22 Νοε 2013

Θέαμα και reality: Γ. Κληρίδης και το μετέωρο, ακόμα, βήμα του κυπριακού φιλελευθερισμού


Ο θάνατος του Γ. Κληρίδη ήταν αναμενόμενος από καιρό για ένα ηλικιωμένο 94 χρόνων. Η μόνη του εντολή, που τηρήθηκε στο τέλος, ήταν άλλωστε σαφής: «αφήστε τη φύση να ακολουθήσει την πορεία της». Οι γιατροί δεν μπήκαν στο κόπο, αλλά ίσως και στο κόλπο να κατασκευάσουν θέαμα διασωλήνωσης κλπ, όπως έγινε με τον Α. Παπανδρέου. Ευτυχώς για τον μακαρίτη, γιατί αν γινόταν και εκείνο μέχρι την ταφή, θα είχε γίνει πια στόχος των πιο αιχμηρών ανέκδοτων. Ότι, όμως, έκαναν οι γιατροί, δεν το έκανε το κόμμα του, και ο κύκλος όσων αναζητούν ρουσφέτι από την κυβέρνηση στον χώρο των ΜΜΕ. Η επιμέλεια των πρωτοσέλιδων τίτλων του Φιλελευθέρου λ.χ. έφτασε σε ένα κρεσέντο κωμικής σειράς επαναληπτικών αναφορών στο «μεγάλο ηγέτη», τις «υποθήκες», τα «οράματα» κλπ. Είναι πιθανό, βέβαια, να έγινε απλώς μια αναζήτηση στα κλισέ, που υπάρχουν για τέτοιες περιπτώσεις, όπως γίνεται και στις νεκρολογίες. Αλλά και πάλι ήταν αστείο. Ο Κληρίδης δεν ήταν ποτέ ηγέτης, τον οποίο εμπιστευόταν η πλειοψηφία, και ο ίδιος ο Φιλελεύθερος είχε ταυτιστεί με τον προηγούμενο «μεγάλο ηγέτη» τον Τάσσο, που έμμεσα, αλλά με σαφήνεια θεωρούσε το έργο του κ. Κληρίδη, ως ύποπτο «παράδοσης στην Τουρκία». Αλλά δεν ήταν μόνο ο Φιλελεύθερος. Ο κ. Λυσσαρίδης, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην κατασκευή της εικόνας του κ. Κληρίδη, ως επικεφαλής του «μεταπραξικοπήματος» τη δεκαετία του 70, θυμήθηκε ότι ο Κληρίδης ήταν έντιμος και αδιάφθορος. Ούτε μια κουβέντα για όσα λέγονταν τότε.

Από την πλευρά της κυβέρνησης υπήρξε μια μικρή προσπάθεια από τον κ. Στυλιανίδη να προσδώσει κάποια μετριοπάθεια στην εικόνα, αμέσως μετά το θάνατο, κάνοντας έκκληση να αποφευχθούν οι υπερβολές. Τελικά, ο κ. Κληρίδης πήρε αυτό που κατασκεύασε – εύπεπτες κολακείες - που παρέκαμπταν την ουσία της πολικής του σταδιοδρομίας - και θεαματικά ψέματα από το κόμμα του, σε μια προσπάθεια να εκμεταλλευτεί την κηδεία του για καλλιεργήσει κλίμα ενότητας της παράταξης. Πέθανε ως άτομο και αφήσε ως κομματικό όργανο.

Υπήρξε βέβαια και ένας άλλος λόγος για το θέαμα – και όποιος παρακολουθούσε προσεκτικά τις ρητορικές πάνω από το πτώμα, μπορούσε να διακρίνει δυο βασικές αφηγήσεις: στη μια αφήγηση ο Κληρίδης ήταν «ηγέτης» ασαφών θέσεων, αλλά βασικά της δεξιάς. Οπότε το θέαμα τον αντιπαρέβαλε ή αντίγραφε έμμεσα όσα ειπώθηκαν για τον Τάσσο – ενώ στο βάθος θα μπορούσε να πει κάποιος ότι υπήρχε και μια επιθυμία να ντυθεί ο νεκρός και λίγη από την αύρα των ράσων του Μακάριου ως εθνάρχης. Σε αυτό το πλαίσιο και ο Φιλελεύθερος και η Σημερινή τον πρόβαλαν ως ηγέτη. Η άλλη αφήγηση, την οποία προσπάθησε να προβάλει ο Πολίτης, η Καθημερινή και σε ένα βαθμό και το προεδρικό, ήταν αυτή του ρεαλιστή ηγέτη – με σαφές άνοιγμα προς το ότι ήθελε λύση. Έτσι, ο τίτλος του Πολίτη μετά την κηδεία τόνισε την «επανένωση». Ενώ ο σκιτσογράφος του Φιλελευθέρου, που αναλωνόταν σε βαρκούλες και πορτρέτα για το «Γλαύκο», έβγαζε τα απωθημένα του με ενδιάμεσα σκίτσα δαιμονοποίησης της λέξης «επανένωση» και σκιάχτρα του «Ντε Σότο».

Δεν θα μπορούσε, όμως, να έχει παράπονο ο κ. Κληρίδης. Ο ίδιος ανέχτηκε και ενθάρρυνε αυτήν τη διπλή εικόνα, όπου κάθε τί χρησιμοποιείται για χειραγώγηση – έστω και αν ο ίδιος πιστώνεται με καλές προθέσεις. Στο τέλος, το κοινό είχε βαρεθεί την εικόνα ενός ,εκτός τόπου και χρόνου γέρου, που αναπαραγηγαν τα ΜΜΕ. Και μόνο ένας αριστερός, ο Μ. Μιχαήλ βρέθηκε να σχολιάσει αρνητικά ότι ήταν ανάρμοστο να περνούν τα κανάλια από το χώρο της δημόσιας έκθεσης του νεκρού σε θεάματα, όπως το Dansing for you κ.ο.κ. Το κοινό, όμως, είχε βαρεθεί. Και αυτό φάνηκε και από το λίγο, συγκριτικά, κόσμο που συμμετείχε στο όλο θέαμα.



Ο Γ. Κληρίδης ήταν μέρος της πολιτικής ελίτ που δημιούργησε το κυπριακό, το πελατειακό κράτος και τη διαπλοκή


Την πιο αρμόζουσα, ίσως, περιγραφή για τον πολιτικό Κληρίδη έκανε ο κ. Λιλλήκας, όταν τον περιέγραψε ως μέρος της ιστορικής ηγεσίας. Τα κοσμητικά επίθετα για τη γενναιότητα του και την ό,ποια σοφία του, παρέβλεπαν τη βιωμένη πραγματικότητα, την οποία ήξεραν οι πολίτες που παρακολουθούσαν μάλλον με πλήξη το κυβερνητικό θέαμα. Ο κ. Κληρίδης γεννήθηκε σε προνομιούχα οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν μέλος του εθναρχικού συμβουλίου και από εκείνο το ρόλο έκανε μια, όντως, γενναία κίνηση τη δεκαετία του 1940 – προσπάθησε να ανοίξει το εθναρχικό συμβούλιο στην κίνημα της αριστεράς, το οποίο διαμορφωνόταν τότε. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κληρίδης πατέρας συνεργάστηκε με την αριστερά. Ο νεαρός Γλαύκος υιοθέτησε μέρος από την τάση αυτονομίας του πατέρα – και εν μέρει προσπάθησε στην πολιτική του καριέρα να τηρήσει μια στάση μετριοπάθειας. Η μεγάλη πρόκληση ήταν να ηγηθεί μιας φιλελεύθερης παράταξης – και εδώ ο Γλαύκος κατάφερε μεν να ηγηθεί ενός κόμματος, αλλά τελικά η παράταξη του παρέμεινε με το ένα πόδι στο παρελθόν και το άλλο να προσπαθεί να κινηθεί προς το μέλλον. Η πρώτη του κίνηση μπροστά σε ένα δίλημμα ήταν εκφραστική: μετά την ΕΟΚΑ, βρέθηκε ανάμεσα στην υποψηφιότητα του πατέρα του και εκείνης του αρχιεπίσκοπου Μακάριου. Ο νεαρός, τότε, Γλαύκος προτίμησε τον αρχιεπίσκοπο, βαφτίζοντας την επιλογή του με αρχαία ρητά. Η ουσία ήταν πολύ πιο απλή – όσο και να συμφωνούσε με τον πατέρα του -και αυτό φάνηκε από την μετέπειτα καριέρα του- για την ανάγκη κοσμικής κοινωνίας ή και την ανάγκη συνεργασίας με την άλλη κοινότητα, τελικά, προτίμησε τη σιγουριά της εξουσίας. Διάλεξε το Μακάριο διότι απλώς, αν επέλεγε τον πατέρα του, η πολιτική του σταδιοδρομία θα τελείωνε, πριν καν ξεκινήσει. Ήταν μια από πολλές βολικές επιλογές που θα ακολουθήσουν.


Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, ο Γ. Κληρίδης ήταν ο δεύτερος τη τάξη μετά τον Μακάριο, αλλά στον εσωτερικό κύκλο της εξουσίας είχε τη φήμη του διαλλακτικού και του μετριοπαθούς. Σε προσωπικές συζητήσεις - ποτέ όμως δημόσια - αποκαλούσε συχνά τα γεγονότα του 1963 ως «εκδίωξη» των τουρκοκυπρίων. Όμως, δημόσια δεν διαφοροποιήθηκε. Στήριξε το Μακάριο απέναντι στις επεμβάσεις των Αθηνών και κράτησε αποστάσεις από το πελατειακό κράτος, που οικοδόμησε ο Π. Γιωρκάτζης. Αλλά ως κάποιος που απολάμβανε τα πλεονεκτήματα, παρά ως κάποιος που αγωνιζόταν να περιορίσει τα προβλήματα. Ο Π. Περσιάνης στο βιβλίο του «Η νομιμοποίηση της Κυπριακής Δημοκρατίας» προσπαθεί να ερμηνεύσει τη στάση του κ. Κληρίδη τότε, ως μια θέση που στήριζε την άποψη να εμπεδωθεί η Κυπριακή Δημοκρατία – να τηρηθούν, δηλαδή, οι συμφωνίες της Ζυρίχης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Περσιάνης τον κατατάσσει ανάμεσα στους νηφάλιους ηγέτες της δεξιάς, οι οποίοι αναγνώρισαν ότι η ανεξαρτησία έπρεπε να στηριχθεί – και ότι σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική εθνική ιδεολογία και το ανεξάρτητο κράτος μπορούσαν να συνυπάρξουν. Οι θέσεις του κ. Κληρίδη σε ένα μεγάλο βαθμό ήταν κοντά στις θέσεις και της αριστερής αντιπολίτευσης τότε – με τη διάφορα, βέβαια, ότι ο κ. Κληρίδης ήταν φίλο-δυτικός. Όμως, δεν ήταν αυτό ο βασικός λόγος της απόστασης του από την αριστερά. Ο Κληρίδης ήταν βασικά άνθρωπος της εξουσίας. Το να ταυτιστεί με την αντιπολίτευση, δεν του πρόσφερε το έδαφος για να ασκήσει την πολιτική του ήθελε.

Η στάση του στις εκλογές του 1970 ήταν χαρακτηριστική: έφτιαξε ένα κόμμα, το ενιαίο, με τον Π. Γιωρκάτζη, τον αρχιερέα του πελατειακού κράτους και του παρακράτους. Αυτό το ήξερε ο κ. Κληρίδης – αλλά, φυσικά, δεν τόλμησε να διαφοροποιηθεί. Στις εκλογές, όπως παρατήρησε ο κ. Κιτρομηλίδης, φάνηκε ότι οι ψηφοφόροι του Κληρίδη, όπως και εκείνοι του ΑΚΕΛ έτειναν περισσότερο σε ιδεολογικές θέσεις, παρά σε πελατειακά κίνητρα. Αλλά ο κ. Κληρίδης είχε επιλέξει το κατ’ εξοχήν κόμμα της εξουσίας για να πολιτευθεί – το κόμμα των πελατειακών σχέσεων, εκφράζοντας μια συμβολική και όχι πρακτική αποστασιοποίηση. Μετά τις εκλογές, ο Κληρίδης έκανε μια δήλωση που αναγνώριζε την πραγματικότητα – ότι τα ποσοστά του ΑΚΕΛ το έκαναν ρυθμιστή. Ήταν μια έμμεση θέση, ότι ο αποκλεισμός της αριστεράς [τον οποιον προωθουσαν πολιτικοι του συμμαχοι] δεν είχε πολιτικό νόημα μπροστά στα ποσοστά που πήρε το κόμμα. Αλλά μέχρι εκεί – όπως και με τη Ζυρίχη προηγουμένως, φάνηκε ότι ήθελε να πει και άλλα, αλλά δεν τόλμησε λόγω πλαισίου.

Ο Κληρίδης τη δεκαετία του 1970: μια άρνηση στο πραξικόπημα, μια δύσκολη διαχείριση και αποσπάσματα ειλικρινείας που χάθηκαν σύντομα πίσω από τον κομματικό λόγο
Όταν ξεκίνησε η εκστρατεία της ΕΟΚΑ Β ενάντια στην ανεξαρτησία και το Μακάριο, ο Κληρίδης ένιωσε να διχάζεται πολλαπλά. Όπως έγραψε στην Κατάθεσή του, ήταν η μόνη φορά που έπρεπε, ίσως, να παραιτηθεί – όταν οι συνομιλίες ανάμεσα στις δυο κοινότητες φάνηκαν να φτάνουν σε ακτίνα συμφωνίας. Και πάλι δεν παραιτήθηκε, έγραψε, διότι ένιωσε ότι η θέση του θα συνθλιβόταν ανάμεσα στους υποστηρικτές του Μακάριου και την ακροδεξιά του Γρίβα. Ανάλογη, μπορεί να πει κάποιος ήταν και η στάση του προηγουμένως. Είναι, όμως, και αξιοσημείωτο, γιατί από όλα τα διλήμματα ο κ. Κληρίδης εστίασε σε εκείνο του 1972 – όταν, δηλαδή, ξεκίνησε μια εκστρατεία υπονόμευσης του Μακάριου με τους τρεις μητροπολίτες, την πίεση για τα τσεχοσλοβακικά όπλα, και οργάνωση της ΕΟΚΑ Β.[1] Είναι πιθανό ότι η μετά το γεγονός ομολογία, να έκρυβε και μια εμφανή σκοπιμότητα. Ο κ. Κληρίδης σε εκείνη την κρίσιμη περίοδο παρά τις αποστάσεις, ταυτίστηκε τελικά με το Μακάριο. Στις αρχές του 1974, μάλιστα, είχε απειλήσει ότι θα καταθέσει στη βουλή ψήφισμα, που θα κήρυσσε τον Γρίβα κοινό δολοφόνο, αν η οργάνωσή του συνέχιζε να δολοφονεί αντίπαλούς της. Και μια μερίδα της ακροδεξιάς το θεωρούσε, ήδη, ύποπτο για κοσμοπολιτισμό - και λόγω του γάμου του, αλλά και λόγω των αποστάσεων του από τη φανατική εθνικοφροσύνη - από τις εκλογές του 1970. Οπότε, όταν ο Κληρίδης βρέθηκε στην ηγεσία μιας παράταξης, η οποία ουσιαστικά αποτελείτο και από μέλη της παλιάς ακροδεξιάς, η αναφορά σε αμφιταλάντευση το 1972, αποτελούσε και ένα νεύμα συγκυριακής κατανόησης. Θύμιζε περισσότερο μια άλλη ατάκα του για τη "βία και την αντιβία" παρά την αναφορά στον Γρίβα, ως "κοινό δολοφόνο". Γενικότερα, το πρόβλημα, το οποίο απασχολούσε τον Κληρίδη, δεν ήταν η ένωση - δεν φάνηκε ποτέ να έχει ιδιαίτερη πίστη σε αυτήν την ιδεολογία - αλλά η συμβιβαστική λύση του κυπριακού. Και ο πραγματικός του σύμμαχος ήταν στην άλλη πλευρά του πολιτικού σκηνικού – ήταν η αριστερά.

Τον Ιούλιο του 1974, ο Κληρίδης βρέθηκε στο κέντρο της ιστορίας – ήταν ένας από τα άτομα, στα οποία προτάθηκε η προεδρία μετά το πραξικόπημα και αρνήθηκε. Μετά από την εισβολή και την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα και την επικείμενη κατάρρευση του πραξικοπήματος στην Κύπρο, αποδέχθηκε το ρόλο του προεδρεύοντα για 6 μήνες, μέχρι την επιστροφή του Μακάριου. Οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του τότε, ερμηνεύτηκαν από μερικές μερίδες της μακαριακής πλειοψηφίας ως πρόθεση να μείνει πρόεδρος – αλλά τα δεδομένα μάλλον δείχνουν ότι αυτό που ήθελε ήταν η επιστροφή του Μακάριου. Έγινε, όμως, ο στόχος μερίδας των μακαριακών – ιδιαίτερα της ΕΔΕΚ, η ηγεσία της οποίας τον κατηγορούσε ως εκπρόσωπο του μεταπραξικοπήματος.

Η περίοδος από το 1974 μέχρι το 76 ήταν αυξανόμενα δύσκολη για τον Κληρίδη που κατηγορείτο ως ο πολιτικός που συγκάλυπτε την ακροδεξιά από την μια, και από την άλλη ως ο συμβιβαστικός πολιτικός. Έκανε τότε και μια σειρά από δηλώσεις, που έτειναν να αποκαλύψουν την πιο μετριοπαθή του στάση – και απέναντι στο κυπριακό αλλα και απέναντι στις προηγούμενες ιστορικές επιλογές. Οι αμφιβολίες του για τις ένοπλες επιλογές και την εθνικιστική αδιαλλαξία δικαίωναν την αριστερά, βέβαια, αλλά σύντομα οι δρόμοι τους θα απόκλιναν και πάλι. Μετά, η στάση του στη μεταφορά των τουρκοκύπριων στη βόρεια Κύπρο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αφού αρκετοί την είδαν ως μέρος ενός σχεδίου για τη διχοτόμηση. Το ότι ήταν ο πρώτος πολιτικός, που αποδέχθηκε την διζωνική ομοσπονδία ενίσχυε, σαφώς, αυτές της θέσεις. Το ΑΚΕΛ το στήριξε για ένα διάστημα – και από εκείνη τη στήριξη έμεινε και η περίφημη ατάκα « ο καλός καραβοκύρης στη φουρτούνα φαίνεται». Εμφανώς το ΑΚΕΛ, τότε, ήθελε ένα ηγέτη της δεξιάς, που ήθελε συμβιβαστική λύση, αλλά και δημιουργίας κλίματος ηρεμίας, σε ένα πλαίσιο, όπου οι ένοπλοι της ακροδεξιάς ήταν ακόμα στα πέριξ. Η ΕΔΕΚ, αντίθετα, η οποία εμφανιζόταν ως η μαχητική πτέρυγα του μαραριακού μετώπου, αλλά και το σύμβολο της ένοπλης αντίστασης, θεωρούσε τον Κληρίδη ως αντίστοιχο του προγεφυρώματος του ιμπεριαλισμού και την ακροδεξιάς.[1] Πόσα εννοούσε από όσα έλεγε τότε ο κ.Λυσσαρίδης, είναι πλέον αμφίβολο – υπήρξαν από ότι μαθεύτηκε, τελικά, πολύ καλές ιδιωτικές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτός ο διχασμός των εξουθενωτικών δημόσιων δηλώσεων και μετά των φιλικών τσαγιών στα παρασκήνια, ήταν μέρος της πραγματικότητας της «ιστορικής ηγεσίας»/πολιτικής ελίτ της δεκαετίας του 1960.

Ο Κληρίδης στην αντιπολίτευση: μια φιλελεύθερη ηγεσία σε μια παράταξη που συνέχιζε να αναπαράγει τη συντήρηση και τον ακραίο εθνικισμό. Τα αποσπασματικά φλερτ φιλελευθέρων και αριστεράς
Ο Κληρίδης, τελικά, βρέθηκε απομονωμένος, όταν κατηγορήθηκε ότι, σε μια προσπάθεια να σπρώξει στις συνομιλίες, έδωσε στον Ντεκτας αντίγραφο των προτάσεων της ε/κ πλευράς. Αυτή την φορά, ούτε το ΑΚΕΛ, ούτε ο Μακάριος δεν τον στήριξαν και αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Έτσι, ξεκίνησε η μεγάλη πορεία του Κληρίδη στην αντιπολίτευση που διάρκεσε 16-17 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα, οικοδόμησε τον ΔΗΣΥ ως ένα μείγμα φιλελευθέρου κόμματος με εθνικιστική-συντηρητικη ιδεολογία. Ο αποκλεισμός του Κληρίδη από την εξουσία, εννοείται ότι δεν ήταν δραματικός – εκπροσωπούσε το κόμμα της αστικής τάξης και είχε σαφώς τη στήριξη των δυτικών πρεσβειών. Το βασικό του πρόβλημα, πια, ήταν η κατάκτηση της προεδρίας – ένα πλάνο που ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, όσο το ΑΚΕΛ στήριζε κεντρώους υποψήφιους, όπως τον Κυπριανού. Η στάση του Κληρίδη στο κυπριακό, ωστόσο έγινε η αιτία για μια σταδιακή επαναπροσέγγιση με μερίδα της ηγεσίας της αριστεράς – όπως ο Ζιαρτίδης – η οποία είχε φιλικές διαθέσεις απέναντί του από την δεκαετία του 70. Αυτή η αναθέρμανση των σχέσεων με μερίδα της ηγεσίας της αριστεράς προκάλεσε, αρχικά, μια έντονη αντίδραση σε μερίδα της βάσης, η οποία μετακινήθηκε προς το ΔΗΚΟ στις εκλογές του 1985. Τελικά, όμως, το πρώτο φλερτ φιλελευθέρων και αριστερών με στόχο τον εκμοντερνισμό και την προώθηση της λύσης του κυπριακού έγινε πραγματικότητα την περίοδο της προεδρίας Βασιλείου, 1988-1993. Εκείνη την περίοδο, ο Κληρίδης βγήκε από την απομόνωση και ο Βασιλείου αποδεχόταν, χαριτολογώντας ότι ακολουθούσε γραμμή Κληρίδη. Όμως, ο Κληρίδης ήταν πολιτικός της παλιάς σχολής – και όταν βρήκε την ευκαιρία, δεν έδειξε κανένα ενδοιασμό, εστω και αν το κυπριακό βρισκόταν μπροστά σε μια κρισίμη καμπή με τις ιδέες Γκάλι και την ευρύτερη συγκυρία του τέλους του ψυχρού πολέμου. Προηγουμένως κατηγορούσε λ.χ. τους αντίπαλούς του ότι δεν προώθησαν την επιστροφή της Αμμοχώστου, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, για πολιτικούς λόγους – τελικά, έκανε και αυτός τα ίδια, αν όχι χειρότερα. Μπροστά στον κίνδυνο να ξαναχάσει τις εκλογές το 1993, έκανε στροφή 180ο και συμμάχησε με τους ιστορικούς του αντιπάλους – του απορριπτικούς του κέντρου, την συντηρητική πτέρυγα της εκκλησίας κοκ. Ανέχτηκε μια επίθεση ενάντια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και γενικά τη δημιουργία ενός έντονα εθνικιστικού κλίματος – για να κερδίσει τις εκλογές απέναντι στον Βασιλείου, που φαινόταν να εκφράζει τις δικές του ιστορικές θέσεις. Κέρδισε τις εκλογές οριακά, αλλά θα έμενε δέσμιος πια του κλίματος με το οποίο συμμάχησε. Εκείνη, ήταν η πρώτη απρόσμενη συνέπεια, που θα τον κυνηγούσε τα 10 χρόνια της προεδρίας του. Αυτές οι στροφές και η αποδοχή κραυγαλέων αντιφάσεων ανάμεσα στο τί πίστευε και το τί εμφανίζονταν δημόσια ως θέση της παράταξής του, δεν ήταν κάτι άγνωστο για τον Κληρίδη – παρά τον προσωπικό ήπιο χαρακτήρα του και τις απόψεις του για το κυπριακό, δεν έκανε καμία ουσιαστική κίνηση από τον καιρό της δημιουργίας του κόμματος του, για να αλλάξει την εσωτερική κουλτούρα της δεξιάς. Βολεύτηκε σε ένα σχήμα, όπου οι οπαδοί ανέμιζαν ελληνικές σημαίες και φώναζαν εθνικιστικά συνθήματα, ενώ ο ίδιος υποστήριζε τη διζωνική. Ήδη, το χάσμα είχε πάρει και τη μορφή αντίπαλων εντύπων – η πιο κληριδική τάση εκφραζόταν με την "Αλήθεια" του Κουλέρμου, όπου κεντρικό δημοσιογραφικό ρόλο έπαιζε ο Α. Κωνσταντινίδης, ενώ η ιστορική εφημερίδα του ΔΗΣΥ η "Σημερινή" υπό τον κ Χατζηκωστή μετακινήθηκε προς τον απορριπτισμό – και άνοιξε τον δρόμο σε συμμαχίες με το κέντρο.

A dream come true σαν εφιάλτης: ο Κληρίδης επιτέλους πρόεδρος, αλλά αιχμάλωτος όσων κατηγορούσε πριν – από τους 62 στους S300, το μοτίβο της εξουσίας ήταν το ρουσφέτι ως αντάλλαγμα ανοχής



Όταν ανέβηκε στην εξουσία, ο Κληρίδης το αδιέξοδο της πολιτικής του "άλλα πιστεύω και άλλα λέω δημόσια", έγινε εμφανές. Από τη μια προσπάθησε να τονίσει την Κυπριακή Δημοκρατία – ζήτησε λ.χ. να μην μπει η εικόνα του στα κυβερνητικά κτίρια, αλλά ο θυρεός της δημοκρατίας. Αλλά παρέδωσε κατά τα άλλα την κυβέρνηση στον εθνικισμό. Η υπόθεση με τους 62, που απολύθηκαν λόγω συμμετοχής στο πραξικόπημα, έδωσε από την αρχή το στίγμα μια προεδρίας, που θα χρησιμοποιούσε το ρουσφέτι σε διάφορες μερίδες της παράταξής του για να εξασφαλίσει την ανοχή τους. Αλλά, δυστυχώς, το θέμα δεν έμεινε εκεί – ο Κληρίδης φάνηκε να αναιρεί τον εαυτό του, γενικότερα, στη δημόσια πολιτική του. Η υπουργός παιδείας λ.χ. ήθελε να αλλάξει μέχρι και τα τοπωνύμια, το υπουργείο άμυνας έκανε ενιαία δόγματα με την Ελλάδα. Οι αντιφάσεις ήταν κραυγαλέες: ο Κληρίδης είχε αποβληθεί από το σχολείο τη δεκαετία του 1930, ακριβώς γιατί αρνήθηκε να υπακούσει σε γλωσσικούς αυταρχισμός, όπως αυτούς που προωθούσε η υπουργός του. Ο Α. Κωνσταντινιδης που έξέφρασε, μάλλον, με συνέπεια τον κληριδικό φιλελευθερισμό ήταν σαρκαστικός για την εκστρατεία της κ. Κλαίρης και του Μ. Χριστοδούλου. Το ενιαίο αμυντικό δόγμα αντιμετωπίστηκε, επίσης, με ανάλογο σαρκασμό από τον κ. Κωνσταντινίδη που έμοιαζε να απηχεί τις θέσεις του Κληρίδη – αλλά ο ίδιος ο κ. Γλαύκος, όταν μιλούσε δημόσια, ακουγόταν σαν χαλασμένο μαγνητόφωνο της δεκαετίας του 1960, όπου το ενιαίο αμυντικό δόγμα θύμιζε «εθνικό κέντρο» και «ιδιαίτερη πατρίδα».

Ο κληριδισμός χάθηκε σε βολικό αχταρμά από ρουσφέτι και αντικρουόμενες ρητορικές. Η δεύτερη θητεία ήταν χειρότερη. Ξεκίνησε με την πιο ύποπτη εκλογική αναμέτρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας – όπου η κυβέρνηση φάνηκε να κάνει προεκλογική εκστρατεία με βάση μια πολυέξοδη αγορά πυραύλων, τα ΜΜΕ ταυτίστηκαν πλήρως με την υποψηφιότητα Κληρίδη, ενώ στην όλη διαδικασία εμπλάκηκαν ενεργά και οι νυν ύποπτοι για το μεγαλύτερο σκάνδαλο μιζών στην Ελλάδα – οι κ. Τσοχατζόπουλος και ο Ντίνος Μιχαηλίδης. Αμέσως μετά την εκλογή του, ο Κληρίδης, ουσιαστικά, εγκατέλειψε όλες τις υποσχέσεις και προφανώς, υποκύπτοντας στις πιέσεις ή τις συμβουλές όσων τον εξέλεξαν από τα παρασκήνια, ουσιαστικά παρέδωσε τη διαδικασία διαπραγμάτευσης για την Ευρώπη στο Γ. Βασιλείου, που εκπροσωπούσε τότε ένα πολύ μικρό κόμμα, ενώ τα υπόλοιπα υπουργεία φάνηκε να λειτουργούν ανάλογα με τα συμφέροντα του κάθε υπουργού. Το 1999, ακολούθησε το μεγαλύτερο μέχρι τότε οικονομικό σκάνδαλο, εκείνο του χρηματιστηρίου, το οποίο ήταν πρόκριμα για τα μετέπειτα σκάνδαλα των τραπεζών - τη φούσκα των ακίνητων και την επέκταση των κυπριακων τραπεζων και των επενδυσεων τους στο εξωτερικό - που οδήγησαν στην κρίση του 2012.

Εκείνη την περίοδο, ο Κληρίδης ασχολείτο ουσιαστικά μόνο με το κυπριακό. Και πάλι με τον ίδιο τρόπο. Η κ. Κλαίρη είχε, βέβαια, αποσυρθεί, αλλά ο νεοδιοριζόμενος Ουράνιος Ιωαννίδης διέφερε μόνο όσον αφορά στους ελιγμούς. Όταν, τελικά, βρέθηκε εκτός υπουργείου το 2004 και ο πρόεδρος που το διόρισε, έκανε έκκληση για στήριξη του σχεδίου Αννάν, που ήταν το πραγματικό του έργο τη δεύτερη θητεία του, ο κ. Ουράνιος ήταν ήδη αλλού. Κοίταζε για νέους φίλους. Όπως άλλωστε και ο Χ. Χριστοδούλου, τον οποίο διόρισε στην Κεντρική Τράπεζα.

Το αποκορύφωμα και η αποτυχία: όταν ολοκλήρωσε το έργο ζωής, το σχέδιο Αννάν, ούτε το ένα τρίτο των ψηφοφόρων του κόμματος του δεν τον ακολούθησε
Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση πιστώνεται και στον κ. Κληρίδη, αλλά είναι σαφές ότι η συμμετοχή του δεν ήταν ενεργή – ο ρόλος του κ. Βασιλείου και του κ. Κρανιδιώτη ήταν πολύ πιο αποφασιστικός. Το μεγάλο στοίχημα και το έργο ζωής ήταν το κυπριακό – και για αυτό η αποτυχία του σχεδίου Αννάν το 2004, ήταν αποτυχία του κ. Κληρίδη. Έστω και αν βέβαια, η αποτυχία ήταν και πάλι μερική. Γιατί και μόνο το γεγονός ότι, επιτέλους, είχε εμφανιστεί ένα σχέδιο λύσης και ότι έγινε δημοψήφισμα ήταν ένα, έστω και μετέωρο, βήμα. Απάλυνε, τουλάχιστον, τις ό,ποιες ενοχές για το 1993 και τις ιδέες Γκάλη. Και δεν ήταν αποτυχία ενός σχεδίου αλλα μιας ολόκληρης νοοτροπίας, από την οποία ο κ. Κληρίδης δεν μπόρεσε ποτέ να απελευθερωθεί.  Ήταν αιχμάλωτος μιας νοοτροπίας που, ουσιαστικά, δεν εμπιστευόταν τους πολίτες και έλπιζε ότι η ό,ποια λύση, είτε θα επιβαλλόταν, είτε θα περνούσε παραπλανητικά. Η ιδέα να συμπέσει η λύση με την ένταξη στην Ευρώπη είχε το στοιχείο του εκβιασμού – με δεδομένο ότι η ένταξη εμφανιζόταν ως κάτι το θετικό τότε. Τελικά, όμως, το κλίμα της δεκαετίας και η ανασφάλεια βοήθησαν τον Τάσσο να συγκροτήσει μια εντυπωσιακή συμμαχία του «όχι».

Η κληρονομιά του κ. Κληρίδη



Ο κ. Κληρίδης ήταν ένας έντιμος άνθρωπος, ο οποίος ως μέλος της πολιτικής ελίτ θεωρούσε αυτονόητο ότι θα έλεγε δημόσια ψέματα η για να το πουμε πιο ευγενικα μισες αληθειες. Ποτέ του δεν φάνηκε να μετανιώνει για αυτό – και τα ψέματα/μισες αληθειες που ακούστηκαν την περίοδο πριν την ταφή του ήταν, κατά συνέπεια, εκφραστικά μιας νοοτροπίας. Αυτή στάση να λέγονται άλλα και να γίνονται άλλα, δεν είναι πρωτοφανής – αντίθετα, όπως παρατήρησε και ο Τσόμσκι, υπάρχει μια τάση και στη φιλελεύθερη ιστορική παράδοση, η οποία θεωρεί ότι οι πολίτες, ο λαός, δεν μπορούν να καταλάβουν πολλά πράγματα και έτσι, είναι καλύτερα να μην δημοσιοποιούνται τα σημαντικά ζητήματα. Το ότι γίνονται κανονικά οι εκλογές σε τακτά διαστήματα, είναι ικανοποιητικό – αν οι πολιτικοί πουν ψέματα ακόμα και προεκλογικά δεν είναι πρόβλημα σε αυτό το πλαίσιο, που αντιμετωπίζει το κοινό σαν «αγέλη». Αυτή η στάση δεν είναι μόνο ελιτιστική – έχει και βάση - ή προσπαθεί, έστω και από την οπτική μιας τάξης ή συμφερόντων, να προσφέρει απάντηση - στο πως αντιμετωπίζεται για δύσκολη πραγματικότητα: και ο κ. Κληρίδης το έζησε αρκετές φορές στην καριέρα του. Το 60 συμφωνούσε μεν με τον πατέρα του, αλλά αν τον στήριζε δεν θα μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο μετά. Ανάλογα φαίνεται να σκέφτηκε και την περίοδο πριν το 74. Και ανάλογα μπορεί να πει κάποιος και για την περίοδο της προεδρίας του. Ο Ν. Χαραλάμπους σε ένα διορθωτικό του σχόλιο στην στήλη του Α. Μιχαηλίδη παρατήρησε ότι ο κ. Κληρίδης ήταν «πρωταθλητής σε θέματα χρηστής διοίκησης και αξιοκρατιας.. Δυστυχως τις αρετές αυτές δεν τις κληροδότησε στους συνεργάτες του.»[1] Είναι μια αντίφαση ακόμα και στη διατύπωση. Ο κ. Κληρίδης επέλεγε τους συνεργάτες του. Προφανώς, δεν τους επέλεγε αξιοκρατικά. Η μόνη άμυνα σε αυτήν την αντίφαση, μπορεί να πει κάποιος, ότι ήταν η εποχή στην οποία έζησε και οι αντιφάσεις της – ως ηγέτης της δεξιάς προσπάθησε να προωθήσει μια φιλελεύθερη ατζέντα στο κυπριακό, αλλά και σε θέματα κοσμικής κοινωνίας, αλλά, τελικά, δεν τα κατάφερε γιατί ο χώρος τον οποίο εκπροσωπούσε, κινείτο πολύ πιο αργά από τον ίδιο. Ή και ο ίδιος βολευόταν και δεν δοκίμαζε, καν, να αλλάξει τις απόψεις του κοινού του. Άφησε φιλελευθερους κληρονόμους, όπως τον κ. Μαρκίδη, ίσως μέρος του κοινού που διαβάζει τον Πολίτη ή την Καθημερινή λ.χ. Αλλά ως πολιτικός ανέχθηκε, επίσης, πολλά. Δεν μπορεί να μην ήξερε ο κ. Κληρίδης ότι, όταν επαναπροσλάμβανε τους 62, έκανε μια ευνοιοκρατική κίνηση για να κερδίσει μια μάχη από την ακροδεξιά. Δεν έκανε ανάλογες κινήσεις  προς άλλες παρατάξεις. Δεν μπορεί να μην ήξερε ότι ο «Άκης», τον οποίο ευχαρίστησε το βράδυ των εκλογών του 1998, έκανε διάφορες κομπίνες με τον υπουργό του τον κ. Μιχαηλίδη. Και ίσως όχι μόνο με αυτόν. Ήξερε. Απλώς, ο κ. Κληρίδης πίστευε ότι το κοινό δεν μπορεί να καταλάβει και ότι όσα γίνονται ανάμεσα στην ελίτ,, είναι αναγκαίο κακό. Είχε τις προτεραιότητες του και αυτές κυνήγησε. Το μεγαλύτερο του πρόβλημα ήταν ότι δεν κατανοούσε την έννοια των συνεπειών. Πίστευε ειλικρινά ότι θα μπορούσε να περάσει το σχεδιο Αννάν – αγνοώντας τι είχε αφήσει πίσω του με τις αντιφατικές κινήσεις του. Δεν μπορείς να σπέρνεις εθνικισμό και να περιμένεις συμφιλίωση. Αυτή η αντίφαση ήταν το μεγαλύτερο λάθος του – αλλά ίσως να ήταν και ένα σημείο, που αδυνατούσε, λόγω εποχής, να κατανοήσει.




Το ανολοκλήρωτο μετέωρο βήμα
Σε ένα κείμενο του[2] ο Μ. Ατταλίδης είχε θέσει το ερώτημα γιατί δεν υπήρξε «κριτική σκέψη» στην Κύπρο – αν και για να ακριβολογούμε θα μπορούσε, με βάση τα ενδιαφέροντα και τις ταυτίσεις του συγγραφέα, να επαναδιατυπωθεί ως εξής: γιατί δεν υπήρξε μια σταθερή φιλελεύθερη τάση στην Κύπρο; Ο φιλελευθερισμός με τη μορφή του βενιζελισμού εμφανίστηκε από την δεκαετία του 1920 και υπήρξαν φιλελεύθεροι πολιτικοί και διανοούμενοι και τη δεκαετία του 40 - όπως ο πατέρας Κληρίδης, ο κ. Λανίτης, ο κ. Θ. Παπαδόπουλος - αλλά ποτέ δεν κατάφερναν να συγκροτήσουν ένα χώρο ανάμεσα στην αριστερά και στη δεξιά. Ο Γ. Κληρίδης κατάφερε να επιβάλει τις φιλελεύθερες απόψεις, μετά το τραύμα του 74, στο κόμμα της δεξιάς. Αυτό ήταν τα μετέωρο του βήμα. Δεν κατάφερε να το ολοκληρώσει και αυτό φάνηκε το 2004. Και ίσως το γεγονός ότι στο τελευταίο μέρος της πολιτικής του καριέρας, όταν εστίασε στο κυπριακό, συνεργάστηκε ενεργά και βασίστηκε σε ένα μεγάλο βαθμό και σε τέως στελέχη της αριστεράς, όπως ο κ. Παπαπέτρου, να μην ήταν τυχαίο μιας σύγκλισης που είχε ιστορικές καταβολές – τουλάχιστον στο κυπριακό- αλλά παρέμεινε δέσμια των συγκυριών.
Ίσως, όμως, να ζητά κάποιος πολλά από ένα άνθρωπο. Έκανε ένα ιστορικό βήμα για την παράταξη του. Ίσως είναι καιρός κάποιοι άλλοι να το ολοκληρώσουν. Και σαφώς, αυτό που λείπει, είναι η κατανόηση των συνεπειών του δυισμου ανάμεσα στο δημόσιο λόγο και την πρακτικη των παρασκηνίων της ελίτ.





[1] Θα πρέπει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι στην κρίση του Φεβρουάριου του 1972, η οποία θεωρήθηκε σαν μια πρώτη πιθανότητα πραξικοπήματος, ο κ. Κληρ;Iδης στάθηκε στο πλευρό του Μακαρίου. Γενικά, στις κρίσιμες θεσμικά στιγμές, η θέση του ήταν σταθερή υπέρ της Δημοκρατίας σε μια εποχή που αρκετοί στον περίγυρό του έκαναν ετερόκλητες συμμαχίες και κινήσεις.

[2] Η έκδοση «Απροσκύνητοι» [του 1981] η οποία περιλαμβάνει ομιλίες του κ. Λυσσαρίδη, είναι εκφραστική των ρητορικών της τότε περιόδου. Από την άλλη, ο Τ. Παπαδόπουλος τότε, με δήλωσή του το 1975 υπερασπίστηκε την προσπάθεια Κληρίδη το εξάμηνο της απουσίας του Μακάριου.


[3] «Πάνω ή Πέρα από την Πραγματικότητα», σελ. 3, Φιλελεύθερος, 21/11,2013.


[4] «Παράγοντες που διαμόρφωσαν την Κοινωνία», στο «Κυπριακή Ζωή και κοινωνία», εκδ. Δήμου Λευκωσίας, 1993.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου