23 Σεπ 2013

Όταν κατσιαρίζει η Αρχιεπισκοπή ή το φιλοσοφικό παράδοξο των κυπριόφωνων που λένε ότι θέλουν να λογοκρίνουν τη φωνή τους



Η επάνοδος της δεξιάς στην κυβέρνηση και η διασταύρωση μερικών συμφερόντων  ξαναέφερε το γλωσσικό στην επικαιρότητα ως ένα πυροτέχνημα της εκκλησίας – και για να μετατοπίσει την έμφαση μακριά από την Τράπεζα Κύπρου, όπου η εκκλησία διεκδικεί συμφέροντα ως καθημερινός χρηματιστής και τραπεζίτης, αλλά και από τα οικονομικά προβλήματα της εκκλησίας – που φαίνεται πια να δημοσιοποιούνται.
Φαινομενικά, η επίθεση εναντίον της κυπριακής, εκτός από μετατόπιση, έχει ως στόχο και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Και εδώ, αυτό που ενοχλεί τους αντίπαλούς της είναι η διεύρυνση της αποδοχής της πραγματικότητας – ότι δηλαδή η Κύπρος είναι μια δίγλωσση κοινωνία και ότι ονομάζουν μερικοί «κυπριακή διάλεκτο» είναι μια γλωσσική εκδοχή, που δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Μπροστά σε αυτήν την πραγματικότητα, η συμμαχία όσων θέλουν να κάνουν θέμα, χρησιμοποιεί, όπως γίνεται συνήθως με έτσι θέματα, το ψέμα και την αντιστροφή ως μέσο επίθεσης. Έτσι, ενώ ξεκάθαρο ότι, αν μια γλωσσική εκδοχή πιέζει κάποια άλλη, τότε αυτή είναι η ελληνική που διδάσκεται σχεδόν μονοδιάστατα στα σχολεία, που καταπιέζει την κυπριακή που μέχρι πρόσφατα απαγορευόταν στη διδακτική αίθουσα, η ρητορική της «γλωσσοκάθαρσης» επιμένει ότι κινδυνεύει η ελληνική. Προφανώς, κινδυνεύει από την πραγματικότητα.

Το παράδοξο αυτών που θέλουν να λογοκρίνουν κάτι που με βάση τη ρητορική τους είτε δεν υπάρχει, είτε είναι το ίδιο με αυτό που θέλουν
Η έκφραση λ.χ. που ακούστηκε ότι το σχολείο έχει ως στόχο να «κατακτήσουν» την ελληνική οι μαθητές, είναι σαφές για το παράδοξο και παράλογο της όλης συζήτησης. Αν οι μαθητές πρέπει να κατακτήσουν την ελληνική, τότε δεν τους ανήκει - ακόμα έστω - άρα μιλούν μιαν άλλη γλώσσα. Αν, όμως, μιλούν μιαν άλλη γλώσσα γιατί να μην την διδάσκονται επίσης. Η όλη στάση των αντίπαλων της κυπριακής μοιάζει με τα παράδοξα της ελεατικής φιλοσοφίας. Στο πιο γνωστό τέτοιο παράδειγμα ένα κρητικός φιλόσοφος λέει «όλοι οι κρητικοί είναι ψεύτες». Αν όμως λέει αλήθεια και είναι κρητικός και ο ίδιος, άρα ψεύτης, τότε λέει ψέματα.  Όταν λοιπόν οι πολέμιοι της κυπριακής επιμένουν ότι η κυπριακή απειλεί την ελληνική, τότε προφανώς η κυπριακή είναι μια υπαρκτή οντότητα, αν όμως είναι, τότε γιατί καταπιέζεται από την ελληνική; είτε η κυπριακή δεν είναι «ελληνική»/ελληνογενής, οπότε τότε απειλεί όντως την ελληνική, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, οι υποστηρικτές αυτής της άποψης λένε, ότι οι κύπριοι μιλάνε μη ελληνική γλώσσα και καταρρέει το εθνικό επιχείρημα, είτε η κυπριακή είναι ελληνογενής αλλά κάποιοι θεωρούν αυτήν την εκδοχή επικίνδυνη – και πάλι αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν διαφορετικές ελληνικές/ελληνογενείς γλώσσες.
Το ότι αυτή η θέση έχει πατάξει υστερικές θέσεις είναι δεδομένο. Απλώς μέχρι το 1960, οι αντιφάσεις καλύπτονταν από μια επέκταση της αποικιακής ιδεολογίας που θεωρούσε τους κύπριους ιθαγενείς προς εκπολιτισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, θα έπρεπε να μάθουν να «μιλούν σωστά», αφού ήταν βάρβαροι.
Μετά το 1960, όμως, αυτή η θέση άρχισε να υποχωρεί και τότε άρχισαν να εμφανίζονται τα μυστήρια. Ένας από τους πρώτους θεωρητικούς που προσπάθησαν να θέσουν το ζήτημα ήταν ο Ευδόκας που απέδωσε την αντίσταση στην ένωση, στο ότι υπήρχε διαφορετική γλωσσική εκδοχή στην Κύπρο – σε αυτή την περίπτωση κατέληξε σε ένα εύκολο κόλπο, αποδίδοντας στους κύπριους κόμπλεξ. Δεν εξηγούσε, όμως, αυτό τίποτα περισσότερο από τη δική του ανάγκη – προφανώς ένας πληθυσμός που αποδεχόταν μια εξουσία που μιλούσε ελληνικά, ενώ η πλειοψηφία μιλούσε κυπριακά, δεν εναντιωνόταν στα ελληνικά – απλώς δεν δεχόταν την εξαφάνιση των κυπριακών. Ο Μ. Χριστοδούλου, ο γλωσσολόγος που ανέλαβε να αντιμετωπίσει την λογική αντίφαση του κυπριόφωνου που θέλει να απαγορεύσει την κυπριακή, κατέληξε στο λογικό συμπέρασμα ότι η κυπριακή μπορεί να θεωρηθεί γλώσσα και για αυτό ακριβώς πρέπει να περιοριστεί.

Η σύγκρουση για τα Λατσιά τζαι την Αγλαντζιά, τη δεκαετία του 1990
Η πρώτη ανοικτή αντιπαράθεση για την γλώσσα πάει πίσω στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι διαμάχες ανάμεσα στην ελληνική, την κυπριακή και την αγγλική - τουλάχιστον στην ε/κ κοινότητα - άρχισαν να παίρνουν μορφή, αλλά η σημερινή κατάσταση φαίνεται να θυμίζει περισσότερο τη διαμάχη την δεκαετία του 1990, όταν αμέσως μετά την εκλογή της δεξιάς στην κυβέρνηση, η νέα υπουργός παιδείας, αλλά και άλλοι, άρχισαν να προωθούν την προσπάθεια του κ. Χριστοδούλου να ελληνοποιήσει τα ονόματα χωριών. Και η προσπάθεια είχε φτάσει στα Λατσιά και την Αγλαντζιά, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις – και κεντρικό ρόλο στις τότε δημόσιες αντιπαραθέσεις έπαιξε και ο Α. Κωνσταντινίδης της Αλήθειας, εκφράζοντας ένα φιλελεύθερο δημοτικισμό θα μπορούσε να πει κάποιος. Μια άλλη σημαντική παρουσία τότε ήταν ο Χ. Κατσαμπάς στο Φιλελεύθερο – με την προώθηση κειμένων που αντιστέκονταν στην υστερία. Τελικά, όπως είπε και ένα κάτοικος «Λατσια ήταν τζαι, Λατσιά θα μείνουσιν».
Το θέμα πέρασε στα άτυπα, αλλά έρευνες και από αλλού άρχισαν πια να καταδεικνύουν το οφθαλμοφανές – υπήρχε μια διγλωσσία στην κοινωνία. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στην ανάγκη να προσεγγίσει το σχολείο διαφορετικά το θέμα, αφού ο αποκλεισμός της κυπριακής λειτουργεί και ως ταξική προκατάληψη – αφού η δυνατότητα αλλαγής κώδικα εύκολα μπορεί να είναι πιο γνωστή σε ανώτερα στρώματα, παρά στα λαϊκά. Και άρα η απαγόρευση της κυπριακής λειτουργεί και ως εμπόδιο στην ισότητα στην εκπαίδευση.

Οι νέοι αντίπαλοι της κυπριακής, δεν είναι κατ’ ανάγκη πολλοί. Απλώς χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ , όπως και την δεκαετία του 90, για να δημιουργούν κλίμα. Μη αναγνωρίζοντας, ωστόσο, το παράδοξο της προσπάθειας τους, να θεωρούν έλληνες του κύπριους αλλά με λάθος γλώσσα, οδηγούνται αναπόφευκτα σε ένα νέο αδιέξοδο, αφού οι επιθέσεις τους θα μετατραπούν σε αυτοεπαληθευόμενες προφητείες, μιας και κωδικοποιούν ένα φόβο, αναγνωρίζοντας ένα πρόβλημα πού δεν μπορούν να ελέγξουν.

Μια διεκδίκηση προνομίων μέσω της υιοθέτησης ενός είδους συμβολικού κεφαλαίου
Τα κίνητρα τέτοιων προσπαθειών είναι συνήθως αγώνες για διεκδίκηση συμβολικού κεφαλαίου και γοήτρου. Όσοι θεωρούν ότι τα ‘καλαμαρίστικα’ ελληνικά είναι η σωστή γλώσσα, ουσιαστικά διεκδικούν ένα είδος ανωτερότητας, κάποιου είδους συμβολική καρέκλα. Άλλωστε, αυτή ήταν και η πρώτη διάσταση της εμφάνισης των γλωσσικών διαμαχών στην πολιτική ρητορική της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις βουλευτικές εκλογές του 1970, ο τότε ηγέτης της δεξιάς ο κ. Κληρίδης, έγινε στόχος από υποψήφιους που κινούνταν δεξιότερα, όπως ο κ. Σαμψών, γιατί εκπροσωπούσε αυτούς που προτιμούσαν την αγγλική αντί την ελληνική γλώσσα - και λόγω της οικογένειας του αλλά και λόγω των σπουδών του - απέναντι στους πιο αυθεντικούς εθνικόφρονες. Που μιλούσαν φυσικά κυπριακά, αλλά επειδή δεν είχαν τρόπο διεκδίκησης ντύθηκαν ένα αχταρμά μανδύα, όπου ήταν φορείς της ελληνικότητας – διεκδικώντας περισσότερη εξουσία. Το πρόβλημα, βέβαια, τώρα έχει πια μετατραπεί σε πόλεμο ενάντια στην κυπριακή – και αυτό αναπόφευκτα θα προκαλέσει άλλες αντιδράσεις. Ήδη η ΠΟΕΔ διαφοροποιήθηκε από τους φιλόλογους της ΟΕΛΜΕΚ και δήλωσε χαρακτηρίσθηκα: ο κριτικός γραμματισμος δεν προετοιμάζει κάποια ταξική επανάσταση… όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς, έχει να κάνει με την κριτική θεώρηση των πραγμάτων, δηλαδή να καταλάβει ο μαθητής ότι το ίδιο πράγμα έχει διαφορετικές οπτικές γωνίες.» Στο θέμα της γλώσσας αυτό, βέβαια, μπορεί και να σημαίνει αναγνώριση πολλαπλών εκδοχών. Και κάποιοι θέλουν καρέκλες – οπότε η δημοκρατική οπτική, έστω και αν είναι μέρος της παγκόσμιας τάσης, δεν βολεύει. Αλλά είναι και η ιστορία αμείλικτη – όπως και η πραγματικότητα και η λογική συνέπεια.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου