20 Οκτ 2013

Μια απόπειρα ανάγνωσης του νέου παγκόσμιου σκηνικού μετά τη Συρία και την παρ’ ολίγον χρεοκοπία των ΗΠΑ λόγω χρέους: μια αμερικανό-ρωσική προσέγγιση για εξισορρόπιση στον ευρω-ασιατικό χώρο;



Τελικά, η αμερικανική γερουσία βρήκε μια συμβιβαστική φόρμουλα για να αναβληθεί η αντιπαράθεση γύρω από το ύψος του χρέους των ΗΠΑ. Είναι μεν μια νίκη του Ομπάμα και μια ήττα του «κόμματος του τσαγιού» στο εσωτερικό του ρεπουμπλικανικού κόμματος, το οποίο αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αλλά, όπως παρατήρησε και ο ανταποκριτής του euro news, τα πράγματα έφτασαν στο χειρότερο δυνατό σημείο και η «συμφωνία» είναι ουσιαστικά μια αναβολή για λίγο παρακάτω. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπως και παγκόσμια, η διαμάχη για το δημόσιο χρέος είναι και μια μεταφορική συζήτηση για δυο άλλα θέματα: το αν η κρίση θα αντιμετωπίζεται με λιτότητα ή επενδύσεις - οι οποίες μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο μέσω της αύξησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους στο παρόν. Σε ένα άλλο επίπεδο, η διαμάχη έχει να κάνει και με το βαθμό εξωτερικής εξάρτησης της κοινωνίας. Γιατί, αν εσωτερικά το θέμα είχε να κάνει με τον προϋπολογισμό, στο εξωτερικό το ζητούμενο ήταν αν οι ΗΠΑ, και το δολάριο, παραμένουν ένας φερέγγυος παίκτης, στην παρούσα μορφή του διεθνούς οικονομικού συστήματος.

Όλοι δυσφορούν με την πιθανότητα χρεοκοπίας, αλλά η Ρωσία συστήνει ψυχραιμία
Οι αγορές αντιμετώπισαν το θέμα με σχετική σιγουριά ότι θα βρισκόταν «λύση» - και μόνο τις τελευταίες μέρες υπήρξε αναφορά για κατάρρευση των αγορών κλπ. Κάτι που προφανώς άγγιξε την ηγεσία των ρεπουμπλικάνων. Όμως, για ό,ποιον παρακολουθούσε τις δευτερεύουσες ειδήσεις τα βασικά οικονομικά επιτελεία παγκόσμια άρχισαν να προετοιμάζονται για την πιθανότητα χρεοκοπίας – μη δυνατοτητας εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους. Οι δυο πιο επηρεαζόμενες χώρες είναι η Κίνα και η Ιαπωνία. Η Κεντρική Τράπεζα της Κίνας φαίνεται να κινήθηκε προς την κατεύθυνση που ακολουθεί από το 2008 – τη σταδιακή απεξάρτηση από το δολάριο. Και ο κινεζικος οικος αξιολογησης υποβαθμισε τις ΗΠΑ. http://rt.com/business/china-dagong-us-downgrade-306/


Έτσι, κυκλοφόρησε ότι έκανε συμφωνία με την Ε.Ε. για αμοιβαίες εξυπηρετήσεις χωρίς την χρήση δολαρίου. Ταυτόχρονα, ο Economist ως εκφραστής του διεθνούς κεφαλαίου εξέφρασε τη δυσφορία του με τους αμερικανούς πολιτικούς, ενώ οι Fitch απείλησαν με διαδικασίες υποβάθμισης. Η Ρωσία, αντίθετα, η οποία έχει, επίσης, σημαντικές επενδύσεις στο αμερικανικό δημόσιο χρέος φάνηκε πολύ πιο ήπια – και σίγουρη για τη σταθερότητα της επένδυσης.


Ο ερχομός αυτής της αναμενόμενης αντιπαράθεσης, λίγο μετά από τη συριακή κρίση επιβεβαιώνει εν μέρει και τις υποψίες που ακούστηκαν ότι ο κ. Ομπάμα ήθελε να χρησιμοποιήσει μια σύντομη αλλά θεαματική επέμβαση στη Συρία για να ενισχύσει το εσωτερικό του προφίλ. Τελικά, οι ρεπουμπλικάνοι φαίνεται ότι δεν υπολόγισαν καλά τις διαθέσεις του κοινού πάλι - όπως και επί Κλίντον - και έτσι η συριακή σφαγή που δεν έγινε, δεν χρειάστηκε – οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι η πλειοψηφία κατηγορούσε τους αντίπαλους του Ομπά,μα για το αδιέξοδο. Όμως οι σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας αξίζουν μια ευρύτερη αναφορά, γιατί πίσω από τη σχεδόν συγκαταβατική στάση, υπάρχει μια αναθέρμανση των αμερικανό-ρωσικών σχέσεων.

Η επιστροφή της Ρωσίας, ως μεγάλη δύναμη στη Μέση Ανατολή και ο νέος της ρόλος στην παγκόσμια εξισορρόπηση
Αναμφισβήτητα ο κερδισμένος της κρίσης του Αυγούστου με τη Συρία ήταν ο Πούτιν και μετά ο Άσσαντ. Ο Πούτιν απέδειξε ότι η μετασοβιετική Ρωσία είναι ένας παράγοντας, ο οποίος είναι πια καθοριστικός στις διεθνές σχέσεις. Σε αντίθεση με τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, το βομβαρδισμό της  Γιουγκοσλαβίας το 1999, την εισβολή στο Ιράκ το 2003 και την επέμβαση το 2011 στη Λιβύη, για πρώτη φορά η Ρωσία ήταν όχι μόνο αποφασιστική ρητορικά, αλλά μετακίνησε και το ναυτικό της για να είναι σε θέση να προστατεύσει ένα σύμμαχο της. Το ότι ο Ομπάμα δεν προτίμησε τη σύγκρουση μπορεί να οφείλεται και στη γενικότερη του πολιτική, αλλά οφείλεται και στη διαπίστωση ότι οι ΗΠΑ και οικονομικά - μετά από τη δεκαετία του 1970 ουσιαστικά - αλλά και πολιτικό-στρατιωτικά - μετά το Ιράκ - είναι ουσιαστικά μια μεγάλη δύναμη και όχι ένας ηγεμονικός παίκτης που καθορίζει το παιχνίδι. Και το ότι ο Ομπάμα προτίμησε να ανοίξει διάλογο ουσιαστικά με το Ιράν μέσω του συμβιβασμού στη Συρία, δείχνει και τη διάθεση των ΗΠΑ να αναγνωρίσουν το νέο χάρτη της πολιτικής στον πλανήτη – ο οποίος είναι πια πολυπολικός- αλλά και να φτιάξουν νέες στρατηγικές συμμαχίες.

Ήδη στη Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε δύσκολη θέση: οι ιστορικοί τους σύμμαχοι - η Τουρκία, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία - κινούνται σε αυτόνομες πορείες. Η μεν Τουρκία κινείται αυτόνομα από καιρό, αλλά πρόσφατα έδωσε ακόμα πιο έντονη ένδειξη αυτών των κινήσεων, όταν προτίμησε κινεζική εταιρεία πυραύλων - η οποία μάλιστα έκανε δουλειές με το Ιράν - αντί δυτικής. Το Ισραήλ παραμένει μεν σύμμαχος, αλλά η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν φαίνεται να έχει διάθεση συνεργασίας με τον Ομπάμα, ενώ κάνει επίσης ανοίγματα - στον ενεργειακό τομέα - στη Ρωσία. Η Σαουδική Αραβία από την άλλη είναι ενοχλημένη από τις ΗΠΑ λόγω της ανοχής αρχικά στην εξέγερση που ανέτρεψε τον Μουμπάρακ στην Αίγυπτο, αλλά και από τις προσπάθειες των ΗΠΑ να προσεγγίσουν κάπως το Ιράν. Αυτή η αντιπαράθεση φαίνεται από τις πρόσφατες προσπάθειες των Σαουδαράβων να διευρύνουν τις αγορές οπλικών συστημάτων, αλλά και γύρω από την Αίγυπτο. Η κυβέρνηση Ομπάμα αναγκαστικά έκανε περικοπές στην βοήθεια στη Αίγυπτο μετά την ανατροπή του Μόρσι – αν και γενικά προσπάθησε να δώσει επίσης, μέσω του Κέρρυ, τη εικόνα της κατανόησης. Η περικοπή ήταν αναπόφευκτη με βάση τον αμερικανικό νόμο, εκτός αν κάποιος θα μπορούσε να εμφανίσει ένα στρατιωτικό κίνημα σαν μη πραξικόπημα. Η Σαουδική Αραβία κινήθηκε αμέσως να στηρίξει την νέα αιγυπτιακή κυβέρνηση, δημιουργώντας μια επιπρόσθετη αποστασιοποίηση από τις ΗΠΑ.
Κοιτάζοντας το ευρύτερο πλαίσιο, μπορεί να πει κανείς ότι στο διεθνές επίπεδο, οι ΗΠΑ αναγνώρισαν στο συριακό, τον αποφασιστικό πια ρόλο της Ρωσίας στην περιοχή, και κινούνται σε μια προσπάθεια αναζήτησης νέου πλαισίου συμμαχιών: η ιστορική συμμαχία με την Σαουδική Αραβία φαίνεται να υποχωρεί. Αυτό το άνοιγμα των αμερικανών στους ρώσους – και στο συριακό συμβιβασμό αλλά και στην προσέγγιση του προστατευομένου από τη Ρωσία, Ιράν- είναι ενδεικτικές.

Οι ΗΠΑ αναζητούν συμμαχίες, βλέποντας την αναπόφευκτη άνοδο της Κίνας και την ενίσχυση της γερμανικής κεντρικής Ευρώπης


Κοιτάζοντας τα δεδομένα στα πλαίσια του παγκόσμιου συστήματος, μπορεί κάποιος να δει ότι η Ρωσία του Πούτιν αναδύεται πια ως η μεγάλη ευρωασιατικη δύναμη με στρατηγική και οικονομική συνεργασία με την Κίνα στην ανατολή και με έμμεσες αλλά σαφείς οικονομικές σχέσεις με τη δύση μέσω ενέργειας. Η αλληλεξάρτηση Γερμανίας-Ρωσίας μέσω του φυσικού αερίου είναι ένα υπόστρωμα το οποίο είναι που πιο ουσιώδες από τις επιφανειακές διαμάχες. Οι ΗΠΑ από την άλλη φαίνονται εκτός – όσον αφορά στην Ευρώπη η αναδυόμενη κεντροευρωπαϊκή δύναμη, η Γερμανία έχει πάψει από καιρό να συμπεριφέρεται σαν υποδειέστερος σύμμαχος και κινείται προς την δημιουργία ενός δικού της - ευρωπαϊκού ή κεντροευρωπαϊκού - πόλου στο παγκόσμιο σύστημα. Και εδώ, παρά τις επιφανειακές αβρότητες, η στρατηγική σύμμαχος των ΗΠΑ, η Βρετανία λειτουργεί ως ο άλλος αντί-ομοσπονδιακός/αντι-γερμανικός ευρωπαϊκός πόλος. Οι αμερικανοί δεν είναι ενθουσιασμένοι με την ενίσχυση της Γερμανίας, αλλά δεν μπορούν επίσης να κάνουν και τίποτα. Οπότε η πρόσφατη διαμάχη ανάμεσα σε Ρωσία και Ε.Ε. [Γερμανία] για την Ουκρανία είναι αποκαλυπτική – κάποτε ο βασικός συνομιλητής των ρώσων για τα δυτικά συμφέροντα στην Ουκρανία θα ήταν οι ΗΠΑ. Σήμερα είναι η Ε.Ε./Γερμανία.

Ταυτόχρονα, στην Άπω Ανατολή, η διεύρυνση της κινεζικής επιρροής, αλλά και οι τάσεις αυτονόμησης της Ιαπωνίας, κάνουν την αμερικανική παρέμβαση και πάλι προβληματική – και αν παρακολουθήσει κάποιος τα δυτικά έντυπα, η απουσία του Ομπάμα από την σύνοδο της ASEAN αντιμετωπίστηκε ως στρατηγική νίκη της Κίνας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το σενάριο της αμερικανό ρωσικής προσέγγισης έχει μια ευρύτερη διάσταση. Η Ρωσία είναι ο κεντρικός γεωγραφικος κρίκος, ο οποίος συνδέει τους δυο άλλους μεγάλους παίκτες στο διεθνές σύστημα – την Κίνα και Γερμανία- ενώ είναι και αποφασιστικός παίκτης πια στην κεντρική Ασία. Με αυτή την έννοια, η αμερικανό –ρωσική προσέγγιση ίσως να είναι η προσπάθεια επιστροφής των ΗΠΑ σε ένα παιχνίδι από το οποίο ένιωθαν αυξανόμενα αποκλεισμένοι, αφού οι επενδύσεις τους  - στρατιωτικά αλλά και πολιτικά - φαίνονται να μην αποδίδουν -σίγουρα οι στρατιωτικές, ενώ οι πολιτικές γίνονταν ρευστές και ασταθείς. Η Ρωσία ίσως να είναι ο νέος παράγοντας εξισορρόπησης δυνάμεων και συμμαχιών σε ένα πλαίσιο, όπου η μονοδιάστατη ταύτιση των τοπικών δυνάμεων με ένα μόνο διεθνή παίκτη, έχει πια περάσει ανεπιστρεπτί.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου