22 Νοε 2013

Λατινική Αμερική: μια σαρωτική νίκη της αριστεράς στη Χιλή και ένας οικονομικός πόλεμος στα καταστήματα της Βενεζουέλας



Κλείνουν φέτος 40 χρόνια από το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή, το 1973. Εκείνη η τρίχρονη αριστερή διακυβέρνηση έγινε σύμβολο, όχι τόσο για τα όσα διεκδίκησε, αλλά πολύ περισσότερο για την υστερία, με την οποία αντιμετωπίστηκε - ως το πρώτο άνοιγμα ενός δρόμου. Και έτσι ο Αλλιέντε έγινε ένα παράλληλο μαζί με τον Τσε Γκεβάρα σύμβολο της παγκόσμιας και της λατινοαμερικάνικης αριστεράς: ο ένας ως ο αντάρτης και ο άλλος ως ο πολιτικός, που εξέφρασε τη θέση ότι μπορεί να επιτευχθεί ριζική κοινωνική αλλαγή μέσα από θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Τελικά, τα θύματα του πρώτου κύματος της αριστεράς, της περιόδου 1967-73, έγιναν τα σύμβολα του δεύτερου κύματος - που ξεκίνησε το 1989 - και που έφερε την αριστερά να είναι ηγεμονική σχεδόν σε ολόκληρη τη λατινική Αμερική μετά το 2000. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φετινές εκλογές στη Χιλή είχαν έντονα το στοιχείο του déjà vu: οι δυο βασικές υποψήφιοι ήταν κόρες στρατιωτικών – η μια ενός αξιωματικού, που πέθανε υπερασπίζοντας τη δημοκρατία και τον Σ. Αλλιέντε και η άλλη ενός αξιωματικού της χούντας του Πινοσέτ.

Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο, σε δυο άλλες χώρες, οι απόηχοι του παρελθόντος ήταν έντονοι. Στην Κολομβία ανακοινώθηκε ένα ακόμα βήμα στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους αριστερούς αντάρτες του FARC και την κυβέρνηση – σε ένα κλίμα, όπου οι κινητοποιήσεις δείχνουν, επίσης, μια τάση μεταμόρφωσης σε μια κοινωνία, που έζησε τον εμφύλιο, αλλά και την καταστολή για χρόνια. Και δίπλα, στη Βενεζουέλα, η αριστερή κυβέρνηση έκανε μια επίκληση επίσης στο παρελθόν των οικονομικών πολέμων στην κατανάλωση - που θύμιζαν και τις αντιπαραθέσεις στην Χιλή, αλλά και στη Βενεζουέλα το 1989 - με την επέμβαση για μείωση των τιμών στην αγορά.


Η νίκη της αριστεράς στη Χιλή, σε ιστορικό φόντο



Στις εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Χιλή, η αριστερά ως σύνολο κέρδισε σαρωτικά. Η υποψήφια της κεντροαριστεράς Μ.  Bachelet κέρδισε τον πρώτο γύρο με 47%, ενώ η δεξιά ανθυποψηφιος πήρε μόλις 25%. Δυο άλλοι ανεξάρτητοι υποψήφιοι, που πήραν σχεδόν από 10% εκφράζουν, επίσης, μια τάση αμφισβήτησης του κατεστημένου – ο ένας, ο Ominani, - ο οποίος πήρε ένα ποσοστό 10.98% - είναι και γιος του ηγέτη του κινήματος της επαναστατικής αριστεράς επί Αλλιέντε και εκπροσωπεί ένα κίνημα με παραπομπή στο «σοσιαλισμό του Αλλιέντε». Και επιπρόσθετα υπήρχαν και δυο άλλοι αριστεροί υποψήφιοι με μικρότερα ποσοστά: η υποψήφια του κόμματος της «ισότητας», το οποίο γεννήθηκε από μια συμμαχία κοινωνικών κινημάτων πήρε 1.27%, ενώ το αριστερό κόμμα του «ουμανιστών» πήρε 2.81%. Μια άλλη ενδιαφέρουσα εξέλιξη ήταν η εκλογή στο κοινοβούλιο τεσσάρων εκπροσωπών του  φοιτητικού κινήματος, το οποίο άλλαξε δραματικά τις ισορροπίες στη Χιλή. Συνολικά, η αριστερά εξασφάλισε το λιγότερο 62% - η κεντροαριστερή συμμαχία της Bachelet, η υποψηφιότητα του Ominani,  και οι δυο μικρές αριστερές υποψηφιότητες - ενώ και δυο άλλοι υποψήφιοι ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της αμφισβήτησης του υπάρχοντος κατεστημένου: ο άλλος ανεξάρτητος υποψήφιος, ο οποίος πήρε 10.11% προσδιορίζεται ως κοινωνικός φιλελεύθερος, ενώ ο υποψήφιος του οικολογικού κόμματος, ο οποίος πήρε 2.35% προσδιορίζεται ως οικονομολόγος και ως healer με αποχρώσεις των κινημάτων της δεκαετίας του 1960. Αυτό το ευρύτερο κλίμα αλλαγής φτάνει τα 74%.
Το 1973, στο απόγειο της αντιπαράθεσης γύρω από την προεδρία Αλλιέντε, ο συνασπισμός της Λαϊκής ενότητας πήρε ποσοστό 44.11% - κάτι το οποίο θεωρήθηκε άνοδος, αφού στις προεδρικές του 1970 ο Αλλιέντε είχε κερδίσει με 36.61%.

Η σαρωτική άνοδος της αριστεράς δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του χρόνου και της αντιπάθειας, που άφησε η δικτατορία του Πινοσέτ – η οποία τελείωσε έτσι και αλλιώς πριν 20 χρόνια. Οι αλλαγές στην κοινωνία είναι και αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων, αλλά και των αδιέξοδων του ευρύτερου μοντέλου, το οποίο επέβαλε η δικτατορία. Και με αυτήν την έννοια, η νικητής αριστεράς ξανά-ανοίγει ζητήματα κοινωνικής αλλαγής, που είχαν μείνει μετέωρα μετά το πρώτο βήμα του 1970-73: για το πώς δηλαδή μπορεί να επιτευχθεί κοινωνική αλλαγή/μεταμόρφωση μέσα από θεσμικές διαδικασίες, που συχνά είναι οικοδομημένες για να εμποδίζουν την αλλαγή; Το βασικό πρόβλημα, το οποίο θα αντιμετωπίσει η αριστερά και η Bachelet όταν εκλεγεί, όπως αναμένεται στο δεύτερο γύρο του Δεκέμβρη, είναι το σύνταγμα του Πινοσέ,τ το οποίο σκόπιμα δίνει υπερβολικές εξουσίες στην αντιπολίτευση για να μπλοκάρει μεταρρυθμίσεις. Στην πρώτη της θητεία, η Bachelet, η οποία είναι κόρη στρατιωτικού σύμμαχου του Αλλιέντε, ο οποίος είχε δολοφονηθεί, ήταν προσεκτική να μην ταραχθούν οι ισορροπίες. Σήμερα ωστόσο, η Χιλή είναι πια μια διαφορετική χώρα. Η απομυθοποίηση της εξουσίας από το φοιτητικό κίνημα, αλλά και του φόβου τον οποίο άφησε η δικτατορία είναι πια εμφανής και στα εκλογικά αποτελέσματα, αλλά και στις δυναμικές του δρόμου. Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα κυβέρνηση μπορεί να έχει να αντιμετωπίσει, όχι μόνο την απόπειρα της δεξιάς μειοψηφίας πια να υπερασπίσει τα δικαιώματα της, αλλά και την πίεση του δρόμου που αναμένει πολλά, καθώς το κλίμα θυμίζει σε αρκετές περιπτώσεις το πνεύμα του 70-73. Η Bachelet έχει υποσχεθεί να αυξήσει την φορολογία  στους πλούσιους για να χρηματοδοτήσει μέτρα για τα λαϊκά στρώματα – και ιδιαίτερα για τη μεταρρύθμιση της παιδείας, η οποία σύμφωνα και με έκθεση του ΟΑΣΕ είναι η προτελευταία σε μια έρευνα για τον ταξικό διαχωρισμό στην εκπαιδευση.

Αλλά τα προβλήματα δεν μένουν μόνο εκεί – το νεοφιλελεύθερο πείραμα που εφαρμόστηκε με τα τανκς του Πινοσέτ άφησε πίσω του μερικές από τις πιο κραυγαλέες ανισότητες και στην περιοχή και ευρύτερα:
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, ανάμεσα στο 2000 και το 2009, το πλουσιότερο 20% απολάμβανε το 58% του εθνικού εισοδήματος, ενώ το φτωχότερο 20% λάμβανε μόλις το 4%.
Το σύστημα συντάξεων, το οποίο έχει επίσης τις ρίζες του στη δικτατορία, είναι επίσης άδικο και εξασφαλίζει τεράστια κέρδη για τις ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες το διαχειρίζονται - οι εργαζόμενοι είναι υπόχρεοι να πληρώνουν σε ιδιωτικά ταμεία. Μέχρι και ο νυν συντηρητικός πρόεδρος παραδέχθηκε ότι «οι μισοί Χιλιανοί δεν έχουν ασφαλιστική κάλυψη για σύνταξη, και από αυτούς που έχουν, τα 40% θα δυσκολευθεί να φτάσει έστω στο κατώτατο επίπεδο.»

Η επιστροφή του Caracazo  στη Βενεζουέλα: ο ταξικός πόλεμος στην κατανάλωση
Στη Βενεζουέλα, τα πράγματα πήραν πρόσφατα μια ενδιαφέρουσα τροπή. Μετά από μια περίοδο αναποφασιστικότητας του Μαδούρο, του προέδρου, ο οποίος εκλέγηκε ως διάδοχος του Τσάβεζ, ξαφνικά την περασμένη βδομάδα έκανε μια κίνηση, την οποία αρκετοί την έταξαν στο πλαίσιο του οικονομικού πολέμου, ο οποίος διεξάγεται κάποτε ανοικτά και κάποτε υπόγεια ανάμεσα στους τσαβίστας και την αστική αντιπολίτευση. Αυτός ο πόλεμος είναι γνωστός από την εποχή του Αλλιέντε στη Χιλη. Η αντιπολίτευση, η οποία ελέγχει την αγορά - τις εισαγωγές και τις εξαγωγές - συχνά προκαλεί ελλείψεις για να δημιουργήσει κλίμα πολιτικής αποσταθεροποίησης. Οι Τσαβίστας απάντησαν σε αυτές τις τακτικές με την οργάνωση κρατικών καταστημάτων για την παροχή των βασικών ειδών.
Η νέα αντιπαραθεση, ωστόσο, δεν είχε στόχο τα βασικά είδη, αλλά τα ηλεκτρικά είδη. Μετά την νέα αύξηση στις τιμες, ο Μαδούρο εξέδωσε διάταγμα, απαιτώντας να διατηρούν οι τιμές του προηγούμενου μήνα – και ταυτόχρονα διέταξε να γίνουν έρευνες στα λογιστικά βιβλία των εταιρειών και των καταστημάτων, για να φανεί το ποσοστό κέρδους το οποίο αντλούσαν. Η νομική διάσταση της επέμβασης είχε να κάνει με το ότι η κυβέρνηση παρέχει/δανείζει στους εισαγωγείς δολάρια για τις εισαγωγές, τα οποία ανήκουν στα κρατικά ταμείο από την πώληση πετρελαίου.

Η κυβερνητική απόφαση προκάλεσε ένα είδος ταξικού πόλεμου της κατανάλωσης, καθώς σχηματίστηκαν ουρές έξω από τα καταστήματα, τα οποία αναγκάστηκαν να μειώσουν τις τιμές, ενώ ξεκίνησαν και έρευνες για αισχροκέρδεια. Ήταν μια απρόσμενη κίνηση, η οποία φάνηκε να πιάνει τον παλμό του δρόμου – σε μερικές περιπτώσεις έγιναν και λεηλασίες καταστημάτων που θύμισαν την εξέγερση του 1989 - το Caracazo όπως ονομάστηκε - η οποία θεωρείται η αρχή του κινήματος, που οδήγησε 10 χρόνια μετά στην νίκη του Τσάβεζ. Η μεσαία τάξη, ενεχόμενος και μερίδα οπαδών του Τσάβεζ, βρέθηκε σε αμηχανία. Ο Μαδούρο πάντως φάνηκε να παίρνει την πρωτοβουλία. Την επόμενη βδομάδα, το κοινοβούλιο, το οποίο ελέγχουν οι τσαβίστας του έδωσε το δικαίωμα να κυβερνά με διατάγματα στην οικονομία – δίνοντας έτσι ένα είδος επέκτασης στην αντιπαραθεση γύρω από τον οικονομικό πόλεμο. Ήδη κυκλοφορούν στη Βενεζουέλα σενάρια για σχέδιο αποσταθεροποίησης και άρα ανεβαίνει και η ένταση.
Ο Economist  φάνηκε να ανησυχεί με αυτήν την στροφή, αν και την προσδιόρισε εν μέρει και ως προεκλογική κίνηση εν όψη των τοπικών εκλογών του Δεκέμβρη. Ένας αριστερός ανταποκριτής στο counterpunch από την άλλη, μετέφερε ένα άλλο κλίμα:
«..το πρόβλημα με το Caracazo του 1989, δεν ήταν η μεταφορά πλούτου μέσα από τις λεηλασίες καταστημάτων, αλλά η έλλειψη κατεύθυνσης και η αγρία καταστολή που ακολούθησε. Ένα οργανωμένο Caracazo, ένα Caracazo με πολιτική συνείδηση ίσως να είναι ..μια επανάσταση.
Τουλάχιστον ήταν μια εντυπωσιακή εμπειρία και διαδικασία μάθησης. Τώρα οι μάζες νιώθουν ότι συμμετέχουν άμεσα στην οικονομία. Παντού στους δρόμους υπάρχουν συζητήσεις ανάμεσα στους ανθρώπους της καθημερινότητας για το «ποσοστό κέρδους», «το δάνειο του πετρελαίου» και την «παρασιτική αστική τάξη». Και για πρώτη φορά το ηθικό φαίνεται να είναι τόσο ψηλό μετά από το θάνατο του Τσάβεζ.» http://www.counterpunch.org/2013/11/15/refrigerator-wars-in-venezuela/




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου