21 Φεβ 2014

Το συνέδριο και η επιστροφή του ΑΚΕΛ στο κομβικό κέντρο των ισορροπιών - και η αμηχανία των ΜΜΕ μπροστά στα όρια που έθεσε


Το συνέδριο του ΑΚΕΛ έκλεισε ένα κύκλο – αυτόν την απώλειας της εξουσίας. Ταυτόχρονα, και ίσως όχι τυχαία, άνοιξε τον επόμενο κύκλο με φόντο το κυπριακό, αλλά και τη διόγκωση της κοινωνικής δυσφορίας για την οικονομία. Ο τρόπος που τα ΜΜΕ έκαναν ότι δεν κατάλαβαν την προειδοποίηση του κ. Κυπριανού για το ΝΑΤΟ, ιδίως, ήταν παραδειγματική.

Από τη μεταβατική μοναξιά στις πολλαπλές συμμαχίες
Όταν το ΑΚΕΛ έχασε την προεδρία στις αρχές του 2013, βρέθηκε σε μια παράδοξα μεταβατική κατάσταση. Τα τελευταία δυο χρόνια της προεδρίας Δ.Χριστόφια ήταν ένας μονοδιάστατος πόλεμος εναντίον και του προέδρου και της αριστεράς, με βασικό άξονα την οικονομία, αλλά το υπόστρωμα της επίθεσης πήγαινε πίσω στις αντιπαραθέσεις για το κυπριακό. Στο ζήτημα της οικονομίας, η αντιπαράθεση ήταν έντονη και ίσως να ήταν η πρώτη ταξική αντιπαράθεση που βίωσε η κυπριακή κοινωνία από τον καιρό της ανεξαρτησίας. Για να βρει κάποιος κάτι ανάλογο, θα πρέπει να πάει πίσω στο 1948. Ο στόχος της επίθεσης από το 2011, αλλά ιδιαίτερα από το 2012, ήταν σαφής – η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ και η πλειοψηφία των κομμάτων πίεζαν για «μέτρα» - πριν την τρόικα- ή αποδοχή των όρων της τρόικα -μετά το καλοκαίρι του 2012- και ο στόχος ήταν σαφής πίσω από τη σχεδόν υστερική επίθεση: το 2011, ο στόχος ήταν να ληφθούν μέτρα, χωρίς να γίνει κοινωνική διαβούλευση -χωρίς δηλαδή λόγο στους εργαζόμενους και τις συντεχνίες- ενώ το 2012, ο στόχος ήταν να μεταφερθούν οι κρυφές και οι εμφανιζόμενες ζημιές των τραπεζών στο Δημόσιο. Όπως εύστοχα το έθεσε και η ηγέτης των αριστερών συντεχνιών το Νοέμβριο του 2012, η Κύπρος ήταν «η μόνη χώρα όπου η αντιπολίτευση είναι  με την τρόικα». Αν μιλούσε για τα ΜΜΕ, το θέμα θα ήταν ακόμα πιο κραυγαλέο. Ακόμα και όταν η αριστερή κυβέρνηση αναγκάστηκε -μετά την προσφυγή της Τράπεζας Κύπρου για βοήθεια- να καταφύγει στο μηχανισμό στήριξης, η επίθεση είχε και πάλι την ένταση μιας υστερίας – ο στόχος μερικών ήταν να γίνουν αποδεκτά τα μέτρα που εισηγείτο η τρόικα, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε και το υπόγειο σενάριο ότι, αν μια αριστερή κυβέρνηση αποδεχόταν σκληρά μέτρα, τότε η μνημονική κυβέρνηση της δεξιάς θα είχε την ευκολία να σπρώξει τα μέτρα ακόμα παρακάτω, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Ο Φιλελεύθερος πίεζε για μέτρα από το Μάιο, ενώ στις αρχές Ιουλίου εξέφρασε δυσφορία γιατί ο τότε πρόεδρος δήλωνε ότι αν εύρισκε άλλο τρόπο θα απέφευγε την τρόικα. Ο Πολίτης ήταν πιο ακραίος – στις 2 Μάιου λίγο πολύ ζητούσε να σταματήσει/λογοκριθεί η συζήτηση για τα σκάνδαλα των τραπεζών, ενώ η στήριξη της τρόικα ήταν έντονη. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση της αριστεράς έπρεπε να διαχειριστεί μια κρίση που προκάλεσαν άλλοι, να αφήσει μια κληρονομιά αντίστασης, ενώ ταυτόχρονα να διασφαλίσει τα ουσιώδη, εξασφαλίζοντας, ταυτόχρονα, τρόπους χρηματοδότησης, έτσι ώστε να μην καταρρεύσει η οικονομία. Σε εκείνο το κλίμα, η κυβέρνηση είχε καταφέρει να διασώσει διάφορους θεσμούς με την παγοποίηση ή τη διατήρησή τους, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε και το αίσθημα της δυσφορίας με την τρόικα. Ακόμα και οι αμφίβολες δημοσκοπήσεις των ελεγχόμενων ΜΜΕ έδειχναν μια σαφή πλειοψηφία υπέρ των θέσεων της κυβέρνησης για διάσωση του 13ου, εναντίωση στις ιδιωτικοποιήσεις κλπ.

Όταν η αριστερά έχασε τις εκλογές, ήταν μεν σε απομόνωση – αλλά με ένα ποσοστό 43% για τον υποψήφιό της στο δεύτερο γύρο, μπορούσε να νιώθει ότι είχε αντέξει την πιο σαρωτική επίθεση, που δέχθηκε οποιαδήποτε παράταξη. Ταυτόχρονα, οι θέσεις της δεν ήταν μειοψηφικές. Αυτό φάνηκε αμέσως μετά το Μάρτιο, όταν η νέα κυβέρνηση σε μια λανθασμένη κίνηση ευφορίας προσπάθησε να περάσει το καθολικό κούρεμα. Η αντίδραση της κοινωνίας, σε βαθμό ήταν τόσο έντονη, που και το ίδιο το κυβερνητικό κόμμα δεν ψήφισε το νομοσχέδιο στη βουλή, είχε κάτι από την κληρονομιά της αντίστασης και της κριτικής στην τρόικα, που προωθούσε η προηγούμενη κυβέρνηση.


Η μετεκλογική περίοδος

Μετά τον Μάρτιο, ακολούθησε ένας νέος γύρος επιθέσεων ενάντια στην αριστερά – αλλά τώρα πια ήταν και ένα είδος προσπαθειών μετατόπισης από τις δικές της ευθύνες. Η πρόσληψη του Βίκτορα για να επαναλαμβάνει ‘φταίνε οι προηγούμενοι’, ήταν ένα μέρος αυτής της προσπάθειας μετατόπισης που είχε και άλλους συνεργούς – δημοσιογράφους, αλλά και τη φαιδρή υπόθεση του κ. Πική.


Ήταν, όμως, φανερό από τότε ότι η επίθεση δεν θα είχε βάθος για δυο λόγους – η αναβολή του κυπριακού δεν μπορούσε να είναι επ’ αόριστο. Σε ένα μεγάλο βαθμό, εκτός από την κρίση που προκάλεσε η αποδοχή του κουρέματος και η ντε φάκτο παγοποίηση του τραπεζιτικού συστήματος, μια άλλη παράμετρος ήταν η προσπάθεια να περάσει αρκετός χρόνος ώστε να ξεχαστούν οι εκλογές και να κερδίσει η φιλοκυβερνητική τάση τις εκλογές στο ΔΗΚΟ. Ακόμα όμως και αν γινόταν αυτό, πάλι η κυβέρνηση θα αναγκάζονταν να στηριχθεί στο ΑΚΕΛ και την αριστερά.

Από την άλλη, η προσπάθεια ενοχοποίησης της αντίστασης -και πριν το Μάρτη και μετά- για την κρίση, ήταν επίσης μια μετατόπιση με ημερομηνία λήξης. Όταν δημοσιογράφοι, όπως ο κ. Βενιζέλος του Φιλελευθέρου, που είχαν ενεργό ρόλο σε μια εφημερίδα που έσπρωχνε για μέτρα εναντίον των εργαζόμενων και ένταξη στο μηχανισμό, εμφανίστηκε μετά να το παίζει και αντί-μνημονικός ήταν ένδειξη ότι η θέση που κάποιοι στήριζαν κάποτε, ήταν επισφαλής. Η κοινωνική δυσφορία άρχισε να διογκώνεται το φθινόπωρο και το κλίμα άρχισε να μυρίζει ταξική αντιπαράθεση πάλι – αλλά τώρα πια χωρίς να είναι η αριστερά στο στόχαστρο. Η πραγματικότητα ήρθε πιεστικά και βρήκε τους ίδιους τους πολίτες. Ήταν βολικό η πλειοψηφία των εργαζόμενων στους ημικρατικούς να ψήφισε ΔΗΚΟ ή ΔΗΣΥ, αλλά να έλπιζαν ότι η αριστερά θα τους έσωζε. Ανάλογα και πολλοί συνταξιούχοι. Το να θεωρεί κάποιος την αριστερά ως ένα είδος ντε φάκτο προστάτη των κοινωνικών κεκτημένων, έφτασε σε ένα σημείο αντίφασης, όταν τα ίδια άτομα σιωπούσαν μπροστά στην επίθεση που δεχόταν η αριστερή κυβέρνηση γιατί ακριβώς τους υπερασπιζόταν – όσο μπορούσε και με ότι μέσα είχε στη διάθεσή της. Αλλά μετά το Μάρτη, η πραγματικοτητα ήταν εκει. Η αριστερά απλώς ψήφιζε με συνέπεια στη βουλή, αλλά τότε οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι και όσοι ήθελαν να βάλουν χέρι στα κέρδη των ημικρατικών οργανισμών, βγήκαν μπροστά. Και η κρίση, πια, ήρθε στην πόρτα του καθενός. Ο Βίκτορας έμοιαζε, πια, με παπαγάλο, που επαναλάμβανε πληκτικά τα λίγα λόγια που είχε μάθει, ακόμα σε περιβάλλον χωρίς νόημα.

Η αλλαγή του κλίματος: η αριστερά ως κέντρο
Τα καίρια σημεία μεταλλαγής ήρθαν το Δεκεμβριο και το Φεβρουάριο και ίσως όχι τυχαία, συνέπεσαν με μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στο μνημόνιο, στις οποίες πια δεν συμμετείχε μόνο η αριστερά. Η περίοδος της μοναξιάς είχε λήξει. Αλλά την ίδια ακριβώς περίοδο γινόταν και μια σημαντική αλλαγή στο κυπριακό. Η καθυστέρηση που είχε ζητήσει ο κ. Αναστασιάδης έφτασε στο τέλος, και.. δεν του ‘βγήκε’ το ΔΗΚΟ. Ο Μ. Κάρογιαν έχασε οριακά – αλλά η απώλεια ήταν γεγονός. Ο Ν. Παπαδόπουλος κινήθηκε προσεκτικά, αλλά με σαφήνεια. Δήλωσε ότι θα στήριζε την κυβέρνηση, αν ήταν συνεπής ο πρόεδρος. Σαφέστατα ήξερε τί θα γινόταν.  Ο κ. Αναστασιάδης αναγκάστηκε να προχωρήσει με το προσχέδιο που είχε εισηγηθεί το Δεκέμβριο, και ενώ μια άλλη εκδήλωση διαμαρτυρίας περικύκλωνε τους χώρους που γίνονταν οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα, το ΔΗΚΟ, με την νέα του ηγεσία, δήλωνε ότι δεν αποδεχόταν το κοινό ανακοινωθέν. Ήρθε η ώρα του ΑΚΕΛ.
Ήταν αναπόφευκτο ότι ο κ. Αναστασιάδης θα στηριζόταν στην αριστερά, όπως αναπόφευκτο ήταν και το κέντρο, αλλά και οι συντεχνίες από όλους τους χώρους, θα άρχιζαν να στρέφονται προς την αμφισβήτηση της λιτότητας και το μνημονίου. Ήδη, ο κ. Λιλλήκας είχε κτίσει την επιτυχημένη του προεκλογική εκστρατεία σε αυτό. Η ΕΔΕΚ ως χώρος άρχισε να συνεργάζεται πρακτικά με το ΑΚΕΛ – η ΔΕΟΚ εμφανίστηκε ως σταθερός σύμμαχος της ΠΕΟ, η οποία επέμενε στις κινητοποιήσεις από πριν. Αλλά και συντεχνίες που πρόσκειντο στο ΔΗΚΟ - όπως η ΠΟΕΔ και μετά εκείνες στους ημικρατικούς- άρχισαν να διαφοροποιούνται.

Η συμβολική ενότητα στο συνέδριο και οι δυο προειδοποιήσεις του Άντρου
Έτσι, το συνέδριο βρήκε το ΑΚΕΛ να βγαίνει από την απομόνωση και να ξεδιπλώνει τις εν δυνάμει μελλοντικές του σχέσεις – συμμαχίες. Αν αναλογιστεί κάποιος ότι είναι το κόμμα- χώρος, που όλοι αναγνωρίζουν ότι μπορεί να είναι η βάση και για το δημοψήφισμα, αλλά και για στήριξη της λύσης από τη μια, αλλά και ο χώρος, όπου θα μπορούσε να οικοδομηθεί ένα είδος εναλλακτικής συμμαχίας για την οικονομία, τότε είναι σαφής ο κεντρικός-νευραλγικός του ρόλος. Και αν αποφασίσει να μην εκλέξει δικό του πρόεδρο την επόμενη πενταετία, τότε θα είναι ο αποφασιστικός παράγοντας – ως χώρος αλλά και ως κόμμα που τον εκπροσωπεί εν δυνάμει.

Το ότι τα ΜΜΕ εξακολουθούν να είναι εχθρικά, φάνηκε και το βράδυ της Κυριακής – στα περισσότερα κανάλια μια αυτονόητη δήλωση του Αβέρωφ Νεοφύτου ή οι πλαδαρότητες του αρχιεπισκόπου για ενότητα, ήταν πρώτη είδηση, αντί του συνεδρίου ενός κόμματος. Σαφής προκατάληψη.

Η άλλη παράμετρος ήταν πολύ πιο σαφής. Ο κ. Κυπριανού τη διατύπωσε με την έκφραση «δεν θα δεχθούμε να δεθεί η Κύπρος στο άρμα του ΝΑΤΟ»

Στο συνέδριο το ίδιο υπήρχε μια σημαντική σημειολογική εικόνα κάτω από το προεδρείο. Ο Δ. Χριστόφιας καθόταν δίπλα από τον Ν. Κατσουρίδη. Με δεδομένο ότι οι φήμες για τις σχέσεις τους δεν ήταν οι καλύτερες, η εικόνα ήταν σαφές μήνυμα ενότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, το κόμμα απέφυγε αυτό που ενδεχομένως ενθάρρυναν μερικοί – ένα είδος εσωτερικής αντιπαράθεσης. Είτε με διεκδίκηση για νέες εκλογές στο κόμμα -περνούσε έντονα η θέση στα ΜΜΕ για μια περίοδο ότι έπρεπε να γίνει αυτοκριτική στο ΑΚΕΛ – μερικοί ίσως να εννοούσαν γιατί δεν αποδεχόταν τις θέσεις της τρόικα, ενώ τώρα μάλλον θα έχουν γίνει και αντί-τροικανοί- είτε για εκτοπισμό στελεχών μετά την κατασκευή της υπόθεσης της Δρομολαξιάς από το δίδυμο Χάσικου-Ερωτοκρίτου. Βέβαια, εκείνο το θέμα πέρα από τα προσωπικά απωθημένα του Χάσικου, είχε να κάνει και με την οργανωμένη προσπάθεια να δαιμονοποιηθεί η ΣΥΤΑ για να πουληθεί σε «φίλους» με γερές μίζες. Οπότε η επίθεση και στο ΑΚΕΛ ήταν δεδομένη. Το ότι ο γιος του Κατσουρίδη εργαζόταν στην εταιρεία του Λίλλη, άφηνε μια σκιά να πλανιέται στα ΜΜΕ. Μια σκια που ποτέ δεν αφέθηκε για τον κ. Χάσικο και το ρόλο του στο υπουργείο άμυνας, μετά το τέλος της θητείας του το 2003.

Από εκεί και πέρα, το σημαντικό σημείο στο συνέδριο ήταν η κωδικοποίηση από τον Α. Κυπριανού των θετικών τόμων της προεδρίας Χριστόφια -όπως το άνοιγμα μιας εντελώς νέας οικονομικής πραγματικότητας με το φυσικό αέριο- αλλά και της αντίστασης στην επιβολή της λιτότητας και της τρόικα, που  γίνεται πια και μέρος της ευρύτερης κοινωνικής συνείδησης. Στο κυπριακό, το οποίο η προηγούμενη προεδρία έχει φέρει όντως σε σημαντικό σημείο-ακτίνα λύσης, η θέση του ήταν καθοριστική και ίσως για αυτό λογοκρίθηκε. Επανέλαβε τη θέση ότι το ΑΚΕΛ δεν δέχεται «χαλαρή ομοσπονδία» - μια αιχμή για το που έφερε το θέμα της διακυβέρνησης η προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά και ένα άνοιγμα στην αντιπολίτευση, αν η νυν κυβέρνηση κινηθεί προς εγκατάλειψη του υπάρχοντος πλαισίου για «ισχυρό κεντρικό κράτος». Αυτό, βέβαια, μπορεί να θεωρηθεί και ευμετάβλητο θέμα ερμηνειών. Υπάρχουν όμως και τα δεδομένα – και είναι λογικό ο κ. Αναστασιάδης να μετρήσει πια που πατά. Αν στη δημοσκόπηση των αναγνωστών της online έκδοσης της Αλήθειας, το κοινό -της δεξιάς βασικά που διαβάζει την εφημερίδα- είναι διχασμένο, τότε η αριστερά είναι ακόμα πιο αναγκαία.

Η άλλη παράμετρος ήταν πολύ πιο σαφής. Ο κ. Κυπριανού τη διατύπωσε με την έκφραση «δεν θα δεχθούμε να δεθεί η Κύπρος στο άρμα του ΝΑΤΟ». Η αναφορά δεν ήταν γενικόλογη. Την ίδια Κυριακή λανσαρόταν η ιδέα για επίσκεψη του αμερικανού υπουργού εξωτερικών, ενώ στην Καθημερινή ριχνόταν και η ιδέα εμπλοκής του ΝΑΤΟ: «Η αναφορά της δήλωσης του εκπρόσωπου του Λευκού Οίκου σε «άλλες εποικοδομητικές προτάσεις» …ερμηνεύεται από πολιτικούς αναλυτές ως σαφή υποστήριξη στην πρόταση για ένταξη στον «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη» και θετική γνώμη στην αντιμετώπιση του κεφαλαίου των εγγυήσεων και της παρουσίας στρατευμάτων μέσω της συμμετοχής της Κύπρου στο ΝΑΤΟ.»

Η προειδοποίηση του κ. Κυπριανού για το ΝΑΤΟ ήταν σύντομη, αλλά θα πρέπει να διαβαστεί και σε συνάρτηση με όσα είπε για τη μη ψήφιση στη βουλή των νομοσχεδίων για τις ιδιωτικοποιήσεις: «δεν θα έχουμε ευθύνη» είπε. Ήταν μια σαφής θέση να μην προσπαθήσουν κάποιοι να εγκλωβίσουν την αριστερά σε διλήμματα τύπου ΝΑΤΟ και λύση. Σε μια εποχή που ο κεντροευρωπαϊκός πυρήνας άρχισε να δημιουργεί και δικό του επικοινωνιακό δίκτυο, αποκλείοντας τους αμερικανούς, θα υπολόγιζε κάποιος ότι η εικόνα ενός πολυκεντρικού κόσμου είναι σαφής. Αλλά η προειδοποίηση του κ. Κυπριανού δεν ήταν μόνο πολιτική – ήταν και κοινωνιολογική: ο ιστορικός χώρος της αριστεράς «δεν θα υπακούσει»  και μια μεγάλη μερίδα απλώς θα ψηφίσει ενάντια το ΝΑΤΟ. Το να επιστρέψει κανείς στην αποικιοκρατία, δεν είναι ακριβώς σενάριο για αριστερούς ψηφοφόρους. Αυτό μάλλον θα το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι οι αμερικανοί.

Από εκεί και πέρα, το νέο πολιτικό σκηνικό δείχνει τάσεις διαμόρφωσης διάφορων πόλων στην οικονομία και το κυπριακό.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου