24 Ιαν 2014

Μια ταξική κυβέρνηση: από το φόρο για την ακίνητη περιουσία, μέχρι την περικοπή για την κοινωνική σύνταξη



«Τιμής ένεκεν μας την εδώκαν, που μια ζωή αντζιοπλυνίσκαμεν τους, τζι εσιερώναμεν τους, τζι εκαθαρίζαμεν τους, τζι εμαϊρέφκαμεν τους, τζιαι είπαν μας που πάνω τζιαι το εφκαριστώ»

«Η κοινωνική σύνταξη ήταν η πρώτη κοινωνική παροχή που έδωσε στις γυναίκες , μανάδες , η κυβέρνηση του αείμνηστου Γλαύκου Κληρίδη. Απεξάρτησε τις γυναίκες απο το πορτοφόλι του άντρα τους! Σημαιολογική η παροχή αυτή.» Ν.Σύκας, ΔΗΣΥ Λεμεσου

Η συζήτηση για την κοινωνική σύνταξη ξεκίνησε κάπως δυναμικά από την κυβέρνηση – προσπάθησαν οι δυο αρμόδιοι υπουργοί να το παίξουν «τετελεσμένο γεγονός», μαζί με ένα σιγοντάρισα από τον νέο πρόεδρο του ΔΗΚΟ, αλλά το κλίμα φάνηκε να στραβώνει αμέσως. Οι συνταξιούχοι αντέδρασαν δυναμικά – και μάλιστα υιοθέτησαν μια πρακτική των μαθητών – διέκοψαν την κυκλοφορία για λίγο. Ακολούθησαν ευρύτερες αντιδράσεις. Και μια προσπάθεια του κυβερνητικού στρατοπέδου να τα μαζέψει. Όταν, όμως, μέχρι και  ένα τοπικός παράγοντας του ΔΗΣΥ στην Πάφο έθετε το ζήτημα ότι αν ήθελαν να περικόψουν, δήθεν, υψηλές συντάξεις μπορούσαν να ξεκινήσουν από τις 5.000 ευρώ, τότε η ταξική υποψία ήταν σαφής. Η κίνηση της κυβέρνησης δεν είναι η στόχευση – αυτή είναι η δικαιολογία για να ανοίξει ένα κεφάλαιο περικοπών συντάξεων από τα κάτω. Κάποτε, όταν ξεκίνησε η νεοφιλελεύθερη εκστρατεία στις ΗΠΑ την δεκαετία του 1980, ο Ρ. Ρέιγκαν σαν άλλος Κουλίας ανέμιζε το δήθεν παράδειγμα κάποιου εύπορου γκέι που παίρνει «επίδομα». Είναι η ίδια ρητορική – ξεκινά μια επίθεση στα κατώτερα στρώματα με μια αστεία μετατόπιση ότι δήθεν το θέμα είναι οι πλούσιοι λήπτες. Αλλά, φυσικά, η κυβέρνηση δεν θα τολμήσει να αγγίξει τις παροχές στα ανώτερα στρώματα. Ήδη, την ίδια βδομάδα με τη συζήτηση για την κοινωνική σύνταξη ανακοινωνόταν ότι θα περικόπτονταν ο φόρος σε επιχειρήσεις για να κάνουν προσλήψεις, ενώ οι περικοπές στις πληρωμές των ιερέων σταμάτησαν αμέσως μόλις έβαλε βέτο η αρχιεπισκοπή.[1] Και όμως, ο αρχιεπίσκοπος καυχιόταν μόλις λίγες βδομάδες πριν ότι έχει χρήματα η εκκλησία. Γιατί δεν πληρώνει τους υπάλληλους της τότε; Μερικοί έχουν προνομιακό καθεστώς, προφανώς.

Παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των δυο υπουργών, οι οποίοι εμπλέκονται στο θέμα της περικοπής της κοινωνικής σύνταξης, της κ. Αιμιλιανίδου και του κ. Γεωργιάδη, το αίσθημα που αναδυόταν ήταν ότι αυτοί οι άνθρωποι μεγάλωσαν σε ένα προστατευόμενο προνομιακό περιβάλλον και ποτέ δεν σκέφτηκαν ότι μπορεί να υπάρξει ανάγκη να στηριχθούν από ένα μικρό εισόδημα. Ήταν όπως τις ατάκες του υπουργού εσωτερικών ότι όλοι μπορούν να πληρώσουν μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες ευρώ για την ακίνητη περιουσία – για να μην πληρώσουν οι πλούσιοι. Η πιο θλιβερή/pathetic παρουσία ήταν η υπουργός εργασίας. Ήταν εντυπωσιακό πως μια γυναίκα αδυνατούσε πλήρως να κατανοήσει ότι το θέμα της κοινωνικής σύνταξης ήταν και θέμα αναγνώρισης της απλήρωτης συνεισφοράς των γυναικών στην οικονομία. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος/α μαρξιστής/στρια ή φεμινίστρια για να κατανοήσει ότι η απλήρωτη εργασία των γυναικών στο σπίτι αποτελεί μέρος του οικογενειακού εισοδηματος ως "κοινωνικός μισθός". Η κ. Αιμιλιανίδου, όμως, φαινόταν χαμένη σε ένα άλλο κόσμο. Θλιβερά χαμένη. Επαναλάμβανε τις ατάκες του κ. Γεωργιάδη για «στάση πληρωμών» χωρίς καν να φαίνεται ότι κατανοεί τον εκβιασμό. Διότι, ουσιαστικά, αποφασίστηκε να γίνει περικοπή στις συντάξεις από το πιο αδύναμο στρώμα – τις συντάξεις των οικοκυρών, οι οποίες ήταν αποκλεισμένες από την μισθωτή οικονομία. Δεν ξεκίνησε η υπουργός λ.χ. από τις υψηλές συντάξεις. Αλλά, τότε θα ενοχλούσε φυσικά τη δική της τάξη, όπως και την τάξη του υπουργού οικονομικών. Ο κ. Γεωργιάδης κάτι πήγε να ομολογήσει αρχικά ότι οι περικοπές είναι γενικότερος στόχος της πολιτικής που εκπροσωπεί – αλλά, όταν είδε τις αντιδράσεις το γύρισε στους "εκατομμυριούχους".



Έτσι, ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι έχουμε παρά πολλούς εκατομμυριούχους και εκεί τουλάχιστον οι γυναίκες δεν πρέπει να παίρνουν σύνταξη ως αυτόνομοι άνθρωποι. Έστω και συμβολικά. Όταν άρχισαν, βέβαια, να μπαίνουν κάτω οι αριθμοί ήταν σαφές ότι ο στόχος των περικοπών 10 εκατομμυρίων είχε ως αφετηρία την κοινωνική σύνταξη για ξεκινήσει η επίθεση – φυσικά, δεν υπάρχουν τόσοι εκατομμυριούχοι για να μαζευτούν τα 10 εκατομμύρια. Απλώς, όταν γίνει αποδεκτή η αρχή, όπως έγινε με την έγκριση στον προϋπολογισμό, μετά θα αρχίσουν οι ρητορικές του «Δεν υπάρχει άλλη επιλογή» (η ΤΙΝΑ – There Is No Alternative των βρετανών συντηρητικών) και θα αρχίσουν να κόβουν από οικογένειες εργαζόμενων, μεσαίων, και πιο χαμηλών. Το νόημα είναι ότι τα χαμηλά στρώματα μπορούν να τα βγάλουν και με λιγότερα. Όπως παρατήρησε και ο Α. Μιχαηλίδης στη στήλη του στις 22/1:
«Περάσαμε στην λογική του ορίου της φτώχειας. Οι πάντες πρέπει να ζήσουν στο όριο. Προπάντων οι συνταξιούχοι. Το όριο της φτώχειας είναι 794 ευρώ, ό,ποια συνταξιούχος παίρνει περισσότερα πρέπει να δώσει τα υπόλοιπα στο κράτος, που τα χρειάζεται διότι όπως αποφασίστηκε αυτή δεν τα χρειάζεται, μπορεί να ζήσει με 794 ευρώ.»
Και φυσικά είναι ταξικό το θέμα. Το κράτος, λέει ο κ. Μιχαηλίδης, έχει να παίρνει «97.501.396 ευρώ από δίκες που κέρδισε. Γιατί δεν τα εισπράττει;». Γιατί μας κοροϊδεύει ο κ. Πούφος και η κ. Γιωρκάτζη -που συναντά τους φοροφυγάδες σε δεξιώσεις όμως μας είπε- και δεν μπορούν να μαζέψουν τους φόρους που οφείλονται από τους πραγματικούς εκατομμυριούχους; Εδώ ο κ. Χούριγκαν έτριξε λίγο τα δόντια και άρχισαν μερικοί να φέρνουν τα κεφάλαιά τους από το εξωτερικό. Οι τράπεζες έχουν δόντια, οι υπηρεσίες του κράτους δεν έχουν προφανώς, όταν αφορά στο μεγάλο κεφάλαιο και τις εκροές στο εξωτερικό. Οπότε, άρχισε η εστίαση στις κοινωνικές παροχές.
Το ότι άρχισε και η αντίδραση είναι το ευχάριστο.

Κατά τα άλλα, το σκηνικό μπορεί να φαίνεται, με παράδειγμα την κ. Αιμιλιανίδου, ως αποτέλεσμα τσαπατσουλιάς και μη κατανόησης, αλλά, όταν κοιτάξει κάποιος το ευρύτερο σκηνικό, υπάρχει ένα είδος «στρατηγικής», αντιγραμμένης, έστω από ανάλογες εκστρατείες στο εξωτερικό ή ακόμα και σε παλαιότερες εποχές, η οποία όμως είναι επαναλαμβανόμενη και άρα σκόπιμη. Αν οι συμμετέχοντες απλώς αναπαράγουν χωρίς να σχεδιάζουν, αυτό απλώς δείχνει ότι είναι αναμενόμενοι. Το σκηνικό σε γενικές γραμμές έχει τρία στάδια:
  • πρώτα γίνεται μια προσπάθεια να εμφανιστεί το όλο θέμα ως «αυτονόητο» ότι, δηλαδή, δεν υπάρχουν άλλες επιλογές
  • μετά γίνεται μια προσπάθεια Μετατόπισης της έμφασης -ότι ας πούμε ο στόχος είναι οι «εκατομμυριούχοι την ώρα που κόβεται η κοινωνική σύνταξη!- για να μην φανεί ότι, όχι μόνο είναι μια επιλογή, αλλά είναι και σκόπιμη εναντίον των χαμηλών εισοδημάτων και κοινωνικών στρωμάτων
  •  και τελικά το επιχείρημα καταλήγει σε ένα εκβιασμό -λ.χ. στάση πληρωμών- με στόχο τη διαίρεση του πληθυσμού, έτσι ώστε να ασκηθεί πίεση για να περάσει το μέτρο, αλλά και για να μη διαφανεί ότι γίνεται για να προστατευθούν οι παραχωρήσεις σε ημέτερους προνομιούχους.

Μια σειρά από μικρές θατσερικές «ΤΙΝΕΣ» ή πώς προσπαθούν μερικοί να κατασκευάσουν το δήθεν «δεν υπάρχει άλλη λύση» με την επίκληση μιας υπαρκτής ή ανύπαρκτης εξωτερικής διαταγής..
«Οι χωριάτες από την Μεσαορία..έρχονται στην Λευκωσία στις 10 Μαρτίου 1804, μετά από πολιορκία μπαίνουν μέσα, ζητούν από τον δραγουμάνο, τον πασά, τον Αρχιεπίσκοπο να τους δείξουν τα φιρμάνια που διατάσσουν αύξηση των φόρων…Ο Χατζηγεωργάκης αρνείται να δώσει εξηγήσεις: «δεν δικαιούμαι να δείξω τα φιρμάνια αυτά, ούτε δικαιούστε εσείς να τα ζητήσετε»  
Κ. Κύρρης, Ανατομία του Οθωμανικού Καθεστώτος.


Η γενική στρατηγική των κυπριακών άρχουσων τάξεων ήταν ιστορικά να βασίζονται σε κάποιον εξωτερικό προστάτη, ο οποίος "θα επέβαλε κάτι" – ενώ οι ίδιοι εσωτερικά θα διαφοροποιούνταν. Αυτό έκανε η εκκλησία επί Οθωμανών, αυτό έκανε η αστική τάξη την εποχή της αγγλοκρατίας, όταν συγκροτήθηκε από την τοκογλυφία, ενώ ταυτόχρονα το έπαιζε και ρητορικός ενωτισμός. Η γενική στρατηγική είναι να διασφαλιστεί ότι θα μπορεί να φορτώσει κάπου αλλού την ευθύνη – γι’ αυτό ήθελε μνημόνιο από το 2011. Για να μπορεί να λέει ότι η τρόικα το επιβάλλει. Και γι’ αυτό γινόταν όλη εκείνη η εκστρατεία, που έφτασε σε βαθμό απειλής να στερηθεί το κράτος δάνειο από τους ημικρατικούς, για να πιεστεί να υποχωρήσει σε διάφορα η τότε κυβέρνηση – για να λένε μετά, «αφού τα δέχθηκαν εκείνοι..». Έτσι, η Ευρώπη, την οποία ο καημένος ο κ. Κληρίδης τη φαντάστηκε την δεκαετία του 1990 σαν είδος μηχανισμού για τη λύση του κυπριακού, μετατρέπεται τώρα σε ένα μηχανισμό επιβολής, όπου η αστική τάξη, με εκπρόσωπο το ΚΕΒΕ και την ΟΕΒ - η ΟΕΒ πια μιλά λες και είναι η κυβέρνηση λ.χ. – «δεν μπορούμε να πληρώνουμε» είπε ο κ. Πήλικος- χρησιμοποιεί το τί θέλει η τρόικα για να επιβάλει τις θέσεις της. Και ήταν ήδη φανερό από το Ιούλιο του 2012 ότι οι εργοδοτικοί σύνδεσμοι πρότειναν περισσότερα και σκληρότερα μέτρα από αυτά που ήθελε η τρόικα. Έτσι και τώρα, η κυβέρνηση ως εκφραστής των εργοδοτικών οργανώσεων εισηγείται η ίδια μέτρα, και μετά χωρίς να έχει ιδιαίτερο πρόβλημα ότι ήταν τάχα θέση της τρόικα. Το πιο κλασικό παράδειγμα, αυτής της στρατηγικής ήταν οι νομοθεσίες για τη φοροδιαφυγή και ο φόρος για την ακίνητη. Τις νομοθεσίες για τη φοροδιαφυγή τις ναυάγησαν σκόπιμα το τέλος του 2012, ενώ τον νόμο για την ακίνητη, για τον οποίο επέμενε τελικά και η τρόικα, τον καθυστέρησαν μέχρι που κέρδισαν τις εκλογές, και μετά ανέθεσαν σε ένα μέλος οικογένειας με ιδιοκτησία και συμφέροντα γης, τον κ. Χάσικο, να ετοιμάσει ένα νέο νομοσχέδιο, ώστε να φορτωθεί το βάρος στους μικροϊδοκτήτες, αντί στους μεγαλοϊδιοκτήτες, όπως ήταν το αρχικό νομοσχέδιο. Αυτή ήταν και η λογική άλλωστε του πρώτου, καθολικού, κουρέματος καταθέσεων, το οποίο δεν πέρασε. Το νομοσχέδιο για την ακίνητη ήταν η πρώτη ξεκάθαρη ταξική κίνηση της νέας κυβέρνησης και το πλαίσιο - «φταίει η τρόικα, άρα πληρώστε χωρίς συζήτηση»- το οποίο επαναλαμβάνεται από τότε. Έτσι έγινε και με την κοινωνική σύνταξη. Επειδή, όμως, το ψέμα ότι το θέλει η τρόικα άρχισε να ξεφτίζει μετά τις αντιδράσεις για τα μαθητικά κόμιστρα, τώρα η κυβέρνηση χρησιμοποίησε άλλο κόλπο – πέρασε πρώτα τις περικοπές στον προϋπολογισμό, και μετά ανακοίνωσε ότι θα τις έκανε. Το σενάριο είναι το ίδιο. «Μας το επιβάλουν». Ο στόχος είναι σαφής – μια ταξική φορολογία, της οποίας την ευθύνη δεν τολμούν να αναλάβουν. Κάπως έτσι γινόταν και με τη φορολογία επί Οθωμανών. Η εκκλησία νοίκιαζε τους φόρους και μετά φόρτωναν το έξτρα κόστος στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι που το ψυλλιάσθηκαν οι ‘χωριάτες και έκαψαν το αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου το 1804.

Η κοινωνικοποίηση των ζημιών μέσα από την ταξική επιβολή φόρων από τα κάτω προς τα πάνω
Μετά την προσπάθεια να διασφαλιστεί ο μύθος ότι το υπό συζήτηση μέτρο «επιβάλλεται», τότε εμφανίζεται το θέατρο της συζήτησης – «είμαστε ανοικτοί σε εισηγήσεις» είπε σε μια φάση ο κ. Χάρης και μετά το ξέχασε και έφυγε για το εξωτερικό. Τόσο σοβαρά το εννοούσε. Ενώ, αν ήταν με τον σύνδεσμο ξενοδόχων, στον οποίο συμμετέχει και η οικογένεια του, φυσικά και θα θυμόταν. Η υποτιθέμενη προσφορά για «συζήτηση» είναι για να συγκαλυφθεί η ταξική μορφή των μέτρων. Μια απλή σύγκριση είναι σαφής – η προηγούμενη κυβέρνηση λ.χ. -αλλα και κυβερνήσεις σε άλλες μνημονιακές χώρες- φρόντιζε να εφαρμόζει τις περικοπές με κάθετο τρόπο – ξεκινώντας δηλαδή από τους υψηλόμισθους, τα ψηλά εισοδήματα, και μετά προχωρούσε στους χαμηλόμισθους, θέτοντας μάλιστα και ένα κατώτατο όριο. Η νυν κυβέρνηση κάνει το ανάποδο. Είτε εφαρμόζει ταξικά οριζόντια μέτρα, απλώνοντας δηλαδή τη ζημιά σε όλους, αντί να την κατανείμει αναλόγως εισοδήματος - όπως γίνεται με την «προοδευτική φορολογία»- προστατεύοντας έτσι τον πλούτο, είτε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμόζει ταξικά μέτρα, όπου η εστίαση των περικοπών γίνεται σε παροχές αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Έτσι, η εξάρτηση της γυναίκας από το εισόδημα του άντρα της, θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος ότι είναι κάτι ξεπερασμένο, πια, ιστορικά - αλλά η κ. Ζέτα χωρίς ίχνος ενδοιασμού -ή έστω μια ευαισθησία για την ιστορική εμπειρία του φύλου της- το αποδέχθηκε αυτονόητα και μάλιστα ψάχνει και αυτή να βρει «εκατομμυριούχες». Τα μαθηματικά όμως είναι απλά – αφού η κ. Ζέτα δέχθηκε τους αριθμούς που της επέβαλαν τα αγόρια, τότε, όταν δεν βρει τις εκατομμυριούχες και τα λοιπά παραμύθια, θα στραφεί στις υπόλοιπες γυναίκες. Διότι το θέμα για όσους καταλαβαίνουν είναι που θα εστιαστούν οι περικοπές. Και φυσικά, δεν εστιάστηκαν στα πάνω στρώματα. Ούτε σε αυτούς που έβγαλαν έξω τα κεφάλαια τους.
Αν κάποιος ήθελε να αποφύγει το όλο θέμα θα μπορούσε απλώς να χρησιμοποιήσει άλλα διαθέσιμα κεφάλαια – εδώ συζητούσαν με τόση άνεση για 100 εκατομμύρια για πυραυλάκατους. Και βέβαια. θα μπορούσε να αναφέρει κάποιος και τα επιπρόσθετα έξοδα από τον φόρο ακίνητης – τον οποίο πλήρωσαν οι μικροϊδιοκτητες τελικά, όπως έδειξαν τα στοιχεία.

Το πιο προβληματικό αυτής της νοοτροπίας για την οικονομία είναι η αδυναμία να κατανοηθεί ότι αυτές οι κοινωνικές παροχές μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής οικογενειακής αλληλεγγύης στηρίζουν όχι μόνο τους ηλικιωμένους, αλλά και το ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο γύρω τους. Η κυβέρνηση ακόμα δεν έχει αντιληφθεί ότι είναι η διαθέσιμη ρευστότητα που περιόρισε την ύφεση –….Αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι να αντλεί από αυτήν τη ρευστότητα για να ‘γλιτώσει’ τα ανώτερα στρώματα, τα οποία είτε έχουν τα κεφάλαια τους στο εξωτερικό, είτε είναι χρεωμένοι στην Τράπεζα Κύπρου.


Ο εκβιασμός ως στρατηγική συγκάλυψης και μετατόπισης της έμφασης από τα χρήματα που σπαταλούνται στους ημέτερους
Το τρίτο στάδιο είναι η τρομοκράτηση. Ο κ. Σιακόλας χρησιμοποιεί λ.χ. την ανεργία για να επιβάλει το ωράριο που ελπίζει ότι επιχειρηματικά θα βγάλει νοκ άουτ τους μικροκαταστηματάρχες, ο κ. Γεωργιάδης χρησιμοποιούσε, τον καιρό της διαπραγμάτευσης με την τρόικα, την απειλή της «στάσης πληρωμών» -την οποία προσπαθούσε να κατασκευάσει ο ίδιος με τις απειλές σε ημικρατικούς να μην δανείζουν στο κράτος , τότε για να εκβιάσει την αποδοχή των όρων του ΚΕΒΕ και της τάξης του μέσω τρόικας. Τώρα, χρησιμοποιείται το μνημόνιο και η κρίση για να εκβιαστούν αποφάσεις άντλησης χρημάτων από την πλειοψηφία. Ο εκβιασμός δεν είναι απλώς εξαπάτηση με την έννοια ότι η κυβέρνηση κατασκευάζει την πίεση και μετά καμώνεται ότι ήρθε μόνη της. Έχει να κάνει και με το ότι πίσω από τα εκβιαστικά σενάρια, υπάρχει σκόπιμη απόκρυψη: η κυβέρνηση λ.χ. αφήνει αρκετούς από την τάξη που εκπροσωπεί να έχουν κεφάλαια στο εξωτερικό και να μην εκπληρώνουν τις εσωτερικές υποχρεώσεις τους. Και ταυτόχρονα. η κυβέρνηση επιλεκτικά σπαταλεί χρήματα για επιδείξεις και θεάματα, ενώ αποκόπτει από τους «άλλους»: με το καλημέρα η κυβέρνηση έφτιαξε ένα «επιτελείο προπαγάνδας» στο προεδρικό, το οποίο δεν έχει στόχο να βοηθήσει τον πρόεδρο σε κάτι που έχει  να κάνει με το συνταγματικό του έργο – η βασική δουλειά του επιτελείου είναι να κατασκευάζει θεάματα για να παραπλανεί το κοινό. Διότι αν αυτά που κάνει η κυβέρνηση ήταν ξεκάθαρα, τί τα θέλει τα 8 άτομα τη στιγμή μάλιστα που οι περισσότεροι ιδιοκτήτες ΜΜΕ τη στηρίζουν επίσης – με το αζημίωτο βέβαια. Ακόμα και από εκεί, από τους καναλάρχες, θα μπορούσε να πάρει λ.χ. τα 10 εκατομμύρια η κυβέρνηση. Χρωστούν αρκετά μέσω Βέλιστερ. Αλλά εκείνα τα λεφτά δεν ενδιαφέρουν την κυβέρνηση. Ύστερα η κυβέρνηση ξόδεψε ένα άλλο γερο κονδύλι μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ για να εξαγοράσει το ΔΣ της Κεντρικής Τράπεζας – έφτιαξε πόστα εκτελεστικών συμβούλων με 100.000 αμοιβή και εκτόξευσε τις αμοιβές των μελών του ΔΣ από 1.700 σε 30.000 ευρώ. Και φυσικά, υπάρχουν και τα «υφυπουργεία» που θέλει να δημιουργήσει η κυβέρνηση – ξαφνικά για εκείνα υπάρχουν χρήματα. Και κατά τα άλλα, φταίει η κοινωνική σύνταξη. Είναι εμφανές ότι η κυβέρνηση έχει ως στόχο να μοιράζει τα χρήματα στους ημέτερους – και για να το κάνει αυτό πρέπει να κόψει από Άλλους.

Το πιο προβληματικό αυτής της νοοτροπίας για την οικονομία είναι η αδυναμία να κατανοηθεί ότι αυτές οι κοινωνικές παροχές μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής οικογενειακής αλληλεγγύης στηρίζουν όχι μόνο τους ηλικιωμένους, αλλά και το ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο γύρω τους. Η κυβέρνηση ακόμα δεν έχει αντιληφθεί ότι είναι η διαθέσιμη ρευστότητα που περιόρισε την ύφεση – και αυτή η ρευστότητα είναι κληρονομιά της πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης και της αντίστασης στο καθολικό κούρεμα των καταθέσεων. Αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι να αντλεί από αυτή τη ρευστότητα για να ‘γλιτώσει’ τα ανώτερα στρώματα, τα οποία είτε έχουν τα κεφάλαια τους στο εξωτερικό, είτε είναι χρεωμένοι στην Τράπεζα Κύπρου. Το όριο πλησιάζει και η κοινωνική αντίδραση είναι ένα βήμα πιθανώς από τις άτσαλες μεταφορές πρότυπων της δεκαετίας του 80, ή και την αστεία υπεροψία των αστών που δεν έμαθαν ακόμα να τηρούν τις υποχρεώσεις τους.





[1] Την ίδια περίοδο ο Αρχιεπίσκοπος έκανε δηλώσεις για νέες επενδύσεις της εκκλησίας. Πληρώνει το Δημόσιο τα έξοδα για να κάνει επενδύσεις ο ιδιωτικός τομέας – διότι όπως λειτουργεί οικονομικά η Εκκλησία στον ιδιωτικό τομέα ανήκει.  http://www.tothemaonline.com/koinonia/arxiepiskopos-sintoma-ttha-voithisume-me-megala-erga

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου