13 Οκτ 2013

«Πικκής είμαι, ό,τι θέλω κάμνω»: Το άδοξο τέλος μιας θεαματικής φούσκας ως έμμεση παραδοχή της παρανομίας της επιτροπής


Η «υποδοχή» της παράστασης Πική, τη Δευτέρα 10/10, ήταν εν μέρει απρόσμενη, αλλά είχε προετοιμαστεί ήδη, όπως φάνηκε και με την απόφαση του Πολίτη να έχει πρωτοσέλιδη συνέντευξη του Α. Κυπριανού, ο οποίος κατήγγελε ότι το πόρισμα ήταν προαποφασισμένο.. Η παράσταση του κ. Πική από μόνη της δεν το βοήθησε καθόλου – αφού άφησε να διαρρεύσει το πόρισμα - διότι ο ίδιος το έδωσε στο προεδρικό, αντί στο γενικό εισαγγελέα - ήταν, ήδη, γνωστό και έτσι η προχειρότητά του, αλλά και η κραυγαλέα μεροληψία του ήταν μπροστά σε όλους για να το δουν. Αλλά το σκηνικό υπονομεύτηκε ακόμα περισσότερο, όταν η κ. Η. Νικολάου διαφοροποιήθηκε με συμπληρωματικό πόρισμα, ενώ ένας από τους «ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες», ο κ. Ζένιος, διαφοροποιήθηκε έντονα από το πόρισμα. Και ο κ. Πικής πρόσφερε το κερασάκι στην τούρτα, όταν έκανε επίδειξη του αυταρχισμού του και αρνήθηκε να απαντήσει ερωτήσεις. Όλοι ήξεραν ότι το καίριο θέμα των ερωτήσεων δεν θα ήταν μόνο τί δεν συμπεριλήφθηκε, αλλά και το πρόβλημα που εκκρεμεί από το τέλος Αυγούστου για την παρανομία της επιτροπής. Και το ύφος του έκανε εξώφθλαμο αυτό, που ήταν ήδη μια σαφής υποσυνείδητη υποψία: ότι η βασική κατηγορία εναντίον του Δ. Χριστόφια, ότι λειτουργούσε με το «κάμνω ότι θέλω», ήταν ουσιαστικά ψυχαναλυτική προβολή της δικής του νοοτροπίας. Ο κ. Πικής έγινε Πικκής. Έτσι, η απολαυστική κριτική από τον κ. Μαρκίδη, το βράδυ, ήταν για τον ίδιο και μια δικαίωση, αφού είχε τοποθετηθεί ανάλογα από τον Ιούνιο. Το ότι την επόμενη μέρα ο Φιλελεύθερος έστιασε πρωτοσέλιδα στο ότι το κείμενο του κ. Ζένιου, για τις τράπεζες, δεν συμπεριλήφθηκε στο «πορισμα» ηταν εκφραστικο και των θεσεων του προεδρικού.

Οι κουτοπόνηρες κινήσεις του κ. Πική για να συγκαλύψει τις τράπεζες και τον εαυτό του
Φαίνεται ότι, όταν ανέλαβε την προεδρία της επιτροπής τον περασμένο Μάρτιο, ο κ. Πικής θεώρησε ότι θα έκανε μια δημόσια επίδειξη της τάσης του να επιβάλλεται. Είχε αυτή την τάση ως δικαστής, όπως έδειξε και στην περίπτωση της αφαίρεσης του δικαιώματος έφεσης από τον κ. Α. Κωνσταντινίδη, επειδή δεν του άρεσαν τα κείμενά του. Σε αυτή την περίπτωση, μάλλον, θεώρησε ότι η δικαιολόγηση/νομιμοποίηση ό,τι και αν έκανε, θα ήταν η χρησιμοποίηση της επίθεσης ενάντια στον τέως πρόεδρο. Έτσι, «το φταίει ο Χριστόφιας» ήταν το κοκκαλάκι, που έριξε στα ΜΜΕ για να πετύχει την αποδοχή.
Όμως, στην πορεία δυσκόλεψαν τα πράγματα. Όταν σε κάποια φάση ο κ. Πικής συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να διερευνήσει τον νυν πρόεδρο σκέφτηκε φαίνεται το κόλπο με τις υποθέσεις που είναι ενώπιον δικαστηρίου – και τις ό,ποιες τάχα μου δεν μπορούσε να διερευνήσει. Αυτή η κίνηση θα επέτρεπε στην επιτροπή να ακούσει μεν τους τραπεζίτες, αλλά να μην τους επιρρίψει ευθύνες και άρα να προσπεράσει μια σειρά ζητήματα, που δεν ήθελε - Αξιόγραφα, Εγνατίας, Transilvania Bank - αλλά και κάνει ο ίδιος ο κ. Πικής την κωμική ομολογία ότι αποδέχτηκε να το διορίσουν για να διερεύνησει τον κ. Αναστασιάδη τον Απρίλιο, και τον Αύγουστο μας ανακοίνωσε ότι έκεινη η δήλωση ήταν κοροϊδία – δεν θα το διερευνούσε, όπως και τις τράπεζες. Όπως φάνηκε η «προστασία των τραπεζών» ήταν μέσα στους υπόγειους όρους εντολής της επιτροπής. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα με το διορισμό του κ. Κραμβή, ο οποίος έχει άμεση σχέση με το δικηγορικό γραφείο της Τράπεζας Κύπρου, αλλά και από την τάση του κ. Πική να ταυτίζεται με τις θέσεις του κ. Σαρρή και του κ. Ν. Παπαδόπουλου, οι οποίοι είχαν άμεση εμπλοκή με τη Λαϊκή Τράπεζα – είτε ως επικεφαλής, όταν οδηγηθήκε στην  κρατική στήριξη, είτε ως επικεφαλής δικηγορικού γραφείου της τράπεζας. Άλλωστε ήταν σαφές ότι το πόρισμα ήταν και ένα πολιτικό κείμενο προσπάθειας ενίσχυσης της υποψηφιότητας Ν. Παπαδόπουλου στις εσωκομματικές εκλογές στο ΔΗΚΟ. Εξιδανίκευε με σαφή στοιχεία λογοκρισίας την προεδρία του κ. Παπαδόπουλου[1] ενώ υιοθέτησε πλήρως όλες τις θέσεις του Ν. Παπαδόπουλου – και έτσι δεν το ρώτησε, ούτε για την μη-ψήφιση νομοσχεδίων για την αύξηση των εσόδων από φορολόγηση του πλούτου ή πάταξη της φοροδιαφυγής, αλλά ούτε του απέδωσε ευθύνες, ως επικεφαλής της επιτροπής οικονομικών, για την κρατική στήριξη της Λαϊκής, τον ΕΛΑ κλπ.

Η δημόσια αντίδραση ως έμμεση αποδοχή του παράνομου της επιτροπής και η ανησυχία από τη δημόσια οργή για τη συγκάλυψη των τραπεζών
Υπήρχαν δυο  ουσιαστικά προβλήματα, τα οποία οδήγησαν στην αποδοκιμασία του πορίσματος. Το πιο σοβαρό ήταν το ζήτημα της νομιμότητας. Μπορεί κάποιος να θεωρήσει τη δημόσια απόρριψή του ως κρυφή αποδοχή ότι η επιτροπή είναι όντως παράνομη. Μετά από τη δήλωση του τέως Γενικού Εισαγγελέα ότι δεν διόρισε τον κ.Πική, τότε είτε ο πρόεδρος παραπλάνησε για θέματα που τον αφορούν, όταν έλεγε ότι θα διερευνηθεί - το οποίο είναι σοβαρό - είτε έγινε λάθος, και άρα ήταν παράνομη η επιτροπή. Στο κυπριακό πλαίσιο συμβιβασμών τα θέμα αφέθηκε να πέσει μαλακά. Αλλά τα δεδομένα είναι εκεί. Ο κ. Πικής δεν τόλμησε ούτε γραπτώς ούτε προφορικά να εξηγήσει γιατί δεν είναι παράνομη η επιτροπή με βάση το υπάρχον νομοσχέδιο για ερευνητικές επιτροπές. Ο νυν Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε το κλίμα. Την ίδια μέρα ανακοίνωσε ότι το ζήτημα της αντιπαράθεσης Πική-Χριστόφια δεν ήταν δικό του θέμα – ταυτιζόμενος με τη μειοψηφική, όπως ακούστηκε θέση ότι αν υπήρχε πρόβλημα μπορούσε η επιτροπή να το χειριστεί μόνη της. Ενώ απεφυγε, ευγενικα μπορει να πει καποιος, να τοπθετηθει για το παρανομο του διορισμου της. Αν το θεμα εφτανε στο Ανώτατο Δικαστήριο, το ρεζιλίκι θα μπορουσε να ηταν  ακόμα πιο κραυγαλέο: είτε θα φαινόταν ότι η κυβέρνηση ήταν ύποπτη, είτε το ανώτατο θα καμωνόταν ότι δεν βλέπει τον νόμο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ατάκα της υστερίας του 2011, «φταίει ο Χριστόφιας» δεν φάνηκε να πιάνει. Και ο Πικής έμεινε σαν ένας γυμνός Πολυβίου να κοιτάζει αμήχανος την κοινή γνώμη.

Ο άλλος παράγοντας που έπαιξε σαφώς ρόλο ήταν η οργή της κοινής γνώμης για τις τράπεζες. Και εδώ ίσως να σμικρύνεται δραματικά η απόσταση από την κατανόηση ότι η φράση «φταίει ο Χριστόφιας» είναι στάχτη στα μάτια για προσπάθειες συγκάλυψης των σκανδάλων των τραπεζών. Και το πρόβλημα των τραπεζών είναι εκεί, όσο και αν προσπαθούν να το λογοκρίνουν τα ΜΜΕ, τα οποία εξαρτούνται από τη διαφήμιση και τα άλλα μπόνους των τραπεζών - που φυσικά δεν διερευνήθηκαν. Στην πραγματικότητα ήδη πλανιέται ο φόβος για ξεπούλημα σπιτιών. Ενώ η πιθανότητα να θέλουν και άλλα δισεκατομμύρια οι τράπεζες είναι υπαρκτός, όπως ακούστηκε από τους οίκους αξιολόγησης.



[1] Για τεκμηρίωση αυτής της σκόπιμης απόκρυψης δεδομένων και συγκριτικών αναφορών, βλ. την ανάλυση κειμένου του πορίσματος στο Αφιέρωμα, στο παρόν τεύχος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου