15 Νοε 2013

Όταν ο A. Greenspan ανακάλυψε την τασιηνόπιττα, την οποία μας σέρβιρε μέσω Ορφανίδη (Ή πώς ο γκουρού του νεοφιλελευθερισμού, τέως επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και διευθυντής του Ορφανίδη, ανακάλυψε ότι χωρίς εποπτεία ανακεφαλαιοποίησης, οι φούσκες σκάνε επικίνδυνα και τα μαθηματικά μοντέλα είναι όπως τις επαναλαμβανόμενες αυταπάτες)



Ο Άλαν Γκρήσπαν θεωρείτο, για ένα διάστημα, μάγος των οικονομικών. Ήταν για χρόνια επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και η διαχείρισή του θεωρείτο ότι αποδείκνυε ότι όλα μπορούσαν να ρυθμιστούν με μια έξυπνη χρήση της νομισματικής πολιτικής. Και μετά ήρθαν οι μέλισσες της Lehman Brothers και ο γκουρού εμφανίστηκε προβληματισμένος και σε μια στιγμή ειλικρινείας παραδέχθηκε ότι μπορει να και έκανε λαθη.. Η μαγεία χάθηκε και έμεινε ένας τεχνοκράτης, που πίστευε στη δήθεν ικανότητα των αγορών να αυτορυθμίζονται, να παρακολουθεί επί της εποπτείας του, τον κίνδυνο μιας τραπεζιτικής κατάρρευσης, χειρότερης και από την δεκαετία του 1930. Ο Greenspan ήταν ο επικεφαλής της αμερικανικής κεντρικής, όταν εργαζόταν εκεί ο κ. Ορφανίδης, τον οποίον έφερε στην Κύπρο ο κ. Παπαδόπουλος, μετά από εισήγηση του κ.Σαρρή.[1] Ο κ. Ορφανίδης δεν ήταν καν οικονομολόγος. Είχε σπούδασε μαθηματικά και όπως ένας φανατικός, όταν ανακάλυψε τα κλασικά οικονομικά, θεώρησε ότι όλα είναι απλώς παιχνίδια των αριθμών. Ο Γκρήνσπαν ήξερε, βέβαια, ότι τα μαθηματικά παιχνίδια έχουν τα όρια τους – ο Ορφανίδης ποτέ δεν το κατάλαβε. Και έτσι, όταν ήρθε στην Κύπρο να αναλάβει την Κεντρική Τράπεζα, υιοθέτησε το κλασικό ύφος του επαναπατρισθέντα, που βλέπει γύρω του αδαείς ιθαγενείς. Δεν ασχολήθηκε καν με τις αιτίες της κατάρρευσης της αμερικανικής οικονομίας, ενώ ήταν και ο ίδιος στην Κεντρική – και έτσι, εφάρμοσε τυφλά, σαν ένας υπάκουος μαθητής, ότι είχε δει χωρίς να κατανοεί, τους κίνδυνους επανάληψης της κατάρρευσης. Και στο μαθηματικό μοντέλο, το οποίο φάνηκε να πετυχαίνει, ήταν ότι αναπαρήγαγε την αμερικανική κρίση στην Κύπρο.

Ένας ξεπεσμένος γκούρου του μονεταρισμού, αναζητά το λάθος
Ο Γκρήνσπαν, αντίθετα, δεν ήταν ούτε δουλοπρεπής ιθαγενής για να πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες, ούτε ένας μαθηματικός κλεισμένος στα θεωρητικά μοντέλα. Η απάντησή του στο Κογκρέσο για τις ευθύνες του, τον κυνηγά ακόμα και παρά το ότι προσπάθησε να τις ανασκευάσει μετά, το ερώτημα για το τί πήγε λάθος, προφανώς, τον απασχολεί. Και φυσικά, δεν είναι τόσο ανόητος να κατηγορήσει τον τότε πρόεδρο για την κατάρρευση του τραπεζιτικού συστήματος. Ο Ορφανίδης ήταν απλώς ένα υπάλληλός του, που δεν καταλάβαινε καν την ουσία.

Στο τελευταίο του κείμενο, το οποίο δημοσιεύτηκε στο Foreign Affairs [“Never saw it coming. Why the financial crisis took economists by surprise”][2] ο Γκρήνσπαν κάνει μια ακόμα απόπειρα να ερμηνεύσει το τί πήγε στραβά. Είναι μια ενδιαφέρουσα απόπειρα, που δείχνει και το πώς έχουν μετακινηθεί μερικές παράμετροι της συζήτησης. Κατ’ αρχήν είναι ενδιαφέρουσες οι πολλαπλές αναφορές στον Κέυνς.
Το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι, αυτό πού οδήγησε στην κρίση, είναι αυτό που αποκαλεί animal spirits – τα οποία έχουν να κάμουν με την παράλογη συμπεριφορά, που είτε δεν μπορεί να σταματήσει, είτε παγώνει από φόβο και δεν δρα την κατάλληλη στιγμή. Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρεται σε 3 φαινόμενα, τα οποία αποδίδει στη ψυχολογία του ατόμου – και ελπίζει ότι ο κλάδος της μελέτης της οικονομικής συμπεριφοράς, θα βοηθήσει στην περαιτέρω διαλεύκανση τους: την τάση για αποφυγή του ρίσκου [risk aversion] , την τάση για προτίμηση του παρόντος οφέλους, παρά του αυριανού [time preference] και την τάσης της αγέλης - την οποία συνδέει με τη θεωρία του Βέμπλεν conspicuous consumption. Ένας συνδυασμός αυτών των 3 ζωωδών πνευμάτων/τάσεων οδήγησε σε απροθυμία πράξεων [για αποφυγή ρίσκου], στο όνομα του παρόντος κέρδους, όπως φαινόταν από τη ροή της «αγέλης»

«Αυτό ουσιαστικά συνέβηκε το 2008. Μέχρι την άνοιξη του 2007, τα spreads στις αγορές χρέους, είχαν σμικρυνθεί δραματικά, τα spreads μεταξύ junk bonds οι οποίες βαθμολογούνταν CCC ή ακόμα χαμηλότερα, και τα 10 χρόνα χρεόγραφα του αμερικανικού δημόσιου είχαν πέσει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες στις αγορές, κατανοούσαν τους αυξανόμενους κίνδυνους, αλλά ήξεραν επίσης ότι η φούσκα θα μπορούσε να συνεχίσει για χρόνια. Έτσι, οι χρηματιστικές εταιρείες φοβόντουσαν ότι αν αποσύρονται πιο νωρίς, θα έχαναν αναπόφευκτα μερίδιο αγοράς, ίσως ανεπανόρθωτα. Τον Ιούλιο του 2007, ο πρόεδρος και CEO της Citigroup, Charles Prince,  εξέφρασε το φόβο με το τώρα διάσημο σχόλιο του:  «Όταν σταματήσει η μουσική, με την έννοια της ρευστότητας, τα πράγματα θα είναι περίπλοκα. Αλλά για όσο συνεχίζει η μουσική να παίζει, πρέπει να σηκωθείς και να χορεύεις. Ακόμα χορεύουμε.»
Οι χρηματιστικές εταιρείες αποδέχονταν τον κίνδυνο πιστεύοντας ότι θα μπορούσαν να προβλέψουν την αρχή της κρίσης για να μπορέσουν να αποσυρθούν. Όμως, νόμιζαν ότι το ρίσκο θα ήταν περιορισμένο, πιστεύοντας ότι ακόμα και αν αναπτυσσόταν η κρίση, η φαινομενικά ακόρεστη ζήτηση για εξωτικά χρηματιστικά προϊόντα, θα μειωνοταν πολύ αργά, επιτρέποντας τους να πωλήσουν το πορτοφόλιο τους χωρίς ζημιά. Έκαναν λάθος. Απέτυχαν να αναγνωρίσουν ότι η ρευστότητα της αγοράς είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενη από το βαθμό αποφυγής ρίσκου των επενδυτών… Καθως οδευαμε προς την κρίση, υπήρχε χαμηλή τάση αποφυγής του ρίσκου η οποία οδήγησε στα χαμηλά spreads και μεγάλα ποσοστά ανταλλαγών, δημιούργησαν μια φαινομενική ρευστότητα και την αυταπάτη ότι οι εταιρείες μπορούσαν να πουλήσουν τα πάντα. Αλλά όταν εμφανίστηκε και εμπεδώθηκε μια υποχώρηση της αγορας λόγω φόβου, η ρευστότητα εξαφανίστηκε…»»[3]

Και ποιό είναι τελικά το συμπέρασμα του γκουρού που ανακάλυψε στα γεράματα ότι οι φούσκες στηρίζονται στην αυταπάτη της ρευστότητας;
«..οι ιδιωτικοί διαχειριστές κινδύνου, η  κεντρική τράπεζα, και άλλοι επόπτες/ελεγκτές απέτυχαν να διασφαλίσουν ότι οι χρηματιστικοί θεσμοί ήταν επαρκώς ανακεφαλαιοποιημένοι, εν μέρει διότι όλοι αποτύχαμε να κατανοήσουμε την υπόγεια διάσταση και το ακριβές μέγεθος των κίνδυνων, οι οποίοι θα αποκαλύπτονταν στην μετά την Lehman brothers  εποχή»[4]
Η αναγνώριση της ανάγκης για επαρκή κεφαλαιοποίηση είναι, ουσιαστικά, μια αναγνώριση της νέας τάσης των κεντρικών τραπεζών να απαιτούν υψηλότερα ποσοστά κεφαλαιοποίησης στις τράπεζες.
Όμως, οι ομολογίες του κ. Greenspan επεκτείνονται και σε δυο άλλους τομείς. Αναγνωρίζει ότι η κατανόηση των επιπτώσεων των κρίσεων, υπήρξε λανθασμένη – μέχρι το 2007, λέει, η αντίληψη ήταν ότι οι κρίσεις αφήνουν μια μικρή πιθανότητα για μακροχρονιες αρνητικές συνέπειες - στον τομέα των επενδύσεων - μετά την κρίση. Το tail risk αποδείχθηκε, όμως τελικά, πολύ πιο μεγάλο – «the tail was morbidly obese», όπως γράφει χαρακτηριστικά. Αυτό το fat tail, που δεν είναι πια αποτέλεσμα της τύχης, αλλά μάλλον συστημικών δεδομένων [αλλα δεν πάει μέχρι εκεί ο Greenspan], ενισχύει κατά συνέπεια την ανάγκη για επιπρόσθετη ανακεφαλαιοποίηση.
Ο Κέυνς θα ένιωθε δικαιωμένος από τους αντίπαλούς του – και όσοι θυμούνται τις συζητήσεις στην Κύπρο τον περασμένο Ιούλιο για το κούρεμα ασφάλειας στην Τ. Κύπρου, θα πρέπει να νιώθουν και πάλι πόσο ζουν στο μικρόκοσμο τους μερικοί σε αυτή την άκρη της Μεσόγειου. Τελικά, μόνο ο διοικητής καταλάβαινε το τί λένε οι σύγχρονες τάσεις στα οικονομικά;

Και ένας επίλογος για την Κύπρο: όταν η πραγματικότητα επαναλαμβάνεται, μάλλον πρέπει να φταίνε οι εξισώσεις, που δεν την κατανοούν – «being mugged by reality»
Και ως επίλογο ο Greenspan αφήνει ένα σαρκαστικό σχόλιο για τη χρήση των μαθηματικών στην οικονομική ανάλυση. Μετά από τόσες αποτυχίες λέει, η όλη διαδικασία θυμίζει τη φράση «having been mugged too often» - να σε έχουν ληστέψει αρκετές φορές, όποτε να μην εμπιστεύεσαι πια. Και ο «ληστής» στο συγκεκριμένο είναι η «πραγματικότητα» [mugged by reality].
«Θα χρειάζεται πάντα να απλωνόμαστε πέρα από τις εξισώσεις για να κανουμε/εφαρμόζουμε οικονομικές αξιολογήσεις».
Ένα από τα προβλήματα, που άφησε η θητεία του κ. Greenspan, ήταν και υπάλληλοι, όπως ο κ. Ορφανίδης, που ποτέ δεν κατάλαβαν τη διάφορα των οικονομικών από τις αφαιρέσεις των εξισώσεων, ή ίσως και των εξισώσεων από την πραγματικότητα. Στη συγκεκριμένη κυπριακή περίπτωση, η πραγματικότητα ήταν αδίστακτη, όταν σάρωσε τις εξισώσεις του τότε διοικητή, που αντί να ασκεί εποπτεία νόμιζε ότι όλα θα ρυθμιστούν μόνα τους, ενώ αυτός θα βοηθούσε τους φίλους του.




[1] Χαρίλαος Σταυράκης. 2012. Οικονομία στην Πολιτική, Πολιτική στην Οικονομία. σελ. 36
[2] Foreign Affairs,  τεύχος Νοέμβριος/Δεκέμβριος 2013, σελ. 88
[3] Foreign Affairs, σελ. 93
[4] Foreign Affairs, σελ. 95

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου