των Τουρκοκυπρίων ως δρώντα στην κυπριακή ιστορία.


Το σημερινό πλαίσιο: Ριζοσπαστικοποίηση της απονομιμοποίησης ή ομαλοποίηση των δομών;
«Η ΤΔΒΚ έχει την όψη της Τουρκίας το 1980», σχολίασε ο πρέσβης της Τουρκίας Σακίρ Φακιλί το 2010. «Το να προσπαθείς να μάθεις στους Τουρκοκύπριους να κάνουν μεταρρυθμίσεις είναι σαν να αναζητάς νερό στην έρημο», είπε ο Τζεμίλ Τσιτσέκ, τότε Αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης, απευθυνόμενος σε Τουρκοκύπριους επιχειρηματίες το 2010. «Η Τουρκία θα είναι το ΔΝΤ της βόρειας Κύπρου», υπογράμμισε το 2011, ο νέος πρέσβης Χαλίλ Ιμπραχίμ Άκτσια. Οι πιο πάνω αναφορές παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον, που ξεπερνά τις πτυχές της κοινωνικής μηχανικής και ηγεμονίας, οι οποίες είναι άλλωστε ξεκάθαρες.

Το βασικό μήνυμα έχει περίπου ως εξής: Το ΑΚΡ δε μπορεί να συμβιβαστεί ούτε με το ιδεολογικό υπόβαθρο, ούτε με την πολιτική οικονομία της «ιδρυτικής στιγμής» του 1974. Το νέο εθνικό όραμα, που εκπροσωπεί δε μπορεί να προσαρμοστεί στο «σημείο μηδέν» από το οποίο προέκυψε ο ντενκτασικός «οίκος», η «αυλή» μιας συγκεκριμένης τουρκικής και τουρκοκυπριακής ελίτ που στα σημερινά πλαίσια είναι αρχαϊκή. Η Κύπρος, ως γεωγραφικός χώρος εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής της Τουρκίας για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Επομένως, δε μπορεί παρά να φέρει πολυδιάστατες πτυχές που ξεπερνούν τη κεμαλική έννοια της στρατιωτικής εθνικής ασφάλειας. Η Κύπρος, αλλά ιδιαίτερα οι τουρκοκυπριακές δομές αποτελούν ένα κομμάτι της στρατηγικής για νεοφιλελεύθερη ανασυγκρότηση και επομένως θα πρέπει να προσαρμοστούν. Η προηγούμενη διαχείριση της κρατικής παρέμβασης και σχεδιασμού θεωρείται πλέον άκυρη.

Επομένως, η δυναμική που αναπτύσσει το ΑΚΡ αναδιαμορφώνει σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό τόσο την εξωτερική, όσο και την εσωτερική διευθέτηση της βιωσιμότητας και της νομιμοποίησης των δομών του 1974. Η πρακτική εφαρμογή της αναδιαμόρφωσης των δύο διευθετήσεων είναι τα τρίχρονα οικονομικά πρωτόκολλα. Διαμέσου αυτών, ο προϋπολογισμός της Τουρκίας δίνει μεγαλύτερη σημασία στην ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, στις ιδιωτικοποιήσεις όλων των βασικών κρατικών οικονομικών επιχειρήσεων και στον περιορισμό εκείνου που μέχρι σήμερα αποτελούσε το τουρκοκυπριακό «κάστρο»: το δημόσιο τομέα.

Ο αγωγός υποθαλάσσιας μεταφοράς νερού από την Τουρκία στα κατεχόμενα, το άνοιγμα του τουρκοκυπριακού τουριστικού τομέα, αλλά και τις ιδιωτικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες στην κυριαρχία του τουρκικού κεφαλαίου, η ενίσχυση της δραστηριοποίησης των ισλαμικών επιχειρηματικών ομίλων και όλων ισλαμικών οργανώσεων σε μια κατεξοχήν κοσμική κοινότητα όπως οι Τουρκοκύπριοι, συνιστούν μόνο μερικά από τα παραδείγματα της ενσωμάτωσης νέου τύπου και της νέας ηγεμονίας που προσπαθεί να επικρατήσει.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο τουρκοκυπριακός χώρος περιορίζεται. Η τουρκοκυπριακή δραστηριοποίηση οικονομικά και πολιτισμικά δοκιμάζεται. Η πολιτική βούληση των Τουρκοκυπρίων αμφισβητείται, αλλά αυτή τη φορά σε ένα νέο πλαίσιο. Αυτές οι εξελίξεις οδηγούν ξανά στο ίδιο αποτέλεσμα: η κοινότητα επιδιώκει να προστατεύσει την παρουσία της στο νησί, ακριβώς ως μια κυπριακή συλλογικότητα. Σε αυτή την περίπτωση η τουρκοκυπριακή εθνοκοινοτική συγκρότηση ενισχύεται εναντίον της Τουρκίας του ΑΚΡ. Η αγωνία και η διεκδίκηση για προστασία της κοινοτικής ύπαρξης δεν έχει ως πρώτο αποδέχτη την Ελληνοκυπριακή κοινότητα όπως τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά την Άγκυρα. Συνθήματα όπως «αυτή η χώρα είναι δική μας, εμείς θα τη διοικήσουμε», υπογραμμίζουν τη συνειδητοποίηση ότι ένας αυτόνομος κοινοτικός χώρος εξουσίας στα σημερινά πλαίσια δεν είναι ούτε βιώσιμος, ούτε τουρκοκυπριακής προέλευσης.

Με βάση τα πιο πάνω, οι συνεχόμενες διαμαρτυρίες της κοινότητας – είτε εκφράζονται μαζικά, είτε όχι – φαίνεται να προσπαθούν να ανατρέψουν τις αρχές με τις οποίες η Τουρκία επιδιώκει να καθορίσει την τουρκικότητά των Τουρκοκυπρίων σε οικονομικό και ιδεολογικό επίπεδο. Οι διαμαρτυρίες διεκδικούν να απαλλάξουν τους Τουρκοκύπριους, τόσο από την κεμαλική-εθνικιστική έμπνευση της «ιδρυτικής στιγμής», όσο και από τον σημερινό ισλαμικό-νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της. Συνεπώς μια μεγάλη μερίδα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας σήμερα προσπαθεί – συνειδητά ή ασυνείδητα – να περιορίσει το ρόλο της Τουρκίας στην κυπριακή ιστορία και να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με την Άγκυρα εκτός του πλαισίου «διοικητή και διοικούμενου».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου