28 Φεβ 2014

Η αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις ως σημείο καμπής: όταν η κοινωνία ανακαλύπτει και πάλι το συλλογικό μέσα από την κοινή της περιουσία και οι εργαζόμενοι μέσα από την έκρηξη της οργής θέτουν όρια σεβασμού και πλαίσια διαπραγμάτευσης



Αν κρίνει κάποιος από τις άτσαλα αποκαλυπτικές δηλώσεις του υπουργού οικονομικών στην Daily telegraph [«Είμαστε σύμμαχοι της τρόικα. Το μνημόνιο θα μπορούσε να ήταν το δικό μας μανιφέστο.»] η κυβέρνηση περίμενε να ήταν διαφορετικό το σκηνικό με τις ιδιωτικοποιήσεις. Περίμενε κάποιες τελετουργικές αντιδράσεις, και μετά έλπιζε ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει να πουλά και να εισπράττει – και λογικά να κυλούν υπόγεια και οι μίζες. Το ότι το θέμα συνέπεσε με την αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση δυσκόλεψε τα πράγματα, αλλά αυτό που ήταν δραματικό διαφορετικό ήταν οι αντιδρασεις των εργαζομένων. Από τη Δευτέρα ήταν πια εμφανές ότι η περίοδος της τελετουργίας και της συναίνεσης είχε λήξει. Εκράγηκε μια οργή που ο Γεωργιαδης δεν φαινόταν να υποψιάζεται καν ότι ετοίμαζε το διαφημιστικό κείμενο της Telegraph - και ο ίδιος ήταν στόχος. Και διότι πολλοί από τους οργισμένους ήταν οι πιθανώς τέως ψηφοφόροι του κόμματος του. Και όταν την Πέμπτη δεν πέρασε το νομοσχέδιο, ήταν σαφές ότι κάτι άλλαξε πια και θεσμικά. Τα ελεγχόμενα από την ΟΕΒ και την κυβέρνηση ΜΜΕ προσπάθησαν και πάλι να το ρίξουν σε «λάθος» απόφαση. Ήταν όμως το αποτέλεσμα μια κοινωνικής έκρηξης και μιας νέας ισορροπίας στην Βουλή. Ακόμα και οι μετατοπίσεις μεριδας του ΔΗΚΟ θύμιζαν πια την πραγματική κοινωνική πλειοψηφια και τις θέσεις της για χρόνια τώρα – και για τις ιδιωτικοποιήσεις αλλα και για την υποταγή χωρίς διαπραγμάτευση στις διαταγές της τρόικα.

Η οργή έφερε στην επιφάνεια μια πραγματικότητα. Όμως, οι μετατοπίσεις ήταν ευρύτερα σαφείς πια – για πρώτη φορά η σύμπτυξη ενός μετώπου της αντιπολίτευσης με εναντίωση στις ιδιωτικοποιήσεις ήταν ξεκάθαρη και μάλιστα δηλωνόταν. Ακόμα και το ΔΗΚΟ στη συγκυρία της αποχώρησης του εμπλάκηκε στην αντιπαράθεση – έτσι ενώ ο πρόεδρος του ήθελε να φύγει από την κυβέρνηση λόγω κυπριακού, ξαφνικά οι πιο μετριοπαθείς στο κυπριακό του βγήκαν αριστερά στην οικονομία με άξονα το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων.

Η ΟΕΒ και οι δημοσιογράφοι της επέμεναν να θυμώνουν για τις τροπολογίες, για τις απεργίες, για την έλλειψη.. πατριωτισμού στο να αποδεχτεί η κοινωνία και οι εργαζόμενοι τις αποφάσεις της κυβέρνησης σαν "φυσικό φαινόμενο". Αδυνατούσαν να καταλάβουν ότι τώρα πια ήταν οι ίδιοι που εκτίθεντο.

Δευτέρα, 25/2/2014: Από πού ήρθε τόση οργή; Όταν απαξιώνεται η εργασία και βρίζονται οι εργαζόμενοι σε συνθήκες κρίσης….



Τη Δευτέρα, οι εργαζόμενοι στην ΑΗΚ μαζεύτηκαν έξω από τη Βουλή. Το κλίμα ήταν έντονο και με το πέρασμα της ώρας ένα υπόγειο ρεύμα οργής άρχισε να διαχέεται. Άρχισαν να σπάζουν οι γραμμές της αστυνομίας. Σε κάποια φάση ήρθε και ο υπουργός οικονομικών. Χαμένος σε ένα ψεύτικο κόσμο, όπου νόμιζε ακόμα ότι μπορούσε αυτός, ένας πολιτικάντης με ανέλιξη λόγω κομματικών και οικογενειακών σχέσεων, να καθορίζει τα δεδομένα στους συνδικαλισμένους έστω της παράταξης του, έκανε μια κίνηση αποδοκιμασίας με το δάκτυλο. Το ότι ερμηνεύτηκε διαφορετικά δεν έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει η αδυναμία του να κατανοήσει την οργή και να μην την προκαλέσει. Και οι οργισμένοι δεν ήταν οι της αντιπολίτευσης, όπως επέμεναν για προηγούμενες κινητοποιήσεις οι καλοθελητές της κυβέρνησης στα ΜΜΕ. Η πλειοψηφία των εργαζόμενων στους ημικρατικούς,όπως άλλωστε και στο δημόσιο τομέα, ανήκει στα κόμματα ΔΗΣΥ – ΔΗΚΟ, που προγραμμάτιζαν να ψηφίσουν υπέρ.

Ξύπνησαν ξαφνικά; Οι εργαζόμενοι στους ημικρατικούς δεν πίστευαν προφανώς ότι το θέμα θα προχωρούσε, ή ότι τα κόμματά τους θα τους εγκατέλειπαν. Αλλά η οργή που ξέσπασε έξω από τη Βουλή δεν ήταν απλώς η συνειδητοποίηση ότι τους έλεγαν ψέματα, ότι τελικά όλοι οι φόβοι ήταν αλήθεια, και όσοι τους προειδοποιούσαν για τα ψέματα, είχαν δίκαιο. Κοινωνιολογικά η έκρηξη έξω από την βουλή ήταν το τελευταίο σημείο σε ένα αγωγό μιας ευρύτερης οργής που πλανιέται στο εσωτερικό της κοινωνίας. Είναι μια οργή ανάμεικτη με το αίσθημα του δικαίου – ότι δηλαδή αφαιρείται κάτι άδικα, σαν κλοπή. Είναι το ίδιο αίσθημα που πυροδότησε την οργή για το πρώτο κούρεμα – και το απέτρεψε τον Μάρτη του 2013. Εδώ, η οργή αντλεί το ρεύμα της από δυο πηγές:
  1. Από την μια είναι σαφές στους εργαζόμενους ότι πρόκειται για μια χυδαία κλοπή δημόσιου πλούτου με κομπογιαννίτικες δικαιολογίες - το να μιλά ένα άτομο που οφείλει τη θέση/εργασία του στα ΜΜΕ στην κομματική του/της προώθηση, ή κάποιος που διορίστηκε στην κυβέρνηση λόγω συμμετοχής σε κόμμα, για «κομματικές παρεμβάσεις στους ημικρατικούς» είναι κωμικό αλλά, στις δεδομένες συνθήκες, και θρασύ. Στους εργαζόμενους, ιδιαίτερα της ΑΗΚ που ξέρουν ότι το δίκτυό της είναι μοναδικό, ότι κτίστηκε μέσα από δεκαετίες κοινωνικής επένδυσης, και ότι ό,ποιος το πάρει θα γίνει ιδιωτικό μονοπώλιο, οι επιθέσεις και οι βρισιές του αρχιεπισκόπου, της ΟΕΒ και άλλων που τους εκφράζουν στα ΜΜΕ που εκπροσωπούν αυτούς τους εργοδότες, ακούγονται σαν θράσος.
  2. Από την άλλη ως εργαζόμενοι,  οι οποίοι είχαν διασφαλισμένη εργασία, ξαφνικά υποβαθμίζονται ντε φάκτο σε επισφαλή εργασία. Ακόμα και εδώ, η προσπάθεια ρητορικής αντιπαράθεσης από τους απολογητές των εργοδοτών στις εφημερίδες Πολίτης και Φιλελεύθερος, ήταν αποκαλυτπικη. Αφού λογόκριναν, σχεδόν κωμικά, το ότι οι ημικρατικοί προσφέρουν στο κράτος και άρα η ιδιωτικοποίηση θα αποφέρει ελλείμματα, προχωρούσαν στη δικαιολόγηση της αφαίρεσης δικαιωμάτων από τους εργαζόμενους με το επιχείρημα ότι αφού άλλοι εργαζόμενοι δεν τα έχουν, γιατί να τα έχουν αυτοί. Και αυτά τα έγραφαν υποτίθεται εργαζόμενοι – υψηλόμισθοι της αρχισυνταξίας. Χωρίς ντροπή. Αποτελούσε αυτό ένα είδος αντίστροφης του μοντέλου των εργασιακών σχέσεων που οικοδομήθηκε για δεκαετίες -  ότι δηλαδή πρέπει το δημόσιο να είναι το πρότυπο για τον ιδιωτικό τομέα. Τώρα, η ΟΕΒ άρχιζε τη επίθεση ενάντια στα εργασιακά θέσμια και είχε σαν προμετωπίδα δημοσιογράφους που θύμιζαν απεργοσπάστες. Που ήθελαν να αφαιρεθούν εργασιακά δικαιώματα. Η αντίδραση ήταν πια βαθιά. Έντονη – και όπως σωστά παρατηρήθηκε στο μπλογκ Αγκάρρα, το μερικό -ο αγώνας των εργαζομένων στους ημικρατικούς- γινόταν ντε φάκτο η έκφραση του συλλογικού – διότι διεκδικούσε δικαιώματα που ήταν θέμα των σχέσεων όλων των εργαζόμενων με τους εργοδότες.

Το κερασάκι στην τούρτα… ήταν η ευρύτερη προσπάθεια απαξίωσης της εργασίας και του εργαζόμενου. Οι αθλιότητες τους αρχιεπίσκοπου μπορεί να μην βρήκαν την αντίθεση που θα άρμοζε στο επίπεδο της χυδαιότητας τους -ένας άνθρωπος που δεν εργάζεται και διαχειρίζεται εκατομμύρια, είχε το θράσος να αποκαλέσει εργαζόμενους "κλέφτες", χαραμοφάηδες κλπ- αλλά κωδικοποιήθηκαν σαν βαθιά προσβολή στο ασυνείδητο – και το ατομικό και το συλλογικό. Και ακριβώς επειδή τα ελεγχόμενα ΜΜΕ δεν το συζήτησαν καν, για να το εκτονώσουν έστω – και επειδή αυτή η νοοτροπία της ΟΕΒ άρχισε να διαχέεται στα ΜΜΕ που ελέγχουν τα μέλη της - η έκρηξη είχε και το στοιχείο της διεκδίκησης αξιοπρέπειας.

Οπότε, η οργή πήγαζε από το βαθύτερο παρόν, όπως διαχεόταν στο μέλλον σαν διάψευση προσδοκιών. Η βουβή οργή και η ανασφάλεια που διαχέεται στην κοινωνία σαν το βίωμα του άνεργου ή ο φόβος της ανεργίας ή της εξάρτησης όπως τον κατασκευάζει η ρητορική της κυβέρνησης και της εργοδοσίας -"όσοι έχουν εργασία είναι καλύτερα από τους άνεργους, άρα να μην διαμαρτύρονται"- αρχίζει πια να γίνεται μια αυτόνομη πηγή-συναισθηματική αιτία κινητοποιήσεων για να αποφύγουν οι εργαζόμενοι εκείνη, ακριβώς, την κατάσταση. Η υποταγή στην οποία στόχευε η κυβέρνηση μετατρέπεται έτσι, αρχικά, σε ένα είδος πανικού και μετά θυμού απέναντι στην εξαπάτηση, την οποία βλέπει στο χώρο του - και μετά ευρύτερα. Και απλώς η οργή αναζητά τη συλλογική επιβεβαίωση. Το κερασάκι στην τούρτα την τελευταία περίοδο ήταν η ευρύτερη προσπάθεια απαξίωσης της εργασίας και του εργαζόμενου. Οι αθλιότητες τους αρχιεπίσκοπου μπορεί να μην βρήκαν την αντίθεση που θα άρμοζε στο επίπεδο της χυδαιότητας τους -ένας άνθρωπος που δεν εργάζεται και διαχειρίζεται εκατομμύρια, είχε το θράσος να αποκαλέσει εργαζόμενους "κλέφτες", χαραμοφάηδες κλπ- αλλά κωδικοποιήθηκαν σαν βαθιά προσβολή στο ασυνείδητο – και το ατομικό και το συλλογικό. Και ακριβώς επειδή τα ελεγχόμενα ΜΜΕ δεν το συζήτησαν καν, για να το εκτονώσουν έστω – και επειδή αυτή η νοοτροπία της ΟΕΒ άρχισε να διαχέεται στα ΜΜΕ που ελέγχουν τα μέλη της - η έκρηξη είχε και το στοιχείο της διεκδίκησης αξιοπρέπειας.

Όταν οι εργαζόμενοι βρεθούν στο δρόμο, τότε αλλάζει πια και το αίσθημα του "είμαι μόνος μου, και μόνο εγώ τα σκέφτομαι", που καλλιεργούν τα ΜΜΕ της ΟΕΒ. Αυτό το σημείο καμπής, η αποκάλυψη της διάψευσης των προσδοκιών, είναι το σημείο από όπου ξεκινά πια το τέλος της σταθερότητας την οποία με τόση αφέλεια ο κ. Γεωργιάδης λάνσαρε στην Daily Telegraph.

Ουσιαστικά, η έκρηξη της οργής των εργαζομένων της ΑΗΚ, σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια νέα εποχή διεκδικήσεων. Αν οι κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη και του Φεβρουάριο ενάντια στην λιτότητα ήταν η επιστροφή των μαζικών αντιδράσεων, η οργή και οι κινητοποιήσεις των εργαζόμενων, μαζικές και γεμάτες πάθος και χιούμορ, σηματοδοτούν ένα πέρασμα σε ένα διεκδικητικό εργασιακό κίνημα – αντί το αμυντικό της περιόδου Απρίλης – Νοέμβριος 2013.

Τα ΜΜΕ και οι «πουλημένοι»

Η κραυγή «πουλημένοι», η οποία συνοδεύει αυξανόμενα τις κοινωνικές κινητοποιήσεις απευθύνεται και στους δημοσιογράφους. Και δεν θα πρέπει να το υποτιμά κάποιος ως έκφραση μιας κρίσης νομιμότητας που πάει βαθιά. Τη Δευτέρα το βράδυ, η υστερία μερικών παρουσιαστών για την οργή των εργαζόμενων ήταν τόσο αποκαλυπτική που δημιούργησε από μόνη της ένα νέο όριο – θα φοβόντουσαν τα αποτέλεσμα του θυμού οι εργαζόμενοι;  Θα τρομοκρατούταν από τις φωνές του Φουρλά λ.χ. στο σταθμό του αρχιεπισκόπου; Θα κατάφερναν να δουν ότι οι παρουσιαστές/τριες απλώς πουλούν υπηρεσίες και δεν πρέπει να τους εμπιστεύονται για σοβαρά ζητήματα, όπως οι εργασιακοί αγώνες και τα δικαιώματα τους; Ο τρόπος με τον οποίο οι εργαζόμενοι αγνόησαν τις υστερίες την επομένη, ήταν αποφασιστικός και επίσης σηματοδοτούσε ένα πέρασμα. Αυτή τη βδομάδα ο Πολίτης υποχώρησε κάπως από τα υστερικά πρωτοσέλιδα της προηγούμενης βδομάδας και το ρόλο της αστυνόμευσης τον ανέλαβε ο Φιλελεύθερος -η πλειοψηφία τουλάχιστον των συντακτών του- με έμμεσα, αλλά σαφή σχόλια που παρέπεμπαν στην ανάγκη υποταγής. 



Η επίκληση κάποιου αόρατου «πατριωτισμού» -για την υποταγή στις επιθυμίες της κυβέρνησης- ήταν το μοτίβο της κ. Ταραμουντά στις 26.2 [«Πατριωτισμός, είδος προς εξαφάνιση»], ενώ ο κ. Μιχαηλίδης κινήθηκε σε παλινωδίες – στηρίζοντας τις ιδιωτικοποιήσεις με υπεκφυγές. Όταν αντέδρασαν μάλιστα, από ότι φάνηκε αρκετοί αναγνώστες του για το σχόλιο του την Τρίτη ["Στερνή μου γνώση"], όπου προσπαθούσε να πουλήσει και αυτός την ιστορία για "σπαταλες", λες και το θέμα ήταν τα χρέη και όχι τα κέρδη των ημικρατικών, προσπάθησε να το γυρίσει στις «ευθύνες του παρελθόντος» - γιατί ναυάγησε η προσπάθεια για πλωτή πλατφόρμα το 2007. Υπεκφυγή που παράβλεπε πολλά αλλά και στο ρόλο της εφημερίδας του 2010-11 στο ναυάγιο της εισαγωγής φυσικού αερίου για την ΑΗΚ. Ο πιο φαιδρός ήταν ο κ. Καλλινίκου, που αποφάσισε μόνος του να αυτό-ανακηρυχθεί σε «κοινή γνώμη» και να μας πληροφορήσει ότι διαφωνούσε με τους εργαζόμενους. Και η σύνταξη του Φιλελευθέρου ακολούθησε τη φαιδρότητα στο σχόλιο της -«Ο εθνικός πλούτος ως μοχλός πίεσης», στις 26/2 και «Κανένα πισωγύρισμα» στις 27/2, όπου η ιδιοκτησία της εφημερίδας ξεκαθάρισε ότι τη θέση που προωθούσαν οι εργοδοτουμενοι αρχισυντάκτες της τις προηγούμενες μέρες. Η προσπάθεια της εφημερίδας να κατασκευάσει αρνητικό κλίμα ή και κλίμα υστερίας ενάντια στους εργαζόμενους ήταν εμφανής και στις αναφορές στα σχόλια-τίτλους κάτω από την πρωτοσέλιδη φωτογραφία της επικαιρότητας. Την Τετάρτη, οι τίτλοι ήταν: «Βουλιάζουν τα λιμάνια και μαζί τους η οικονομία». Στο εσωτερικό ο Καλλινίκου, το σχόλιο της εφημερίδας και η Ταραμουντά εξαπέλυσαν επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους υπό διάφορους ρόλους – πατριωτισμό της ΟΕΒ, "εκφραστές" της κοινής γνώμης κατά της ΟΕΒ κλπ. Οι εργαζόμενοι τους αγνόησαν επιδεικτικά – η πορεία των εργαζόμενων της ΣΥΤΑ στο προεδρικο ήταν μαζική και εντυπωσιακή. Την επόμενη, κάτω από την πρωτοσέλιδη φωτογραφία της πορείας, η αρχισυνταξία επέμενε: «Ζημιές εκατομμυρίων». Και στα εσωτερικά σχόλια άρχισαν οι γλυκανάλατες επικλήσεις στον Ζιαρτίδη και τον Κιττένη ως κριτική στους νυν συντεχνιακούς. Τα ΜΜΕ ένιωθαν ότι έχαναν το χέρι επιβολής και ζητούσαν άλλη νομιμοποίηση. Την Πέμπτη, την μέρα της ψηφοφορίας μάλιστα, ο Φιλελεύθερος σχεδόν σαν αυθεντική φωνή της ΟΕΒ είχε πρωτοσέλιδο, προειδοποιητικό κείμενο με τίτλο «Άρθρο ωρολογιακή βόμβα» για μια εισήγηση των συντεχνιών που φαίνεται ότι την υιοθέτησε το ΔΗΚΟ. Και κάπου εκεί άλλωστε χάλασε και η σούπα που έφτιαχνε η κυβέρνηση. Το ΔΗΚΟ θα ψήφιζε αν..και αφού ο ΔΗΣΥ είχε το αίσθημα ότι έλεγχε την κατάσταση με τα ΜΜΕ, αγνόησε ακόμα και τον Ν. Παπαδόπουλο. Και ανακάλυψε τότε την μοναξιά του. Και το τέλος μιας περιόδου. Και το πλήρωσε όταν το σοσιαλδημοκρατικό ΔΗΚΟ μαζί με μερίδα των υποστηρικτών του κ. Παπαδόπουλου -όπως ο κ. Αντωνίου- του άφησαν ξεκρέμαστους. Την άλλη μέρα, η ομοφωνία των ΜΜΕ ήταν αστεία πια. Αναμενόμενη. Λες και είχαν βγει από μια κοινή απόφαση όλοι οι τίτλοι, πλην της Χαραυγής. Και όμως, ήταν πια τα ΜΜΕ ενάντια στην κοινωνία. Τα όρια των εκβιασμών λιγοστεύουν.

Υπήρχαν και άλλες, εσωτερικές, φωνές – η Χ. Χατζημητρίου, στην σελ. 2, στις 26/2, είχε ένα απολαυστικά σαρκαστικό κείμενο: «Το savoire vivre των διαδηλώσεων διαμαρτύρεστε αλλά φρόνιμα». Όταν η κοινωνία κάνει τον απολογισμό των αντιστάσεων αυτές τις δύσκολες μέρες, τέτοια κείμενα θα είναι από αυτά που καταγράφουν την υπόγεια πραγματικότητα που οι αρχισυντακτες ως υπάλληλοι δημόσιων σχέσεων της ΟΕΒ συγκαλύπτουν.


Τα πρώτα κέρδη της δυναμικής ταξικής αντίστασης


Οι εργαζόμενοι κέρδισαν ήδη δυο σημαντικές μάχες – την μια ενάντια στα ΜΜΕ της ΟΕΒ και την άλλη ενάντια στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης που ήθελε να επιβάλει ο κ. Γεωργιάδης και η κυβέρνηση. Απέναντι στα ΜΜΕ και στην κατασκευασμένη υστερία ο πραγματικός θυμός των εργαζόμενων, πρόβαλε την συλλογική συνείδηση και το συλλογικό καλό σαν το πλαίσιο των αντιστάσεων – και στο θέμα του τι συζητείται, τον δημόσιο πλούτο, αλλά και στο θέμα της υπεράσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων. Απέναντι στην κυβερνητική προσπάθεια να αποκτήσει ένα ρόλο δικτάτορα έκτακτης ανάγκης για το δημόσιο πλούτο, η αντίσταση υποχρέωσε την κυβέρνηση αλλα και τους σύμμαχους της [λ.χ. στο ΔΗΚΟ] να υποχωρήσουν και να αποδεχθούν και έλεγχο από τη Βουλή, αλλά και δικλείδες από τους εργαζόμενους που κάνουν το όλο σχέδιο όπως έλεγε με θλίψη η ΟΕΒ και ντε φάκτο και ντε γιούρε άκυρο. Η τελική υπαναχώρηση της κυβέρνησης απέναντι στο ΔΗΚΟ -αφού ο ΔΗΣΥ δεν ψήφισε τις τροπολογίες του- έφεραν μια σημαντική ήττα. Άλλωστε το πλήθος έξω από την Βουλή ήταν μεγάλο και η δυναμική του ήταν πια σαφής.

Η δέσμευση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, και η μετακίνηση του ΔΗΚΟ, η μεγάλης μερίδας του προς την σοσιαλδημοκρατική – κοινωνική διάσταση της ιστορικής του πολιτικής -την οποία εκπροσωπούσε και ο Σ. Κυπριανού και ο Τ. Παπαδόπουλος- άνοιξαν πια ένα ακόμα παράθυρο ενδεχόμενων θεσμικών αντιστάσεων. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση δεν έχει ούτε και στην οικονομία, πλειοψηφία στη Βουλή. Και είναι σαφές ότι ο κ. Γεωργιάδης δεν είναι άτομο κοινής εμπιστοσύνης για να διαπραγματεύεται με την τρόικα. Η Βουλή θα αποκτήσει αναπόφευκτα πολύ μεγαλύτερο ρόλο πια – και είναι αμφίβολο αν θα μπορεί να εγκριθεί οτιδήποτε χωρίς να συμμετέχει με κάποιο τρόπο και στις συζητήσεις με την τρόικα. Και αυτήν την φορά τα κλισέ της κυβέρνησης είναι γνωστά από τον Μάρτιο του 2013 και ήδη τίθεται ζήτημα ευθυνών για τις διαπραγματεύσεις του κ. Γεωργιάδη
 αλλα και την στάση του κυβερνώντος κόμματος. Άλλαξε, κατά συνέπεια, κάτι εν μέρει ρητορικά, αλλά προδιαγράφεται και μια σημαντική θεσμική μετατόπιση πια.


Αλλά αυτό που άλλαξε δραματικά είναι η δυναμική στον δρόμο - η οργή των εργαζόμενων και η μη-τρομοκράτηση τους από την πλειοψηφία των ΜΜΕ. Ενώ τα ΜΜΕ φώναζαν για την οργή των εργαζομένων της ΑΗΚ, οι εργαζόμενοι της ΣΥΤΑ έκαναν αυθόρμητη απεργία συμπαράστασης. Από εκεί και πέρα και το ανοικτό θέμα της συνταγματικότητας είναι ακόμα μπροστά. Αλλά τώρα πια μπροστά στον κίνδυνο ιδιωτικοποιήσεων, οι εργαζόμενοι έχουν πια ανάψει ένα φως στην πραγματικότητα – η κοινωνική συναίνεση έχει νόημα, όταν συζητούμε για το δημόσιο πλούτο. Όταν κάποιοι θέλουν να το χαρίσουν στους «φίλους τους» τότε, προφανώς, η αντίσταση των εργαζόμενων είναι ένα φως που αναβοσβήνει θυμίζοντας το μέλλον που θα έρθει, αν δεν επικρατήσει το «κοινό καλό» πάνω στην αρπακτικότητα του ιδιωτικού κεφαλαίου.



…η κοινωνική συναίνεση έχει νόημα όταν συζητούμε για το δημόσιο πλούτο. Όταν κάποιοι θέλουν να τον χαρίσουν στους «φίλους τους» τότε, προφανώς, η αντίσταση των εργαζόμενων είναι ένα φως που αναβοσβήνει θυμίζοντας το μέλλον που θα έρθει, αν δεν επικρατήσει το «κοινό καλό» πάνω στην αρπακτικότητα του ιδιωτικού κεφαλαίου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου