14 Μαρ 2014

Η εξέγερση του Μάρτη του 2013: πώς η αντίσταση των κυπρίων διέσωσε την αξιοπιστία των καταθέσεων, διαφύλαξε τις καταθέσεις της πλειοψηφίας για να αντιμετωπίσουν την ύφεση, και έστειλε ένα ταξικό μήνυμα προστασίας της κοινωνίας από το χρηματιστικό κεφάλαιο



Αν υπάρχει κάτι που πανικοβάλει τους δημοσιογράφους του καρτέλ των εκδοτών, αυτό είναι η μνήμη του Μάρτη του 2013 – και ιδιαίτερα εκείνων των ημερών της δημοκρατικής δημόσιας συζήτησης ανάμεσα στις 16 και 19 του Μάρτη. Είναι ίσως, εν μέρει, απόδειξη του εύρους του δικτύου του καρτέλ, το γεγονός ότι κατάφεραν να πείσουν τουλάχιστον τους εαυτούς τους να ξεχάσουν τι έγινε. Το μόνο που απέμεινε ως αποσπασματική μνήμη στα ΜΜΕ είναι ότι μια αρχική εισήγηση για κούρεμα απορρίφθηκε από τη βουλή, και μετά εγκρίθηκε κάτι άλλο. Και σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί κάποιος και να διαβάσει τις γνωστές πλαδαρότητες όσων αντιγράφουν, αντί να σκέφτονται, έστω και στοιχειωδώς μόνοι τους – ότι λ.χ. κανένας δεν αντεδρασε στο κούρεμα. Λες και ήταν σε άλλη χώρα στις 16-19 του Μάρτη του 2013. Αλλά βέβαια η ρητορική θέλει να λογοκρίνει τί κερδίθηκε με την απόρριψη του πρώτου κουρέματος.



Μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα, όπως τα μάθαμε τελικά


Φαίνεται ότι η εκλογή Αναστασιάδη το 2013 προωθήθηκε από τους ευρωπαίους ως η κατάλληλη για να εφαρμοστεί το πείραμα του κουρέματος καταθέσεων. Η ιδέα για μεταφορά του κόστους «διάσωσης των τραπεζών» στις ίδιες τις τράπεζες αναπτύχθηκε σαν στην Ευρώπη σαν  αντίδραση για το κόστος της διάσωσης των τραπεζών  - ένα ποσό 592 δις ευρώ μονο την περίοδο 2008-2012. Η απόφαση -τον Ιανουάριο του 2013- να καθυστερήσει η υπογραφή του μνημονίου μέχρι την επομενη κυβέρνηση στηριζόταν προφανώς και στην υπόγεια κατανόηση ότι ο κ. Αναστασιάδης θα ήταν πιο βολικός σε αποφάσεις. τις οποίες ήθελε να προωθήσει το Γιούρογκρουπ.[1] Ήδη, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο κ. Σαρρής είχε ακούσει για το θέμα και ειδοποίησε τον κ. Αναστασιάδη στις 4 Μαρτίου. Μάλιστα, το υπουργείο του κ. Σαρρή ετοίμαζε και νομοσχέδια, όπως αποκαλύφθηκε.

Ο κ. Αναστασιάδης είχε ακούσει για το θέμα επίσης και στις 6 Μαρτίου, από το Διοικητή της Κεντρικής, ο οποίος το άκουσε στη συνοδό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπεζας. Η κυβέρνηση, όμως, αρνήθηκε ότι είχε οποιεσδήποτε πληροφορίες - τόσο δημόσια, όσο και στη σύνοδο των πολιτικών αρχηγών. Όταν, τελικά, βρέθηκε στο Γιούρογκρουπ ο κ. Αναστασιάδης αντιμετώπισε μια σίγουρη, πια, επιμονή εκ μέρους των «εταίρων», που μόνο η δικιά του «στρατηγική» να έχει ήδη αποδεχθεί κάτι χωρίς να το  συζητήσει δημόσια, μπορεί να το θεώρησε «πιστόλι στον κρόταφο». Ήξερε ότι πήγαινε για κούρεμα και ήξερε και για τον ΕΛΑ της Λαϊκής, αφού το είχε αναφέρει στην επιστολή στον πρώην πρόεδρο τον Νοέμβριο, αλλά και γιατί είχε δίπλα του κ. Σαρρή που ήταν επικεφαλής της Λαϊκής, όταν ο ΕΛΑ έφτασε τα 9 δις. Τα δεδομένα ήταν εκεί και είτε έκανε τραγικά λάθη εκτίμησης, είτε ήξερε και ήλπιζε να είναι ένα μικρό κούρεμα και να μην προκαλέσει αντιδράσεις. Η σύμπτωση του σαββατοκύριακου του καρναβαλιού με την απόφαση του Γιούρογκρουπ δείχνει και ένα είδος προγραμματισμού πάντως. Μόλις, όμως, μαθεύτηκε στην Κύπρο η είδηση για το κούρεμα, ξέσπασε μια διπλή οργή - και για το κούρεμα σαν κλοπή προς όφελος των τραπεζιτών, αλλά και για την εξαπάτηση της προηγούμενης περιόδου. Το Σάββατο, οι διαμαρτυρίες διαχέονταν στην καθημερινότητα, αλλά άρχισαν και μικρές εκδηλώσεις στην Λευκωσία. Την Κυριακή, άρχισε να γίνεται αμφίβολο αν θα ψηφιζόταν στη βουλή. Την ίδια μέρα το καρναβάλι ήταν και ένα είδος λαϊκής μάζωξης, που διέχυσε την οργή – δεν έγινε κάτι εξόφθαλμο, αλλά αν παρατηρούσε κάποιος τα θέματα των αρμάτων και το γενικότερο κλίμα υπήρχε ένα έντονα κριτικό στοιχείο για την τρόικα. Και ξαφνικά, η επιβεβαίωση της υποψίας, ότι η τρόικα δεν ήταν απλώς οι καλοί δανειστές, όπως του παρουσίαζαν τα ΜΜΕ, έγινε πραγματικότητα. Ή ήθελε και τις μικροκαταθεσεις μας για να πληρωθούν οι ζημιές των τραπεζών. Και τα ψέματα της κυβέρνησης εξόργισαν ακόμα περισσοτερο.


Στην παρουσία του στη βουλή, ο κ. Αναστασιάδης είχε αποκαλέσει το όλο κλίμα «επανάσταση».

Τελικά, την Τρίτη έγινε έξω από τη βουλή μια μεγάλη συγκέντρωση με συνθήματα όλων των ειδών και αποχρώσεων – δείχνοντας ένα σαφώς πλειοψηφικό πλουραλισμό. Το κλίμα συνέχισε και τις επόμενες μέρες,[2] αλλά το καρτελ των ΜΜΕ άρχισε τη διαδικασία υπονόμευσης. Ο "δρόμος", όμως, εκτός από αντίθεση στο κούρεμα φώναζε και για πιθανές λύσεις, δείχνοντας την Ρωσία: το σύνθημα «Ρωσία σώσε μας» υπήρχε και στους κυπριακούς δρόμους. Όμως, η κυβέρνηση επέλεξε την Δύση. Έτσι στο δεύτερο Γιούρογκρουπ αποφασίστηκε να εστιαστεί το κούρεμα μόνο στις δυο τράπεζες -Λαϊκή και Τράπεζα Κύπρου- και να μην γίνει κούρεμα στις καταθέσεις κάτω των 100,000. Η εισήγηση για κούρεμα και στις μικροκαταθέσεις φαίνεται ότι ήταν εισήγηση της κυπριακής κυβέρνησης για να μην πληγούν οι κύπριοι μεγαλοκαταθέτες και οι ξένοι καταθέτες. Η λογική σκέψη ότι θα ήταν πιο χρήσιμο, για την εμπιστοσύνη στο τραπεζιτικό σύστημα, να εστιαστεί το κούρεμα μόνο στις δύο τράπεζες, επιβλήθηκε μετά την εξέγερση της κυπριακής καθημερινότητας.


Την επόμενη περίοδο, το καρτελ των ΜΜΕ προσπάθησε να μετατοπίσει τις ευθύνες -εξαπολύθηκαν οργανωμένες επιθέσεις εναντίον της προηγούμενης κυβέρνησης, του κ. Δημητριάδη, της Βουλής, της «ανωριμότητας» των πολιτών κοκ για να μετατοπιστεί η ευθύνη του κ. Αναστασιάδη. Σε αυτό το πλαίσιο, τα ΜΜΕ προσπάθησαν να περιθωριοποιήσουν την συζήτηση για το ποιές θα ήταν οι συνέπειες -για το τραπεζιτικό σύστημα αλλα και την οικονομία που στηρίζεται στην κατανάλωση- αν εφαρμοζόταν το πρώτο κούρεμα. Ταυτόχρονα, μετά τις 23/3 πρόβαλαν τα προβλήματα των τραπεζών ως «εθνικό ζήτημα». Και γενικότερα υιοθετήθηκε ένα είδος ρητορικής, που πουλά γενικόλογη ευαισθησία για τα προβλήματα που προκαλεί η κρίση, αλλά όταν κάποιο θέμα φτάσει στα θεσμικά πλαίσια που πρέπει να παρθεί απόφαση -όπως λ.χ. οι ψηφοφορίες στη Βουλή- τότε τα ΜΜΕ προσπαθούν να εξορκίσουν το «φάντασμα» της εξέγερσης και της αντίστασης του Μάρτη. Και έτσι υιοθετούν την ρητορική των εκβιασμών.

Τί κέρδισε η κυπριακή κοινωνία και οικονομία με την απόρριψη του πρώτου, καθολικού, κουρέματος
Αυτό που ανησυχεί συνειδητά ή ασυνείδητα την πολιτική και οικονομική εξουσία είναι η αναγνώριση δυο γεγονότων, τα οποία όχι μόνο συνέβηκαν, αλλά θα επανέρχονται γιατί αφορούσαν όχι μόνο την Κύπρο, αλλά και την Ευρώπη - και όχι μόνο.

Ας εξετάσουμε τις συνέπειες της αλλαγής από το πρώτο στο δεύτερο bail in.  Με βάση το πρώτο bail in, το κούρεμα θα αφορούσε όλες τις τράπεζες και όλες τις καταθέσεις. Με βάση αυτό το μοντέλο το κόστος για τη διάσωση των δυο προβληματικών τραπεζών θα μεταφερόταν σε όλο το τραπεζιτικό σύστημα και βασικά σε όλη την κοινωνία – ή σε όλους του πολίτες που είχαν κάποιες καταθέσεις.
Αντίθετα, το δεύτερο κούρεμα είχε δύο ουσιαστικές αλλαγές:
  1. το bail in εστιάστηκε μόνο στη Λαϊκή και την Τράπεζα Κύπρου. Αυτό ήταν σημαντικό και για ηθικούς λόγους (εστιάστηκε το πρόβλημα στις προβληματικές τράπεζες - αυτές που το δημιούργησαν) αλλά, ουσιαστικά, διέσωσε τις προοπτικές του κυπριακού τραπεζιτικού συστήματος. Διότι, ουσιαστικά, οι ξένες τράπεζες δεν επηρεάστηκαν, όπως δεν επηρεάστηκε ο Συνεργατισμός και η Ελληνική Τράπεζα. Μπορεί να επηρεάστηκαν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία προκάλεσε η ύφεση που ακολούθησε την κρίση των δυο μεγάλων εμπορικών τραπεζών, αλλά δεν υπέστησαν κούρεμα και άρα το γενικότερο μήνυμα δεν ήταν ότι η Κύπρος είναι ένας χώρος όπου γίνεται συνολικό κούρεμα. Στο βαθμό που ενδιαφέρει να παραμείνει η Κύπρος κέντρο διακίνησης κεφαλαίων, ιδιαίτερα μεταξύ ανατολής και δύσης, τότε η λαϊκή εξέγερση που άλλαξε την απόφαση και το μοντέλο του κουρέματος, διαφύλαξε ουσιαστικά και ότι ενδεχομένως ελπιδοφόρο μπορεί να υπάρχει στο τοπικό κόμβο του διεθνούς τραπεζιτικού συστήματος. Αν η κυβέρνηση με ένα πρόεδρο, ο οποίος υπήρξε δικηγόρος ρωσικών κεφαλαίων, δεν μπορούσε να προστατεύσει το σύστημα από το οποίο πλούτισε και ο ίδιος , τότε ο «δρόμος» διασφάλισε αυτό που θα έπρεπε να είχε σκεφτεί η ίδια η αστική τάξη, την οποία εκπροσωπεί ο νυν πρόεδρος. Αυτά που διακυβεύονταν δεν ήταν αμελητέα – μια οικονομία που στηρίζεται εν μέρει στα εισοδήματα που απορρέουν από τη ροή κεφαλαίων, σαφώς έχει υλικό συμφέρον να διατηρήσει κάτι από το σύστημα που τις αποδίδει έστω φορολογικά έσοδα για το δημόσιο. Και δεν ήταν η πρώτη φορά που οι αντίπαλοι της αστικής τάξης διεκδικούσαν κάτι που ήταν θετικό για όλους. Αλλά η τοπική αστική τάξη βρίσκεται τα τελευταία χρόνια αιχμάλωτη του χρηματιστικού κεφαλαίου – και για αυτό μετατράπηκε σε αρπακτική, και άρα αδύναμη να δει συνέπειες και προεκτάσεις. Η υστερική της προσπάθεια, μέσω του καρτέλ των ΜΜΕ των μελών της, να μεταφέρει τη ζημιά των δύο τραπεζών -στις οποίες είναι υποθηκευμένα και επενδυμένα τα κεφάλαια της- οδήγησε σε μια χειρότερη κρίση, και τελικά πλήρωσαν η ίδια η αστική τάξη, ως τοπικοί μεγαλοκαταθετες, το τίμημα του κουρέματος που αποδέχθηκε η κυβέρνηση που εξέλεξαν.
  2. το ότι το κούρεμα εστιάστηκε στις καταθέσεις άνω των 100,000, όχι μόνο βοήθησε να σταθεροποιηθεί κάπως το σύστημα, αλλά αποτέλεσε και μια ταξική νίκη των κύπριων πολιτών, η οποία καθόρισε και πως θα γίνεται στο μέλλον η διαδικασία να πληρώνουν οι τράπεζες για τις ζημιές τους. Και σε αυτό το πλαίσιο, η κυπριακή εξέγερση διαφύλαξε τις μικροκαταθέσεις ευρύτερα.

Η ανάλυση του Economist – το τραπεζιτικό κεφάλαιο ανησυχεί από τη σχετική επιτυχία του κουρέματος των μεγαλοκαταθετών
Η ανάλυση του Economist[3] για τις επιπτώσεις του κουρέματος ήταν μια αποκαλυπτική και ενδιαφέρουσα υπεκφυγή. Στο σχόλιο και την ανάλυσή του για τις επιπτώσεις του bail in συγχύζει σκόπιμα -με σαφή στόχο την μετατόπιση- δυο διαφορετικά θέματα – την πορεία της οικονομίας και την κατάσταση των δυο τραπεζών. Έτσι, αποφαίνεται ότι η οικονομία δεν τα πάει και άσχημα μεν, αλλά το bail in απέτυχε – δηλαδή δεν ήταν καλό για τις τράπεζες. Στην ανάλυσή του για τα θετικά, δεν συμμερίζεται την τρελή χαρά του Γεωργιάδη ή τα θαύματα του κ. Αναστασιάδη – αντίθετα υποδεικνύει ότι η ύφεση και για το 2014 θα είναι βαθιά και ότι η μελλοντική πορεία δεν είναι κατ’ ανάγκη αισιόδοξη.


Όμως παραπέμπει, όπως και άλλες αναλύσεις μέχρι τώρα, στο ότι η ύφεση το 2013 περιορίστηκε στο 5.7%. Αλλά αντίθετα η ανεργία εκτοξεύτηκε στο 17%. Με αυτή την έννοια, οι προβλέψεις της τρόικα κινήθηκαν σε αντίθετη κατεύθυνση – ήταν μεν μικρότερη η ύφεση, αλλά μεγαλύτερη η ανεργία. Από μόνο του, βέβαια, αυτό σημαίνει ότι το κόστος της κρίσης που φόρτωσαν οι τράπεζες στην κοινωνία το πληρώνουν οι εργαζόμενοι, καθώς το κεφάλαιο κάνει περικοπές «κόστους». Και έχοντας και ένα ευνοϊκό κυβερνητικό περιβάλλον, κάνει ότι μπορεί για να μεταφέρει όσο περισσότερο κόστος και στις φορολογίες στο Δημόσιο – αυτό είναι το νόημα και του καθολικού φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, αλλά και των κομίστρων στα λεωφορεία. Για τον Economist, ωστόσο, το bail in για τις τράπεζες απέτυχε. Και αναφέρεται στην εκτόξευση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μα και αυτά είναι προϊόν της κρίσης και είτε με bail in, είτε με bail out -το οποίο σαφώς ευνοεί ο Economist- τα μη εξυπηρετούμενα θα εκτοξεύονταν. Μάλιστα, ο Economist εισηγείται τη δημιουργία μιας κακής κρατικής τράπεζας για να απορροφά τα προβληματικά δάνεια – μεταφέροντας έτσι άμεσα στο κράτος τα μη εξυπηρετουμενα. Εδώ είναι και η ουσία του ταξικού προβλήματος. Η δημιουργία μιας κρατικής τράπεζας για τη διάσωση των μικροϊδιοκτητών είναι ένα ενδεχόμενο ζήτημα – αυτό το οποίο, όμως, θέλει το κεφάλαιο είναι τη διάσωση του εαυτού του. Και στην προκείμενη περίπτωση θα ήθελε τα 6 δις λ.χ. που χρωστούν οι «μερικοί» -οικογένειες και επιχειρηματίες- να φορτωθούν, επίσης, στο δημόσιο.

Για να κατανοηθεί η θέση του Economist πρέπει να δει κάποιος το σκηνικό ευρύτερα. Το περιοδικό είναι ενάντια στο bail in, διότι ακριβώς μεταφέρει το κόστος των τραπεζιτικών κρίσεων στις ίδιες τις τράπεζες, αντί στους φορολογούμενους. Και ακριβώς, όπως ομολογεί στην αρχή, επειδή το κυπριακό μοντέλο υπήρξε, ουσιαστικά, η πρώτη πειραματική φάση αυτού που θα γίνει και στην Ευρώπη μετά το 2016, προσπαθεί να το υπονομεύσει. Σε αυτό το πλαίσιο, η κατανόηση του τί έγινε δεν αποτελεί μόνο ζήτημα της ιστορίας των τοπικών αντιστάσεων και νικών, αλλά και μέρος μιας ευρύτερης ιστορίας – και πρέπει να διεκδικηθεί η επιτυχία του να φορτωθούν οι τράπεζες και όχι το δημόσιο τα χρήματα που χρειάζονταν οι δυο τράπεζες. Και να τα φορτωθούν οι μεγαλοκαταθέτες, που βγάζουν και τα κέρδη. Το ότι η τοπική εξέγερση κατάφερε να εστιαστεί το κούρεμα στις δύο μόνο τράπεζες και στις ψηλές καταθέσεις, ήταν μια κυπριακή επιτυχία.

Πώς η αντίσταση στο καθολικό κούρεμα λειτούργησε και ως άμυνα απέναντι στο ύψος της ύφεσης
Και η επιτυχία δεν ήταν μόνο θέμα θεσμικής δικαιοσύνης και ταξικής άμυνας. Ήταν και πρακτικά οικονομικό ζήτημα – έσωσε την εμπιστοσύνη στο τραπεζιτικό σύστημα -η οποία θα εξατμιζόταν πλήρως, αν το κούρεμα περιλάμβανε όλες τις τράπεζες και όλες τις καταθέσεις- αλλά και διέσωσε μια πηγή κατανάλωσης -ζήτησης δηλαδή- η οποία αποδείχθηκε νευραλγική για τη μείωση του ύψους της ύφεσης. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι τρεις δυναμικές, οι οποίες λειτούργησαν θετικά για τη μείωση της ύφεσης, ήταν ο τουρισμός από τις ανατολικές χώρες -και άρα η γεωπολιτική στρατηγική την οποία προώθησε η προηγούμενη κυβέρνηση και στήριξαν ενεργά στο δρόμο οι κινητοποιήσεις από τις 16 μέχρι τις 19 Μαρτίου- οι υπηρεσίες -και ο Economist έδωσε έμφαση στις off shore- και η κατανάλωση – των απλών πολιτών που έσωσαν το 7% των καταθέσεών τους και τα χρησιμοποίησαν την ώρα της κρίσης. Αν δεν υπήρχε αυτό το «μαξιλαράκι λίπους» -που λένε και οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι- προφανώς η ύφεση θα ήταν μεγαλύτερη και χειρότερη. Όπως και με τους μισθούς, η αστική τάξη ξεχνά συνεχώς ότι εκτός από κόστος εργασίας, οι μισθοί είναι και η πηγή της ζήτησης και κατανάλωσης – για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που πουλά το κεφάλαιο. Αλλά στην αρπακτική φάση του κεφαλαίου, δεν καταλαβαίνει…είναι απλώς πανικόβλητο. Και για αυτό ήταν δίκαιο που πλήρωσε -μαζί με το ξένο κεφάλαιο- το μεγαλύτερο μερίδιο στο κούρεμα. Και τα τεκμήρια είναι εκεί – οι εφημερίδες, οι τηλεοράσεις κλπ του καρτέλ του κεφαλαίου, όχι μόνο συγκάλυψαν την κρίση των τραπεζών, αλλά πίεζαν να έρθει η τρόικα τον Μάιο – Ιούλιο του 2012, αλλά και μετά, το φθινόπωρο, πίεζαν για να γίνουν αποδεκτοί οι όροι της. Όταν γίνει μια συγκριτική ανάλυση με άλλες  χώρες, θα είναι ίσως μοναδικό φαινόμενο τα ΜΜΕ μιας χώρας να υποστηρίζουν σε βαθμό 90% τους εκβιασμούς των ξένων. Είναι και αυτός ένας επιπρόσθετος λόγος γιατί θέλουν να λογοκρίνουν την οργή, την αντίσταση και τις επιτυχίες της εξέγερσης του Μάρτη του 2013 – τους θυμίζει ότι εκείνοι, λόγω της επιθυμίας των ιδιοκτητών, έφεραν την τρόικα, στήριξαν τους όρους της, προωθούν τους εκβιασμούς της. Και όμως, φοβούνται, καθώς ξεφεύγει σιγά ο έλεγχος. Αυτός είναι ο φόβος του Μάρτη του 2013 – μια δημόσια σφαίρα δημοκρατικής συζήτησης. 




Και η επιτυχία, της εξέγερσης ενάντια στο καθολικό κούρεμα, δεν ήταν μόνο θέμα θεσμικής δικαιοσύνης και ταξικής άμυνας. Ήταν και πρακτικά οικονομικό ζήτημα – έσωσε την εμπιστοσύνη στο τραπεζιτικό σύστημα -η οποία θα εξατμιζόταν πλήρως, αν το κούρεμα περιλάμβανε όλες τις τράπεζες και όλες τις καταθέσεις- αλλά και διέσωσε μια πηγή κατανάλωσης -ζήτησης δηλαδή- η οποία αποδείχθηκε νευραλγική για τη μείωση του ύψους της ύφεσης.




[1] Ήδη ο κ. Σόιμπλε είχε δηλώσει από το φθινόπωρο ότι ήθελε να υπογράψει η επόμενη κυβέρνηση.

[2] Οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν μέχρι τις αρχές Απριλίου – η τελική εκδήλωση έγινε από μαθητές στην Πάφο με το σύνθημα: «Τότε με τα τανκς , τώρα με τα Banks». Κατέγραψε το κλίμα της εξέγερσης. 

[3] Economist, Τεύχος 102, Μάρτης 8 – 14,  2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου