24 Ιαν 2014

Οι μετατοπίσεις στην Ανατολική Ευρώπη: Καθώς η Δύση παίζει και με το χαρτί της ακροδεξιάς στην Ουκρανία, η Ρωσία εμφανίζεται ευρύτερα ως εναλλακτικός πόλος



Οι άτυπες αντιπαραθέσεις των μεγάλων δυνάμεων είναι πια μέρος της καθημερινής διαδικασίας στις διεθνείς σχέσεις – και τα ΜΜΕ καταντούν πια φερέφωνα των κυβερνήσεων τους σε ένα παιχνίδι που γίνεται όλο και πιο χοντρό. Ενώ στη Γενεύη ξεκινούν οι συζητήσεις για την Μέση Ανατολή, τα δυτικά ΜΜΕ ανακάλυψαν ένα αστυνομικό με φωτογραφίες βασανιστηρίων – ένα ακόμα βολικά κατασκευασμένο θέαμα που θέλει να πιέσει την πλευρά της συριακής κυβέρνησης. Μόνο που το αθώο κοινό δεν είναι πια εδώ. Την ίδια περίοδο, αρχίζει να χοντραίνει το παιχνίδι στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι και οι χειμερινοί αγώνες και υπάρχει και η ανάλογη προσπάθεια θεαματικής αντιπαράθεσης. Γενικά, όμως, 20 χρόνια μετά από την έξωση της Ρωσίας από την περιοχή, η επιστροφή της, ως μεγάλη δύναμη πια, είναι γεγονός. Σε αυτό βοηθά φυσικά και η κρίση του «ευρωπαϊκού μοντέλου» της Ε.Ε., αλλά και το γεγονός ότι η Ρωσία έχει πια ένα προφίλ που προσφέρει ότι έκανε και η Ε.Ε. πριν – υπόσχεση στήριξης μπροστά σε πιέσεις. Έτσι, η Δύση αναγκάζεται να καταφύγει και πάλι στη στήριξη της ακροδεξιάς στην Ουκρανία, όπως έκανε και με τη στήριξη των ισλαμιστών στη Συρία.  Όμως, η δεξιά στην ανατολική Ευρώπη δεν είναι πια η ομοιογενής κατάσταση που ήταν πριν 20 χρόνια – οι Ούγγροι βγάζουν αντί-αμερικανικές ανακοινώσεις, ακολουθώντας τις σέρβικες πρακτικές πριν χρόνια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Αριστερά είναι επίσης διχασμένη – μια μερίδα της βαλκανικής αριστεράς, όπως και της ουκρανικής, κοιτάζει προς την Ρωσία ως αντίπαλο δέος. Μια άλλη μερίδα προσπαθεί να προσανατολιστεί προς ένα κεντροευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο. Και υπάρχει βέβαια και η νοσταλγία, η οποία δεν βρίσκει ακόμα εύκολο δρόμο έκφρασης – η δυσφορία μερικές φορές εξακολουθεί να χειραγωγείται από ολιγαρχίες με εποχιακά κόμματα «ενάντια στη διαφθορά». Οι μετακινήσεις, πάντως, είναι αισθητές – και τί θα βγει στην επιφάνεια ίσως να είναι το ίδιο απρόσμενο, όπως και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι αντιφάσεις ως έκφραση στρατηγικών αδιεξόδων: η «Χρυσή Αυγή» στην Ουκρανία είναι χρήσιμη για τη Δύση, άρα είναι «δημοκρατικός λαός»;

Η επανεμφάνιση των επεισοδίων στην Ουκρανία, έδωσε την ευκαιρία στα δυτικά ΜΜΕ να ξανα-εστιάσουν σε αυτό που τους ενόχλησε στο τέλος του 2013 – την απόφαση της Ουκρανίας να μην υπογράψει τη γενικώς θεωρημένη «κακή» - μη συμφέρουσα συμφωνία σύνδεσης που ήθελε να επιβάλει την Ε.Ε. Οι διαδηλώσεις φάνηκαν να υποχωρούν σε μέγεθος, παρά τις προσπάθειες να συντηρηθούν με θεάματα. Όταν η βουλή πέρασε νομοσχέδιο για τον περιορισμό των εκδηλώσεων, ξεκίνησε ένας νέος γύρος αντιπαραθέσεων, στον οποίο σύντομα το πάνω χέρι το ανέλαβε η ακροδεξιά. Οι αναφορές στα ουκρανικά ΜΜΕ -οι οποίες μεταφέρθηκαν στο περιθώριο των δυτικών ΜΜΕ- ήταν χαρακτηριστικές – αυτό που φάνηκε να δίνει ώθηση στην αντιπαράθεση ήταν το αδιέξοδο, στο οποίο έφτασαν οι διαδηλώσεις. Και από εκεί ανέλαβε η δυναμική πτέρυγα της ακροδεξιάς.


Η κατασκευή την ειδήσεων ήταν και πάλι χαρακτηριστική – στην ανατολική Ευρώπη οι αναφορές μιλούσαν για μερικές δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές. Τα δυτικά ΜΜΕ ανέβασαν τον αριθμό στις 100,000 που αν προσέξει κάποιος τη γενικότερη αριθμητική ήταν το χαμηλό σημείο από τους αριθμούς που έδιναν το Δεκέμβριο. Οι νέοι νόμοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυταρχικοί, αλλά ο τρόπος που η Δύση παρέβηκε ήταν κωμικός: τα νέα μέτρα ήταν ανάλογα των μέτρων τα οποία λαμβάνουν και οι δυτικές κυβερνήσεις - απαγόρευση κάλυψης προσώπου, επίθεσης στην αστυνομία, καταλήψεων δημόσιων χωρών κλπ. Αλλά επειδή η Ουκρανία βιώνεται ως εν δυνάμει χώρος επέκτασης, η Βρετανία και οι ΗΠΑ διαμαρτυρήθηκαν.


Οι χώρες που εφάρμοσαν τα ίδια μέτρα για να καταστείλουν τις καταλήψεις Occupy. Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο που δείχνει ότι η Δύση έχει ανάγκη από τις «εκδηλώσεις διαμαρτυρίας» και είναι διατεθειμένη να στηρίξει ότι υπάρχει – και στην Ουκρανία αρχίζει να διαφαίνεται ένα ανάλογο φαινόμενο με τη Συρία. Έτσι, ενώ σε όλες τις αραβικές χώρες, και αλλού, η Δύση ζητά από τοπικές κυβερνήσεις να εμποδίσουν τον αντισημιτισμό, στην Ουκρανία η Δύση, ουσιαστικά, στηρίζει τη βία της ακροδεξιάς, η οποία είναι ίσως η πιο κοντινή μορφή πολιτικής οργάνωσης που θυμίζει την ελληνική Χρυσή Αυγή. Και η πορεία του είναι ανάλογη – από σχετικά ασήμαντα ποσοστά έχει εκτοξευθεί στις τελευταίες εκλογές στο 10% και αποτελεί ουσιαστικά τον πρωταγωνιστή στις πρόσφατες κινητοποιήσεις και τις βίαιες αντιπαραθέσεις με παραπομπές σε συνεργάτες των ναζί κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Η ιστορική τους θέση έχει να κάνει με την ταύτιση με τον ουκρανικό εθνικισμό, ο οποίος συνεργάστηκε με τη γερμανική κατοχή το 1941, και συχνά έχει κατηγορηθεί ότι είναι απροκάλυπτα νέο-ναζιστικός. Ακόμα και τα σύμβολά τους. Για την γενική ιστορία του κόμματος και τις τάσεις για αντισημιτισμό έχουν υπάρξει ήδη κατηγορίες – αλλά φυσικά αυτά δεν έχουν τώρα θέση στα δυτικά ΜΜΕ, αφού η ακροδεξιά είναι χρήσιμη ως αντί-ρωσική κίνηση.
Ενώ στην Δύση μέχρι και μια συμβολική κίνηση στο ποδόσφαιρο τιμωρείται αυστηρά:

Γιατί η Δυση καταφεύγει σε αυτές τις συμμαχίες; Διότι αυτοί προσφέρονται. Αυτό που έγινε στην Ουκρανία τους περασμένους μήνες, ήταν ένα διπλό πρόβλημα για τη Δύση. Από τη μια, η απόφαση της ουκρανικής κυβέρνησης να μην υπογράψει την συμφωνία ήταν λογική, μέσα στο πλαίσια του γεγονότος ότι η χώρα βρίσκεται ήδη σε ύφεση και κινδυνεύει να μπει ακόμα πιο βαθιά, αν υιοθετηθούν σκληρά μέτρα λιτότητας. Οπότε αναζητούσε βοήθεια για να αποφύγει την ύφεση. Η Ε.Ε. δεν μπορούσε να την προσφέρει – το μόνο που μπορούσε να υποσχεθεί ήταν ότι θα μεσολαβούσε με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η απόρριψη ήταν, σε αυτό το πλαίσιο, μια λογική διαπραγματευτική κίνηση – αλλά και ένα είδος απομυθοποίησης για την Ευρώπη που είχε μάθει να θεωρείται ως επιθυμητός στόχος, για τον οποίο οι νότιοι και ανατολικοί ευρωπαίοι θα τα έδιναν όλα. Μαζί με την απομυθοποίηση ήρθε και η ρωσική προσφορά, η οποία ήταν σαφώς πολύ καλύτερη – με 15 δις δάνειο -και αγορά ομολόγων- και μείωση στην τιμή του φυσικού αερίου. Αυτό, όμως, τόνιζε όχι απλώς τη δυτική αδυναμία, αλλά και την εμφάνιση ενός ισχυρού ανατολικού γεωπολιτικού «παίκτη». Οπότε, η Δύση αντέδρασε με την πριμοδότηση των διαδηλωσεων στο Κίεβο. Με το ίδιο μένος που πολεμούσε τον Άσσαντ στην Συρία. Όμως, τα δεδομένα πια στην ανατολική Ευρώπη δεν είναι τα ίδια, όπως το 1989. Αν η Δύση προκαλεί την ένταση στην Ουκρανία, με στόχο την ταύτιση του αντί-κομμουνισμού και του αντιρωσικού αισθήματος, σε άλλες χώρες της περιοχής το 1989 είναι πια πολύ μακριά – και η Δύση είναι μια απειλή.


Η Ουγγρική περίπτωση: μια μερίδα της ανατολικοευρωπαϊκής δεξιάς αναζητά τη ρωσική στήριξη ως παράγοντα ισορροπίας

Όμως, το πρόβλημα για τη Δύση δεν είναι μόνο η Ουκρανία, όπου και η αριστερά αλλά και η φιλορωσικη μερίδα του πληθυσμού έχουν μια σαφή κριτική στάση απέναντι της. Την περασμένη βδομάδα η Ρωσία υπέγραψε συμφωνία με την Ουγγαρία για τη επέκταση του πυρηνικού της προγράμματος. Αυτή η συμφωνία αποκάλυπτε μια άλλη διάσταση των εξελίξεων – όπου η στάση του Ουκρανού προέδρου, αλλά και των Σέρβων εθνικιστών, και της αριστεράς του Μιλόσεβιτς την δεκαετία του 1990, γίνεται τώρα στρατηγική – η υιοθέτηση δηλαδή της συμμαχίας με την Μόσχα ως αντίβαρο στη Δύση. Ο δεξιός πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, κατάφερε μετά από την νεοφιλελεύθερη στροφή των σοσιαλιστών να κερδίσει πλειοψηφία δυο τρίτων στην βουλή και να αλλάξει μια σειρά από θεσμούς – και, όπως δικαιολογημένα τον κατηγορεί η αντιπολίτευση, να τους στελεχώσει με δικούς/δικές του διορισμένους/ες. Έχοντας, όμως, αυτήν τη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μπορούσε θεσμικά να κάνει αυτό που δεν μπορούσε να κάνει λ.χ. η κυπριακή αριστερή κυβέρνηση που δεν έλεγχε το κοινοβούλιο – να τα βάλει αποτελεσματικά με τις τράπεζες και να τις φορολογήσει για να πληρώσει/πληρώσουν το κόστος της κρίσης. Αυτές κινήσεις της ουγγρικής κυβέρνησης, οι οποίες είναι επενδυμένες και με ένα εθνικισμό, προκάλεσαν δυσφορία στη Δύση – που υποχρέωσε την ουγγρική κυβέρνηση να κάνει αλλαγές σε διάφορα νομοσχέδια.

Οπότε, η αντίδραση των πάλαι ποτέ φανατικών αντί-σοβιετικών Ούγγρων εθνικοφρόνων, ήταν να ανακαλύψουν και πάλι την ανατολή -όπως έκανε και η Ουκρανία- για να εξισορροπήσουν το σκηνικό. Και ήδη οι σχέσεις τους είναι δύσκολες και με τις ΗΠΑ, όπως φάνηκε σε μια πρόσφατη αψιμαχία βουλευτών με την αμερικανική πρεσβεία, αλλά και κατηγορίες ότι ανέχονται τον αντισημιτισμό- αλλά εδώ οι ΗΠΑ ενοχλούνται, ενώ λίγο πιο πέρα στην Ουκρανία δεν βλέπουν.[1]

Αυτή η κίνηση μέρους της δεξιάς μακριά από τη Δύση φάνηκε επίσης στη Βουλγαρία, όπου το ακροδεξιό κόμμα ΑΤΑΚΑ, παρά τον αντι-τουρκικό εθνικισμό του, στηρίζει μια κυβέρνηση συνασπισμού σοσιαλιστών και του κόμματος της τουρκικής μειονότητας. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νέας κυβέρνησης, σε σχέση με την προηγούμενη, είναι η σχετική αυτονομία της από τη Δύση. Ή και η ενθάρρυνση των σχέσεων με τη Ρωσία, όπως η προώθηση του νότιου αγωγού. Πρόσφατα, το ακροδεξιό κόμμα οργάνωσε και εκδήλωση ενάντια στην ύπαρξη μνημείου για αμερικανούς πιλότους, οι οποίοι σκοτώθηκαν κατά τους βομβαρδισμούς της Βουλγαρίας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Αριστερά, Δεξιά και οι ολιγαρχίες που πουλούν «κοινωνία των πολιτών» στα θύματα των ΜΜΕ
Στο ευρύτερο πλαίσιο της ανατολική Ευρώπης, πέρα από την γεωπολιτική, φαίνεται να υπάρχει ένας διπολισμός από την μια ανάμεσα σε αριστερά [τέως κομμουνιστές] και δεξιά -συνήθως φιλοδυτικούς αλλά με διαφοροποιήσεις όπως είδαμε πιο πάνω. Μια τάση, η οποία συνεχίζει να υπάρχει σε μερικές χώρες όπως η Λετονία, αλλά εμφανίστηκε πρόσφατα και στη Τσεχία είναι η εμφάνιση ολιγαρχών, οι οποίοι αφού αγοράσουν μερικά ΜΜΕ, μετά δημιουργούν κόμμα και εμφανίζονται σε ένας νέος Μπερλουσκόνι. Στη Λετονία λ.χ. η παραίτηση του πρωθυπουργού οδήγησε σε νέα κυβέρνηση που έχει και πάλι αντιπροσωπεία του κόμματος που ελέγχει ένας από τους ολιγάρχες. Η «κάθαρση» έφερε απλώς περισσότερη διαπλοκή. Στη Τσεχία, μετά από την κατάρρευση κομματικών σχημάτων της κεντροδεξιάς -που είχαν δημιουργηθεί επίσης αρχικά ως κινήσεις ενάντια στην διαπλοκή- εμφανίστηκε ένα νέο «κόμμα», το οποίο ήρθε δεύτερο μετά τους σοσιαλδημοκράτες στις πρόσφατες εκλογές. Το κόμμα το δημιούργησε ένας μεγαλοεπιχειρηματίας. Η καινοτομία του νέου κόμματος είναι ότι ο ηγέτης του ήταν τέως μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και έτσι οι περιορισμοί για αποκλεισμό στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος από την κυβέρνηση, ή το κράτος, τίθενται πια σε ευρύτερη αμφισβήτηση. Και η ίδια η ύπαρξη, βέβαια, αυτών των κανονισμών, ήταν εκφραστική του περιορισμένου πλαισίου που υπήρχε στον «εκδημοκρατισμό» μετά το 1989. Στη Τσεχία υπάρχει ένα μαζικό κομμουνιστικό κόμμα – πέρα από το σοσιαλδημοκρατικό, το οποίο εναλλάσσεται στην εξουσία με τα σχήματα της κεντροδεξιάς.

Σε ένα γενικότερο πλάνο, η αριστερά με τη μορφή σοσιαλιστικών κομμάτων φαίνεται να ηγεμονεύει στην παρούσα συγκυρία στην νότια Ευρώπη – τέτοιες κυβερνήσεις σε συνασπισμό με μικρότερα κόμματα υπάρχουν, στην Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, ενώ τέτοια είναι και η κυβέρνηση στη Σλοβακία και τη Τσεχία. Μια βασική δυναμική για αυτές τις κυβερνήσεις ήταν και μια έντονη αντίθεση στη λιτότητα, η οποία εμφανίστηκε μετά την τραπεζιτική κρίση του 2008-09. Η αριστερά, γενικά εξακολουθεί να απολαμβάνει ψήφο νοσταλγίας -έχει γερή βάση ανάμεσα σε ηλικίες που μεγάλωσαν επί σοσιαλισμού- και σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση στη Ρωσία, το αίσθημα ότι το σοσιαλιστικό σύστημα ήταν καλύτερο ή πρόσφερε ευκαιρίες που δεν υπάρχουν, τώρα, ήταν πλειοψηφικό. Και ανάλογα, δείχνουν και δημοσκοπήσεις στην ανατολική Γερμανία, παρά το ότι η χώρα προσαρτήθηκε στην ηγεμονική χώρα της Ευρώπης – ονομάζεται «νοσταλγία της ανατολής».

Ευρύτερα, η αριστερά στην ανατολική Ευρώπη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δυο δυναμικές – την ύπαρξη εθνικιστικών κομμάτων που μπορεί να είναι ακραία αντικομουνιστικά, αλλά και σε μερικές περιπτώσεις -όπως είναι η Σερβία αλλά και άλλες σλαβόφιλες περιπτώσεις όπως είδαμε- μπορεί εν δυνάμει να γίνουν σύμμαχοι της Αριστεράς ενάντια στη Δυτική επέκταση - και τους φιλελευθέρους, οι οποίοι είναι εν δυνάμει σύμμαχοι της αριστεράς ενάντια στο ρατσισμό ή τη συντηρητική πολιτισμική πολιτική -όπως είναι ο ακραίος καθολικισμός στην Πολωνία- αλλά είναι συνήθως και νεοφιλελεύθεροι – και αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο εγκλωβίστηκαν οι Ούγγροι σοσιαλιστές στην προηγούμενη κυβερνητική τους θητεία.




[1] http://www.haaretz.com/jewish-world/jewish-world-news/1.569541




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου