11 Οκτ 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: η επιτροπή Πική ως κείμενο και ως Θέαμα

Η Δέφτερη Ανάγνωση παρακολούθησε την εξέλιξη του θεάματος της επιτροπής Πική και κατέγραψε την προσπάθεια, που δεν αφορούσε μόνο τα τρία άτομα της επιτροπής, αλλά ένα ευρύτερο πλαίσιο που προωθούσε την επίθεση ενάντια στις κοινωνικές, αλλάκαι επιστημονικές αντιλήψεις που αντιστέκονται στη λιτότητα ή επέμεναν σε διαπραγματεύσεις, έστω με την τρόικα. Και φυσικά, το αποκορύφωμα της όλης προσπάθειας της επιτροπής και της περιρρέουσας ήταν η συγκάλυψη των ευθυνών των τραπεζών. Το ότι εκείνη η προσπάθεια κατέληξε σε φιάσκο είναι ευχάριστο, αλλά είναι επίσης σημαντικό να καταγράφουν όσα έγιναν. Γιατί η μνήμη της συγκεκριμένης προσπάθειας είναι χρήσιμη και για το πως οργανώθηκε, αλλά και το πώς απέτυχε.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Δ.Α. δημοσιεύει σήμερα μια ανάλυση του κειμένου της επιτροπής και μια συλλογή των δημοσιεύσεων της από τον Απρίλιο με την μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου.


Ανάλυση του κειμένου της ερευνητικής επιτροπής για την οικονομία:

μια θλιβερή κατάληξη προχειρότητας, απόκρυψης στοιχείων, μεροληπτικής αντιμετώπισης, και αυταρχικού λόγου


Η δημοσιοποίηση του κειμένου, στο οποίο κατέληξε η ερευνητική επιτροπή υπό τον κ. Πική, ήταν αποκαλυπτική μιας θλιβερής διαδικασίας, που θα υπενθυμίζει, από εδώ και μπρος, ως τεκμήριο το θλιβερό επίπεδο, στο οποίο μπορεί να καταλήξουν μερικοί για την εξυπηρέτηση συμφερόντων πέρα από το δημόσιο ρόλο, ο οποίος τους ανατίθεται. Το ότι το κείμενο δόθηκε στην κυβέρνηση και ακολούθως η ίδια το διέρρευσε επιλεκτικά, ενώ η επιτροπή υπάκουε/ακολουθούσε[1] στο πώς και πότε θα έκανε δημόσια δήλωση, ήταν εκφραστικό.

Η ίδια η παράσταση της παρουσίασης που έγινε στις 7/10 ήταν επίσης θλιβερή – αποκαλύφθηκε ότι έγγραφα δεν συμπεριλήφθηκαν,[2] η μια από τα 3 μέλη κατέθεσε συμπληρωματικό κείμενο, στο οποίο προσπαθούσε τουλάχιστον να αποδώσει κάποιες ευθύνες στις τράπεζες - και άρα τα άλλα δυο μέλη δεν συμφωνούσαν - ενώ ο επικεφαλής της επιτροπής ο οποίος για 40 χρόνια, όπως παρατηρήθηκε εύστοχα υποστήριζε τη θέση ότι «κανένας παράνομα διορισθείς δεν μπορεί να παράγει οτιδήποτε νόμιμο», ξαφνικά αποφάσισε να μην εφαρμόσει στον εαυτό του τη συγκεκριμένη αρχή – και ούτε καν σχολίασε στην παρουσίαση/ανάγνωση του κειμένου του το καθεστώς διορισμού του, το οποίο τέθηκε υπό σαφή αμφισβήτηση.
Αλλά, δυστυχώς, αυτά δεν είναι τα μόνα προβληματικά συμπτώματα σε ένα κείμενο που είναι γεμάτο από έμμεσες ομολογίες για την ανεπάρκεια - όσον αφορά στο αντικείμενο της διερεύνησης - αλλά και την εμφανή προκατάληψη των μελών της.

Η ανάλυση κειμένου, η οποία ακολουθεί είναι το αποτέλεσμα μιας ανάγνωσης του «πορίσματος»με βάση δυο άξονες:
1. Κατά πόσο η παρουσίαση και η χρήση των τεκμηρίων έγινε με τρόπο που ήταν σφαιρικός και απέδιδε το τι ειπώθηκε ή τί υπήρχε διαθέσιμο στην επιτροπή ή κατά πόσο υπάρχει στο κείμενο μια τάση για λογοκρισία και αποσιώπηση στοιχείων, που δεν βόλευαν το στόχο που φαίνεται να είχε η επιτροπή- ή τουλάχιστον η πλειοψηφία. Ως συγκριτικό μέτρο χρησιμοποιήθηκαν οι αναφορές στις εφημερίδες για τις ακροάσεις της επιτροπής – και επιλέχθηκαν εφημερίδες, τις οποίες η ίδια η επιτροπή παρουσίαζε ως έγκυρες και τις αντίγραφε χωρίς σχόλια ή ενδοιασμούς.
2. Κατά πόσο το κείμενο χαρακτηρίζεται από μια ισόμερη αντιμετώπιση των ατόμων, τα οποία κατέθεσαν.

Η αξιολόγηση χωρίστηκε σε κατηγόριες και η τεκμηρίωση είναι ενδεικτική. Είναι σαφές ότι η επιτροπή ήταν, όχι μόνο μεροληπτική, αλλά προέβηκε σε εντυπωσιακές μορφές λογοκρισίας τεκμηρίων για να προωθήσει αυτό που φαίνεται να ήταν προαποφασισμένες θέσεις. Με δεδομένο ότι η επιτροπή είναι δημόσιος θεσμός, αυτή η συμπεριφορά αποτελεί ουσιαστικά ένα είδος παραβίασης τους νόμου και είναι πλέον καιρός να αρχίσει να προβληματίζεται η κοινωνία από την αυθαιρεσία ατόμων, που θεωρούν ότι μπορούν να υποβάλουν και να επιβάλουν θέσεις και προκαταλήψεις, αγνοώντας και τους όρους εντολής τους, αλλά και το αίσθημα του δικαίου. Τίθεται επίσης και σαφές θέμα Διαπλοκής, αφού η επιτροπή, όχι μόνο έκανε ότι αγνοούσε ξεκάθαρες περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, αλλά και φάνηκε να έχει σαφή πρόθεση να ευνοήσει μερικά άτομα σε βάρος άλλων.

1. Μια επιτροπή η οποια συστάθηκε παράνομα δεν μπόρεσε να εξηγήσει το καθεστώς συγκρότησής της που αποκάλυπτε μεροληπτική στάση.
 Η επιτροπή συστάθηκε με βάση τον νόμο, ο οποίος προνοούσε ότι αν θα διερευνούσε μέλη του υπουργικού συμβουλίου, τότε έπρεπε να είχε διοριστεί από το Γενικό Εισαγγελέα. Μετά από τις σαφείς δηλώσεις του τέως Γενικού Εισαγγελέα ότι δεν τη διόρισε ο  ίδιος, θα ανέμενε κανείς ότι στις εισαγωγικές αναφορές, ή κατά τη δημόσια ανάγνωση, τα μέλη της θα έκαναν τουλάχιστον μια απόπειρα να εξηγήσουν πώς και γιατί αποδέχτηκαν τον διορισμό – ή τουλάχιστον να επιχειρηματολογήσουν γιατί η σύνθεση της επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν, δεν είναι παράνομη. Η ένοχη σιωπή είναι εκφραστική. Στην εισαγωγή, αναφέρονται στους όρους εντολής, και ακολούθως στην απόφαση για διαφοροποίηση τους - ώστε ουσιαστικά να μην διερευνηθούν τραπεζιτικά ζητήματα με τη δικαιολογία ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη δικαστικές διαδικασίες - αλλά απέφυγαν το ζήτημα του διορισμού τους. Ως νομικοί δεν μπορεί να καμώνονται ότι δεν αντιλαμβάνονται το ζήτημα. Εάν διορίστηκαν χωρίς να συμβουλευθούν τον νόμο, τίθεται από την αρχή θέμα επάρκειας, όσον αφορά στα νομικά καθήκοντα. Εάν ήξεραν, τότε, αποδέχτηκαν να διοριστούν για να συγκαλύψουν τις ευθύνες της κυβέρνησης. Αυτό, όμως, θέτει ένα ζήτημα παραπλάνησης του κοινού – όταν ο κ. Πικής αποδέχτηκε το διορισμό και ο πρόεδρος του ζήτησε να το διερευνήσει, εκείνη την στιγμή συντελείτο μια παραπλάνηση των πολιτών με βάση το γεγονός ότι νομικά δεν μπορούσε να κάνει την διερεύνηση ο κ. Πικής. Και όταν γινόταν ο διορισμός και γίνονταν οι σχετικές δηλώσεις, το κυρίαρχο θέμα, το οποίο προσπαθούσε να μετατοπίσει ο πρόεδρος, ήταν το ζήτημα των εκροών κεφαλαίων πριν το κούρεμα από συγγενικά του πρόσωπα. Ο κ. Πικής ήξερε πολύ καλά το εν λόγω ζήτημα, αλλά σιώπησε και τότε, και στο τέλος όταν πληροφόρησε το κοινό ότι τελικά δεν θα έκανε αυτό που του ζητήθηκε. Συμμετείχε σκόπιμα σε μια παραπλάνηση του κοινού, λοιπόν, για να εξυπηρετήσει αυτούς που το διόρισαν; Ο κ. Αναστασιάδης ήξερε ότι δεν μπορούσε να το διερευνήσει νομικά κάποιος που διορίστηκε από τον υπουργικό συμβούλιο, αφού ο ίδιος είχε συμμετάσχει στην ψήφισή του εν λόγω νομοσχεδίου. Ο πρόεδρος έλεγε ψέματα; Ο τέως δικαστής; Γενικότερα, διαβάζοντας τους όρους εντολής στην εισαγωγή, είναι χαρακτηριστικό ότι αγνοήθηκαν ή παραβλέφθηκαν πέρα από τους μισούς όρους ουσιαστικά, μετά από την ενδιάμεση απόφαση του Ιουνίου για μη διερεύνηση των τραπεζών. Αυτό συνιστά και πάλι μια εν δυνάμει παραπλάνηση του κοινού εκ μέρους του κ. Πική τουλάχιστον – ήξερε από την αρχή τους όρους και το νομικό πλαίσιο και ουσιαστικά κορόιδεψε το κοινό όταν καμωνόταν ότι αποδεχόταν τους όρους σε συνθήκες, που η κυβέρνηση που τον διόρισε, ήταν υπό πίεση – και όταν μετατοπίστηκε κάπως το κλίμα σε δύο μήνες προσπάθησε να αλλάξει τους όρους με ένα τρόπο που ευνοούσε την προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει την έμφαση στο θέμα των τραπεζών.  Και σε αυτό το σημείο, η ευθύνη των άλλων δυο μελών, οι οποίοι διορίστηκαν μετά από αποχωρήσεις τον Απρίλιο, είναι επίσης μεγάλη – ιδιαίτερα του κ. Κραμβή, ο οποίος έχοντας οικογενειακές σχέσεις με το δικηγορικό γραφείο της Τράπεζας Κύπρου είχε και προσωπικό συμφέρον να μην προχωρήσει η επιτροπή σε θέματα, όπως το ζήτημα της Transylvania Bank, που μπορεί να προκαλούσαν διερεύνηση ζητημάτων που αφορούσαν άτομα της οικογένειας του. Το ότι η κυβέρνηση έκανε αυτήν την επιλογή και ότι ο ίδιος δεν ευαισθητοποιήθηκε, παρά τις ενστάσεις που ακούστηκαν, είναι εκφραστικό. Η ένοχη σιωπή στο τελικό κείμενο και για το θέμα της σύγκρουσης συμφερόντων για την οποία παραιτήθηκε και ένας από τα μέλη της επιτροπής, ο κ. Καλλή, είναι επίσης ενδεικτική.

2. Το κείμενο χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή προχειρότητα: ο κ. Καλοζώης, που έγραφε επιστολές κάθε 11 Ιουλίου, ο κ. Σταυράκης που παραιτήθηκε το 2012 και η «διαφάνεια» του κ. Αναστασιάδη.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι η επιτροπή, ουσιαστικά, παράβλεψε ή και λογόκρινε σκόπιμα τα γραπτά κείμενα, είναι άξιον απορίας αν μετά από ένα μήνα και με την βοήθεια συμβούλων κλπ, το μόνο που μπόρεσε να παραδώσει είναι ένα κείμενο γεμάτο λάθη και ασυναρτησίες. Ενδεικτικές αναφορές: στην αναφορά για την κατάθεση του κ. Καλοζώη υπάρχουν τρεις αναφορές για μια επιστολή – στη σελίδα 26 αναφέρεται απλώς «11 Ιουλίου», στη σελίδα  27 υπάρχει αναφορά σε «11 Ιουλίου 2007» και στο τέλος της σελίδας «11 Ιουλίου 2011». Εκτός και αν ο κύριος Καλοζώης έγραφε τακτικά επιστολές στις 11 Ιουλίου, και μάλιστα και το 2007 και το 2011, είναι προφανές ότι πρόκειται για προχειρότητα – η οποία δεν είναι τυχαία, αλλά ενδεικτική. Η προχειρότητα είναι ευρύτερη – στην αναφορά για την κατάθεση του κ. Χ. Σταυράκη λ.χ. στην σελίδα 37 αναφέρεται ότι «..τον Ιούνιο του 2011, μετά από τον αποκλεισμό της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές, η Κύπρος μπήκε στον μηχανισμό σταθερότητας..». Η Κύπρος μπήκε στον εν λόγω μηχανισμό το 2012 και όχι το 2011. Και σαν να μην έφτανε αυτό το λάθος, στο οποίο υπήρχε και το στοιχείο της παραπλάνησης, λίγες σελίδες παρακάτω η επιτροπή μας πληροφορεί ότι η «υποβολή παραίτησης» του κ. Σταυράκη έγινε «τον Ιούλιο του 2012». Ο κ. Σταυράκης παραιτήθηκε το 2011. Αν σε ένα πανεπιστήμιο κάποιος/α παρέδιδε μια εργασία με τέτοιο αχταρμά λαθών θα του/της επιστρεφόταν για να ξεκαθαρίσει τουλάχιστον τα χρονολογικά λάθη . Ακολουθεί μια εντυπωσιακή προσπάθεια παραπλάνησης, καθώς η αναφορά στην υποβάθμιση από τους Fitch το 2011, στην σελίδα 27, αποδίδεται μονομερώς σε μια αόριστη έννοια του «χρέους»: «Ως κύριος λόγος για υποβάθμιση της Κύπρου αναφέρεται η αναποφασιστικότητα της κυβέρνησης για την λήψη αποτελεσματικών αποφάσεων για την διαχείριση του χρέους στην Ευρώπη». Πέρα από την σκόπιμη παραπλάνηση (λογοκρίνεται πλήρως η βασική αιτία της υποβάθμισης που ήταν η έκθεση των τραπεζών στην Ελλάδα)[3] η διατύπωση είναι από μόνο της φαιδρή στην έμμονη που αποκαλύπτει για επιρριψη ευθυνών στην τότε κυβέρνηση: με βάση την πρόταση η κυβέρνηση τότε έπρεπε να πάρει μέτρα για την «διαχείριση του χρέους στην Ευρώπη»! Δηλαδή η κυπριακή κυβέρνηση είχε την εξουσία να παίρνει αποφάσεις για την Ευρώπη ολόκληρη; Είναι εντυπωσιακή διατύπωση σε ένα κείμενο που γράφτηκε από άτομα που ξέρουν, υποτίθεται, για τη λειτουργία του θεσμικού πλαισίου της Ε.Ε. και είχαν και ένα οικονομολόγο να τους συμβουλεύει.  Και είναι ενδιαφέρον και τί αποδίδουν σε άτομα στα αποσπάσματα που παραθέτουν: λ.χ. σύμφωνα με την επιτροπή ο κ. Αναστασιάδης δήλωσε, απαντώντας σε ερώτηση αν μια κριτική δήλωση του το 2008 για τον Τ. Παπαδόπουλο αναφερόταν στην οικονομική πολιτική: «Όχι βεβαίως……συνεπώς αναφερόμουν στις πολιτικές που άπτονται της διαχείρισης του κυπριακού προβλήματος, είναι γνωστή η διαφάνεια μου.» [σελ 148]. Θα είναι ενδιαφέρον να μάθουμε τί μπορεί να σημαίνει η «διαφάνεια» του κ. Αναστασιάδη και ποιά σχέση έχει με το θέμα. Είναι ενδεικτικό της προχειρότητας, με την οποία τα μέλη της επιτροπής αναφέρονται σε αποσπάσματα.

3. Λογοκρισία τεκμηρίων: η σκόπιμη απόκρυψη των συγκριτικών δεδομένων Κύπρου-Ευρώπης και των εξελικτικών τάσεων στην Κύπρο
Με δεδομένο ότι η κυπριακή κρίση δεν ήταν κάτι μεμονωμένο, αλλά μέρος μιας παγκόσμιας κρίσης και οι προσπάθειες αντιμετώπισής της λειτούργησαν σε ένα ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, είναι αποκαλυπτικό της πρόθεσης να λογοκριθούν τεκμήρια, το ότι δεν γίνεται καμιά συγκριτική αναφορά Κύπρου – Ε.Ε. στο κείμενο. Υπάρχουν λ.χ. στην αρχή δύο πίνακες για το δημόσιο χρέος και το δημόσιο-οικονομικό έλλειμμα,[4] οι οποίοι όμως δεν αντιπαραβάλλονται με ανάλογους πίνακες από τις υπόλοιπες χώρες τις Ευρώπης, όπως θα ήταν επιστημονικά απαραίτητο να γίνει για να μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα. Έτσι, όταν οι συγγραφείς του κειμένου παρεμβαίνουν στις περιλήψεις των προφορικών δηλώσεων για να σχολιάσουν ότι χειροτέρευαν οι «δείκτες», δεν έχουν κανένα τεκμήριο για το αν όντως ήταν χειρότερη η κατάσταση στην Κύπρο σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες – διότι ένα δημόσιο χρέος 60% είναι μέσα στα ευρωπαϊκά πλαίσια και ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 70% είναι, επίσης, ικανοποιητικό σε σύγκριση με αρκετές χώρες που δεν είναι σε μνημόνιο. Ανάλογα μπορεί να πει κάποιος και για το δημόσιο-οικονομικό έλλειμμα. Για αυτήν την σκόπιμη παραπλάνηση - η οποία είναι και επιστημονικά σαφώς επιλήψιμη - ευθύνη έχει/έχουν, εκτός από τους τρεις νομικούς, οι οποίοι όπως φάνηκε και στις ακροάσεις δεν καταλάβαιναν αρκετά τα οικονομικά δεδομένα,[5] και οι «επιστημονικοί σύμβουλοι - όπως ο κ. Χαρίτος. Ο άλλος σύμβουλος, ο κ. Ξιούρος, ο οποίος είχε διοριστεί μαζί του, αποχώρησε διαμαρτυρόμενος για το βιαστικό και πρόχειρο τρόπο, με τον οποίο προσεγγίζονταν τα θέματα.[6] Αυτός τήρησε τα θέσμια της επιστημονικής έρευνας, οπότε αναγκαστικά το συγκριτικό φως πέφτει στον κ. Χαρίτο που ανέχτηκε μια τέτοια διαδικασία και συμμετείχε στις επιστημονικά παραπλανητικές αναφορές χωρίς σύγκριση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Αξίζει, επίσης, να σχολιαστεί η σκόπιμη παραπλάνηση γύρω από δυο επιμέρους στοιχεία, τα οποία έχουν να κάνουν με τα θέματα του δημόσιου χρέους και του δημόσιο-οικονομικού ελλείμματος: τα μέλη της επιτροπής επέμεναν στα σχόλιά τους, τα οποία παρεμβάλλονταν στις περιληπτικές αναφορές για τις μαρτυρίες, ότι υπήρχε πλεόνασμα το 2008, παραβλέποντας το συγκυριακό του χαρακτήρα λόγω της φορολογικής αμνηστίας. Και η συγκυριακή του μορφή φαίνεται ακόμα και στους πίνακες που δημοσιεύονται: το δημόσιο χρέος ήταν 58.3% το 2007, έπεσε στο 48.3% λόγω της φορολογικής αμνηστίας το 2008, και επέστρεψε στο 58.5% το επόμενο έτος – όπως ήταν το 2007. Η κυβέρνηση Χριστόφια, προφανώς, δεν ήταν στην εξουσία το 2007, όταν υπήρχε το ίδιο δημόσιο χρέος. Αλλά η επιτροπή φάνηκε ότι ήθελε να λογοκρίνει τις ό,ποιες συγκρίσεις, που θα έδειχναν ότι το δημόσιο χρέος κινήθηκε σε  αναμενόμενα και καλά για την Ευρώπη επίπεδα πριν τη χρηματοδότηση της Λαϊκής το 2012 – οπότε και η μη-δημοσιοποίηση πίνακα για τις αυξήσεις στα δημόσια έξοδα ήταν επίσης μια σκόπιμη παραπλάνηση: ένας τέτοιος πίνακας θα έδειχνε ότι η μεγαλύτερη αύξηση έγινε το 2002 και οι μεγαλύτερες παροχές δόθηκαν το 2007 – και αυτό το τεκμήριο ήταν στο κείμενο του Δ. Χριστόφια, το οποίο λογοκρίθηκε. Εμφανώς, ο κ. Χαρίτου και τα τρία μέλη έκαναν κοπτοραπτική για να ικανοποιήσουν προαποφασισμένους στόχους. Αυτό είναι και στοιχείο σκόπιμης δυσφήμισης και θέτει και θέμα ακαδημαϊκής επάρκειας για τον κ. Χαρίτου - και ό,ποιους συνεργάτες του μετά τον κ. Ξιούρο - και σκοπιμοτήτων για αυτούς, που τον επέλεξαν.

4. Επιλεκτικές αναφορές και σκόπιμη παραπλάνηση: πώς λογοκρίθηκαν οι αναφορές των κ. Πατσαλίδη και Καλοζώη.
Όπως φάνηκε και από την κατεύθυνση των ερωτήσεων της επιτροπής, αλλά και από το τελικό αποτέλεσμα, υπήρχε μια ξεκάθαρη απάντηση από την αρχή σε ορισμένα ερωτήματα και τα μέλη της επιτροπής δεν δίστασαν τελικά να λογοκρίνουν ακόμα και δηλώσεις, που δεν βόλευαν τα «συμπεράσματα», στα οποία είχαν καταλήξει ή συμφωνήσει πριν ξεκινήσουν. Μερικά παραδείγματα από τις δυο πρώτες καταθέσεις είναι ενδεικτικά. Όπως φάνηκε από τις ερωτήσεις στις καταθέσεις, αλλά και από την καταγραφή ένας από τους βασικούς στόχους από την αρχή επρόκειτο να καταλήξει η επιτροπή στο να κατηγορήσει τον τέως πρόεδρο ότι «έκανε ότι ήθελε», όπως το διατύπωσε στο τελικό κείμενο. Αυτή η διατύπωση έδινε σκόπιμα την εντύπωση ότι το θέμα ήταν ζήτημα προσωπικού πείσματος και όχι πολιτικής διαφωνίας ή ακόμα και ζήτημα δημοκρατικής συνέπειας – όπως τουλάχιστον το έβλεπε ο πρώην πρόεδρος. Ας δούμε, λοιπόν, την κοπτοραπτική της επιτροπής για να εκμαιευτούν σχετικά αποσπάσματα.

Πρώτος είχε καταθέσει ο κ. Πατσαλίδης του υπουργείου οικονομικών. Και σε αυτήν την καταγραφή, η απουσία συγκριτικών αναφορών είναι εκφραστική. Αποδίδεται, αρχικά, η επιδείνωση των δημόσιο-οικονομικών «στην μεγάλη αύξηση των δαπανών σε ανισοσκέλεια προς τα έσοδα». Η αναφορά στα έσοδα, εδώ, είναι απλώς παροδική – στη όλη υπόλοιπη ανάλυση, και παρά τις αναφορές του κ. Πατσαλίδη (αλλά και άλλων τεχνοκρατών)[7] ότι υπήρχε και πρόβλημα εσόδων λόγω της κρίσης, αυτό το σκέλος των δημόσιο-οικονομικών λογοκρίθηκε. Η σκοπιμότητα είναι εμφανής – αν γινόταν αναφορά στον περιορισμό των εσόδων, τότε θα έπρεπε η ανάλυση να εστιάσει και στους υπεύθυνους για τον περιορισμό αυτών των εσόδων, οι οποίοι ήταν η τότε αντιπολίτευση στη βουλή. Αλλά αυτό ήταν ένα από τα θέματα-ταμπού, τα οποία λογοκρίθηκαν από την επιτροπή. Και έτσι, η μη έγκριση φορολόγησης του πλούτου το 2010, η μη έγκριση μέτρων κατά της φοροδιαφυγής, όπως και η αποκοπή εσόδων με αποφάσεις της βουλής, δεν σχολιάστηκε καθόλου. Αντίθετα, η μη αναφορά στα έσοδα επιτρέπει στην επιτροπή να προσπαθεί να οικοδομήσει το μύθο ότι οι οικονομικοί δείκτες ήταν «άριστοι» μέχρι το 2008 – αγνοώντας τη φούσκα των ακινήτων και τη φορολογική αμνηστία, που έφτιαξε το πλασματικό πλεόνασμα του 2008. Ακολούθως, η επιτροπή αναφέρεται σε μια «δήλωση» του τέως προέδρου το 2010 «δυο χρόνια μετά την ανάληψη της προεδρίας»: «Τα απέρριψα γιατί τα ετοίμασαν τεχνοκράτες». Είναι, μάλλον, πιθανό ότι η επιτροπή και πάλι έκανε λάθος και αναφερόταν στη δήλωση του κ. Χριστόφια, την άνοιξη του 2012, περί "Μανδαρίνων". Τουλάχιστον αυτή είναι η σχετική αναφορά στη δημοσιογραφική ανταπόκριση του Φιλελευθέρου, τον οποίο επικαλείται συχνά η επιτροπή.[8] Το λάθος μπορεί να είναι και πάλι θέμα της προχειρότητας, που είδαμε και πριν – όμως, η διατύπωση είναι και σαφώς παραπλανητική: ο κ. Χριστόφιας δεν απέρριψε μέτρα γιατί τα έκαναν τεχνοκράτες [«Μανδαρίνοι» κατά την έκφραση του] αλλά γιατί θεωρούσε ότι «ο κόσμος», «ο απλός άνθρωπος», κατά την δική του διατύπωση, είχε ήδη πληρώσει αρκετά για τις τράπεζες. Το ότι υπήρχαν διαφωνίες είναι κατανοητό – αλλά η σκόπιμη παραπλάνηση - ιδιαίτερα από άτομα, τα οποία λόγω δημόσιου ρόλου έπρεπε να έχουν μια στάση ίσων αποστάσεων - ότι ο πρώην πρόεδρος απλώς απέρριπτε κάτι από προσωπικό πείσμα - γιατί του το εισηγήθηκαν - αγγίζει τα όρια του κακόβουλου ψέματος – άλλωστε, όπως φαίνεται και από τις μαρτυρίες τεχνοκρατών που ακολουθούν, το επίμαχο ζήτημα ήταν η «κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης» [σελ. 31, κατάθεση κ. Τρόκκου]. Ήταν ένα θέμα που αφορούσε διαφορετικές απόψεις, οι οποίες υπήρχαν και υπάρχουν και στην Κύπρο και την Ευρώπη, αλλά και στο χώρο των εμπειρογνωμόνων και των ακαδημαϊκών, οι οποίοι ασχολούνται με το θέμα της κρίσης και της αντιμετώπισής της. Και ο κ. Πατσαλίδης έκανε σχετικές αναφορές – αλλά η επιτροπή, προφανώς, προσπαθούσε να φτιάξει κλίμα από την αρχή για συμπέρασμα, στο οποίο ήθελε να καταλήξει. Στην σελίδα 24, έχουμε ένα νέο στοιχείο παραπλάνησης για να κατασκευαστεί μια προαποφασισμένη θέση: η επιτροπή και ο κ. Πικής επέμεναν από την αρχή σε μια γραμμή ερωτήσεων που ήθελε να αποδείξει ότι, όχι μόνο έπρεπε να επιβληθεί λιτότητα πιο νωρίς (σχεδόν από το 2008 – παραβλέποντας λ.χ. τις αυξήσεις στις απολαβές των δημοσίων υπαλλήλων το 2007), αλλά και ότι έπρεπε να γίνουν αμέσως αποδεκτοί οι όροι της τρόικα. Έτσι, οι συγγραφείς λένε ότι «συνάγεται ότι κάθε καθυστέρηση στην υπογραφή μνημονίου είχε ως επακόλουθο την επιβολή σκληρότερων όρων». Όταν, όμως, ρώτησαν σχετικά τον κ. Πατσαλίδη αν επιτεύχθηκε κάτι με τη διαπραγμάτευση, και πάλι όπως αναφέρεται στο Φιλελεύθερο, παρέπεμψε σε δυο τουλάχιστον κέρδη της διαπραγμάτευσης – την μη κατάργηση αλλά παγοποιηση της ΑΤΑ, και την διατήρηση του 13ου μισθού. Ενώ είναι, επίσης, σαφές ότι και οι νέοι όροι της τρόικα τον Νοέμβριο δεν έγιναν αποδεκτοί. Η λογοκρισία των επιτυχιών της διαπραγμάτευσης, όπως τουλάχιστον τους ανέφερε ο κ. Πατσαλίδης είναι θλιβερό δείγμα του επιπέδου της ειλικρίνειας εκ μέρους της επιτροπής. Απέφυγαν, επίσης, να αναφερθούν στη δήλωση του ότι η στάση της τρόικα ήταν «άτεγκτη», ότι συμπεριφερόταν σαν «κατοχική δύναμη»[9] και ότι τελικά «πυροβόλησαν ένα περιστέρι με μια ατομική βόμβα». Αυτά δεν ήταν βολικά, προφανώς, για το επιχείρημα ότι έπρεπε να γίνουν δεκτοί οι όροι της τρόικα – αφού η τρόικα τελικά έριξε την «ατομική», όταν ήδη είχε κλείσει συμφωνία και είχε απέναντι της ένα πρόεδρο που δεχόταν τους όρους της. Επιπρόσθετα, η επιτροπή λογόκρινε τις αναφορές του κ. Πατσαλίδη για τις επιδράσεις στα δημοσιο-οικονομικά από τη φούσκα των ακινήτων [«μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας»]  αλλά και τις αναφορές του στο πρόβλημα της μείωσης εσόδων – αυτό το ζήτημα σκόπιμα η επιτροπή ήθελε να το αποφύγει. Υπήρχαν, όμως, και δυο αναφορές, οι οποίες λογοκρίθηκαν, ενώ τεκμηρίωναν δεδομένα που μια ανεξάρτητη επιτροπή θα έπρεπε να διερευνήσει και  να λάβει υπό όψιν. Η μια ήταν η αναφορά του κ. Πατσαλίδη ότι μετά τη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών στην 21 Νοεμβρίου «είχε μια έντονη συζήτηση με τον κ. Χριστόφια, ο οποίος τελικά πείστηκε..» Αυτό, βέβαια, είναι και ιστορικό τεκμήριο εκείνων των ημερών, αλλά και διαψεύδει το συμπέρασμα ότι ο κ. Χριστοφιας "έκανε ότι ήθελε". Προφανώς, αφού συζήτησε με τον τεχνοκράτη, τελικά πείστηκε – άρα το συμπέρασμα ["έκανε ότι ήθελε"] έχει μπροστά του ένα ξεκάθαρο τεκμήριο που το διαψεύδει. Και έτσι, λογοκρίθηκε. Η άλλη αναφορά αφορούσε την ευθύνη του κ.Ορφανίδη.  Η αναφορά είχε να κάνει με την εκροή κεφαλαίων προς την Ελλάδα μέσω Λαϊκής και Εγνατίας, κάτι το οποίο η επιτροπή και ο ίδιος ο κ. Πικής, για λόγους που θα πρέπει να διερευνηθούν, επέμενε να μην θέλει να αγγίξει. Είπε χαρακτηριστικά ο κ. Πατσαλίδης: «..το γεγονός ότι διαπιστώνουμε….ότι υπήρχαν μη εξασφαλισμένα δάνεια της τάξης των 4.5 δις στην Ελλάδα, δεν είναι ελλιπής έλεγχος από την εποπτική αρχή;» [Φιλελεύθερος 20/4/2013, σελ. 12]. Το σχόλιο ήταν απάντηση σε ερώτηση για τις εποπτικές αρχές. Προφανώς, όμως, άγγιζε επικίνδυνα την υπόθεση της Εγνατίας και λογοκρίθηκε, τελικά.

Ανάλογες παραπλανητικές κινήσεις έγιναν και για τις δηλώσεις του κ. Καλοζώη, ο οποίος ήταν ο πρώτος, ο οποίος βρέθηκε μπροστά από ένα καθεστώς προσπάθειας εκμαίευσης δηλώσεων ή αποσπασματικής προβολής τους από τα ΜΜΕ και αναγκάστηκε να κάνει επιπρόσθετη δήλωση. Ενδεικτικό της προσπάθειας κατασκευής κλίματος είναι και η πρόταση της επιτροπής για τις δηλώσεις του κ. Καλοζώη ότι τον Ιούλιο ότι 2011 «η κυπριακή οικονομία είχε εισέλθει σε μια διαδικασία ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας». Είναι εντυπωσιακή δήλωση, που φαίνεται να αγνοεί πλήρως την πραγματικότητα. Η Κύπρος δεν βρέθηκε ποτέ, ούτε τον Μάρτιο του 2013, σε «ανεξέλεγκτη χρεοκοπία». Μπορεί να αποδώσει κάποιος την διατύπωση και πάλι σε προχειρότητα και λανθασμένη διατύπωση, αλλά είναι πολλά τα λάθη για να είναι τυχαία. Αυτό που αποφεύγεται, είναι οι σαφείς δηλώσεις του κ. Καλοζώη ότι ο αποκλεισμός της Κύπρου από τις αγορές, δεν έγινε λόγω των εσωτερικών δεδομένων της οικονομίας, αλλά λόγω της «έκθεσης στην Ελλάδα». Είναι και πάλι μια ξεκάθαρη στάση λογοκρισίας με στόχο την παραπλάνηση και την κατασκευή ψευδούς εικόνας. Ο κ. Καλοζώης στην επιπρόσθετη δήλωση του  ανάφερε τα εξής [από τον Φιλελεύθερο 27/5/2013, σελ. 8]: «ο αποκλεισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου δεν έγινε από τους οίκους αξιολόγησης, αλλά από τους ίδιους τους διεθνείς επενδυτές και ενώ η πιστοληπτική αξιολόγηση της Δημοκρατίας ήταν ακόμα σε καλά επίπεδα…Συνεχίζει, λέγοντας, ότι ο λόγος του αποκλεισμού από τους διεθνείς επενδυτές ήταν, κατά την γνώμη του, η μεγάλη έκθεση της κυπριακής οικονομίας στους κίνδυνους της ελληνικής οικονομίας….Αναφέρει, επίσης, ότι οι κίνδυνοι δεν περιορίζονταν στην κατοχή ελληνικών κυβερνητικών ομολόγων από τις κυπριακές τράπεζες, αλλά επεκτεινόταν και στο δανειακό χαρτοφυλάκιο και γενικά, τις δραστηριότητες των κυπριακών τραπεζών στην ελληνική οικονομία.» Κάτι τέτοιο, φυσικά, ανέτρεπε την εικόνα που ήθελε να κατασκευάσει η επιτροπή - ή τουλάχιστον η πλειοψηφία της - και έτσι και πάλι λογοκρίθηκε.[10] Είναι να απορεί κάποιος, αν κατά την διάρκεια της θητείας των μελών της επιτροπής ως δικαστές, συμπεριφέρονταν με ανάλογο μεροληπτικό τρόπο. Διότι η στάση τους στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν προσομοιάζει με ανεξάρτητους αξιολογητές, αλλά με δικηγόρους που προωθούν μια άποψη με την οποία έχουν στρατευθεί για οποιονδήποτε λόγο.

5. Μεροληπτική παρουσίαση καταθέσεων και χρήση δυο μέτρων και δυο σταθμών για την αξιολόγηση υπουργών και των δυο προέδρων σε σχέση με ευρωπαϊκές αποφάσεις. 
Μια συγκριτική αναφορά στον τρόπο που παρουσιάζονται οι καταθέσεις των κ. Σταυράκη και Καζαμία σε σύγκριση με αυτήν του κ. Σαρρή είναι αποκαλυπτική. Στην περίπτωση των δυο πρώτων, οι συγγραφείς του κειμένου παρεμβαίνουν συνεχώς με δικά τους επικριτικά σχόλια,[11] ενώ αντίθετα στην περίπτωση του κ. Σαρρή, ο οποίος ήταν, όχι μόνο ο υπουργός ο οποίος εμπλάκηκε με το κούρεμα καταθέσεων, αλλά και το άτομο που ήταν επικεφαλής της Λαϊκής όταν διογκωνόταν ο ΕΛΑ και όταν η τράπεζα ζήτησε κρατική στήριξη, δεν υπάρχει  αρνητικό σχόλιο. Μερικά παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά.

Χ. Σταυράκης: Στην σελίδα 37, χρησιμοποιείται η λέξη «αναβίβασε» για την αναφορά του κ. Σταυράκη ότι οι ζημιές των τραπεζών ήταν 10 δις. Αυτό όμως δεν ήταν άποψη του κ. Σταυράκη – ήταν το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε τον Νοέμβριο του 2012 για ανακεφαλαιοποιηση των τραπεζών. Προφανώς, η λέξη απέδιδε στον κ. Σταυράκη, ως άτομο, κάτι που οι συγγραφείς όφειλαν να ξέρουν ότι ήταν θεσμική εκτίμηση της τρόικα – την οποία κατά τα άλλα υποστηρίζουν σαφώς, διεκδικώντας ότι οι όροι της έπρεπε να γίνουν αποδεκτοί χωρίς διαπραγμάτευση.[12] Λίγο πιο κάτω όταν αναφέρθηκε ο κ. Σταυράκης στην «αναχαίτιση του αριθμού αύξησης των δημόσιων υπαλλήλων», η επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να παρέμβει για να κάνει «διόρθωση» συγκρίνοντας τον αριθμό των δημόσιων υπαλλήλων το 2007 και το 2011. Αυτό που κάνει η επιτροπή είναι και πάλι μια αποσπασματική παρέμβαση που λογοκρίνει τεκμήρια. Δεν υπάρχει συγκριτική αναφορά στον ρυθμό αύξησης ή μείωσης – κάτι που φυσικά μπορεί να δυσκόλευε την προσπάθεια της επιτροπής να φτιάξει ένα προαποφασισμένο κατηγορητήριο. Δυστυχώς, για την επιτροπή της ξέφυγε φαίνεται όταν συμπεριέλαβαν από την κατάθεση του κ. Πατσαλίδη μερικούς άβολους αριθμούς – που φυσικά δεν σχολίασαν. Στην σελίδα 24 [κατάθεση Πατσαλίδη] αναφέρεται ότι το 2012 μειώθηκαν οι δημόσιοι υπάλληλοι: το 2002 ήταν 43,728, ενώ στο σχόλιο τους στην κατάθεση Σταυράκη αναφέρουν ότι το 2011 ήταν 66,000[13] και το 2011 ο αριθμός είχε ανέλθει στο 71,553. Αυτό, όμως, δείχνει ότι την περίοδο της προεδρίας Παπαδόπουλου [μέχρι το 2007], οι δημοσιοι υπαλληλοι αυξηθηκαν σχεδόν κατά το ένα τρίτο του σημερινού συνόλου– αύξηση κατά 23,272- ενώ σε σύγκριση με το 2002 ο αριθμός τους σχεδόν διπλασιάστηκε. Αν λάβει κανείς υπό όψιν τα σχετικά έξοδα/δαπανες απο αυτήν την αύξηση, είναι άξιον απορίας γιατί δεν ρωτήθηκε και ο κ. Σαρρής που ήταν υπουργός πριν το 2008. Ενώ κατά την διάρκεια της περιόδου του κ. Σταυράκη η αύξηση ήταν μόλις 9,220. Και όπως ανέφερε ο κ. Πατσαλίδης, το 2012 μειώθηκε ο αριθμός κατά 1000 άτομα - – και δεν αναφέρεται ότι ήταν η πρώτη φορά. Είναι δύσκολο να αποδώσει κανείς αυτήν την αποφυγή/αποκρυψη των τεκμηρίων στην άγνοια του πως γίνεται μια σύγκριση. Ήταν μια σκόπιμη παραπλάνηση για να συγκαλύψει και να μετατοπίσει ευθύνες.

Κ. Καζαμίας:  Στην περίπτωση του κ. Καζαμία η παραπλάνηση ξεκίνησε από την πρώτη παράγραφο – εκεί καταγράφεται η θέση ότι το 2007, η Κύπρος είχε δημοσιο-οικονομικό πλεόνασμα, αλλά μυστηριωδώς εξαφανίστηκε η λέξη «πλασματικό». με την οποία το χαρακτήρισε ο κ. Καζαμίας - λόγω της φούσκας των ακινήτων και της φορολογικής αμνηστίας. Προφανώς, η επιτροπή δεν έκανε μόνο λάθη – ενεργούσε σκόπιμα, λογοκρίνοντας τεκμήρια. Ακολούθως, δίνεται ευρεία έμφαση στα πρακτικά του Υπουργικού πριν το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων το φθινόπωρο του 2011. Είναι και πάλι εντυπωσιακό του πως λογοκρίνονται ακόμα και τα καταγραμμένα στοιχεία. Εδώ, η επιτροπή και πάλι προσπάθησε να εστιάσει στο ότι ο τότε πρόεδρος πήρε αποφάσεις με το «έτσι θέλω». Τα πρακτικά, όμως, είναι ξεκάθαρα. Όχι μόνο έγινε διάλογος, αλλά ο τέως πρόεδρος θεώρησε ορθό να επαναλάβει και ο ίδιος την θέση του κ Καζαμία - αντί να την λογοκρίνει από τα πρακτικά όπως έκανε σε τόσες περιπτώσεις η επιτροπή - όπως φαίνεται στην σελίδα 47. Και ακολούθως, υπήρξε συζήτηση για τη συγκριτική κατάσταση με τον κ. Καζαμία να εξηγεί ότι «από πλευράς ποσοστών με βάση το μέγεθος μας» ήταν χειρότερη η κατάσταση, αλλά σε «απόλυτους αριθμούς» υπήρχαν πολύ χειρότερα δεδομένα. Η επιτροπή αποφάνθηκε ότι αυτό σήμαινε ότι «δεν έγινε καμία ουσιαστική μελέτη για τις επιπτώσεις». Είναι, όμως, σαφές ότι ο υπουργός αναφέρεται σε στοιχεία που δείχνουν ότι υπήρχε γνώση των δεδομένων – αν η επιτροπή δεν μπορεί να κατανοήσει τις έννοιες των ποσοστών και των απόλυτων αριθμών, αυτό είναι ένα ακόμα πρόβλημα κατανόησης. Εδώ, βέβαια, η επιτροπή αποφεύγει βολικά να θέσει το θέμα γιατί ο κατά τα αλλα λαλίστατος τότε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, δεν πληροφόρησε την κυβέρνηση ή δεν έκανε σχετική δημόσια δήλωση, όπως συνήθιζε να κάνει.[14] Επιπρόσθετα, η αναφορά του κ. Καζαμία, η οποία καταγράφηκε στα πρακτικά, με παρέμβαση του ίδιου του προέδρου αναφερόταν σε ένα βασικό ζήτημα συνεπειών – αν κατέρρεε μια τράπεζα, τότε το κράτος  θα έπρεπε να αποζημιώσει τις καταθέσεις κάτω από 100,000. Αυτό θα ήταν η συνέπεια μιας κυπριακής κίνησης μπλοκαρίσματος της απόφασης για το ελληνικό κούρεμα, η οποία θα οδηγούσε σε κατάρρευση την Λαϊκή. Αλλά ο κ. Πικης, οι συνάδελφοί του και ο ό,ποιος επιστημονικός τους σύμβουλος, δεν φαίνεται να μπορούσαν να κατανοήσουν αυτές τις αναφορές στα δεδομένα, αλλά και τις συνέπειες. Διότι και πάλι ο στόχος δεν ήταν η διερεύνηση, αλλά η σκόπιμη μετατόπιση του θέματος. Η επίθεση στον τέως πρόεδρο με σκόπιμες αποσιωπήσεις φαίνεται και στο τέλος της αναφοράς στην κατάθεση του κ. Καζαμία. Τη συζήτηση του θέματος της διάθεσης του ποσού από τη φορολόγηση των τραπεζών. Η συζήτηση στο υπουργικό έγινε τον Οκτώβριο του 2011 – πριν την δεύτερη απόφαση για το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων. Σε αυτήν τη συζήτηση, ο πρόεδρος εξέφρασε την εκτίμηση ότι «το κράτος είχε άλλες ανάγκες και έβαλε τον φόρο για να καλύψει τις δικές του ανάγκες, να μην τα βάζουμε πάλι με τους ανθρώπους..» Είναι, σαφές, ότι ο πρόεδρος αναφερόταν στην προσπάθεια να βρεθούν έξτρα έσοδα για να προστατευθεί η κοινωνία [ ο «άνθρωπος»] από τις επιπτώσεις της κρίσης. Η επιτροπή λογόκρινε την προσπάθεια να ψηφιστεί φορολογία για την ακίνητη περιούσια και να αυξηθεί για ένα διάστημα ο εταιρικός φόρος.  Οπότε, αφαίρεσε το πλαίσιο της συζήτησης. Τελικά, το κράτος πλήρωσε πολύ περισσότερα για τις τράπεζες - από όσο είχε το ταμείο του σχετικού φόρου - αλλά η επιτροπή δεν δείχνει στο κείμενό της καμία ευαισθησία και για πιο κραυγαλέα θέματα – όπως την σύγκρουση συμφερόντων του επικεφαλής της επιτροπής οικονομικών με την σχέση του με το δικηγορικό γραφείο της Λαϊκής. Είναι και αυτό μέρος του πλαισίου, που αφαιρέθηκε σκόπιμα.

Δυο πρόεδροι και δυο ευρωπαϊκές αποφάσεις υπό πίεση: Μια συγκριτική αναφορά, που δείχνει την μεροληψία της επιτροπής: Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αξίζει να συγκρίνει κάποιος την αντιμετώπιση της αποδοχής του κουρέματος των ελληνικών ομόλογων και της αποδοχής του κουρέματος των καταθέσεων – και μάλιστα με εισήγηση της κυπριακής κυβέρνησης, αυτό επεκτάθηκε και στις καταθέσεις κάτω των 100,000. Στην περίπτωση του κ. Χριστόφια η επιτροπή δεν αποδεχόταν την θέση του, να χρησιμοποιηθεί το ταμείο από το φόρο των τραπεζών για υπεράσπιση της κοινωνίας, όπως φαίνεται από την κριτική της στη θέση του τότε προέδρου, για τις ανάγκες των "ανθρώπων". Όμως, η πρωτοφανής επιλογή της κυπριακής κυβέρνησης και των κ. Σαρρή και Αναστασιάδη να παραβιάσουν μια ευρωπαϊκή συμφωνία με κλοπή καταθέσεων ακόμα και από τους φτωχούς, η επιτροπή δείχνει αμέριστη κατανόηση. Στην περίπτωση του κουρέματος των ελληνικών ομόλογων, η επιτροπή, κάνοντας και πάλι μια βολική αφαίρεση των δεδομένων, ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να ζητηθεί στήριξη χωρίς να ξεκαθαρίζει πως θα γινόταν αυτή η διεκδίκηση στο τότε πλαίσιο. Είναι γνωστό - εκτός ίσως από το αυτολογοκρινομενο πλαίσιο αναφορών της επιτροπής - ότι το ζητούμενο το φθινόπωρο ήταν η μη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας – και ενδεχομένως της ευρωζώνης. Αυτό το πλαίσιο, αφαιρέθηκε για να κατηγορηθεί ο τότε πρόεδρος. Οι συνέπειες, όμως, θα ήταν χειρότερες, αν δεν γινόταν η απομείωση και αυτό το δήλωσε η πλειοψηφία όσων κατέθεσαν. Και είναι μάλλον θλιβερό ότι και η επιτροπή και ο σύμβουλός της κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν ότι το μόνο που θα μπορούσε να κάνει ο πρόεδρος τότε ήταν να υποβάλει βέτο. Δεν το αναφέρουν, γιατί ξέρουν ότι οι συνέπειες θα ήταν τραγικές. Έτσι, μένουν στο αστείο επιχείρημα ότι δόθηκε στήριξη στις ελληνικές τράπεζες. Είναι εκφραστικό του αστείου επιπέδου στο οποίο αναγκάστηκαν να καταφύγουν οι συγγραφείς: η στήριξη στις ελληνικές τράπεζες ήταν μέρος του μνημονίου – όπως έγινε μετά και με τις κυπριακές τράπεζες. Η εισήγηση ότι θα δίνονταν χρήματα στην Κύπρο, γιατί οι τράπεζες της έκαναν τζόγο με τα ομόλογα, είναι τόσο αστεία που είναι να απορεί κάποιος πώς ο κ. Χαρίτου αποδέχτηκε την καταγραφή τέτοιων ανοησιών. Για τα μέλη της επιτροπής, η άγνοια απλώς συνόδευε την προκατάληψη. Αλλά δεν ήταν μόνο άγνοια – η σύγκριση με την περίπτωση του κ. Αναστασιάδη ήταν κραυγαλέα. Εκεί ο κ. Πικής ήταν πολύ πρόθυμος να δείξει κατανόηση και να αποδεχθεί κάθε δικαιολογία του νυν προέδρου. Προφανώς, δεν διορίστηκε τυχαία. Μάλιστα, κατέγραψε και χωρίς σχόλια την  διάψευση της θέσης της γερμανικής πρεσβείας ότι ο κ. Αναστασιάδης εισηγήθηκε το κούρεμα των καταθέσεων κάτω από 100,000. Μια πολύ βολική επιτροπή. Και όμως, το 2013 δεν κινδύνευε με κατάρρευση η ευρωζώνη. Αλλά για την επιτροπή, τα συγκριτικά δεδομένα δεν ήταν ένα από τα δυνατά της σημεία – ιδιαίτερα, όταν προσπαθούσε να κατασκευάσει τη μεροληπτική εικόνα  με την οποία ξεκίνησε ως στόχο.


6. Οι επιλεκτικές αναφορές για να κατασκευαστεί επίθεση εναντίον ατόμων: πως η γνώση του ΕΛΑ αναφέρεται  αποσπασματικά και ευνοιοκρατικά.
Η επιτροπή έκανε αναφορά στον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την καθυστέρηση αντιμετώπισης του θέματος της Λαϊκής μέχρι τις εκλογές. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Διοικητής έδωσε στην επιτροπή ένα έγγραφο, το οποίο τεκμηρίωνε ότι ήταν ευρωπαϊκή η απόφαση για καθυστέρηση της έγκρισης του μνημονίου μέχρι μετά τις εκλογές. Ο κ. Πικής έκαναν αναφορά στην τελική τους έκθεση, αλλά αυτή η ουσιαστική διάσταση δεν χρησιμοποιήθηκε για να κατανοηθεί και η συνέχιση λ.χ. της παροχής του ΕΛΑ. Η αναφορά στο έγγραφο[1] λέει χαρακτηριστικά στην τρίτη παράγραφο: «…θεωρούμε ότι θέτοντας σαν στόχο την συμφωνία για το πρόγραμμα μετά τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές θα διευκολύνει την ανάληψη της ευθύνης που θα διευκολύνει την εθνική ιδιοκτησία του νέου προγράμματος [facilitate national ownership]. Αναμένουμε, λοιπόν, ότι η τελική συμφωνία για το πρόγραμμα θα επιτευχθεί από τον Μάρτιο.» Η εν λόγω απόφαση ξεκαθαρίζει γιατί καθυστέρησε η υπογραφή – και αποκαλύπτει, επίσης, ότι η επιμονή του κ. Πική - στις ερωτήσεις του - να θεωρεί ότι υπήρξε καθυστέρηση, είτε λόγω του Διοικητή, είτε λόγω της προηγούμενης κυβέρνησης, ήταν μια σκόπιμη υπεκφυγή, αφού είχε τα στοιχεία μπροστά του. Είναι ανάλογη της επιμονής του, να μην βλέπει τη ξεκάθαρη απόφαση του Νοεμβρίου του 2012 για χρηματοδότηση με 17 δις ευρώ, και να αναζητεί τρόπους να εκμαιεύσει ότι η απόφαση για το κούρεμα είχε ληφθεί προηγουμένως. Όπως φαίνεται και στη σελίδα 174, τελικά, αναγκάστηκε να παραδεχθεί τη διάφορα ανάμεσα στο «ενδεχόμενο» και την «απόφαση-συμφωνία» - έστω και απρόθυμα. Ενώ, όμως, για την προηγούμενη κυβέρνηση έγινε τόση προσπάθεια να της αποδοθούν αποφάσεις που δεν έλαβε, όταν η επιτροπή συζητά την αποδοχή του κουρέματος από την νυν κυβέρνηση αλλάζει ο τόνος – και ο κ. Πικής ήταν πρόθυμος να αποδεχθεί ή ακόμα και βρει δικαιολογίες. Μια ανάλογη μεροληπτική στάση στη σύγκριση ατόμων και καταστάσεων φαίνεται και στις αναφορές στον θέμα του ΕΛΑ. Έτσι, ενώ αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα έκανε και ο κ. Αναστασιάδης τον Νοέμβριο του 2012 - στην επιστολή του στον κ. Χριστόφια - η επιτροπή και ο πρόεδρός της δεν φάνηκαν να ενδιαφέρονται να ρωτήσουν - όπως έκανε λ.χ. με τους υπουργούς της κυβέρνησης Χριστόφια - για πιθανές αντιφάσεις – αφού ο νυν πρόεδρος είχε δηλώσει κατ’ επανάληψη στο Μάρτιο ότι δεν ήξερε για τον ΕΛΑ, για το ότι θα πίεζαν οι ευρωπαίοι με αυτό το θέμα κλπ. Ήξερε τον Νοέμβριο και το ξέχασε τον Μάρτιο; Η αναφορά στον ΕΛΑ στην σελ. 167 είναι και πάλι, χαρακτηριστική των επιλεκτικών αναφορών: η επιτροπή λέει ότι δεν είναι σίγουρη, αν ήταν φερέγγυα η Λαϊκή Τράπεζα για να της χορηγηθεί ΕΛΑ. Δεν εξηγεί η επιτροπή με ποιά ιδιότητα εκφράζουν την αμφιβολία. Με τόσα στοιχεία που είχε στη διάθεση της η επιτροπή, όφειλε τουλάχιστον να εξηγήσει, που στηριζόταν η αμφιβολία. Ο κ. Φιλίππου λ.χ., τον οποίον διόρισε η Βουλή το 2012, ήταν σαφής στην κατάθεσή του ότι ήταν φερέγγυα η τράπεζα. Έλεγε ψέματα, αφού η επιτροπή αποφάσισε - χωρίς τεκμήριο και εξήγηση - ότι «βέβαιο είναι» ότι η Λαϊκή ήταν αφερέγγυα από τον Ιούλιο του 2012; Ο επικεφαλής της επιτροπής οικονομικών τότε, τι έκανε; Ο κ. Σαρρής που ήταν επικεφαλής της τράπεζας; Εκείνοι ήταν, εμφανώς, από τους προστατευόμενους της επιτροπής, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν ευνοιοκρατικά. Και φυσικά, η μεροληπτική συγκριτική αναφορά με τον νυν πρόεδρο είναι και πάλι εκεί: αν ήταν αφερέγγυα η τράπεζα από τον Ιούλιο, γιατί δεν έκανε κριτική πιο πριν, αφού εκείνος επέμενε να σωθεί η Λαϊκή τον Νοέμβριο του 2012; Η άγνοια των μελών της επιτροπής, θα έπρεπε να τους κάνει το λόγο τους πιο συγκρατημένο, ιδιαίτερα, όταν συζητούν ζητήματα που δεν κατανοούν, αλλά οι αντιφάσεις και επιλεκτικές αναφορές μάλλον δείχνουν και την παραβίαση των όρων εντολής του θεσμικού τους ρόλου να είναι αμερόληπτοι. Διότι ο ΕΛΑ της Λαϊκής δεν ήταν μεγαλύτερος στις αρχές του Μαρτίου του 2013 σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2012. Αν, λοιπόν, το πρόβλημα ήταν το συγκριτικά το  ανάλογο, γιατί δεν ρώτησε τον κ. Αναστασιάδη να του πει γιατί δεν αφέθηκε να καταρρεύσει η Λαϊκή; Διότι, όταν κάποιος λέει ότι δόθηκε ρευστότητα στη Λαϊκή, ενώ δεν έπρεπε, τότε υπονοεί ότι έπρεπε να αφεθεί να καταρρεύσει. Αυτό είναι κάτι που εφαρμόζεται μόνο στον νυν Διοικητή για τον Ιούλιο, αλλά για την ανάλογη κατάσταση του Νοεμβρίου ή του Μαρτίου ξαφνικά το θέμα εξαφανίζεται; Είναι δύσκολο να μην δει κάποιος την πρακτική του δυο μέτρα και δυο σταθμά και πάλι. Δυστυχώς.

7.Ένα συνταγματικό πρόβλημα: Όταν οι τέως δικαστές χρησιμοποιούν τις «πολιτικές ευθύνες» ως μορφή επίθεσης ενάντια στη λειτουργία της Δημοκρατίας.
Η θέση της επιτροπής ότι ο πρόεδρος συμπεριφερόταν με την λογική «Εγώ κυβερνώ, κάμνω ότι θέλω» αποτελεί την προέκταση των παραπλανητικών αναφορών, οι οποίες οδηγούν σε ένα είδος ψέματος, το οποίο αξίζει να διερευνηθεί και νομικά. Κατ’ αρχήν είναι γνωστό ότι στο θεσμό της προεδρίας μετά από το 1964, έχουν συσσωρευτεί αρκετές εξουσίες. Οπότε το να κατηγορείται ένας πρόεδρος ότι συμπεριφέρεται με το «ότι θέλω» χρειάζεται αν μη τι άλλο, κάποιο συγκριτικό μέτρο και πάλι. Που φυσικά αποφεύγεται, αφού η επιτροπή ή η πλειοψηφία της φαίνονται να είχαν ως στόχο την επίθεση σε ένα πρόεδρο και όχι την ανάλυση των εξουσιών των προέδρων και τις συγκριτικές τους πράξεις. Αυτή η συγκριτική λογοκρισία έχει και μια επιπρόσθετη διάσταση: λογοκρίνει την πραγματικότητα. Ο κ. Χριστόφιας ήταν ο μόνος πρόεδρος ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει περιορισμό της δυνατότητας δράσης του από την έντονα αντιπολιτευτική στάση του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και της βουλής. Το ότι ουσιαστικά η κυβέρνηση μετά το 2011, δεν είχε πλειοψηφία στην βουλή, είναι γνωστό – αλλά σε θέματα σημαντικών αποφάσεων για την οικονομία, όπως το ζήτημα των εσόδων, η βουλή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην παρεμπόδιση των προτάσεων/εισηγήσεων της εκτελεστικής εξουσίας. Το να κατηγορείται ένας πρόεδρος ότι κάνει ότι θέλει τη στιγμή που έχει τους περισσότερους περιορισμούς στη δράση του μπορεί να θεωρηθεί και πάλι μια παραπλάνηση που οικοδομήθηκε στη λογοκρισία των τεκμηρίων. Όμως, η διατύπωση αγγίζει τα όρια του ψέματος, όταν αποδίδεται στον κ. Χριστόφια επιμονή με κίνητρο το «ότι θέλω». Όλα τα διαθέσιμα τεκμήρια, και αφού είχε πρόσβαση στα πρακτικά του Υπουργικού το ήξερε η επιτροπή, δείχνουν ότι ο κ. Χριστόφιας συζητούσε ευρέως με τους υπουργούς του. Και αυτό καταγράφεται και στο βιβλίο του Χ. Σταυράκη, το οποίο επικαλείται η επιτροπή για άλλους λόγους. Και αυτό το θέμα, η επίμονη του για διαβούλευση με τα άλλα κόμματα είναι καταγραμμένη στις εφημερίδες που κατά τα άλλα χρησιμοποιεί ως τεκμήρια η επιτροπή: η κατηγορία λ.χ. ότι δεν έκανε κινήσεις μονομερώς στο κυπριακό το 2010, ήταν και μέρος της επίθεσης εναντίον του από το ΔΗΣΥ, που υποστήριζε ότι ο πρόεδρος θα έπρεπε να προχωρήσει πιο γρήγορα προς την λύση αγνοώντας το ΔΗΚΟ. Οι δε αναφορές στη συζήτηση του υπουργικού το φθινόπωρο του 2011, δείχνουν με σαφήνεια ότι η θέση του κ. Χριστόφια δεν ήταν ότι ήθελε να γίνει το δικό του – αλλά να προωθηθεί η θέση ότι έπρεπε να προστατευθεί η κοινωνία, ο «άνθρωπος», από τις επιπτώσεις της κρίσης των τραπεζών. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και στη διαμάχη για τους «Μανδαρίνους»/τεχνοκράτες το 2012, αλλά και στην αναφορά του στο υπουργικό για τη διαχείριση του ποσού του φόρου στις τράπεζες, το οποίο αναφέρεται στην κατάθεση του κ. Καζαμία. Η επιτροπή, όχι μόνο λογοκρίνει το πραγματικό κίνητρο του κ. Χριστόφια, όπως σαφώς καταγράφεται, αλλα προσθέτει ένα δικό της κίνητρο που είναι ατεκμηρίωτο. Ευρύτερα, η θέση της επιτροπής ότι έχουν ευθύνη και τα κόμματα που συνεργάστηκαν με την κυβέρνηση Χριστόφια, παραπέμπει στο ότι συμμετείχαν στην κυβέρνηση από το 2008. Είναι μια αποκαλυπτική αναφορά – παρά το ότι ο πρώην πρόεδρος εκλέγηκε δημοκρατικά και με συγκεκριμένο πρόγραμμα, η επιτροπή καταλογίζει ευθύνες για συνεργασία μαζί του από την αρχή – το 2008. Η θέση της, προφανώς, είναι ότι δεν έπρεπε να εκλέγει. Και με το να λογοκρίνεται ότι οι κινήσεις του κ. Χριστόφια είχαν ως στόχο τη συνεπή στάση απέναντι στους πολίτες που τον εξέλεξαν, ουσιαστικά, η επιτροπή υιοθετεί τη θέση ότι ένας πολιτικός πρέπει να αγνοεί το κοινό και τις υποσχέσεις - δεσμεύσεις του. Το ότι αυτό είναι αντιφατικό – αφού, από την μια, ο πρώην πρόεδρος κατηγορείται για συνέπεια σε θέσεις που κατέθεσε στους πολίτες, και από την άλλη ότι "έκανε ότι ήθελε» ως άτομο – ήταν μάλλον δύσκολο να κατανοηθεί από μια επιτροπή που βρέθηκε να εισηγείται από την μια ένα είδος ντε φάκτο δικτατορίας για χάρη των τραπεζών, ενώ από την άλλη διεκδικούσε ότι ο πρόεδρος έπρεπε να ακούει τους άλλους. Προφανώς, η επιτροπή θεωρεί ότι όταν κάποιοι ανήκουν στην ελίτ, πρέπει να ακούεται η γνώμη τους, ενώ κάποιοι άλλοι ως πληβείοι, πρέπει να αγνοούνται. Με αυτήν τη έννοια, η εν λόγω έκθεση είναι εκφραστική και μιας νοοτροπίας που είναι καλό που αποκαλύφθηκε.

Συμπεράσματα
Το ότι η επιτροπή ήταν μεροληπτική και έκανε επιλεκτική χρήση των τεκμηρίων για να παρουσιάσει μια αποσπασματική εικόνα που παραβιάζει την έννοια της ισονομίας και της αμεροληψίας που πρέπει να έχει μια επιτροπή διορισμένη από το Δημόσιο, είναι εμφανές. Αυτή η θλιβερή κατάσταση μερικών ατόμων να θέτουν τα προσωπικά τους συμφέροντα ή συναισθήματα υπεράνω της ισονομίας στην εφαρμογή του ό,ποιου δημόσιου έργου, πρέπει να προβληματίσει, αν θα συνεχιστεί η πρακτική των επιτροπών. Και δεν θα ήταν παράξενο αν μερικοί από όσους αδίκως θίγονται καταχωρήσουν δικαστικές αγωγές – στην Κύπρο ή σε Ευρωπαϊκά δικαστήρια.

Η απόφαση διορισμού νομικών ίσως να είχε από την αρχή τη σκοπιμότητα να μπορούν να είναι πιο εύκολα χειραγωγίσιμοι, αφού εμφανώς δεν είχαν κατανόηση για τα υπό συζήτηση θέματα. Όμως, υπάρχει και ένα ευρύτερο θέμα: δεν μπορεί να διορίζεται μια επιτροπή, η οποία εκφράζει μονομερώς, όχι απλώς προκαταλήψεις, αλλά και μια μερίδα της κοινωνίας και μια από τις υπάρχουσες οπτικές στις ακαδημαϊκές αναλύσεις για την οικονομική κρίση και την αντιμετώπιση της. Αν υπήρχε αντιπροσωπευτικότητα [και όσον αφορά τις επιστημονικές απόψεις αλλα και όσον αφορά τις πολιτικές οι οποίες εκφράζουν υπάρχουσες τάσεις στην κοινωνία], θα είχε ενδεχομένως εμποδίσει και την εκπληκτική προχειρότητα - όπως φάνηκε στο υπάρχον κείμενο - αλλά την εμφανή μεροληπτική στάση. Ουσιαστικά, η επιτροπή εξέφρασε μια ακραία νεοφιλελεύθερη οπτική ότι έπρεπε να επιβληθεί λιτότητα για χάριν των τραπεζών από το 2008 – άσχετα από το τί ήθελαν οι πολίτες και τί ψηφίσαν. Και ακολούθως, η θέση της επιτροπής Πική ήταν ότι ήταν επιλήψιμη κάθε κίνηση υπεράσπισης του κοινωνικού προγράμματος για το οποίο εκλέγηκε η κυβέρνηση, όπως και οι προσπάθειες αποφυγής της τρόικας ή διαπραγμάτευσης μαζί της, όταν τελικά η κάθοδος έγινε αναπόφευκτη λόγω των προβλημάτων που αποκάλυψε η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Είναι δικαίωμα κάθε ενός να έχει τις απόψεις του – αλλά μια τέτοια μονοδιάστατη οπτική ήταν αναμενόμενο ότι δεν θα έδειχνε κανένα σεβασμό στην άλλη άποψη. Ουσιαστικά, για να ακριβολογούμε η φράση «είμαι πρόεδρος και κάνω ότι θέλω» ήταν μάλλον ένα είδος λανθάνουσας γλώσσας για την στάση του ίδιου του κ. Πική. Και το ότι η επιτροπή κατέληξε να αποκρύβει στοιχεία, να παραπλανεί με τις αναφορές της, να είναι εντελώς ασυνεπής στην αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων (είτε ήταν το θέμα των προέδρων στα κουρέματα ελληνικών ομόλογων και καταθέσεων αντίστοιχα, είτε η αναφορά στον ΕΛΑ και η ευνοιοκρατική αποφυγή αναφοράς στη στάση του νυν προέδρου τον Νοέμβριο και τον Μάρτιο, αλλά και των κ Σαρρή και Ν. Παπαδόπουλου, οι οποίοι είχαν σαφή εμπλοκή αλλά και συμφέροντα στη Λαϊκή) ήταν, μάλλον, η λογικά αναμενόμενη θλιβερή κατάντια.




[1] Όταν τελικά έγινε η παρουσίαση ο κ. Πικής εξέφρασε τη δυσφορία του για τις διαρροές, αλλά αφού δεν απάντησε σε ερωτήσεις, και με δεδομένη τη στάση του τον Αύγουστο όταν πληροφόρησε την κοινή γνώμη ότι είχε αποφασίσει να μην διερευνήσει την υπόθεση των εκροών από συγγενείς του προέδρου, η περιγραφή της όλης στάσης της επιτροπής ως πειθήνια είναι αρμόζουσα.
[2] «Έκθεση χάθηκε στο δρόμο». Φιλελεύθερος,  8/10/2013, σελ.1
[3] «Η υποβάθμιση αντικατοπτρίζει την ένταση [severity] της κρίσης στην γειτονική Ελλάδα και τον κίνδυνο που αυτό προκαλεί για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα και κατά συνέπεια για τα δημόσια οικονομικά». Chris Pryce, Director in Fitchs Sovereign Group. http://greece.greekreporter.com/2011/05/31/fitch-downgrades-cyprus-due-to-exposure-to-greek-debt/

[4] Υπάρχει επιπρόσθετα ένας ακόμα πίνακας για την ανεργία, ο οποίος και πάλι δεν είναι συγκριτικός.
[5] Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του κ. Δημητριάδη λ.χ. ο κ. Πικής μπέρδευε στις ερωτήσεις του την έννοια του δημόσιου χρέους με αυτήν του δημόσιο-οικονομικού ελλείμματος.
[6] «Τους τρεις δικαστικούς… πλαισιώνουν οι ακαδημαϊκοί Ανδρέας Χαριτου και Κώστας Ξιουρος». Φιλελεύθερος, 20/4/2013, σελ. 12.  Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί και η διαφοροποίηση του κ. Ζένιου, ο οποίος ήταν «ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας» σύμφωνα με το Φιλελεύθερο 8/10/2013.
[7] Καλοζώης, σελ. 26, Μιχαήλ, σελ. 29, Τρόκκος σελ. 30
[8] Μάλιστα μέχρι και στα συμπεράσματα αναφέρεται ένας τίτλος του Φιλελευθέρου χωρίς να φαίνεται να υπάρχει αντίληψη ότι οι πρωτοσέλιδοι τίτλοι μπορεί να εκφράζουν συγκεκριμένες πολιτικές, παρά να απεικονίζουν τα γεγονότα.
[9] «Όταν έχεις να κάνεις με κατοχικές δυνάμεις δεν μπορείς να μιλάς για ανθρώπινα δικαιώματα». Δήλωση Πατσαλίδη, Φιλελεύθερος 20/4/2013, σελ. 12.
[10] Η κ. Η. Νικολάου διαφοροποιήθηκε τελικά με την συμπληρωματική της αναφορά αποδίδοντας τουλάχιστον ευθύνη στις τράπεζες.
[11] Στην περίπτωση του κ. Καζαμία, μάλιστα, οι παρεμβολές της επιτροπής καλύπτουν σαφώς περισσότερο χώρο από ότι η δική του κατάθεση.
[12] Μια άλλη παραπλανητική χρήση λέξης είναι η αναφορά στο ρήμα «επαίρεται» για την αναφορά του κ. Σταυράκη στο βιβλίο του για την συμφωνία με το Κατάρ και στην καθυστέρηση της έκδοσης απόφασης από τους Fitch πριν τις εκλογές του 2011. Στο βιβλίο τα δυο γεγονότα αναφέρονται σαν «δυο κινήσεις» [σελ. 208] παρά σαν «επιτυχίες». Το βιβλίο έχει ειδικό κεφάλαιο για τις επιτυχίες [«Blitz αποφάσεων και επιτυχιών» σελ. 127] και είναι σαφές πότε ο κ. Σταυράκης θεωρεί κάτι σαν επιτυχία για τον οποίο μπορεί να «επαίρεται»  και πότε αναφέρεται σε ντε φάκτο γεγονότα. Προφανώς, η χρήση της λέξης είχε σαν στόχο να υποβάλει το νόημα που ήθελαν κάποιοι στην επιτροπή.
[13] Στο συγκεκριμένο αριθμό αναφέρεται «66 χιλιάδες».
[14] Αλλωστε μια τέτοια δήλωση την άνοιξη του 2011 έσπρωχνε με δική του στήριξη τα κυπριακά ομόλογα στην υποβάθμιση


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου