27 Σεπ 2013

Όταν ο Λίλλης τα ‘ξαναφτιάχνει’ με τον Κουλέρμο και το παίζει «Λιοτατής» με στόχο τον Κιττή (ή πετώντας το κοκαλάκι «Δρομολαξιά» για να μετατοπιστεί η συζήτηση από διάφορα στο δημόσιο λόγο)

Το μοντέλο: πως ένα κύπριος Τσοχατζόπουλος φτιάχνει θεάματα για άλλους
Υπάρχει μια ιστορία που γράφτηκε ήδη στο ίντερετ αρκετές φορές χωρίς διάψευση: ο κ. Κουλέρμος, πεθερός του κ. Χάσικου, αγόρασε σε κάποια φάση ένα ιχθυοτροφείο στο Λιοπέτρι αφού πρώτα εξαπέλυσε, μέσω της εφημερίδας του, μια επίθεση εναντίον του ότι ήταν έκανε κακό στην περιοχή. Έτσι, οι ιδιοκτήτες το πούλησαν τελικά στον έκδοτη που οργάνωσε την εκστρατεία σε χαμηλή τιμή. Και φυσικά, μετά συνέχισε να μολύνει το περιβάλλον, βγάζοντας όμως τώρα πια ο ίδιος κέρδη – και έτσι η εφημερίδα του σιώπησε.
Αυτό το μοντέλο είναι καλά να το έχει κάποιος στο μυαλό του, καθώς ο κ. Χάσικος με την πρόθυμη η μη στάση του κ. Ι. Νικολάου, προωθεί τα συμφέροντά του.

Το κοκαλάκι της Δρομολαξιάς, το οποίο ρίχνεται στα ΜΜΕ σε πάντα βολικές στιγμές – και με επιφοίτηση αγνότητας πρόσφατα
Το θέμα με το χωράφι, που αγόρασε το ταμείο συντάξεων των εργαζόμενων στην ΣΥΤΑ στην περιοχή της Δρομολαξιάς είναι ένα θέμα, το οποίο εμφανίζεται βολικά κάθε φορά που η κυβέρνηση βρίσκεται υπό πίεση ή θέλει να περάσει κάτι. Εμφανίστηκε και την άνοιξη έτσι, και το καλοκαίρι - ακριβώς γύρω στις 15 Ιουλίου - στο τέλος Αυγούστου με τις παρουσιάσεις στη διορισμένη επιτροπή Πική, και τώρα. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, όπως τουλάχιστον τη διέρρευσε η κυβέρνηση στον Φιλελεύθερο της Τετάρτης, 25/9, είναι ότι ο κ. Λίλλης αποφάσισε ξαφνικά να μιλήσει, τη Δευτέρα. Αυτή η επιφοίτηση, σύμφωνα με τον υπότιτλο της εφημερίδας, συμπεριλάμβανε και ένα είδος υπόσχεσης για «εύνοια». Η νέα κατάθεση Λίλλη που έστρεψε τα φώτα στο νέο μεγάλο αντίπαλο του κ. Χάσικου - ο οποίος τρέχει το θέμα σαν οικογενειακό ζήτημα - ήρθε βολικά: η κυβέρνηση, κατ’ αρχήν, προσπαθεί να περάσει ένα νομοσχέδιο για να μπορεί να αντικαταστήσει τα ΔΣ των ημικρατικών, ενώ ταυτόχρονα προωθεί και τις ιδιωτικοποιήσεις – οπότε, δημόσια εστίαση σε ένα επικεφαλής ημικρατικού, ο οποίος μάλιστα προσπαθούσε να πείσει ότι δεν είναι συμφέρων να ιδιωτικοποιηθούν οι ημικρατικοί, είναι αρκετά βολικό για να είναι εντελώς τυχαίο. Ύστερα, είναι και ο υπουργός δικαιοσύνης, που είναι υπό πολλαπλή πίεση, αφού μόλις είπε ότι δεν υπάρχουν κίνδυνοι από ρατσιστικές ομάδες βρέθηκε μπροστά στη δολοφονία του Φύσσα στην Ελλάδα, που τον υποχρέωσε σε στροφή. Ύστερα, είναι και ο αρχιεπίσκοπος, ο οποίος μετά το ξεσέλωμα δηλώσεων και ρουσφετολογικών παρεμβάσεων (ήθελε μέχρι και παραίτηση του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, όπως φάνηκε από τα ΜΜΕ, στα οποία έχει οικονομικό συμφέρον – Μέγα, Φιλελεύθερος), βρέθηκε μπροστά σε ένα κύμα αντιδράσεων, όχι μόνο από την αριστερά, αλλά και από τους φιλελευθέρους. Και ανάμεσα σε άλλα ήρθε και η είδηση για τις διαπραγματεύσεις των εκπροσώπων των κοινοτήτων με Ελλάδα και Τουρκία – έπεσε σύννεφο τετραμερούς και η κυβέρνηση πανικοβάλλεται, όταν νιώθει ότι μπορεί να αρχίσει η κριτική των απορριπτικών.
Και από την άλλη, υπάρχει και μια αυξανόμενη κοινωνική πίεση.
Οπότε, χρειαζόταν κάποια μετατόπιση. Ο Β. Παπαδόπουλος, μετά το deal με το Λίλλη, φάνηκε να επιστρέφει πίσω στην υστερία της άνοιξης. Ήταν και αυτό σύμπτωμα.

Που στύλλον στύλλον άνεση: από το χωράφι της Δρομολαξιάς μέχρι ένα άλλο χωράφι που δεν πωλήθηκε τελικά – ή πως το θέμα είναι διαμάχη επιχειρηματιών που αναζητούν πολιτική κάλυψη των διαφορών τους
Το ενδιαφέρον με το δημοσίευμα του Φιλελευθέρου είναι το εξής: συμφωνα με αυτο, ο κ. Λίλλης δεν έκανε την καταγγελία για το χωράφι στη Δρομολαξιά (για την οποία ίσως έκανε τώρα συμφωνία με τα συμφεροντα του κ. Κουλέρμου, που είναι η επιχειρηματική οικογενειακή φιγούρα πίσω από τον κ. Χάσικο, για «εύνοια»), αλλά για ένα άλλο χωράφι. Όπως και στις καταγγελίες Λιοτατή, το όλο θέμα έχει να κάνει και πάλι με πληρωμές σε μετρητά, οπότε η απόδειξη όπως είπε εύστοχα και ο κ. Κιττής είναι «ο λόγος του έναντι του λόγου του κ. Λίλλη». Το πιο παράδοξο, βέβαια, είναι ότι η συμφωνία για άλλο χωράφι τελικά «δεν υλοποιήθηκε» – άρα με βάση την εκδοχή του Φιλελευθέρου και του κ. Λίλλη, δόθηκαν τα χρήματα και δεν έγινε τίποτα. Υπενθυμίζεται ότι και ο κ. Λιοτατής ισχυρίστηκε ότι έδωσε εκατοντάδες χιλιάδες στο κ. Λίλλη σε μετρητά. Προφανώς, είναι μια μέθοδος συγκαλυμμένης πληρωμής, αλλά είναι επίσης και μια εύκολη κατηγορια, αν θέλει κάποιος να φορτώσει αλλού κάτι.

Για να κατανοήσει κάποιος την υπόθεση και τα παράδοξά της, θα πρέπει να δει την ιδιομορφία του ζητήματος των τουρκοκυπριακών περιουσιών και γιατί ο κ. Χάσικος αποφάσισε να εστιάσει σε αυτό το θέμα. Οι τουρκοκυπριακές περιουσίες στη νότια Κύπρο βρίσκονται, ουσιαστικά, υπό την κηδεμονία του κράτους και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει απροθυμία να πωληθούν – εκτός βέβαια αν εξυπηρετούν «ειδικά», κρατικά ή άλλα συμφέροντα. Από τη δεκαετία του 1990, ωστόσο άρχισαν να γινόταν αγοραπωλησίες. Φυσικά, τέτοιες πωλήσεις γινόταν από τουρκοκύπριους σε άνισες συνθήκες – δεν είχαν δηλαδή την ίδια άνεση με τους ελληνοκύπριους για διαπραγμάτευση κλπ, αφού θα έπρεπε να πειστεί και το κράτος, και οι λειτουργοί του. Μετά το 2004, αυτές οι πωλήσεις συνεχίστηκαν και σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίστηκε και ο κ. Μουσταφά, ιδιοκτήτης του χωραφιού στη Δρομολαξιά κοντά στο αεροδρόμιο. Η περιοχή θα είχε ανάπτυξη λόγω του αεροδρομίου και ήδη διάφοροι επιχειρηματίες γης, ανάμεσά τους και οι κ. Κουλέρμος και Λίλλης, ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν ιδιοκτησίες με στόχο να τις πωλήσουν μετά με κέρδος. Το πιο ολοκληρωμένο άρθρο για τις σχέσεις τους δημοσιεύτηκε από τον Ιούλιο, αλλά φυσικά λογοκρίθηκε από τα περισσότερα ΜΜΕ.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Μουσταφά γνώρισε τον κ. Λιοτατή, ο οποίος ασχολείτο επίσης με το εμπόριο γης – και ο κ. Λιοτατής από ότι φαίνεται και από τις καταθέσεις του, του πρόσφερε κάλυψη για να πωλήσει το χωράφι του. Έτσι, του νοίκιασε δωμάτιο για να φαίνεται ότι μένει στην περιοχή, και τον περιέφερε για να βρει αγοραστή – πήρε και 50,000 για αυτές τις υπηρεσίες. Και διεκδικούσε, βέβαια, πολύ περισσότερα από τα κέρδη. Διότι το χωράφι πωλήθηκε σε διπλάσια τιμή από όσα πήρε ο τουρκοκύπριος. Ο παραπονούμενος, βέβαια, είναι ο κ. Μουσταφά – αλλά με το υπάρχον καθεστώς το ότι το πώλησε μπορεί να είναι και επίτευγμα. Διότι οι αντίπαλοι της πώλησης δεν ενδιαφέρονται ακριβώς για τον τουρκοκύπριο, αλλά διότι ήθελαν να πωλήσουν δικό τους κομμάτι στο ταμείο εργαζομένων της ΣΥΤΑ. Ένας από αυτούς, ήταν και ο κ. Κουλέρμος, ο οποίος όταν έγινε η αγοραπωλησία έχασε από μια αναμενόμενη επένδυση – και θεωρούσε ότι τον ξεγέλασε ο παλιός συνέταιρος ο κ. Λίλλης. Έτσι, στήριξε τον κ. Λιοτατή και όταν έγινε ο γαμπρός του υπουργός εσωτερικών, αποφάσισαν, προφανώς, να χρησιμοποιήσουν το θέμα για να έχουν ένα τρόπο να μετατοπίζουν την έμφαση κάθε φορά, που πλησιάζει επικίνδυνα η κριτική, είτε στις μίζες, είτε στη διαπλοκή .

Όταν ασχολείται ο κ. Χάσικος, το ερώτημα είναι τί επιδιώκει οικονομικά για τις επιχειρήσεις της οικογένειας
Διότι ο κ. Χάσικος είναι ίσως η πιο κραυγαλέα περίπτωση διαπλοκής υπουργού στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας: με οικογενειακές επιχειρήσεις γης, βρέθηκε υπουργός που άλλαξε το φορολογικό νομοσχέδιο για την φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, εξυπηρετώντας πρώτα από όλα τα προσωπικά του συμφέροντα. Και το αίσθημα της προσωπικής εξυπηρέτησης στο θέμα ήταν σαφές, όταν εξαίρεσε τον εαυτό του από τους ενοικιαστές του δημόσιου που έπρεπε να μειώσουν το νοίκι. Ανάλογα μπορεί να πει κάποιος για τη σχέση του υπουργού εσωτερικών με τα προσωπικά του συμφέροντα ως μέλος οικογένειας ιδιοκτήτη ΜΜΕ. Ή για το ιχθυοτροφείο στο Λιοπέτρι, το οποίο πήρε και άδεια να ρίχνει τη μόλυνση που παράγει στην θάλασσα κλπ.
Οπότε σε ένα άλφα επίπεδο ήταν και ένα είδος προσωπικής κίνησης – εκδίκησης ή ίσως απαίτησης ιδιωτικά για επιστροφή ζημιών κλπ. Αυτά δεν δημοσιεύονται. Όμως, ευρύτερα ήταν και είναι και ένα θέμα που βολεύει – γιατί ως οριακό θέμα μιας ομάδας ιδιοκτησιών, οι οποίες για να προχωρήσουν ή ήθελαν έξτρα εγκρίσεις, είναι αναμενόμενο να υπήρχαν διάφορες "εξυπηρετήσεις".

Μια διαδικασία, όπου ό,ποιος λέει  ό,τι θέλει ο υπουργός αποκτά εύνοια, ενώ το θέμα μετατοπίζεται και ο αρχικός ένοχος - αν υπήρχε αδίκημα - δεν συζητείται καν;
Η απόφαση του κ. Λίλλη να κατηγορήσει τον κ. Κιττή και να αφήσει να αιωρούνται διάφορα - τουλάχιστον όπως ακούστηκε στο δικαστήριο - δείχνει ότι βρήκε τρόπο να πετύχει κάποιο deal. Διότι στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία φαίνεται να ακολουθεί ένα παράδοξο μονοπάτι που θύμιζε και λίγο ένα προκατασκευασμένο σενάριο όπου ο καθένας μεταφέρει κάτι παρακάτω χωρίς να είναι ο βασικός κρίκος. Ουσιαστικά, ενθαρρύνεται κάποιος να κάνει μια καταγγελία ότι συμμετείχε σε κάτι, του προσφέρεται απαλλαγή από κατηγορίες, οπότε μπορεί εύκολα να κατηγορεί άλλους. Έτσι, ο Λιοτατής, ο οποίος αν υπήρχε παρανομία στην πώληση θα έπρεπε να είναι ο πρώτος που θα έπρεπε να συλληφθεί, απαλλάχτηκε. Η επίθεση εστιάστηκε μετά στον Λίλλη. Τώρα, αν ο Λίλλης κατηγορεί τον Κιττή και έτσι θα απαλλαχθεί από μια σειρά κατηγοριών, τότε αυτό μοιάζει με ένα παιχνίδι ενοχοποίησης, όπου όσοι αναζητούν κάτι, προσεγγίζουν μάρτυρες με υπόσχεση απαλλαγής φτάνει να πουν αυτά που βολεύουν όσους καθοδηγούν την έρευνα. Και τα ΜΜΕ ήταν ξεκάθαρα ποιοί καθοδηγούσαν.

Και το «μονόφθαλμο» βλέμμα στο Φιλελεύθερο προσφέρει επίσης υπηρεσίες: η Αλκή είναι αριστερό σωματείο, αλλά η ΣΕΚ ποιάς παράταξης είναι συντεχνία;
Και οι σκοπιμότητες ήταν σαφείς. Έτσι, ο Φιλελεύθερος άφησε έντονα να φανεί ότι υπήρχε σχέση με μίζες στην αριστερά, αλλά παρέβλεψε εντελώς ότι ο κύριος εμπλεκόμενος, ο κ. Ορέστης Βασιλείου, είναι της ΣΕΚ. Ο Φιλελεύθερος είχε πάντα μια παράξενη και ενδιαφέρουσα στάση απέναντι στις συντεχνίες της ΣΥΤΑ. Την προηγούμενη περίοδο, παρουσίαζε τις θέσεις των μικρών συντεχνιών ως τις θέσεις των συντεχνιών γενικά. Τώρα, που καταγράφεται τελικά ότι ένας συντεχνιακός κατηγορείται και αν είναι σωστά όσα γράφηκαν πήρε και τσεκ, τώρα ξαφνικά το δημοσιογραφικό επιτελείο ξέχασε σε ποια παράταξη ανήκει η ΣΕΚ. Και από ότι φαίνεται και οι δυο αστυνομικοί, οι οποίοι θεωρείται ότι δεν έκαναν ορθή αναφορά για το που έμενε ο κ. Μουσταφά, ανήκουν επίσης στη δεξιά. Είναι ενδεχόμενο ότι η εσωτερική διαμάχη, που φάνηκε να υπάρχει σε ένα στάδιο, να πήγαζε από τα διαφορετικά συμφέροντα και στο χώρο της δεξιάς, τα οποία εξυπηρετεί ο κ. Χάσικος από την μια και ο κ. Ι. Νικολάου από την άλλη.

Αλλά, ενώ δίπλα από το όνομα του κ. Λίλλη υπήρχε αναφορά στην Αλκή για να συνδεθεί με την αριστερά, δίπλα στο όνομα του συντεχνιακού, δεν υπήρχε το όνομα της ΣΕΚ.
Κατά τα άλλα, η Ε.Ε. του ΑΚΕΛ στη Λάρνακα απέδωσε τα δύο εμβάσματα του κ. Λίλλη σε χρέη που είχε το σωματείο Αλκή, τα οποία τακτοποιήθηκαν από άτομα από το χώρο της αριστεράς. Στο βαθμό που όντως η επιτροπή έχει αποδείξεις ότι αυτά τα χρήματα δόθηκαν σε άλλους και ο λογαριασμός της χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά, τότε αυτό πιστώνεται σε παραπλάνηση του κ. Λίλλη. Το θέμα ωστόσο τώρα πια είναι ποιό είναι το ζητούμενο – σίγουρα δεν είναι το ότι πληρώθηκε πιο λίγα ο τουρκοκύπριος, αφού ο κ. Λιοτατής που ήταν ο μεσίτης του, έχει ντε φάκτο αθωωθεί.

Οπότε, τώρα η αντιπαράθεση φαίνεται να είναι ανάμεσα στον κ. Κιττή και το Χάσικο – και ο κ. Κιττής δεν είναι τυχαίος για την πολιτική ελίτ. Συνεργάστηκε με την κυβέρνηση στην οποία ήταν υπουργός άμυνας ο κ. Χάσικος, την εποχή των μιζών Τσοχατζόπουλου, και ενδεχομένως ξέρει πολλά. Ήδη, έθεσε το ζήτημα των συμφερόντων της οικογένειας Κουλέρμου με αρκετή σαφήνεια. Η συνέχεια θα έχει ενδιαφέρον – εκτός βέβαια και αν γίνει και εδώ ένα deal αλά Λιοτατής-Λίλλης για να προχωρεί το θέαμα παρακάτω. Διότι στο τέλος των θεαμάτων το ζήτημα είναι και ποιοί θα καταλήξουν με τις μετοχές της ΣΥΤΑ. Όπως και η ιδιοκτησία του ιχθυοτροφείου στο Λιοπέτρι.
Και αν για τη δεξιά τίθεται θέμα πόσο καιρό θα παίζει αυτή η κωμωδία του κ. Χάσικου, ως το ατόμο που ταυτίζεται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο με τον Τσοχατζόπουλο, να ψάχνει να μετατοπίζει τις υποψίες κάθε φορά που εστιάζουν αναπόφευκτα πάνω του, για την αριστερά, το θέμα είναι πώς έμπλεξε ένας ιστορικός σύλλογος, όπως η Αλκή με άτομα όπως ο κ. Λίλλης, που φαίνεται, με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία, να αλλάζει στρατόπεδο αναλόγως συμφερόντων.

Την επομένη, όπως αναμενόταν από το σενάριο η Αλήθεια, ο Πολίτης και ο Φιλελεύθερος έστησαν τα πρωτοσέλιδα τους από μια αναφορά στην κατάθεση του Λίλλη - ο οποίος τώρα από αναξιόπιιστος μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε έγκυρη πηγή - ότι είχε δώσει 274, 000 στο ταμείο της Ε.Ε. του ΑΚΕΛ στην Λάρνακα. Η ανακοίνωση της Ε.Ε. ότι το ποσό αφορούσε οφειλές σε σχέση με την Αλκή και όχι δωρεά στην επιτροπή, χάθηκε στις μέσα σελίδες. Ακόμα πιο χαρακτηριστικά λ.χ. ο κ. Χατζηστυλιανού στο Φιλελεύθερο, ο οποίος είχε αναλάβει ανάλογες υποθέσεις και πριν και είχε την τάση να βλέπει μόνο τα αριστερά σωματεία ως ύποπτα σε ένα κατάλογο, επανέλαβε τον εαυτό του. Έτσι ξαφνικά, φαίνεται στέρεψαν οι πήγες του να μάθει το που ανήκει η ΣΕΚ, ή σε ποιό κόμμα πρόσκεινται οι υπό κατηγορία αστυνομικοί ή άλλοι εμπλεκόμενοι. Διότι το σενάριο προνοούσε μια εστίαση στην αριστερά και αυτό φαινόταν από την προηγούμενη. Για το πώς τα δημοσιεύματα, αλλά και κινήσεις της αστυνομίας έχουν μια ενδιαφέρουσα τάση να συμπίπτουν με δύσκολες επικοινωνιακές φάσεις της κυβέρνησης ή όταν θέλουν να ξεκινήσουν επίθεση, μπορεί να συγκρίνει κάποιος και την προηγούμενη εμφάνιση του θέματος ακριβώς πριν την περίοδο εμφάνισης των Δ. Χριστόφια, Α. Ορφανίδη και Ν Αναστασιάδη στην «ερευνητική» του κ. Πική.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου