21 Φεβ 2014

Η προσπάθεια ιδιωτικοποιήσεων των ημικρατικών: back to 1999 - ένα νέο σκάνδαλο όπως του χρηματιστηρίου


Οι αντιδράσεις των εργαζόμενων, αλλά και η σαφής απροθυμία της κοινωνίας να δεχθεί τις ιδιωτικοποιήσεις, δημιούργησαν ένα επιπρόσθετο κλίμα αβεβαιότητας για την κυβέρνηση – πέρα από τις κινήσεις αποχώρησης του ΔΗΚΟ. Το πρόβλημα της κυβέρνησης ήταν ότι από τη μια είχε εξαντλήσει, πια, κάθε λογικό περιθώριο να φορτώνει στους προηγούμενους τις αποφάσεις της – αλλά και το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο θέμα, ήταν η δική της ιδεολογία που οδηγούσε στις αποφάσεις.

Την Τρίτη στο Φιλελεύθερο υπήρχαν μια σειρά από κείμενα που εστίαζαν ακριβώς σε αυτό. Η πιο ενδιαφέρουσα παραπομπή ήταν του Α. Μιχαηλίδη, διευθυντή σύνταξης, και όχι ιδιαίτερα αντίπαλου των ιδιωτικοποιήσεων. Ξεκίνησε με μια αναφορά στην προσπάθεια του κ. Κιττή να συλλεξεί το ποσό των 1.4 δις από τους ημικρατικούς. Ήταν ίσως η πρώτη φορά μετά από καιρό που το όνομα του κ. Κιττή δεν αναφερόταν αρνητικά σε σχέση με το θέαμα της Δρομολαξιάς. Το ότι το συγκεκριμένο θέμα επανήλθε, δεν είναι τυχαίο. Δείχνει πως σιγά σιγά η κοινωνία αρχίζει να αντιμετωπίζει το όλο θέμα στις υπαρκτές του διαστάσεις – και σε αυτές τις διαστάσεις, αργά ή γρηγορα, ο κ. Κιττής θα εμφανιστεί ως θύμα της προσπάθειας να υπερασπιστεί τους ημικρατικούς. Γιατί ο κ. Κιττής δεν είναι κάποιος άγνωστος στο χώρο της δεξιάς. Αντίθετα, συνεργάστηκε μαζί της το 1998, όταν έγιναν οι πιο παράξενες εκλογές που είχαμε και όταν στήθηκε στο σκηνικό της απάτης με τους S300 και ακολούθως με το χρηματιστήριο. Η επίθεση εναντίον του, γιατί αυτός ήταν ένας ξεκάθαρος στόχος του κ. Ρίκκου όπως τεκμηριώθηκε από τις ηχογραφημένες συνομιλίες των δικηγορών του κ. Λίλλη μαζί του, είχε να κάνει σε ένα μεγάλο βαθμό με τη δαιμονοποίηση της  ΣΥΤΑ – για να πουληθεί. Η αντιμετώπιση του συνδικαλιστή του ΔΗΚΟ, Α. Τρυφωνίδη, είναι επισης χαρακτηριστικη. Όλο το καλοκαίρι ήταν η πιο έμπιστη πηγή για τα ΜΜΕ που πρόσκεινται στην κυβέρνηση γιατί κατηγορούσε τον κ. Κιττή. Τώρα όμως που η ανάγκη το έφερε να υπερασπιστεί τους συναδέλφους του, αντιμετωπίστηκε λίγο πολύ σαν τραμπούκος. Δεν είναι χρήσιμος πια.

Το παιχνίδι, όπως και σε όλες τις ιδιωτικοποιήσεις, είναι χοντρό, ακριβώς γιατί είναι πολλοί που περιμένουν να πάρουν over under the table χρήματα. Είναι για αυτό που είναι καλό να δούμε το προηγουμενο σκάνδαλο μεγάλης κλοπής που στήθηκε μέσω των ΜΜΕ και πάλι. Τότε, μπορεί να μην ήταν δαιμονοποίηση, αλλά θεαματική εξαπάτηση με υποσχέσεις, αλλά ο ρόλος των ΜΜΕ ήταν ο ίδιος. Και η κομπίνα που προσπαθούν να στήσουν μερικοί σήμερα, ανάλογη.


Η κατασκευή της φούσκας του ΧΑΚ


Το 1999, είχαν περάσει μόλις 3 χρόνια από τη δημιουργία του ΧΑΚ, αλλά η κυπριακή κοινωνία είχε ήδη μπει στη χρηματιστηριακή εποχή με την επέκταση των τραπεζών της. Και η πρώτη οργανωμένη μεταφορά πλούτου από την πλειοψηφία στους λίγους, έγινε μέσω του ΧΑΚ. Η μαζική είσοδος των νοικοκυριών από τα μεσαία και τα λαϊκά στρώματα κατασκευάστηκε από τα ΜΜΕ και ήταν αστρονομική – από ένα ποσοστό 7% που είχαν μετοχές στο ΧΑΚ πριν το 1999, ένα χρόνο μετά, το ποσοστό εκτινάχθηκε στο 33% και ακολούθως έφτασε στο 43%. Αυτό ήταν ένα από τα ψηλότερα ποσοστά στον κόσμο. Αλλά οι περισσότεροι κρατούσαν πια απλώς χαρτιά – τα μεγάλα κέρδη πήγαν σε αυτούς που έστησαν το κόλπο και το θέαμα. Η «κεφαλαιοποίηση της αγοράς» από 1.6 δις το 1996 εκτοξεύθηκε το 1999 σε 25,3 δις και μετά την κατάρρευση το 2001 -και ενώ συνέχιζε να πέφτει το ΧΑΚ- έπεσε στα 9.6 δις. Κάπου στην διαδικασία «χάθηκαν» σχεδόν 16 δις. Με ειρωνικό τρόπο, τόσα ήταν περίπου -17 δις- και το δάνειο, το οποίο διαπραγματευόταν η Κυπριακή Δημοκρατία, 13 χρόνια μετά, όταν οι τράπεζες οδήγησαν τη χώρα στο μνημόνιο. Οι βασικοί κερδισμένοι ήταν «τα πιο ψηλά εισοδηματικά στρώματα».[1] 

Στο τότε κλίμα, η κατασκευή της φούσκας δεν ήταν τυχαία – όπως φαίνεται και από την καταγραφή των γεγονότων στην ερευνά για το ΧΑΚ, υπήρχε μια συνέχεια γεγονότων που οδηγούσαν στην κατασκευή με κεντρικούς άξονες την τότε κυβέρνηση και τις τράπεζες: η πρώτη κίνηση ήταν η ακύρωση της παραλαβής των S300 στο τέλος του 1998 - εκείνη ήταν η προηγούμενη πολιτική φούσκα με μίζες που οικοδομήθηκε για την επανεκλογή Κληρίδη- η οποία παρουσιάστηκε ως αρχή «ομαλοποίησης». Αμέσως μετά, οι τράπεζες άρχισαν ένα καταιγισμό ανακοινώσεων για να ενισχύσουν το κλίμα – στην έκθεση αναφέρονται 5 σχετικές κινήσεις των τραπεζών. Ταυτόχρονα, τα ΜΜΕ ενθάρρυναν και διόγκωναν τις πληροφορίες για τα κέρδη, τα splits και τις ιδιωτικές τοποθετήσεις – και λογόκριναν ή «αντιμετώπιζαν εχθρικά» κάθε κριτική προσέγγιση. Και τον Αύγουστο είχαμε το αποκορύφωμα του θεάματος με την ανακοίνωση της διάθεσης μετοχών από τη Λούης που οδήγησε σε ένα ντελίριο – είναι σε εκείνο το πλαίσιο που ο νυν -πρόσφατα διορισμένος - σύμβουλος στην Κεντρική, ο κ. Κοιλιάρης,  είχε βρεθεί στο κέντρο της προσοχής, καθώς φαινόταν να κερδοσκοπεί με τις μετοχές της εταιρείας στην οποία εργαζόταν. Ήταν, όμως, ένα ευρύτερο κόλπο προσέλκυσης "θυμάτων" για να παραδώσουν τις καταθέσεις τους. Οι τράπεζες, αφού έφτιαξαν το θέαμα, και μετά ρύθμιζαν και τις τιμές, έδιναν δάνεια χωρίς πολλούς έλεγχους. Η κομπίνα είχε στηθεί. Όταν μερικοί εξέφραζαν ανησυχίες οι αρμόδιοι -όπως λ.χ. της Λαϊκής τράπεζας στις 21/5/1999- διαβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Οι εφημερίδες κυβερνητικών βουλευτών έκαναν πλάτη στη φούσκα. Βουλευτές και αξιωματούχοι που πρόσκειντο στο κυβερνών κόμμα δημιουργούσαν εταιρείες για να βγάλουν κέρδη – και φυσικά όσοι ήταν στο κόλπο βγήκαν εγκαίρως με τα κέρδη. Κάπως έτσι απέσπασαν ένα τεράστιο ποσό από το κοινό. Η κεντρική γραμμή ήταν και τότε, όπως και σήμερα, να μην τίθεται το ερώτημα «ποιός θα κερδίσει από όλα αυτά». Με το ίδιο ύφος που λένε μερικοί σήμερα ότι θα ευνοηθούν όλοι από την ιδιωτικοποίηση, έλεγαν τότε ότι όσοι μπουν στο χρηματιστήριο θα κερδίσουν. Και σήμερα, κάνουν ότι ξεχνούν ότι κάποιοι θα πάρουν τα εκατομμύρια που βγάζουν κέρδος οι ημικρατικοί. Και τότε κάποιοι έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν τί σήμαινε όταν αξιωματούχοι εταιρειών πουλούσαν τις μετοχές τους.

Ποιοί θέλουν να τα οικονομήσουν από το δημόσιο πλούτο σήμερα



Η σημερινή συζήτηση  για τις ιδιωτικοποιήσεις έχει κάτι το αντίστοιχο. Οι κερδοφόροι οργανισμοί αποδίδουν στην πολιτεία άνω των 100 εκατομμυρίων το χρόνο. Η επίμονη για ιδιωτικοποίηση είναι, βέβαια, στόχος της τρόικα, αλλά είναι και κάτι που η νυν κυβέρνηση, παρά τις υποσχέσεις και τα προεκλογικά ψέματα, είχε τα είχε ως στόχο από τη δεκαετία του 1990. Τότε, κατάφερε να προωθήσει το θέαμα και τη μεταφορά πλούτου μέσω ΧΑΚ -διότι είχαν ενεργό συμμετοχή τότε άτομα από το κυβερνών κόμμα- ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις συναντούσαν από τότε έντονη αντίσταση από την πλειοψηφία. Ο στόχος δεν ήταν και δεν είναι μόνο ιδεολογικός – έστω και αν υπάρχει και το στοιχείο της έμμονης σε μια αντίληψη. Είναι και βαθύτατα οικονομικό, αλλά και πολιτικό. Αν πουληθεί ο έλεγχος των λιμανιών, η παροχή  ηλεκτρισμού και το βασικό κρατικό δίκτυο τηλεπικοινωνιών, ουσιαστικά, η χώρα γίνεται ντε φάκτο εξαρτώμενη πολιτικά. Το ότι η επόμενη κίνηση θα είναι για το φυσικό αέριο, δεν θα πρέπει να θεωρείται εκτός πραγματικότητας. Απλώς τώρα δεν είναι εφικτή. Οικονομικά, όπως και στην περίπτωση του χρηματιστηρίου, αυτή η μεταφορά δημόσιου πλούτου στον ιδιωτικό τομέα θα σημαίνει ότι θα μειωθεί το εισόδημα της πλειοψηφίας, αφού τα κέρδη θα πηγαίνουν πια σε ιδιώτες και είτε θα αναγκαστεί το κράτος να αυξήσει τις φορολογίες για να καλύπτει τις ανάγκες του, είτε θα περικόψει υπηρεσίες.
Ενδιαφερον, βέβαια, έχει και το διεθνές κεφάλαιο. Αλλά σίγουρα πίσω από την τοπική προσπάθεια βρίσκεται το τοπικό κεφαλαίο. Σε μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση ο Α. Μιχαηλίδης την Τρίτη, 18/2 ρώτησε γιατί βρίσκονταν στη βουλή η ΟΕΒ και το ΚΕΒΕ για την ιδιωτικοποίηση των οργανισμών. Διότι ακριβώς είναι οι γύπες που θέλουν να πάρουν από το δημόσιο πλούτο. Και θα βγάλουν κέρδη με δυο τρόπους: από τη μια θα μειώσουν τη δύναμη ενός αντίπαλου. Ήδη, είναι σαφές ότι τόσο ο διορισμένος επικεφαλής της ΣΥΤΑ, ο κ. Πατσαλίδης που συμπεριφέρεται πια ως τοπικός εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος, όσο και ο υπουργός εσωτερικών, θέλουν να κτύπησαν την Cytavision, η οποία λειτουργά ανταγωνιστικά με τους καναλάρχες της Βέλιστερ. Οπότε διαρρέουν ποσά και ιστορίες σε δημοσιογράφους του κυκλώματός τους για να καλλιεργούν υστερία. Αν προσέξει κάποιος τον αθλητικό τύπο, θα δει ότι η Λουμιέρ λ.χ. που μονοπωλούσε το τοπικό ποδόσφαιρο και έκανε τρελά κέρδη -χωρίς να ενοχλείται κανένας- τώρα έχει προβλήματα. Οπότε, μάλλον έχει πρόσβαση σε κυβερνητικούς για να κτυπηθει ο αντίπαλος. Ένας άλλος τομέας είναι, βέβαια, η τηλεφωνία, όπου η μείωση της ΣΥΤΑ, θα βοηθησει αντίπαλους. Από εκεί και πέρα ό,τι μείνει θα δοθεί ενδεχομένως σε φίλους ή εταιρείες που θα πληρώσουν πιθανώς γερές μίζες στους δημοσιογράφους και τους πολιτικούς που κανουν την όλη διαδικασία. Όπως έγινε σε πολλές άλλες χώρες. Οι μίζες θα πληρωθούν, βέβαια, σε λογαριασμούς στο εξωτερικό και τα χρήματα θα εμφανιστούν στην Κύπρο με τη μορφή των μετρητών, αρχικά. Το πώς θα γίνει το σενάριο, θα το μάθουμε, αν τελικά προχωρήσει η διαδικασία και όταν, τελικά, μια νέα κυβέρνηση διερεύνησε το τί γίνεται τώρα ποσώς από τις πλάτες του κοινού.

Τα θεάματα των ΜΜΕ

Τα ΜΜΕ ήταν και στο χρηματιστήριο και τώρα ο μηχανισμός, ο οποίος κατασκεύασε τη φούσκα το 1999 και προσπάθησε να δαιμονοποιήσει του ημικρατικούς για να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για ένα κόλπο, ανάλογο με το χρηματιστήριο – ενώ το κοινό θα έχανε χρήματα, να νιώθει ότι κέρδιζε.


Η προσπάθεια ξεπουλήματος των ημικρατικών οργανισμών είναι ανάλογη. Όπως τότε λογόκριναν  την ερώτηση – καλά πώς γίνεται να βγάζουν όλοι λεφτά, κάποια κομπίνα θα υπάρχει, έτσι και τώρα λογοκρίνετα η ουσιαστική ερώτηση: γιατί να ιδιωτικοποιηθούν οργανισμοί που βγάζουν δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, εκατομύρια  κέρδος; Σε ποιούς θα πάνε αυτά τα κέρδη; Είναι η ίδια απαγορευμένη ερώτηση, όπως το 1999 – ποιοί θα έχουν κέρδος με αυτή την ιστορία;

Τα ΜΜΕ έχουν σαφή ρόλο στο όλο σκηνικό. Στο Φιλελεύθερο ο Π. Θεοχαρίδης, πρωτοστάτησε στην κατασκευή θεαμάτων ενάντια στη ΣΥΤΑ. Μέχρι και ψευδείς πληροφορίες πιάστηκε να δημοσιεύει. Η εφημερίδα του κ. Χάσικου έπαιξε, επίσης, ένα έντονο παιχνίδι. Ο Πολίτης, αν και έχει μια γνωστή νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, κράτησε κάπως αποστάσεις από τις προσπάθειες του κ. Χάσικου για θεάματα. Αλλά όταν το θέμα έφτασε στη βουλή, έδωσε τα ρέστα του σε ένα αντί-εργατικό ντελίριο. Όταν έγινε η πρώτη απεργία των ημικρατικών, είχε παραπομπή στο Μαρί στον πρωτοσέλιδο τίτλο για να συνδέσει την εργατική κινητοποίηση με ένα είδος χάους, αλλά και τραγωδίας. Η παραπομπή δεν ήταν τυχαία. Τη Δευτέρα, και ενώ οι εργαζόμενοι της CYTA, οι οποίοι θα έκαναν στάση εργασίας, είχαν εκδώσει ήδη ανακοίνωση επεξήγησης της στάσης τους, ο Πολίτης και πάλι επέλεξε σκόπιμα την παραπλάνηση: η δημοσιογράφος του, μίλησε με τον κ.Τρυφωνίδη, ένα από τους συντεχνιακούς, απομόνωσε μια διατύπωση, η οποία εμφανώς είχε να κάμει με μια προσπάθεια να τονιστεί ο δυναμισμός της εκδήλωσης -θα βάλουμε μπουρλότο- παρά είχε οποιαδήποτε ρεαλιστική παραπομπή -δεν υπάρχουν "μπουρλότα" σήμερα"- την άλλαξε για να ταιριάζει στην αφήγηση που είχε ξεκινήσει να κατασκευάζει με την παραπομπή στο Μαρί, και είχε τίτλο «θα τα κάψουμε όλα». Ήταν σκόπιμη και συνειδητή δημοσιογραφική παραπλάνηση. Και αποκαλυπτική. Ο κύριος πρωτοσέλιδος τίτλος, αναφερόταν στην ανάγκη του υπουργού να υποχωρήσει, αλλά με ένα τόνο που προσπαθούσε να το δικαιολογήσει ότι το έκανε μόνο επιφανειακά. Ακόμα και μια κομματική εφημερίδα θα ήταν πιο ήπια στην υπεράσπιση του υπουργού – ο οποίος έτσι και αλλιώς προσπαθούσε να εξασφαλίσει δικαιώματα αυταρχικής διαχείρισης δημόσιου πλούτου με διατάγματα, ενώ δεν είχε ακόμα λύσει το συνταγματικό πρόβλημα της ιδιοκτησίας των ημικρατικών. Αλλά για την εφημερίδα, ο στόχος ήταν να δαιμονοποιηθεί η αντίσταση των εργαζομένων -και οι ειρωνείες για τα προεκλογικά ψέματα- να λογοκριθεί ότι ο δημόσιος πλούτος θα δινόταν σε ιδιώτες, και να εμφανιστεί ο φορέας αυτής της διαδικασίας ότι ήταν και ..συνεπής.

Και ακολούθως, συμπληρωματικά, ο κ. Α. Χατζηκυριάκος, δημοσιογράφος που εργάστηκε για τον ΔΗΣΥ, αλλά και για το ρώσο μεγιστάνα (από το ξεπούλημα - κλοπή του ρωσικού δημόσιου πλούτου) Ριμπόλοβλεφ, βγήκε να συμπληρώσει τον Πολίτη – σχολιάζοντας την πρωτοσέλιδη παραποίηση. Δεν μπορούσε να δει ο κ.Χατζηκύριακος ότι ήταν αλλαγμένες οι λέξεις και ότι η προβολή της παραποίησης, είχε ως στόχο τη λογοκρισία της ανακοίνωσης των εργαζόμενων, που θάφτηκε στο κάτω μέρος της σελίδας 3; Φυσικά μπορούσε – αλλά ήταν και ο ίδιος μέρος μιας αλυσίδας δαιμονοποίησης, η οποία λειτουργεί επαγγελματικά – είναι δηλαδή η δουλειά της. Ιδού το τεκμήριο τους δημοσιογράφου του Ριμπολόβλεφ:

 « ΘΑ ΤΑ ΚΑΨΕΙ ΟΛΑ Ο ΜΑΓΚΑΣ
Ο Αλέκος Τρυφωνίδης, Γ.Γ. της ΠΑΣΕ-ΑΤΗΚ (και παsh κομματικός παράγος, στη ζωή του έχει δουλέψει μόνο στο ΡΙΚ, στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και στην Cyta) μας απειλεί σήμερα στον Πολίτη ότι, εάν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα του στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων "είμαστε αποφασισμένοι να τα κάψουμε όλα". Ο εργατοπατέρας της μπακίρας που ζει μια ζωή από τα κρατικά ταμεία έκαμε γλώσσα. Οι φίλοι μου της CYTA να είναι περήφανοι για το επίπεδο τους και ας είναι καλά οι ιδιωτικοποιήσεις που θα μας γλυτώσουν από τον κάθε Τρυφώνιδη τούτου του τόπου. Κι αυτό μόνο να είναι το όφελος των ιδιωτικοποιήσεων, θα είναι τεράστιο.» - See more at: http://www.tothemaonline.com/oikonomia/gnwstos-dhmosiografos-ta-xwnei-ston-tryfwnidi#sthash.UOyawedS.NAjKNgAB.dpuf

Σε αυτό το υστερικό κλίμα, φυσικά, δεν μπορούσε να απουσιάσει ο αρχιεπίσκοπος, ο άνθρωπος που πούλησε μέχρι και το νερό του αγιάσματος του Άγιου Νεόφυτου, και μερίδα των δημοσιογράφων του Φιλελεύθερου. Ο Π. Θεοχαρίδης είχε αναλάβει, σχεδόν επαγγελματικά, τη διοχέτευση ό,ποιων πληροφοριών του δίνονταν, χωρίς καν να ελέγχει αν έχουν τουλάχιστον σχέση με την πραγματικότητα. Μάλιστα, στην τελευταία εκδοχή δημοσίευσε και λάθος πληροφορίες -και για το ποσό και για την εταιρεία που πούλησε εξοπλισμό στη ΣΥΤΑ- τις οποίες, τελικά, διέψευσε ο ημικρατικός οργανισμός - και ο Θεοχαρίδης απλώς δημοσίευσε την ανακοίνωση. Και φυσικά την είχε στη σελίδα 17. Ο στόχος ήταν να κατασκευαστεί η αποσπασματική άποψη ότι στη ΣΥΤΑ υπάρχουν σκάνδαλα. Και ως έκφραση αυτών των θυμάτων του ψέματος που πίστεψε τον εαυτό του, είχαμε και φαιδρά σχόλια στο Φιλελεύθερο, που μιλούσαν για σκάνδαλα, αλλά δεν μπορούσαν να αρθρώσουν το λογικό ερώτημα – γιατί να δοθούν 80 εκατομμύρια κέρδη σε ιδιώτες. Το σκηνικό είχε γίνει τόσο φαιδρό, που σε κάποια φάση άλλοι δημοσιογράφοι στο Φιλελεύθερο άρχισαν να ειρωνεύονται την κατασκευή της υστερίας – όπως λ.χ. η Χ. Χατζημητρίου, όταν έγινε η προσπάθεια να γίνει θέμα, ακόμα και με τους καφέδες που αγόραζαν στην ΣΥΤΑ.

Και φυσικά, κανένας δεν τόλμησε να διερευνήσει ποιός δημοσιογράφος εμπλέκονταν μαζί με τον κ. Ιωάννου -ο οποίος αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη ΡΑΕΚ- στην προσπάθεια δημιουργίας εταιρείας παροχής ηλεκτρισμού – κατασκευάζοντας εννοείται και ανάλογα δημοσιεύματα. Διότι στην περίπτωση της ΑΗΚ, το σκάνδαλο είναι ακόμα μεγαλύτερο – κάποιοι εμποδιζουν τον οργανισμό να κάνει εισαγωγή φτηνών καυσίμων, από το την δεκαετία του 1990. Και η τελευταία προσπάθεια -που πέτυχε πάλι- έγινε μέσω των ΜΜΕ αρχές του 2011. Οι ίδιοι δημοσιογράφοι που ναυαγήσαν εκείνη τη συμφωνία για εισαγωγή φυσικού αερίου, φώναζαν μετά, γιατί είναι ακριβό το ρεύμα. Και περιμένουν, προφανώς, να δοθεί η ΑΗΚ δώρο στους «φίλους» τους -όπως είπε επίσης ο Τρυφωνιδης στον Πολίτη, αλλά η δημοσιογραφία κατά παραγγελία το λογόκρινε και το άφησε χαμένο στις μικρές γραμμές.






[1] Πηγές: Δημητρίου-Αργυρίδου Χριστιάνα, Κανάρης Έκτορας. 2012. Το χρηματοοικονομικό σύστημα στην Κύπρου. Και «Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής για το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου