7 Φεβ 2014

Οι αποκαλύψεις για το πώς κατασκευάστηκε το κατηγορητήριο και πως στήθηκε η δίκη για τη Δρομολαξιά: Όταν η «Εισαγγελία» βγαίνει στο σεργιάνι να κατασκευάσει κατηγορίες για συγκεκριμένα άτομα, τότε η έννοια του «παρακρατικού κυκλώματος» είναι πια πολιτικό και θεσμικό θέμα



Οι αποκαλύψεις του Πολίτη την Τετάρτη, μαζί με τις συμπληρωματικές αναφορές του Sigma live, ουσιαστικά συμπλήρωσαν την παράλληλη και μέχρι τώρα λογοκρινόμενη ιστορία του θεάματος της Δρομολαξιας. Ξαφνικά, εμφανίστηκε τεκμηριωμένα και χωρίς αμφιβολία ότι ο στόχος της Γενικής Εισαγγελίας, ή για να είμαστε ακριβείς του βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, δεν ήταν η διερεύνηση του θέματος, αλλά η εστίαση σε συγκεκριμένα άτομα. Έτσι, ενώ το κύριο άτομο στο υποτιθέμενο σκάνδαλο ήταν ο κ. Λίλλης, ο οποίος είχε αγοράσει από τον τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη το χωράφι στη Δρομολαξιά και ακολούθως το πούλησε στο ταμείο συντάξεων των εργαζομένων στη ΣΥΤΑ, ξαφνικά ο πρωταγωνιστής, ουσιαστικά, αφαιρέθηκε από την εικόνα, αφού ο κ. Ρ. Ερωτοκρίτου, όπως είπε ξεκάθαρα ο δικηγόρος του κ. Λίλλη, ήθελε τον κ. Κιττή. Αυτό και μόνο το σκάνδαλο μιας στημένης υπόθεσης  και framing ενός ατόμου, λογικά θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τον κ. Ερωτοκρίτου σε παραίτηση. Αλλά η ευθιξία δεν είναι φρούτο που ευδοκιμεί αυτήν την περίοδο. Άλλωστε, ο κ. Ερωτοκρίτου λογικά θα πρέπει να διερευνηθεί και νομικά πια – διότι έχει στήσει μια υπόθεση ενάντια σε πολίτες με «αλλότρια» -κατά τη δικηγορική διάλεκτο- κίνητρα, αλλά πέρα από το συγκεκριμένο θέμα, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από τα τεκμήρια.


Ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας, ο κ. Κληρίδης μένει επίσης εκτεθειμένος. Όταν ανακοινώθηκε ότι ο κ. Λίλλης δεν θα παραπεμπόταν στο κακουργιοδικείο, ο κ. Κληρίδης, που ήταν πρόσφατος ακόμα στο πόστο του, είχε δηλώσει στις 2 Οκτωβρίου, ότι δεν είχε υπάρξει συναλλαγή και ευνοϊκή μεταχείριση του κ. Λίλλη για να μαρτυρήσει. Ήταν από τότε περίεργη η δήλωση, αλλά τώρα πια είναι και ο ίδιος ο κ. Κληρίδης εκτεθειμένος. Είτε κάλυψε το βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, είτε δεν ήξερε για το θέμα, με αποτέλεσμα να κάνει παραπλανητικές δηλώσεις . Το ότι άφησε το θέμα να προχωρήσει, είναι από μόνο του επίσης προβληματικό. Τώρα πια είναι και θέμα διαφοροποίησης για τον ίδιο. Ίσως -έτσι φάνηκε τότε τουλάχιστον- να βρέθηκε τότε, μόλις διορίστηκε, μπροστά σε ντε φάκτο δεδομένα.


Πώς στήνουν υποθέσεις οι βοηθοί Γενικοί Εισαγγελείς και οι δικηγόροι φίλοι τους: Ο Ρίκκος και ο Χάσικος «ήθελαν» να δικάσουν τον Κιττή, ο Χάσικος τα είχε με τον Αναστασιάδη και τον Αβέρωφ και «ήθελε» και το Μαππουρίδη, ο Ιωνάς και ο Μητσόπουλος δεν ήθελαν να δικαστεί ο «δικός τους» αστυνομικός, και ο κ. Γεωργίου, δικηγόρος και τέως βουλευτής του ΔΗΣΥ, υποσχόταν να «παίξει πελλόν» ο εισαγγελέας, αν ο Λίλλης έλεγε αυτά που ήθελαν, διαφορετικά θα έκαμνε «αλέ ππερέ» το Ρίκκο και θα το υποχρέωνε να παραιτηθεί…

«Με τούντον τον τρόπο ο Νίκος ο Λίλλης μεινίσκει κατηγορούμενος στην υπόθεση με τους αστυνομικούς, τζείνην στέλλουμε την στις ελληνικές καλένδες, τελειώνει η υπόθεση με τον Κιττή και δηλώνει ο Εισαγγελέας «με την μαρτυρία που έδωσες κύριε είμαι ευχαριστημένος διότι επήεν ο Κιττής φυλακήν, εγώ εν τον Κιττή που γυρεύκω.»[1]
Γ. Γεωργίου, τέως βουλευτής ΔΗΣΥ, δικηγόρος Ν. Λίλλη

«Καλημέρα Ρίκκο, είμαι δαμαί με τον Λίλλην τζαι κουβεντιάζουμεν.. Αν αυτός δώσει κατάθεση αυτήν την στιγμή, στην οποία θα δίνει στοιχεία που αφορούν τον Κιττή αποκλειστικά, χωρίς να επεκταθεί, εννά προχωρήσουμε σε εκείνο που είπαμε για να έχουμε χρόνο να σκεφτούμε τα υπόλοιπα;»[2]
Γ. Γεωργίου, δικηγόρος Λίλλη, συνομιλεί τηλεφωνικά με τον βοηθό Γενικό Εισαγγελέα στις 23/9/2013

Οι ηχογραφημενοι διάλογοι, τους οποίους δημοσιοποίησε ο Πολίτης, είναι αποκαλυπτικοί για ένα ευρύτερο πολιτικό παρασκήνιο. Είναι εμφανές ότι το όλο θέμα ελάχιστα είχε να κάμει με το χωράφι στην Δρομολαξιά. Ο στόχος ήταν πρώτα από όλα ο κ. Κιττής, όπως φαίνεται καθαρά και στη συζήτηση του κ. Ερωτοκρίτου με το δικηγόρο του κ. Λίλλη, αλλά και η πολιτική επίθεση στο ΑΚΕΛ.

Υπήρχε, όμως, ένα ενδιαφέρον παρασκήνιο, που δείχνει την ευρύτερη εμπλοκή του κυβερνητικού κόμματος, αλλά και τις εσωτερικές του φατρίες. Κατ’ αρχήν καταγράφεται η παρέμβαση του κ. Μητσόπουλου, αλλά και του κ. Ι. Νικολάου να μην συλληφθεί ο κ. Μούσκος, ένας από τους δυο αστυνομικούς, οι οποίοι κατηγορούνται για παραπλανητική έκθεση σε σχέση με την κατοικία του τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη του χωραφιού στη Δρομολαξιά. Οι φήμες λένε ότι ο κ. Μητσόπουλος είναι συγγενής με τον κ. Μούσκο. Η εμπλοκή του κ. Ιωνά Νικολάου φαίνεται να ήταν ευρύτερη:
«Υπάρχει θέμα με τον Ιωνά..Εκτός από τον Κωστάκη Μιαμηλιώτη [σ.σ. σε άλλο σημείο είχε αναφερθεί ότι ο υπουργός είχε φιλικές σχέσεις με τον εν λόγω αστυνομικό] ο Ιωνάς είναι close και στον Μούσκο. Έκανε προεκλογικές συγκεντρώσεις ο Ιωνάς προοριζόμενος για υπουργός Δικαιοσύνης και εκάθετουν δίπλα του ο Μούσκος και ήταν υπεύθυνος της προεκλογικής εκστρατείας του στην αστυνομία και την πυροσβεστική , στη Λάρνακα.» [Πολίτης, σελ. 5,6/2/2014]

Κατά συνέπεια, η προσπάθεια να πέσει στα μαλακά το θέμα των δυο αστυνομικών είναι κατανοητό. Μάλιστα, οι δικηγόροι του κ. Λίλλη τον πληροφορούν ότι πέρα από την υποβάθμιση των κατηγοριών εναντίον του -με την μεταφορά του στο επαρχιακό δικαστήριο αντί στο κακουργιοδικείο- το όλο σκηνικό πόνταρε και στο ότι η υπόθεση θα καθυστερούσε σε σχέση με την άλλη στο κακουργιοδικείο, αφού «με τον κ. Σάντη πρόεδρο στο κακουργιοδικείο η εκδίκαση θα γίνει πολύ γρήγορα..».[3] Προφανώς, μερικοί υπολόγιζαν και τους δικαστές όταν αποφάσιζαν.

Οι ηχογραφημένοι διάλογοι τους οποίους δημοσιοποίησε ο Πολίτης, είναι αποκαλυπτικοί για ένα ευρύτερο πολιτικό παρασκήνιο. Είναι εμφανές ότι το όλο θέμα ελάχιστα είχε να κάμει με το χωράφι στην Δρομολαξιά. Ο στόχος ήταν πρώτα από όλα ο κ. Κιττής, όπως φαίνεται καθαρά και στη συζήτηση του κ. Ερωτοκρίτου με το δικηγόρο του κ. Λίλλη, αλλά και η πολιτική επίθεση στο ΑΚΕΛ.

Το ευρύτερο πλαίσιο είναι επίσης ενδιαφέρον, αφού αποκαλύπτει ένα ολόκληρο ενδοσυναγερμικό παρασκήνιο. Σύμφωνα, λοιπόν, με το δικηγόρο κ. Γεωργίου, ο Ιωνάς Νικολάου του αποκάλυψε, ουσιαστικά, ότι παρακολουθούσαν τα τηλεφωνά – εννοώντας η ομάδα γύρω από τον κ. Χάσικο και τον κ. Ρ. Ερωτοκριτου -αφού ο ίδιος ήταν απρόθυμος να προχωρήσει τον Σεπτέμβριο λόγω των σχέσεων του με τους αστυνομικούς: «Πρόσεχε όταν μιλάς γιατί παρακολουθούν τα τηλέφωνα. Τον ρώτησα «Νόμιμα;» και λαλεί μου «άλλη κουβέντα ρε.»[4]

Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στο βουλευτή του ΔΗΣΥ, Ρίκκο Μαππουρίδη. Οι κατηγορίες που φέρεται να εκτόξευε ο κ. Χάσικος εναντίον του ήταν έντονες -ουσιαστικά τον ήθελε να πάει δικαστήριο- αλλά φαίνεται ότι ο κ. Χάσικος βίωνε την κόντρα, όχι μόνο με τον κ. Μαππουρίδη, αλλά και με άλλους στον ΔΗΣΥ – συμπεριλαμβανόμενου του κ. Αναστασιάδη. Σε μια συζήτηση στις 5 Σεπτεμβρίου, ανάμεσα στους δικηγόρους, προκύπτει και το θέμα ότι ο κ. Μαππουρίδης ήταν ο εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, ο οποίος έδωσε γνωμάτευση για να γίνει αποδεκτή η έκθεση των αστυνομικων για την κατοικία του τουρκοκυπριου ιδιοκτήτη. Σε εκείνο το σημείο, ο κ. Γεωργίου ως μέλος του ΔΗΣΥ και από ότι φαίνεται δικτυωμένος με τον κ. Χάσικο λέει τα εξής:
«..για μένα [ο Ρ. Μαππουρίδης] εν ο πιο επικίνδυνος που πάει τζαι θωρεί [σ.σ. στα κρατητήρια] ή τηλεφωνεί του Λίλλη. Για τον Ρίκκο Μαππουρίδη, εμένα μου το είπεν σε ανύποπτο χρόνο, όταν επήα να δω τον Χάσικο για μια υπόθεση με ένα Ρώσο που έθελε πολιτικό άσυλο…μου ειπεν ο Χάσικος’ να δούμε που εννά πάσιν να σταθούν ο Αβέρωφ και ο Αναστασιάδης τώρα, διότι εγιώ εννά ζητήσω και άρση της ασυλίας του Μαππουρίδη, γιατί εν σε ούλλα νεκατωμένος τζαι έφααεν που ούλλους’. Ηταν η θέση του Χάσικου…Λέει μου «σε ούλλες τες υποθέσεις [τουρκοκυπριακών περιουσιών] που βρωμούν εν η υπογραφή του Ρίκκου [Μαππουρίδη] πουκάτω.»[5]

Η έμμεση κόντρα με Αναστασιάδη – Αβέρωφ είναι σαφής. Αλλά και το γεγονός ότι ο κ. Χάσικος με τα γνωστά δικά του διαπλεκόμενα συμφέροντα είναι σε κόντρα με τον κ. Μαππουρίδη. Το ότι μάλιστα δηλώνει και δημόσια τώρα, ότι δεν υπάρχει άλλο πρόβλημα με τις τουρκοκυπριακές περιουσίες, ενώ ιδιωτικά αναφέρεται σε υποθέσεις «που βρωμούν» με την υπογραφή του βουλευτή του κόμματός του, δείχνει και το επίπεδο της όλης συζήτησης.

Γενικότερα, ο ρόλος του κ. Γεωργίου, του δικηγόρου του κ. Λίλλη, αξίζει να συζητηθεί – διότι φαίνεται να είναι ταυτισμένος με το δίκτυο Χάσικου- Ρ. Ερωτοκρίτου και να καθοδηγεί τον κ. Λίλλη. Η υπόσχεση μάλιστα του κ. Ερωτοκρίτου ότι η «εισαγγελία» «θα καμει τον πελλόν» ένα ο κ. Λιλλης έδινε μαρτυρία εναντίον του κ.Κιττη, ήταν χαρακτηριστική:
«Η κουβέντα τους είναι ότι  θα δικαστεί η υπόθεση του κακουργιοδικείου πρώτα και αν ο Κιττής καταδικαστεί, την υπόθεση [του κ. Λιλλη] θα την ξαναδούν. Και να μην την ξαναδούν, βλέπουν ότι είναι δύσκολο να καταδικαστείς, διότι πρέπει να παραδεχτούν οι Μούσκος και Μιαμηλιώτης ότι τα επκιάσαν για την έκθεση και δεύτερον μπορεί εκείνος που θα κάνει τον εισαγγελέα για να προχωρήσει η υπόθεση να κάμει τον πελλόν, σε μια προσπάθεια να σε βοηθήσει να αθωωθείς.»
Ήταν μια εμφανής υπόσχεση από τον κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου, για να εξυπηρετηθεί η εκστρατεία του κ. Χάσικου. Δείχνει, όμως και το επίπεδο της εισαγγελίας. Η σχέση εξάρτησης του κ. Ρ. Ερωτοκρίτου από το δικηγόρο του κ. Λίλλη εκφράζεται χαρακτηριστικά στις αναφορές του τελευταίου, καθώς προσπαθούσε να πείσει τον κ. Λίλλη να δώσει κατάθεση ενάντια στον κ. Κιττή, που ήταν ο βασικός στόχος των Χάσικου-Ρίκκου Ερωτοκρίτου:
«Η κατάθεση που θα σου πάρουν θα είναι ανοικτή μαρτυρική κατάθεση, που σημαίνει ότι κανένας δεν μπορεί να την προσκομίσει εναντίον σου στο δικαστήριο, είναι ξεκάθαρο νομικά, αλλά και ηθικά δεν θα τολμήσουν να το κάνουν ειδικά ο Ρίκκος [Ερωτοκρίτου] δεν θα τολμήσει να κάνει έτσι κουβέντα απέναντι μου γιατί θα υποβάλει μετά την παραίτηση του γιατί θα τον κάμω ..αλέ ππερέ.»[6]

Γενικότερα, ο ρόλος του κ. Γεωργίου, του δικηγόρου του κ. Λίλλη, αξίζει να συζητηθεί – διότι φαίνεται να είναι ταυτισμένος με το δίκτυο Χάσικου- Ρ. Ερωτοκρίτου και να καθοδηγεί τον κ. Λίλλη. Η υπόσχεση μάλιστα του κ. Ερωτοκρίτου ότι η «εισαγγελία» «θα καμει τον πελλόν», εάν ο κ. Λιλλης εδινε μαρτυρια εναντιον του κ. Κιττη, ήταν χαρακτηριστική.. «..μπορεί εκείνος που θα κάνει τον εισαγγελέα για να προχωρήσει η υπόθεση να κάμει τον πελλόν, σε μια προσπάθεια να σε βοηθήσει να αθωωθείς.»


Αξιοσημείωτες είναι και οι αναφορές στην προχειρότητα με την οποία κατασκευάζονταν τα ποσά που υποτίθεται δόθηκαν. Χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία, αρχεία κλπ, οι δικηγόροι ρωτούσαν τον κ. Λίλλη και την γυναίκα του και εκείνοι έριχναν ποσά στον αέρα. Στο τέλος, ο κ. Λίλλης κατέληξε ότι πήρε μόνο 200.000!
Στα ονόματα, τα οποία αναφέρονται και τα ονόματα κάποιου Λουκά, ο οποίος φαίνεται ότι είναι ο κ. Φανιέρος, αλλά και του αναπληρωτή προέδρου της ΚΟΠ, του Γ. Κούμα, οι οποίοι του ζήτησαν να μην μαρτυρήσει εναντίον του Ο. Βασιλείου. Το θέμα πέρασε και πάλι στα αζήτητα. Αν, προφανώς, ήθελε ο κ. Ερωτοκριτου, ο δικηγόρος θα μετέφερε μάλλον ανάλογες επιθυμίες για μαρτυρίες στον κ. Λίλλη.

Το πιο ενδιαφέρον είναι και η αναφορά στον Κατσουρίδη, ο οποίος ήταν στο background υποψιών. Το επίμαχο άτομο φαίνεται να είναι ο γιος του κ. Κατσουρίδη, ο Αλέξανδρος, ο οποίος εργάζεται για την εταιρεία του κ. Λίλλη. Πάντως, ο κ. Λίλλης φάνηκε σαφώς αρνητικός σε οποιαδήποτε εμπλοκή είτε του Ν. Κατσουρίδη, είτε του γιου του. Μάλιστα, είναι ενδιαφέρουσα η αναφορά του πρωταγωνιστή της όλης ιστορίας, του κ. Γεωργίου για το θέμα:
«Εν η υπόθεση με τον Αλέξανδρο Κατσουρίδη τον οποίο ούτως ή άλλως ο Νίκος [Λιλλης] δεν θέλει με κανένα τρόπο να πάθει ζημιά…Το δέχομαι, το σέβομαι, κι εγώ έχω πειστεί από τον Νίκο [Λιλλη] ότι ο Κατσουρίδης δεν έπιασε από τον Λίλλη ούτε ένα σεντ για οποιανδήποτε ιστορία. Ότι κάμνει το κάμνει σε φιλικό επίπεδο, όπως κάμνει μου τζαι εμενα ο Ζαχαρίας, ο Κόκος, ο Τάσου επειδή είμαστεν φίλοι..»[7]

Φαίνεται, πάντως, ότι η φιλική σχέση του κ. Κατσουρίδη με τον κ. Λίλλη χρησιμοποιήθηκε για να εκβιαστεί ο κ. Λίλλης. Ο κ. Γεωργίου αναφέρεται σε τηλεφώνημα του κ. Ρ. Ερωτοκρίτου στον κ. Κατσουριδη, το οποίο ακούγεται σαν εκβιασμός:
«Πε μου λογική τωρά γιατί ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου να πιάσει τον Νίκο Κατσουρίδη τηλέφωνο και του λέει «θα συλλάβουν τον γιο σου σήμερα, αλλά δεν θα τον συλλάβουν αν ο Νίκος Λίλλης κάμει τούτη την δήλωση.»[8]

Με δεδομένο ότι ο κ. Χάσικος και ο κ. Ρίκκος [Ερωτοκρίτου] είχαν στήσει μια βιομηχανία θεαμάτων μέσω των ΜΜΕ, οι συλλήψεις τότε εμφανίζονταν ως «αποδείξεις» σχεδόν. Ήδη, άλλωστε, ο κ. Λίλλης εκρατείτο σε ένα είδος καθεστώτος ψυχολογικών πιέσεων, στο οποίο μάλλον συμμετείχε και ο δικηγόρος του – ο οποίος έκανε τη διαπραγμάτευση για το deal που ήθελαν οι Χάσικος – Ρίκκος.


Ένα μικρό ιστορικά της υπόθεσης της Δρομολαξιάς ή της υπόθεσης που κατασκεύασε ο κ. Χάσικος.
Η υπόθεση της Δρομολαξιάς ήταν από την αρχή δυο παράλληλες αφηγήσεις – με τη διάφορα ότι η μια αφήγηση είχε προνομιακή προβολή, ενώ η άλλη εμφανιζόταν αλλά στο περιθώριο της όλης συζήτησης. Η προνομιακή προβολή ήταν εξασφαλισμένη από την εξουσία, που έδινε το υπουργείο εσωτερικών στο κ. Χάσικο, και η προβολή του θέματος από αρκετά ΜΜΕ μέσα από επιλεγμένους δημοσιογράφους. Ο κ. Θεοχαρίδης του Φιλελευθέρου λ.χ. υπήρξε από τα άτομα που συμμετείχαν ενεργά στην κατασκευή του όλου θεάματος – και δεν ήταν η πρώτη φορά. Ανάλογο ρόλο είχε παίξει και στην κατασκευή του θεάματος γύρω από την υπόθεση της κινεζικής επένδυσης στο αεροδρμιο Λάρνακας, το καλοκαίρι του 2012. Αυτή την φορά φαίνεται ότι μια ομάδα δημοσιογράφων ανέλαβαν -με επιλεκτικές διαρροές από τα κυβερνητικά δίκτυα αλλά και δικές τους προβολές- να κατασκευάσουν ένα  θέαμα  με δυο στόχους – τη μετατόπιση της έμφασης από άλλα θέματα και την προετοιμασία του κλίματος για ιδιωτικοποιήσεις.

Στο ζήτημα της Μετατόπισης, ο στόχος ήταν να κατασκευαστεί η εικόνα ότι η ΣΥΤΑ ήταν με κάποιο τρόπο «το μεγάλο σκάνδαλο», «οι μίζες» κλπ - θέματα τα οποία λειτουργούσαν ως μετατοπίσεις από τις συζητήσεις για τα σκάνδαλα των τραπεζών, και από τις μίζες της υπόθεσης Τσοχατζόπουλου- Μιχαηλίδη, η οποία άγγιζε επικίνδυνα πια και μερικούς στην Κύπρο αρκετά κοντά στον κ. Χάσικο. Ακόμα και στα μέσα του Ιούλη, μέσα στις επετείους του 74, ο Φιλελεύθερος λ.χ. προανάγγελλε ότι η αστυνομία θα μπει στη ΣΥΤΑ κλπ.
Ο άλλος στόχος, εκτός από την μετατόπιση, ήταν και η ιδιωτικοποίηση της ΣΥΤΑ. Η επίθεση εναντίον του πιο κερδοφόρου ημικρατικου οργανισμού, ο οποίος μάλιστα λειτουργούσε και ανταγωνιστικά στις επιχειρηματικές φαντασιώσεις του υπουργού εσωτερικών να φτιάξει δικό του κανάλι, ήταν σαφής – και έγινε ακόμα πιο σαφής το φθινόπωρο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυρίαρχη αφήγηση ξεκίνησε με μια καταγγελία του κ. Λιοτατή ο οποίος ουσιαστικά διαμαρτυρόταν ότι ο κ. Λίλλης δεν του είχε ξεπληρώσει χρέη από την πώληση του χωραφιού στο ταμείο συντάξεων της ΣΥΤΑ. Η κατάθεση, βέβαια, ήταν και μια ενδιαφέρουσα ομολογία ότι ο κ. Λιοτατής είχε πάρει και ένα είδος αμοιβής γιατί είχε μεσολαβήσει να πουλήσει το χωράφι ο κ. Μουσταφά. Ήταν η πρώτη σιωπή της επίσημης αφήγησης. Η γενική γραμμή αρχικά, την οποία στήριζε και ο πύργος εσωτερικών, αλλά και ο κ. Γεωργίου του ΔΗΣΥ στην επιτροπή ελέγχου της βουλής, ήταν ότι εξαπατήθηκε το κράτος, διότι ο κ. Μουσταφά δεν έμενε στις ελεύθερες περιοχές. Και επιπρόσθετα, υπήρχε και ένα παράδοξο φίλο-τουρκοκυπριακό επιχείρημα ότι εξαπατήθηκε ο κ. Μουσταφά, γιατί, ενώ πώλησε το χωράφι του για μερικά εκατομμύρια, τελικά το χωράφι μεταπωλήθηκε για πολύ περισσότερα. Σε αυτό το στάδιο, ο κ. Λίλλης ήταν ύποπτος ότι εξαγόρασε τους αστυνομικούς, που έκαναν την έκθεση για ψευδομαρτυρήσουν – και με κάποιο τρόπο εξαπάτησε και τον κ. Μουσταφά και τον κ. Λιοτατή. Τεκμήρια δεν υπήρχαν, αφού η μαρτυρία του κ. Λιοτατή, αν αντιμετωπιζόταν ως σοβαρή καταγγελία ενέπλεκε και τον ίδιο – όχι μόνο άλλαξε τη μαρτυρία του στην πορεία, αλλά ήταν σαφές ότι ο ίδιος είχε κάνει την παραπλάνηση, αν υπήρξε παραπλάνηση με τον κ. Μουσταφά, αφού εκείνος τον εργοδοτουσε, του νοίκιασε διαμέρισμα και τον περιέφερε για να πουλήσει το χωράφι του.

Έτσι, η υπόθεση της Δρομολαξιάς από τις αρχές Οκτωβρίου άλλαξε σχεδόν πλήρως. Το ζήτημα δεν ήταν πια το ότι πουλήθηκε ένα χωράφι ενός τουρκοκύπριου, ……Και η υπόθεση των δυο αστυνομικών με διασυνδέσεις με υπουργούς χάθηκε από την επικαιρότητα

Σε εκείνο το στάδιο, οι καταγγελίες εστιάστηκαν σε δυο αστυνομικούς – ο ένας εκ των οποίων φέρεται ότι ήταν και συγγενής του κ. Μητσόπουλου και όπως φάνηκε από τις συνομιλίες των δικηγορών και ο κ. Μητσόπουλος και ο κ. Ιωνάς Νικολάου ήθελαν να τον προστατεύσουν, αφού ήταν «δικός τους».

Το σκηνικό δεν φαινόταν να προχωρεί μέχρι τη σύλληψη του κ. Λίλλη. Η σύλληψη βασιζόταν στα πιο πάνω. Στοιχεία, τα οποία σήμερα θεωρούνται ασαφή και δεν οδηγούν σε σοβαρό αδίκημα για να πάει κακουργοδικείο – μάλιστα οι διεκδικήσεις του κ. Λιοτατή φαίνεται να έχουν ξεχαστεί τελείως, όσον αφορά στα υπό καταγγελία "αδικήματα". Αλλά η αστυνομία συνέχισε να κρατά τον κ. Λίλλη προφανώς για να του ασκήσει πίεση. Ήταν ένα είδος ψυχολογικού πολέμου, από τον οποίο φαίνεται να κατέρρευσε ο κ. Λίλλης – και ο δικηγόρος του που είχε, και λόγω κομματικής σχέσης, άμεση πρόσβαση στους κατήγορούς του, λ.χ. τον κ. Χάσικο, έκανε ουσιαστικά τη βασική διαπραγμάτευση για να πετύχει τους στόχους των Χάσικου – Ρίκκου Ερωτοκριτου. Και έτσι, προς το τέλος Σεπτεμβρίου, ο κ. Λίλλης άλλαξε στάση και αποφάσισε να μαρτυρήσει ότι είχε δώσει μίζες στον κ. Κιττή, και ότι είχε πληρώσει και άλλα δάνεια – όπως ατόμων που είχαν σχέση με την ΑΛΚΗ. Σε εκείνο το σημείο, η υπόθεση ξαφνικά άλλαξε – και στην νομική της διάσταση, αλλά και στον τρόπο που την παρουσίαζε η ομάδα των δημοσιογράφων που εξυπηρετούσαν τον υπουργό εσωτερικών. Ξαφνικά, ο κ. Λίλλης έφυγε από το προσκήνιο, το ίδιο και τα παράπονα του κ. Λιοτατή, η υποτιθέμενη εξαπάτηση του τουρκοκύπριου και η «απάτη» των δυο αστυνομικών. Τώρα, το σενάριο εστιάστηκε σε μια άλλη ομάδα ατόμων με κεντρικό πρωταγωνιστή τον κ. Κιττή. Σε ένα δεύτερο πλάνο η προσοχή εστιάστηκε επίσης σε δυο στελέχη του ΑΚΕΛ, τα οποία κατηγορούνταν ότι πίεζαν τον κ. Λίλλη να ξεπληρώσει χρέη της ΑΛΚΗΣ. Εδώ, το σκηνικό έγινε ακόμα πιο σουρεαλιστικό, αφού ξαφνικά η αστυνομία κάλεσε ένα καταζητούμενο να έρθει από το εξωτερικό και τον άφησε να έρθει και να φύγει, με μοναδικό στόχο τη μαρτυρία εναντίον των δύο στελεχών του ΑΚΕΛ. Τί είδους φερεγγυότητα μπορούσε να έχει ένα άτομο, που ήταν ήδη καταζητούμενο για απάτη, ήταν από μόνο του παράδοξο. Η κυπριακή «δικαιοσύνη» άρχισε να φλερτάρει πια επικίνδυνα με την κωμωδία.

Έτσι, η υπόθεση της Δρομολαξιάς άλλαξε σχεδόν πλήρως. Το ζήτημα δεν ήταν πια το ότι πουλήθηκε ένα χωράφι ενός τουρκοκύπριου, αλλά το ότι θα κατηγορείτο ο κ. Κιττής και τα στελέχη του ΑΚΕΛ. Η βιομηχανία κατασκευής θεάματος στα ΜΜΕ έριχνε στα μαλακά -χωρίς να κάνει αναφορές στις πολιτικές τους καταβολές και θέσεις- τους άλλους εμπλεκόμενους – ένα συνδικαλιστή της ΣΕΚ και τα δυο αδέλφια Σουρουλά με ιστορικές καταβολές στο χώρο της Δεξιάς. Και η υπόθεση των δυο αστυνομικών με διασυνδέσεις με υπουργούς χάθηκε από την επικαιρότητα. Σε εκείνο το σημείο, η κ. Ελεονόρα, η οποία έκανε, υποτίθεται, έρευνα για το θέμα -με διορισμό από τον κ. Χάσικο και ξεκάθαρη κατεύθυνση από τον υπουργό για το τί «έπρεπε να βρει», όπως φάνηκε και από τη μεροληπτική της στάση, αλλά και από το τελικό της κείμενο- έβγαλε και το πόρισμά της, όπου κατηγορούσε και τον κ. Τσουρή, ο οποίος ήταν και πιο δυναμικός στην αμφισβήτηση των θέσεων του κ. Χάσικου, τις οποίες χρησιμοποιούσε ως  πλαίσιο η κ. Ελεονόρα. Σε αυτή την διάσταση της εκστρατείας του κ. Χάσικου, το θέμα εστιάστηκε, ουσιαστικά, στην προσπάθεια να προωθηθεί η ιδιωτικοποίηση με το να εμφανιστεί ότι γινόταν σπατάλη χρημάτων. Το πρόβλημα της κ. Ελεονόρας -και κατ’επεκταση του κ. Χάσικου τον οποίο εξέφραζε- με τον κ. Τσουρή, και σε ένα βαθμό με τον κ. Κιττή, ήταν και το επιχείρημα τους ότι η επένδυση άξιζε τα λεφτά που δόθηκαν. Ότι, δηλαδή, κανένας δεν μπορούσε να αποδείξει ότι είχε γίνει κακή χρήση των χρημάτων των ταμείων συντάξεων. Το αντίθετο μάλιστα. Η απροθυμία λ.χ. της κ. Ελεονόρας να επισκεφθεί το χώρο, ενώ εξόφθαλμα φαινόταν ότι δεν ήξερε τα δεδομένα, ήταν εκφραστική της προσπάθειάς της να λογοκρίνει την ουσία – ότι ήταν μια εν δυνάμει κερδοφόρα επένδυση. Όμως, η κ. Ελεονόρα είχε διοριστεί για να πατάξει ένα πόρισμα σε άλλη «κατεύθυνση». Αν το αρχικό αφήγημα ότι, τάχα, εξαπατήθηκε το κράτος ξεχάστηκε, διότι με βάση εκείνη την υπόθεση, θα έπρεπε να εμπλακούν στη δίκη οι «φίλοι, οι συνεργάτες, και οι συγγενείς» - δηλαδή ο κ.Λιοτατής, οι δυο αστυνομικοί με τις ιστορικές του σχέσεις με την Δεξιά, ο κ. Λίλλη κλπ - τότε το μόνο που έμενε ήταν να εμφανιστεί ως «κακή επένδυση». Και αυτό θα βοηθούσε στον πραγματικό οικονομικό στόχο, που ήταν η ιδιωτικοποίηση της ΣΥΤΑ – του βασικού οικονομικού ανταγωνιστή, όπως τον βιώνει ο κ. Χάσικος ως επιχειρηματίας. Και επειδή δεν υπήρχε ούτε και για αυτό τεκμήριο, η όλη υπόθεση πέρασε στη δαιμονοποίηση.

Η λογοκρινόμενη αφήγηση, που επιβεβαιώθηκε από τις συνομιλίες των δικηγόρων - οι ένοχες αντιδράσεις και οι υποψίες για τις διαρροές
Όμως, υπήρχε και μια άλλη αφήγηση. Που προέβλεπε ότι θα καταλήγαμε στο να τεκμηριωθεί ότι ο κ. Ρίκκος Ερωτοκρίτου κατασκεύαζε μια κατηγορία για να εξυπηρετήσει συμφέροντα. Την πρώτη νύξη για την εναλλακτική αφήγηση την έκανε ο κ. Κιττής όταν δήλωσε ότι είχε και ο κ. Χάσικος συμφέροντα στην περιοχή. Ο κ. Χάσικος προσπάθησε ψευδώς να αποφύγει το θέμα. Τότε, δημοσιεύτηκαν στο ίντερνετ τα στοιχεία που έδειχναν ότι ουσιαστικά ο κ. Λίλλης και ο κ. Λιοτατής ήταν συνέταιροι του κ. Κουλέρμου στην περιοχή – και ότι, ουσιαστικά, ο κ. Κουλέρμος ήθελε να πουλήσει ένα δικό του χωράφι -για την αγορά το οποίου είχε μεσολαβήσει και πάλι ο κ.Λιοτατής- και τελικά δεν τα κατάφερε – πούλησε το σχετικό χωράφι ο κ. Λίλλης. Οπότε, η οικογένεια του κ.Χασικου είχε σαφώς προσωπικά συμφέροντα. Μάλιστα, είχε αποκαλυφθεί ότι ο κ. Λιοτατής ήταν ακόμα συνέταιρος του κ. Κουλέρμου σε ένα χωράφι. Και πάλι, ο κ. Χάσικος κατάφερε να λογοκρίνει την όλη ιστορία. Δημοσιογράφοι, όπως ο κ. Θεοχαρίδης προσέφεραν εύκολα τα πρωτοσέλιδα στις κατηγορίες και τα όσα ήθελε να διαρρεύσει ο υπουργός, αλλά το πλαίσιο της διαπλοκής των δικών του συμφερόντων, λογοκρινόταν επιμελώς. Είναι σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο αναφέρθηκε πρόσφατα και ο κ. Περδίκης, όταν είπε ότι στη συγκεκριμενη περίπτωση είχε προσωπικά συμφέροντα ο κ. Χάσικος. Στη λογοκρισια για το θέμα εστιαζόταν και η παρέμβαση του ΑΚΕΛ, που επέμενε ότι επρεπε να διερευνηθούν όλες οι υποθέσεις αγοραπωλησίας τουρκοκυπριακής γης. Προφανώς, ο κ.Χασικος δεν ήθελε να δημοσιοποιηθούν όλα – ιδιαίτερα της περιόδου 1993-1999, της πρώτης πενταετίας Κληρίδη.   Σε αυτό το πλαίσιο, οι αποκαλύψεις του Πολίτη, ουσιαστικά, ήρθαν να επιβεβαιώσουν ότι η αποσπασματική εστίαση στο θέμα της Δρομολαξιάς και η αλλαγή έμφασης, καθώς προχωρούσε το θέμα είχε να κάνει με τα συμφέροντα και τα ενδιαφέροντα όσων κατασκεύαζαν το θέαμα.

Αν το αρχικό αφήγημα ότι, τάχα, εξαπατήθηκε το κράτος ξεχάστηκε, διότι με βάση εκείνη την υπόθεση, θα έπρεπε να εμπλακούν στη δίκη οι «φίλοι, οι συνεργάτες, και οι συγγενείς» - δηλαδή ο κ.Λιοτατής, οι δυο αστυνομικοί με τις ιστορικές του σχέσεις με την Δεξιά, ο κ. Λίλλη κλπ - τότε το μόνο που έμενε ήταν να εμφανιστεί ως «κακή επένδυση». Και αυτό θα βοηθούσε στον πραγματικό οικονομικό στόχο, που ήταν η ιδιωτικοποίηση της ΣΥΤΑ – του βασικού οικονομικού ανταγωνιστή, όπως τον βιώνει ο κ. Χάσικος ως επιχειρηματίας. Και επειδή δεν υπήρχε ούτε και για αυτό τεκμήριο, η όλη υπόθεση πέρασε στη δαιμονοποίηση.

Ο Φιλελεύθερος λ.χ. την επομένη είχε ένα μικρό μεν, αλλά πρωτοσέλιδο τίτλο, ότι οι αποκαλύψεις είχαν στόχο να «σκεπάσουν το σκάνδαλο της ΣΥΤΑ». Το κείμενο δεν το υπέγραφε ο κ. Θεοχαρίδης, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στις επιλεκτικές διαρροές για την κατασκευή κλίματος και θεαμάτων για την εξυπηρέτηση του κ.Χάσικου και όσων θέλουν να ιδιωτικοποιήσουν τη ΣΥΤΑ. Αυτή τη φορά, το θέμα αφέθηκε στον κ. Χατζηβασίλη που έχει τη δική του ιστορία στις συγκαλύψεις με πρόσφατη την ιστορία με τον κύπριο επιχειρηματία, που δεν ήθελε να κάνει DNA τεστ για την υπόθεση του παιδιού της κοπέλας από τη Ρουμανία που πέθανε στο διαμέρισμα  με τα σκουπίδια. Ο κ. Χατζηβασίλης φαίνεται να πρόσκειται στο κ.Ιωνά – οπότε μάλλον και από εκεί υπήρχε ενόχληση για τις αποκαλύψεις. Πάντως, αν ήταν άλλο θέμα, τέτοια τεκμήρια και ο κ. Θεοχαρίδης και ο κ.Χατζηβασίλης θα τα πρόβαλαν σαν «αλήθειες», που απαιτούν παραιτήσεις και άλλα ανάλογα κλπ. Όπως έγινε λ.χ. με το θέμα της κινεζικής επένδυσης.






[1] Χαραυγή, 6/2/2014.  Αναφορά στις συνομιλίες των δικηγόρων του κ. Λίλλη.
[2] Πολίτης, 5/2/2014
[3] Πολίτης, 5/2/2014, σελ. 5. «Έτσι «έδωσε» τον Κιττή ο Νίκος Λίλλης»
[4] Πολίτης 5.2.2014, σελ. 5. «Μου είπε ο Ιωνάς..»
[5] Πολίτης, 6/2/2014. σελ. 5. «Θα ζητήσω άρση ασυλίας Μαππουρίδη.’
[6] Πολίτης, 5/2/2014. σελ. 4. «Θα τον κάμω αλέ ππερέ τον Ρίκκο αν..»
[7] Πολίτης, 5/2/1\2014, σελ. 5. «Ετηλεφωνούσαν ούλλη μέρα που το ΑΚΕΛ..»
[8] ο.π

1 σχόλιο:

  1. Πολύ ενδιαφέρον τα όσα γραφετε. Το πιο περίεργο όμως της υπόθεσης, είναι πως και από ποιούς διέρρευσαν οι συνομιλίες, κάτι το οποίο είναι παράνομο, όπότε για να το πράξει κανείς πρέπει να είναι σίγουρος ότι επικείμενη έρευνα δεν θα γυρίσει πάνω του..

    ΑπάντησηΔιαγραφή