24 Ιαν 2014

Το είδος της κρίσης: όταν ακόμα και ο Economist τα βλέπει σκούρα, οι οικονομολόγοι αρχίζουν να συζητούν τα απαγορευμένα – ρευστότητα με πληθωρισμό, περιορισμό στη ροή κεφαλαίων, και εθελοντική έξοδο από το ευρώ



Σύμφωνα με ένα δημοσίευμα στο Economist στην πρόσφατη συνοδό των αμερικανών οικονομολόγων στη Φιλαδέλφεια, το κλίμα δεν ήταν τόσο αισιόδοξο, όσο άφηναν να διαρρεύσει από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ διάφοροι. Ναι μεν, οι μη-δυτικές χώρες που κράτησαν την ανάπτυξη τα τελευταία 6 χρόνια, δεν βυθίστηκαν σε ύφεση, όπως φοβόντουσαν πολλοί – η ανάπτυξη στην Κίνα φαίνεται να σταθεροποιείται στο 7.5% ως ενδεικτικό σημείο – αλλά η αβεβαιότητα για άλλες χώρες, όπως η Τουρκία αυξήθηκε. Οι ΗΠΑ φαίνονται να σταθεροποιούνται μετά από την περιθωριοποίηση των ακραίων νεοφιλελεύθερων του «κόμματος του τσαγιού» ανάμεσα στους ρεπουμπλικάνους. Αλλά, όλοι αναμένουν να δουν τί θα γίνει όταν σταματήσει η πριμοδότηση των χρηματιστηρίων με «ποσοτική χαλάρωση». Οι αναφορές ότι, ουσιαστικά, η οικονομία βαδίζει από τη μια φούσκα στην επόμενη, είναι εκεί. Στην Ευρώπη, ο νότος φαίνεται να βρίσκεται σε βαθιά οικονομική «μιζέρια» για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Economist – παρά τα συμπτώματα σταθεροποίησης και κάποια ενθαρρυντικά δείγματα, η απώλεια εισοδήματος, η χρόνια ανεργία και η αποδόμηση των κοινωνιών είναι ένα επικίνδυνο κοκτέιλ. Ως δείγμα μπορεί να αναφέρει κανείς την Ελλάδα και την Ισπανία – στην Ελλάδα παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να ελέγξει την πληροφόρηση και να λανσάρει ένα είδος success story, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να αποκτά δυναμική πρώτης θέσης, ενώ στην Ισπανία, παρά την έστω και μικρή ανάπτυξη που δείχνει υποχώρηση της ύφεσης, οι σοσιαλιστές που είχαν χάσει την εξουσία το 2011, είναι ήδη μπροστά στις δημοσκοπήσεις – ενώ ανεβασμένη είναι και η περιφερειακή αριστερά και τα αποσχιστηκά κινήματα.

Και όλοι κοιτάζουν αμήχανα προς την Ιταλία και τη Γαλλία. Το ότι ο Ντράγκι και η ΕΚΤ εμφανίζονται, αυτή τη στιγμή, ως σωτήρες λόγω της ρευστότητας του παρέχουν, είναι ενδεικτικό. Αλλά υπάρχουν και οι φόβοι για το τί θα αποκαλύψουν οι έρευνες για τις τράπεζες.


Μια κρίση από τα παλιά, που δεν θα φύγει εύκολα: Όταν ο Economist συμφωνεί με τους μαρξιστές;

Οι μαρξιστές οικονομολόγοι και αναλυτές, όπως ο Βάλλερστάϊν, επιμένουν ότι η κρίση δεν είναι παροδική, και ότι αντίθετα η ανάκαμψη είναι παροδική. Τα δομικά στοιχεία είτε μιας κρίσης υπερσυσσωρευσης, είτε μια κρίσης ορίων επέκτασης του κεφαλαίου, είτε η πραγματικότητα της μετατόπισης σε ένα μετά-δυτικό ηγεμονικό πλαίσιο, φαίνονται να είναι βασικά στοιχεία του ευρύτερου περιβάλλοντος. Όμως και οι πιο συμβατικοί οικονομολόγοι, οι οποίοι μαζεύτηκαν στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, δεν ήταν αισιόδοξοι – οι παλιές φόρμουλες κάπου δεν φαίνονται πια να παράγουν την παλιά αυτοπεποίθηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το είδος της κρίσης φαίνεται να πηγαίνει πιο βαθιά από τις επικοινωνιακές ανάγκες των κυβερνήσεων. Σύμφωνα με τον Economist η κυρίαρχη άποψη στη σύνοδο της Φιλαδέλφειας ήταν ότι η κρίση των «τοξικών προϊόντων» μπορεί να έχει τελειώσει, αλλά η κληρονομιά της με την μορφή του δημόσιου χρέους και της ανεργίας παραμένει. Το πιο ειρωνικό στην Ευρώπη είναι ότι μετά από τόση λιτότητα λ.χ. στην Ιρλανδία και αλλού, το Δημόσιο χρέος είναι μεγαλύτερο από την αρχή της κρίσης. Και η ανεργία δεν φαίνεται επίσης να έχει προοπτικές μακροπρόθεσμης μείωσης. Στο τεύχος του Economist για τις νέες τεχνολογίες, αυτόν το μήνα[1] η εικόνα για τις απολαβές των μισθωτών και την ανεργία δεν είναι καθόλου αισιόδοξη – το περιοδικό παραδέχεται το γνωστό πια δεδομένο, ότι τις τελευταίες δεκαετίες οι μισθοί -όταν μετρηθούν σε σχέση με το κόστος ζωής- είναι είτε ίδιοι ή μειώνονται. Και μακροπρόθεσμα για πρώτη φορά εμφανίζεται και η πιθανότητα οι νέες τεχνολογίες να μην δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Και έτσι, οι «ιδιοκτήτες του κεφαλαίου» αυξάνουν τα κέρδη τους και το μερίδιο τους από το παγκόσμιο εισόδημα. Αν έκανε την ανάλυση ένας μαρξιστής αναλυτής, δεν θα ήταν διαφορετική – θα ήταν ίσως διαφορετική η εκτίμηση για το μακροχρόνιο αποτέλεσμα αυτής της αυξανόμενης πόλωσης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, αλλά και στη χρήση της τεχνολογίας του αυτοματισμού, για τη αύξηση του ποσοστού κέρδους. Αν δηλαδή είναι πια βιώσιμο το σύστημα το ίδιο με τέτοιες τάσεις.

Για να επανέλθουμε στα δεδομένα της παρούσας συγκυρίας, το περιοδικό σκιαγραφεί μια εικόνα για την νότια Ευρώπη που έχει σαφώς ιστορική αύρα:
«Η επίμονη οικονομική αδυναμία έχει μετατρέψει τα προβλήματα της ευρωπαϊκής περιφέρειας σε ένα από τα πιο θλιβερά επεισόδια της μοντέρνας οικονομικής ιστορίας.»


Και παράδοξες εισηγήσεις από καθώς πρέπει κυρίους – οι δύσκολες εποχές παράγουν δύσκολες σκέψεις…
Το κείμενο του Economist εστιάζει στην εργασία των Reinhart και Rogoff, οι οποίοι έκαναν μια συγκριτική μελέτη 100 οικονομικών κρίσεων, κατά τα τελευταία 200 χρόνια – με έμφαση στη διαδικασία ανάκαμψης. Για να εκτιμήσουν το δείκτη της σοβαρότητας της κρίσης [severity index] συσχέτισαν το βάθος μιας υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας και το χρόνο ανάκαμψης με βάση την παραγωγή ανά άτομο [output per person]. Σύμφωνα με την ανάλυση, η κρίση στην Ευρώπη ήταν από τις χειρότερες, ενώ συγκριτικά στις ΗΠΑ ήταν πιο ήπια. Σε γενικές γραμμές, θεωρούν ότι το μέγεθος της κρίσης θυμίζει τις κρίσεις του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Λόγω του μεγέθους και του χρόνου της κρίσης, οι δυο οικονομολόγοι εισηγούνται «δραστικά μέτρα» ή όπως το θέτει το περιοδικό «σε εποχές απελπισίας χρειάζονται μέτρα απελπισίας». Και προφανώς, η «απελπισία» έχει τη διάσταση της παράβασης της νεοφιλελεύθερης ορθότητας – «η λιτότητα είναι μικρή αντίδραση μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος.... και μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα». Όπως φαίνεται και στον πίνακα, όπου εφαρμόστηκε σκληρή λιτότητα, ο χρόνος εξόδου είναι σαφώς πολύ μεγαλύτερος – και σε σύγκριση με το μέσο όρο αλλά και σε σύγκριση με την κρίση του 1929.

Μπλε χρώμα: % υποχώρησης του ΑΕΠ ανά άτομο
Σκούρο χρώμα: Αριθμός χρόνων για να ανακτηθεί το επίπεδο παραγωγής/output

Οι εισηγήσεις των  δυο οικονομολόγων περιλαμβάνουν διαγραφές χρεών, και συνδυασμό κάποιου πληθωρισμού -προφανώς για να καταπολεμηθεί και η ανεργία και για περιορισμό στη ροή κεφαλαίων για να μειωθεί το βάρος του χρέους. Προφανώς, ο έλεγχος στη ροή κεφαλαίων μπορεί να επανέλθει ευρύτερα.

Και δεν ήταν οι μόνοι, οι οποίοι εισηγήθηκαν αιρετικά μέτρα. Ένας οικονομολόγος στο  ΔΝΤ, εισηγήθηκε επίσης μια κάποια άνοδο του πληθωρισμού -της παροχής δηλαδή ρευστότητας- για να προμηθευτεί κάποιο είδος stimulus. Ένας γερμανός αναλυτής, ο Hans-Werner Sinn εισηγήθηκε ότι αφού οι γερμανοί δεν θα πρόκειται να δεχθούν μεγαλύτερο πληθωρισμό για να διευκολύνει ένα είδος ευρωπαϊκής εξισορρόπησης, τότε μερικές χώρες πρέπει να αποχωρήσουν, έστω και προσωρινά, από το ενιαίο νόμισμα. Τελικά, η κυπριακή εμπειρία μπορεί να μην είναι μοναδική – αλλά ενδεικτική.



[1] Τεύχος 18-24/1/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου